Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds regarding appeal filing deadlines and lack of specific challenge.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Athens Court of Appeal's final judgment. The appellant argued that the lower court failed to properly challenge specific compensation claims and lacked sufficient reasoning for its decisions. The court rejected these arguments, finding the appeal filed too late and the appellant's claims based on misinterpretations of the lower court's own admissions.
Legislator headnote
AI generatedArticles 568, 569, 571 of the Code of Civil Procedure; The appeal must be filed within the statutory period with specific grounds, and vague references to the lower court's reasoning do not constitute a valid challenge.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1999 / 2014 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1999/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Ζευγώλη, Γεώργιο Λέκκα, Πηνελόπη Ζωντανού και Αθανάσιο Καγκάνη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 6 Οκτωβρίου 2014, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΦΙΑΤ ΓΚΡΟΥΠ ΑΟΥΤΟΜΟΜΠΙΛΣ ΕΛΛΑΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και το διακριτικό τίτλο "FIAT AUTO HELLAS A.E.", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Παναγιώτα Ραξή και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "Π. Κ. Α.Ε.Β.Ε. ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ-ΜΗΧΑΝΗΜΑΤΑ-ΑΝΤΑΛΛΑΚΤΙΚΑ" και διακριτικό τίτλο "Π. Κ. ΑΒΕΕ" που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) Π. Κ. του Ι., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Κ. και κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21/9/1998 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2268/2001 μη οριστική και 6748/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και οι 3121/2011 μη οριστική και 3647/2013 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 8/1/2014 αίτησή της και τους από 3/9/2014 πρόσθετους λόγους αυτής.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αθανάσιος Καγκάνης ανέγνωσε την από 26/9/2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων της αναίρεσης.
Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και των προσθέτων λόγων αυτής, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την υπό κρίση αίτηση αναίρεσης και τους, με ιδιαίτερο δικόγραφο ασκηθέντες από 3-9-2014 προσθέτους λόγους ζητείται η αναίρεση, για τους διαλαμβανομένους στα παραπάνω δικόγραφα λόγους, της 3647/2013 τελεσίδικης απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 569 παρ.2 εδ.α' ΚΠολΔ, οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης, ως προς τα ίδια κεφάλαια της προβαλλόμενης απόφασης και εκείνα που αναγκαστικά συνέχονται με αυτά, ασκούνται μόνο με δικόγραφο, που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου τριάντα τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση της αναίρεσης, κάτω από το οποίο συντάσσεται έκθεση, αντίγραφο δε του δικογράφου των προσθέτων λόγων επιδίδεται πριν από την ίδια προθεσμία στον αναιρεσίβλητο και τους άλλους διαδίκους.
Από τη διάταξη αυτή σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 568 παρ.3 και 571 ΚΠολΔ, με τις οποίες προβλέπεται ο προσδιορισμός δικασίμου σε χρόνο που να παρέχει επαρκή προθεσμία για την επίδοση και την προπαρασκευή της υπόθεσης και τη σύνταξη έκθεσης από τον εισηγητή, προκύπτει ότι ως ημέρα συζήτησης για τον υπολογισμό της προθεσμίας κατάθεσης και επίδοσης του δικογράφου των προσθέτων λόγων, νοείται εκείνη η οποία, κατά το άρθρο 568 παρ.2 ΚΠολΔ, ορίζεται από τον πρόεδρο του οικείου τμήματος του Αρείου Πάγου, όχι δε και η μεταγενέστερη που ορίζεται μετ' αναβολή από την αρχική δικάσιμο ή ματαίωση (Ολ.ΑΠ 143 και 654/84), Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 12 εδ.
α' του ν.1157/1981, "η διαδρομή των υπό του νόμου ή των δικαστηρίων τεταγμένων προθεσμιών άρχεται από της επιούσης της ημέρας της επιδόσεως ή της ημέρας κατά την οποία συνέβη το αποτελούν την αφετηρία της προθεσμίας γεγονός και λήγει την 7ην μ.μ. ώραν της τελευταίας ημέρας, εάν δε αυτή είναι κατά νόμον εξαιρετέα ή Σάββατον, την αυτήν ώραν της επομένης εργασίμου ημέρας".
Όπως συνάγεται από την αδιάστικτη διατύπωση της, η άνω διάταξη, όπως άλλωστε και η ταυτόσημη σχεδόν διάταξη του άρθρου 144 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ, εφαρμόζεται τόσο επί των προθεσμιών ενέργειας όσο και επί των προπαρασκευαστικών προθεσμιών, δηλαδή εκείνων οι οποίες τάσσονται και είναι απαραίτητο να παρέλθουν πριν από την ενέργεια ορισμένης πράξεως, σε τρόπο ώστε αν η τελευταία ημέρα των εν λόγω προθεσμιών συμπίπτει προς ημέρα εξαιρετέα ή Σάββατο, δεν υπολογίζεται αυτή και η προθεσμία λήγει την ίδια ώρα της επόμενης εργάσιμης ημέρας, γεγονός το οποίο συμβαίνει τόσο και επί της κατά το άρθρο 518 παρ.1 ΚΠολΔ 30νθήμερης προθεσμίας προς άσκηση έφεσης, όταν ο διάδικος διαμένει στην Ελλάδα, όσο και επί της κατά το άρθρο 569 παρ. 2 ιδίου κώδικα 30νθήμερης προθεσμίας, πριν από τη συζήτηση της αναίρεσης, που τάσσεται για την κατάθεση και την επίδοση του δικογράφου των πρόσθετων λόγων αναίρεσης.
Από αυτά συνάγεται περαιτέρω ότι αν η τελευταία (30η) πριν από τη δικάσιμο ημέρα (με αφετηρία την επομένη της επίδοσης του δικογράφου των προσθέτων λόγων αναίρεσης) συμπίπτει με εξαιρετέα ημέρα ή Σάββατο δεν υπάρχει εμπρόθεσμη άσκηση των λόγων αυτών, οι οποίοι απορρίπτονται και αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτοι, σύμφωνα με το άρθρο 577 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ (Ολ.
ΑΠ 33/96, ΑΠ 254/2013, ΑΠ 1380/08, ΑΠ 575/2013). Σύμφωνα με τα παραπάνω οι από την αναιρεσείουσα με ιδιαίτερο δικόγραφο, ασκηθέντες, από 3-9-2014 πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης πρέπει ν'απορριφθούν ως εκπρόθεσμοι αφού από την κατά την 3.9.2014 λαβούσα χώρα κατάθεση αυτών στη γραμματεία του Δικαστηρίου τούτου (βλ.90/14 έκθεση κατάθεσης) και τη συνομολογουμένη από τους αναιρεσιβλήτους αυθημερόν επίδοσή τους προς αυτούς μέχρι την αρμοδίως ορισθείσα ημέρα συζήτησης της αίτησης αναίρεσης, (6η Οκτωβρίου 2014) δεν μεσολαβούν τριάντα πλήρεις ημέρες, ενόψη του ότι η τριακοστή από την κατά τα άνω κατάθεση και επίδοση αυτών ημέρα συμπληρώνεται την 3η Οκτωβρίου 2014 (Παρασκευή) η οποία όμως τόσο αυτή όσο και οι επόμενες δύο ημέρες (4 και 5 Οκτωβρίου 2014) δεν υπολογίζονται καθόσον η μεν πρώτη (3.10) έχει καθιερωθεί με το άρθρο 25 ν.1941/91 ως αργία των δικαστικών υπηρεσιών (ΑΠ 199/2009) οι δε λοιπές ως συμπίπτουσες με τις ημέρες Σάββατο και Κυριακή με αποτέλεσμα η κατά τα άνω προβλεπόμενη 30νθήμερη προθεσμία να συμπληρώνεται την 6/10/2014 (Δευτέρα), η οποία όμως αποτελεί και την ημέρα συζήτησης της αίτησης αναίρεσης.
Από τις διατάξεις των άρθρων 558 και 566 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, η αναίρεση πρέπει να απευθύνεται εναντίον των αντιδίκων του αναιρεσείοντος, έναντι των οποίων επιδιώκεται και είναι δυνατή, με βάση τις επικαλούμενες στο αναιρετήριο πλημμέλειες της προσβαλλόμενης απόφασης, η αναίρεση αυτής.
Συνεπώς, είναι απαράδεκτη η αίτηση αναίρεσης κατά το μέρος που στρέφεται εναντίον αντιδίκων του αναιρεσείοντος, τους οποίους δεν αφορούν οι αποδιδόμενες με το αναιρετήριο πλημμέλειες και ως προς τους οποίους δεν υφίσταται έτσι το έννομο συμφέρον προς άσκηση του ενδίκου αυτού μέσου, εκτός αν προβάλλεται, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 556 παρ.2 και 578 ΚΠολΔ, έννομο συμφέρον προς αντικατάσταση των αιτιολογιών της απόφασης, ως δημιουργικού δυσμενούς σε βάρος του αναιρεσείοντος δεδικασμένου. (ΑΠ 647/11, ΑΠ 539/11, ΑΠ 525/08). Σύμφωνα με τα παραπάνω η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης της 3647/2013 τελεσίδικης απόφασης του Εφετείου Αθηνών κατά το μέρος που στρέφεται κατά του δευτέρου αναιρεσίβλητου, η αγωγή του οποίου κατ' αυτής (αναιρεσείουσας) απορρίφθηκε με την προσβαλλομένη απόφαση κρίνεται απορριπτέα λόγω ελλείψεως εννόμου συμφέροντος της αναιρεσείουσας ενόψει του ότι οι προβαλλόμενες με το αναιρετήριο δικόγραφο αιτιάσεις ταύτης αναφέρονται στην κρίση της προσβαλλόμενης αναφορικά με την παραδοχή της κατ'αυτής αγωγής της πρώτης αναιρεσίβλητης χωρίς παραλλήλως να γίνεται επίκληση αποτροπής δυσμενούς σε βάρος της δεδικασμένου απορρέοντος από την στηρίζουσα την απορριπτική κρίση αιτιολογία.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 361 ΑΚ 1 παρ.2 ΠΔ 219/1991 και 14 παρ.4 ν.3577/2007 προκύπτει ότι, ναι μεν δεν είναι δυνατή η ευθεία εφαρμογή στις συμβάσεις αποκλειστικής διανομής και εμπορικής παραγγελίας των διατάξεων του Π.Δ.219/1991 περί εμπορικών αντιπροσώπων, όμως, με βάση τις αρχές της ισότητας και της καλής πίστης είναι δυνατή η αναλογική, ολική ή μερική, εφαρμογή των διατάξεων του ως άνω Π.Δ/τος και στις συμβάσεις αυτές, εφόσον όμως η διαμεσολαβητική λειτουργία και των επαγγελματιών αυτών δηλαδή του διανομέα και του παραγγελιοδοχικού αντιπροσώπου, προσομοιάζει μ 'αυτήν του εμπορικού αντιπροσώπου σε τέτοιο βαθμό ώστε να ταυτίζεται κατά τα ουσιώδη στοιχεία της, πράγμα που συμβαίνει όταν οι εν λόγω επαγγελματίες αναλαμβάνουν με τη σύμβαση υποχρεώσεις ανάλογες μ' αυτές του εμπορικού αντιπροσώπου (4 παρ.1 Π.Δ.219/91) και ειδικότερα α) vα παραλείπουν ανταγωνιστικές σε βάρος του εντολέα τους πράξεις κατά τη διάρκεια, αλλά και μετά τη λήξη της σύμβασής τους, β) να τηρούν το επαγγελματικό απόρρητο, γ) να προωθούν διαρκώς και αποκλειστικά τα προϊόντα του εντολέα τους στη συμβατική περιοχή ευθύνης τους, υποκείμενοι μάλιστα στον έλεγχο του ως προς την εξέλιξη των πωλήσεων ή, αναλόγως, των αγορών, δ) vα διαφημίζουν τα πωλούμενα προϊόντα ακόμη και με δικές τους δαπάνες και ε)να γνωστοποιούν στον εντολέα τους το πελατολόγιο τους.
Η συνομολόγηση ακριβώς των υποχρεώσεων αυτών, που δεν είναι πάντως αναγκαίο να συντρέχουν σωρευτικά, αλλά μπορούν και να παραλλάσσουν, έτσι ώστε η έλλειψη μιας από αυτές να καλύπτεται από την ιδιαίτερη ένταση των λοιπών, καθιστά τους παραπάνω επαγγελματίες αναπόσπαστο και καθοριστικό μέρος του δικτύου της επιχειρηματικής δραστηριότητας του εντολέα τους, αφού η εμπορική τους δραστηριότητα, μολονότι αναπτύσσεται με δικό τους κίνδυνο, συνεπάγεται, εντούτοις, οφέλη αμέσως και για τον εντολέα τους, δηλαδή αυτός δεν αντλεί οικονομικά οφέλη μόνον από την εκπλήρωση της κύριας συμβατικής τους υποχρέωσης, αλλά και από τις ως άνω ιδιαίτερες υποχρεώσεις τους, με σπουδαιότερο γ' αυτόν (εντολέα) όφελος το ότι λαμβάνει γνώση του πελατολογίου τους, οπότε και μπορεί, μετά τη λύση της σύμβασης τους, να το χρησιμοποιήσει, μέσω άλλων επαγγελματιών και να συνεχίσει έτσι να αποκομίζει οικονομικά οφέλη. (Ολ.ΑΠ 15 και 16/2013).
Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις του άρθρου 9 παρ.1 του ως άνω π.δ. 219/1991 ο εμπορικός αντιπρόσωπος δικαιούται μετά τη λύση της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας αποζημίωση, εάν κατά τη διάρκεια αυτής έφερε νέους πελάτες ή προήγαγε σημαντικά τις υποθέσεις με τους υπάρχοντες πελάτες και ο εντολέας διατηρεί ουσιαστικά οφέλη που προκύπτουν από τις υποθέσεις με τους πελάτες αυτούς, εφόσον, με βάση όλες τις περιστάσεις και ιδιαίτερα τις προμήθειες που χάνει ο εμπορικός αντιπρόσωπος από τις υποθέσεις με τους ίδιους πελάτες, σε συνδυασμό και με την τυχόν ρήτρα μη ανταγωνισμού, παρίσταται ως δίκαιη η καταβολή της αποζημίωσης, η οποία, δεν μπορεί να υπερβαίνει ποσό ισοδύναμο με το μέσο ετήσιο όρο των αμοιβών που εισέπραξε ο εμπορικός αντιπρόσωπος κατά τα πέντε τελευταία έτη, αν δε η σύμβαση διήρκεσε λιγότερο από πέντε έτη, η αποζημίωση υπολογίζεται με βάση το μέσο όρο της εν λόγω περιόδου.
Από τις παραπάνω διατάξεις συνάγεται ότι, η αποζημίωση πελατείας είναι μια ιδιόρρυθμη αξίωση αμοιβής που κινείται μεταξύ δύο ισοδύναμων πόλων, εκείνου της αμοιβής και εκείνου της επιείκειας, οι οποίοι δικαιολογούν τον χαρακτηρισμό της ως ένα είδος εύλογης ή δίκαιης αποζημίωσης, που προσομοιάζει με την αποζημίωση για διαφυγόν κέρδος με στοιχεία παράλληλα και από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό.
Η αξίωση αυτή γεννιέται όταν συντρέξουν σωρευτικά όλες οι νόμιμες προϋποθέσεις, τις οποίες πρέπει να επικαλεσθεί με τη σχετική αγωγή του και να αποδείξει ο εμπορικός αντιπρόσωπος, δηλαδή απαιτείται α) η εισφορά νέων πελατών ή η σημαντική προαγωγή των υποθέσεων με τους υπάρχοντες πελάτες από τον εμπορικό αντιπρόσωπο κατά τη διάρκεια της σύμβασης, β) η διατήρηση και μετά την λύση της σύμβασης ουσιαστικών ωφελειών για τον αντιπροσωπευόμενο, που προκύπτουν από τις υποθέσεις με τους πελάτες αυτούς και γ) η καταβολή της αποζημίωσης να είναι δίκαιη με βάση όλες τις περιστάσεις κάθε συγκεκριμένης περίπτωσης.
Τις προαναφερόμενες ουσιαστικές προϋποθέσεις γέννεσης της απαίτησης του πρέπει να επικαλεσθεί, για το ορισμένο της αγωγής του και να αποδείξει ο εμπορικός αντιπρόσωπος - διανομέας χωρίς να είναι αναγκαία για την πληρότητα του σχετικού αιτήματος ούτε η ονομαστική αναφορά των νέων πελατών που έφερε αυτός καθώς και των παλαιών (πελατών) των οποίων οι υποθέσεις παρουσίασαν σημαντική προαγωγή, ούτε η διάκριση αυτών σε νέους και παλαιούς ούτε τέλος το ποσό που εισέπραξε από καθένα από αυτούς (ΑΠ 176/2010).
Ως εισφορά νέων πελατών νοείται η προσέλκυση από τη δραστηριότητα του εμπορικού αντιπροσώπου νέων πελατών, δηλαδή πελατών που δεν υπήρχαν προηγουμένως, ως σημαντική δε προαγωγή των υποθέσεων με υπάρχοντες πελάτες νοείται η ασυνήθιστη αύξηση του κύκλου των εμπορικών συναλλαγών μ' αυτούς. Αντίστοιχα διατήρηση των ουσιαστικών ωφελειών για τον παραγωγό από υποθέσεις με τους νέους ή παλαιούς πελάτες του εμπορικού αντιπροσώπου υπάρχει όχι μόνο όταν επιβιώνουν τυχόν διαρκείς συμβάσεις, που είχε καταρτίσει με τρίτους ο εμπορικός αντιπρόσωπος, αλλά και όταν από την εκμετάλλευση του γνωστού στον παραγωγό πελατολογίου του αντιπροσώπου, υπάρχει, για την ίδια περιοχή, εν δυνάμει πελατεία με την προοπτική κέρδους γι' αυτόν, έστω και αν τα συμβατικά προϊόντα είναι επώνυμα και συνεπώς γνωστά στο καταναλωτικό κοινό, λόγω και των διαφημιστικών ενεργειών του ίδιου του παραγωγού.
Κριτήρια, τέλος για τον καθορισμό του ύψους της αποζημίωσης πελατείας συνιστούν το μέγεθος της πελατείας που παραμένει στον παραγωγό μετά τη λύση της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας, η αντίστοιχη ωφέλειά του και η δημιουργία κέρδους για τον αντιπρόσωπο, αν συνεχιζόταν η σύμβαση, η σχετική δε κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς το ποσό της δίκαιης αποζημίωσης πελατείας ανήκει στη διακριτική ευχέρεια του και δεν ελέγχεται αναιρετικά, αφού σχηματίζεται από την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, χωρίς υπαγωγή του πορίσματος σε νομική έννοια, οπότε και δεν νοείται εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου είτε ευθέως είτε εκ πλαγίου (Ολ.
ΑΠ 16/2013, ΑΠ 1449/14, ΑΠ 246/14).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του αρθρ. 559 αρ.1 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δίκαιου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλ.
με εσφαλμένη εφαρμογή (Ολ.ΑΠ 7/2006 και Ολ.ΑΠ 4/2005). Εξάλλου, από τη διάταξη του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ προκύπτει ότι αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.
Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης, ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).
Εξάλλου το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 179/2013, ΑΠ 495/2013, ΑΠ 467/2013, ΑΠ 568/2013, ΑΠ 1258/2013).
Με τους δεύτερο και τέταρτο, λόγους της αναίρεσης προβάλλονται από την αναιρεσείουσα οι από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ αιτιάσεις με την επίκληση ότι, η προσβαλλομένη απόφαση, κατά παράβαση των, ουσιαστικού δικαίου, διατάξεων των άρθρων 8 και 9 ΠΔ 219/1991 έκανε δεκτή, ως και ουσιαστικά βάσιμη, την κατ' αυτής, από τα παραπάνω άρθρα (8 και 9 του ΠΔ 219/91), περί επιδίκασης αποζημίωσης πελατείας και διαφυγόντων κερδών (προμηθειών) αγωγή της αναιρεσίβλητης δεχθείσα, κατ' εσφαλμένη ερμηνεία των παραπάνω διατάξεων και με ανεπαρκή και αντιφατική αιτιολογία ότι, χωρεί αναλογική εφαρμογή των διατάξεων αυτών του ΠΔ 219/91 στην ένδικη σύμβαση αποκλειστικής διανομής παρά τη μη συνδρομή της απαραίτητης για την εφαρμογή των εν λόγω διατάξεων [των αρθ.8 και 9 ΠΔ 219/91] προϋπόθεσης της ομοιότητας αυτής (σύμβασης διανομής) με τη ρυθμιζόμενη από τις διατάξεις του ΠΔ 219/91 σύμβασης της εμπορικής αντιπροσωπείας, η οποία (μη συνδρομή της ομοιότητας) απέκλειε την εφαρμογή, πλην άλλων, και της προβλέπουσας την επιδίκαση αποζημίωση πελατείας διάταξης του αρθρ. 9 παρ.2 ΠΔ 219/91 (2ος λόγος), την οποία, κατ εσφαλμένη ερμηνεία αυτής, και με ανεπαρκή και ασαφή αιτιολογία έκρινε ως δίκαιη (τέταρτος λόγος).
Οι λόγοι αυτοί κρίνονται απορριπτέοι ο μεν δεύτερος ως αβάσιμος ουσιαστικά αφού από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης προκύπτει ότι, αυτή, μετ' εκτίμηση του συνόλου των από τους διαδίκους νομίμως προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, ως προς την ουσία των κρίσιμων ως άνω ζητημάτων, τα ακόλουθα: "Η εναγομένη (ήδη αναιρεσείουσα) ανώνυμη εταιρεία έχει κατ' αποκλειστικότητα την εισαγωγή, αντιπροσωπεία και διανομή στην Ελλάδα των αυτοκινήτων και των ανταλλακτικών μάρκας FIAT και ALFA ROMEO, που κατασκευάζει η ιταλική αυτοκινητοβιομηχανία FIAT AUTO SpA.
Η πρώτη ενάγουσα (ήδη αναιρεσίβλητη) που έχει τη μορφή της ανώνυμης εταιρείας και είναι οικογενειακή επιχείρηση ιδρύθηκε το έτος 1992 με βασικό μέτοχο και νόμιμο εκπρόσωπο τον δεύτερο ενάγοντα (2ο αναιρεσείοντα) Π. Κ. και λοιπούς μετόχους τα υπόλοιπα μέλη της οικογενείας αυτού, με σκοπό την εκπροσώπηση της μάρκας FIAT και αργότερα της ALFA ROMEO στην περιοχή της νήσου Χίου.
Ο δεύτερος ενάγων δραστηριοποιείτο και προηγουμένως, ήδη από το έτος 1959, στον παραπάνω τομέα του εμπορίου αυτοκινήτων και ανταλλακτικών στη γεωγραφική περιοχή της Χίου, και είχε αποκτήσει ιδιαίτερη εμπειρία και αναγνωρισιμότητα στο συγκεκριμένο τομέα στην τοπική αγορά. Στα πλαίσια της εμπορικής συνεργασίας μεταξύ των διαδίκων καταρτίστηκε η από 10/8/1992 έγγραφη σύμβαση αποκλειστικής διανομής για τα αυτοκίνητα Fiat και η από 26/6/1995 όμοια σύμβαση για τα αυτοκίνητα Alfa Romeo, οι οποίες στη συνέχεια αντικαταστάθηκαν με τις καταρτισθείσεις στις 24/12/1996 τρεις πανομοιότυπες κατά περιεχόμενο νέες Συμβάσεις Διανομής, για επαγγελματικά αυτοκίνητα Fiat, για επιβατικά αυτοκίνητα Fiat και για επιβατικά αυτοκίνητα Alfa Romeo.
Με τις συμβάσεις αυτές η ενάγουσα εvτάχθηκε στο δίκτυο των "Εξουσιοδοτημένων Καταστημάτων" της εναγομένης και συμπεριλήφθηκε στο δίκτυο διανομής της, αναλαμβάνοντας την κατ' αποκλειστικότητα πώληση και διάθεση των ανωτέρω αυτοκινήτων και των ανταλλακτικών τους στη νήσο Χίο, καθώς και την παροχή τεχνικής εξυπηρέτησης ως προς τα εν λόγω αυτοκίνητα, σύμφωνα με τους ειδικότερα αναφερόμενους στις ανωτέρω συμβάσεις όρους και συμφωνίες.
Σύμφωνα με τους όρους των Συμβάσεων η εναγομένη ανέλαβε την υποχρέωση να προμηθεύει την ενάγουσα και αυτή είχε το δικαίωμα να αγοράζει από την εναγομένη, έναντι του εκάστοτε οριζομένου μεταξύ τους τιμήματος, για λογαριασμό της και να μεταπωλεί με κέρδος σε τρίτους τα ανωτέρω αυτοκίνητα και ανταλλακτικά στη συγκεκριμένη περιοχή και να δέχεται παραγγελίες τρίτων για την αγορά των πιο πάνω αυτοκινήτων, τις οποίες θα διαβίβαζε προς εκτέλεση στην εναγομένη, ενώ ως χώρος εμπορικής δραστηριότητας της ενάγουσας ορίσθηκε η γεωγραφική περιφέρεια της νήσου Χίου.
Η ενάγουσα στα πλαίσια της σύμβασης είχε υποχρέωση να προωθεί και να εκμεταλλεύεται όλες τις ευκαιρίες που εμφανίζονταν στην αγορά, για την επίτευξη εντός της Περιοχής του καλύτερου δυνατού μεριδίου συμμετοχής στην αγορά για κάθε μοντέλο των οχημάτων της σύμβασης και για τα γνήσια ανταλλακτικά , να παρέχει ένα καλό ποιοτικό επίπεδο στην πώληση των προϊόντων της σύμβασης και στην παροχή των υπηρεσιών, ώστε να εξασφαλίζεται ένα υψηλό επίπεδο ικανοποίησης των πελατών και μία θετική εικόνα εκ μέρους του κοινού για τα Προϊόντα της σύμβασης και την Μάρκα, εντός της Περιοχής.
Στη Σύμβαση, η οποία ορίσθηκε αορίστου χρόνου (όρος 6.1) προβλεπόταν το δικαίωμα κάθε συμβαλλόμενου πρός άσκηση τακτικής (αδικαιολόγητης) καταγγελίας με τήρηση 12μηνης προθεσμίας, καθώς και έκτακτης (απρόθεσμης) καταγγελίας για συγκεκριμένους σοβαρούς λόγους που αναφέρονται στις συμβάσεις αυτές. Ειδικότερα σύμφωνα με τον όρο (6.1) ορίσθηκε ότι οποιοδήποτε από τα συμβαλλόμενα μέρη μπορεί να καταγγείλει τη Σύμβαση οποτεδήποτε με προειδοποίηση 12 τουλάχιστον μηνών, ενώ κατά τον όρο (6.2) "στην περίπτωση συνδρομής οποιασδήποτε από τις παρακάτω ουσιώδεις παραβάσεις, η Εταιρεία θα έχει το δικαίωμα καταγγελίας της σύμβασης με έγγραφη κοινοποίηση στο Διανομέα της απόφασης περί καταγγελίας, οποτεδήποτε χωρίς την ανάγκη προειδοποίησης ή πρόσκλησης του διανομέα.
Εξάλλου, κατά τον όρο (6.2.9) ουσιώδη παράβαση συνιστά απάτη ή άλλη συμπεριφορά του Διανομέα αντίθετη προς την εμπορική δεοντολογία. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η Σύμβαση λειτούργησε ομαλά και η εναγομένη ήταν απολύτως ικανοποιημένης από την εκπλήρωση των υποχρεώσεων της ενάγουσας, η οποία προώθησε τις πωλήσεις των προαναφερόμενων αυτοκινήτων της εναγομένης, στην περιοχή της Χίου, με τη δημιουργία ενός μεγάλου αριθμού πελατών προς όφελος αμφοτέρων των διαδίκων.
Ειδικότερα η ενάγουσα για την καλύτερη οργάνωση του δικτύου διανομής και την προώθηση των ανωτέρω προϊόντων της εναγομένης προέβη σε δαπανηρές επενδύσεις άνω των 130.000.000 δρχ. (381.511 €) και δημιούργησε ήδη από το 1992 πολυτελείς εγκαταστάσεις έκθεσης αυτοκινήτων, και μάλιστα δύο χώρους έκθεσης (για Fiat και Alfa Romeo ξεχωριστά) και χώρο αποθήκευσης ανταλλακτικών αλλά και πλήρως και ειδικά εξοπλισμένο συνεργείο για την παροχή τεχνικής εξυπηρέτησης (service) των πωληθέντων αυτοκινήτων, και όλα αυτά σε κεντρικότατο σημείο της πόλης ευχερώς προσβάσιμο στο καταναλωτικό κοινό.
Επίσης, προέβη σε επάνδρωση των ανωτέρω με ικανό αριθμό εκπαιδευμένων υπαλλήλων (πωλητών και μηχανικών) αλλά και σε μεγάλη και συνεχή διαφημιστική εκστρατεία για την προβολή των προϊόντων Fiat και Alfa Romeo, με καταχωρήσεις στον ημερήσιο περιοδικό τύπο της Χίου. σε τοπικούς ραδιοφωνικούς τηλεοπτικούς σταθμούς και με παροχή διαφημιστικών δώρων πελάτες.
Έτσι κατάφερε, σχεδόν αμέσως, μετά την ανάθεση σε αυτήν της αντιπροσωπείας Fiat, από το έτος 1992, να ανατρέψει την κακή εικόνα των συγκεκριμένων προϊόντων στο νησί, εν αντιθέσει με τον προηγούμενο μέχρι τότε διανομέα κ. Ε., που αντιπροσώπευε αρκετά χρόνια το συγκεκριμένο προϊόν στο νησί, αλλά χωρίς απόδοση...Έτσι κατά τη διάρκεια των επίδικων συμβάσεων η ενάγουσα πέτυχε την ταξινόμηση στη Χίο συνολικά 899 αυτοκινήτων, ενώ πριν από αυτήν, οι πωλήσεις ήταν σχεδόν ανύπαρκτες, όπως ενδεικτικά αναφέρεται το έτος 1991, που δεν υπήρχε συνεργασία της εναγομένης με την ενάγουσα, και είχαν ταξινομηθεί μόνο 22 αυτοκίνητα της εναγομένης επί συνόλου 950 αυτοκινήτων.
Ενόψει των ανωτέρω η ετήσια ποσοστιαία αναλογία ταξινομηθέντων από την ενάγουσα αυτοκινήτων ανέρχεται για τα ανωτέρω έτη σε 15,10%, 17,85%, 14,85%, 14,27%, 12,60%, 7,92%,7,21% ενώ το έτος 1991 που δεν υπήρχε συνεργασία των διαδίκων το μερίδιο αγοράς της εναγομένης που καλύφθηκε ήταν μόλις 2,32%. Σημειωτέον ότι οι ανωτέρω ταξινομήσεις αφορούν αυτοκίνητα, που πώλησε η ενάγουσα και ταξινομήθηκαν στη Χίο, ενώ δεν συμπεριλαμβάνονται τα αντίστοιχα οχήματα που πώλησε σε αγοραστές οι οποίοι τα ταξινόμησαν εκτός Χίου, στην περιοχή της κατοικίας τους, οπότε συμπεριλαμβανομένων και αυτών των πωλήσεων, ο αριθμός των πωληθέντων από την ενάγουσα οχημάτων είναι ακόμα μεγαλύτερος.
Στην προτίμηση των καταναλωτών προς τις ανωτέρω μάρκες είναι προφανές ότι έπαιξε καθοριστικό ρόλο η προπεριγραφείσα δραστηριότητα της ενάγουσας ως αποκλειστικού διανομέα και όχι άλλοι παράγοντες. Είναι δε χαρακτηριστικό ότι το έτος 1993, παρόλο που στην τοπική αγορά οι ταξινομήσεις των αυτοκινήτων μειώθηκαν από 1.300 σε 997 ήτοι κατά 25% περίπου, η ενάγουσα αύξησε το μερίδιο της στην αγορά, με συνολικές ταξινομήσεις από 14,92% σε 17,85%.
Υπό τα ανωτέρω δεδομένα είναι εμφανές ότι οι πωλήσεις των οχημάτων της εναγομένης ήταν ουσιωδώς αυξημένες, αφότου ανέλαβε τη διανομή τους η ενάγουσα, η οποία στην τοπική αγορά αποδείχθηκε ότι καταλάμβανε την 1η θέση πωλήσεων....Η αύξηση του πελατολόγιου της εναγομένης και η εισφορά από την ενάγουσα νέων πελατών προκύπτει επίσης και από τα προσκομισθέντα μετ' επικλήσεως από την ενάγουσα τιμολόγια πωλήσεως που αφορούν αφενός πωλήσεις απευθείας σε πελάτες της ενάγουσας και αφετέρου πωλήσεις με χρηματοδότηση από τη συνδεδεμένη με την εναγομένη εταιρεία "Fiat Credit Hellas AE" και οι οποίες (πωλήσεις) ανέρχονται, για τα έτη 1992-1998 συνολικά σε 842.
Εξάλλου, η επιτυχέστατη πορεία της ενάγουσας στην εξυπηρέτηση των πελατών και στην επίτευξη του στόχου των πωλήσεων και η από την ενάγουσα προώθηση και καθιέρωση των προϊόντων Fiat και Alfa Romeo, ήταν άλλωστε και ο λόγος που η εναγομένη απένειμε κάθε έτος στην ενάγουσα ατομικά βραβεία αλλά και το βραβείο "Best in Europe" προς αναγνώριση των εξαιρετικών επιδόσεων της που την έφερναν σταθερά στην πρώτη θέση, όχι μόνο στην Ελλάδα αλλά και στην Ευρώπη.
Εξάλλου είναι σημαντικό ότι η ενάγουσα μέσω του συνεργείου επισκευής, που με δική της δαπάνη άνοιξε και λειτουργούσε, δημιούργησε στενές και σταθερές σχέσεις με τους πελάτες της, οι οποίοι απευθύνονταν σ' αυτήν επανειλημμένως τόσο για την αγορά όσο και για την τεχνική παρακολούθηση, την επισκευή και την αντικατάσταση των αυτοκινήτων τους ή των ανταλλακτικών τους.
Μετά δε τη λύση των ένδικων συμβάσεων, οι πελάτες αυτοί, παρέμειναν στην εναγομένη και συγκεκριμένα στο νέο αποκλειστικό της αντιπρόσωπο, την εταιρεία "Μ. ΟΕ", στον οποίο και απευθύνονταν για τις εργασίες εγγύησης, την ετήσια τεχνική παρακολούθηση των αυτοκινήτων τους, για οποιαδήποτε τυχόν επισκευή τους και για αγορά ανταλλακτικών ή και αγορά νέων αυτοκινήτων και επομένως η εναγομένη διατήρησε ουσιαστικές ωφέλειες από το πελατολόγιο που της προμήθευσε η ενάγουσα, το οποίο δημιουργήθηκε από τη συνολική οργάνωση της τελευταίας, τις συνεχείς και άοκνες προσπάθειες αυτής και τις επενδύσεις που έκανε κατά τη διάρκεια της λειτουργίας των επίδικων συμβάσεων, προκειμένου να επιτευχθεί η διείσδυση και η καθιέρωση των προαναφερόμενων σημάτων της εναγομένης, όπως και πράγματι πέτυχε.
Ενόψει των ανωτέρω προέκυψε ότι α)μεταξύ των διαδίκων καταρτίσθηκε έγγραφη σύμβαση εμπορικής διανομής των αυτοκινήτων της εναγομένης για τη νήσο Χίο, β) ότι σε εκτέλεση της συνδέουσας τις διαδίκους συμβάσεως, όπως διαμορφώθηκε και λειτούργησε καθ' όλη τη διάρκεια της από την υπογραφή της συμβάσεως, η εναγομένη προμήθευε την ενάγουσα με τα ανωτέρω αυτοκίνητα, των οποίων ήταν αποκλειστική αντιπρόσωπος και εισαγωγέας, και τα οποία η ενάγουσα μεταπωλούσε σε τρίτους για δικό της λογαριασμό και με τιμές ανώτερες από αυτές της αγοράς τους, προκειμένου να αποκομίζει κέρδος, διατηρώντας κατάστημα προς τούτο στη Χίο με πελάτες σε όλη τη γεωγραφική περιοχή που είχε ορισθεί αποκλειστική διανομέας, των οποίων τις παραγγελίες για αγορά του παραπάνω τύπου αυτοκινήτων δεχόταν αυτή και είτε εξέδιδε απευθείας τιμολόγιο πωλήσεως είτε σε περίπτωση πώλησης με χρηματοδότηση εκδιδόταν το τιμολόγιο από την αδελφή της εναγομένης εταιρεία "Fiat Credit Hellas AE", και γ)ότι για την εκπλήρωση της διανομής και την προώθηση των προϊόντων της εναγομένης η ενάγουσα διατηρούσε με δικά της έξοδα την κατάλληλη οργάνωση και υλικοτεχνική υποδομή και προέβαινε με δική της πρωτοβουλία και με δικές της δαπάνες, σε διαφήμιση των προς πώληση αυτοκινήτων της εναγομένης, για την προσέλκυση μεγαλύτερης πελατείας.
Επομένως, έχουν εν προκειμένω εφαρμογή οι διατάξεις του άρθρου 8 παρ. 1, 2, 3, 4 και 8 και άρθρου 9 παρ. 1 του Π.Δ/τος 219/1991, καθόσον, η εν λόγω σύμβαση προσομοιάζει κατά τα ουσιώδη (κρίσιμα) σημεία αυτής με εκείνη της εμπορικής αντιπροσωπείας, εφόσον η ενάγουσα διανομέας είναι κατά τον ίδιο με τον εμπορικό αντιπρόσωπο τρόπο ενταγμένη στο σύστημα διαθέσεως των προϊόντων της παραγωγού - εναγομένης, συμβάλλει στην προώθηση των προϊόντων της και στην επέκταση της πελατείας, προστατεύει τη φήμη της και δεν προβαίνει σε ανταγωνιστικές ενέργειες και γενικά από τη φύση αυτής προκύπτει ομοιότητα καταστάσεων και οικονομικών συμφερόντων με εκείνα του εμπορικού αντιπροσώπου." Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι παρόλο που η δραστηριότητα της ενάγουσας οδήγησε σε θεαματική αύξηση των πωλήσεων των προϊόντων της εναγομένης, η τελευταία με την από 21/4/1998 έγγραφη καταγγελία της, που περιήλθε στην ενάγουσα στις 22/4/1998 κατήγγειλε τις μεταξύ τους συμβάσεις, χωρίς να τάξει προθεσμία, επικαλούμενη τον υπ' αριθμ. (6.2.9) συμβατικό όρο, που προέβλεπε τη δυνατότητα καταγγελίας για απάτη ή άλλη συμπεριφορά του Διανομέα αντίθετη προς την εμπορική δεοντολογία.
Με την ανωτέρω έγγραφη καταγγελία έληξαν εφεξής οι ανωτέρω συμβάσεις αποκλειστικής διανομής που είχαν καταρτισθεί με την ενάγουσα, παρεχομένου έτσι στην ενάγουσα του δικαιώματος να αξιώσει αποζημίωση πελατείας, εφόσον συντρέχουν σωρευτικά οι αναφερόμενες στη διάταξη του άρθρου 9 παρ. 1α προϋποθέσεις ήτοι α) εισφορά κατά τη διάρκεια της σύμβασης από τον διανομέα ή αντιπρόσωπο νέων πελατών ή η προαγωγή σημαντικά των υποθέσεων με τους υπάρχοντες πελάτες, β) ο εντολέας να διατηρεί ουσιαστικά οφέλη που προκύπτουν από τις υποθέσεις με τους πελάτες αυτούς και γ) η καταβολή της αποζημίωσης αυτής είναι δίκαιη, λαμβανομένων υπόψη όλων των περιστάσεων και ιδιαίτερα των προμηθειών που χάνει ο εμπορικός αντιπρόσωπος και οι οποίες προκύπτουν από τις υποθέσεις με τους πελάτες αυτούς.
Σημειωτέον ότι κατά το ίδιο ως άνω άρθρο 9 παρ. 1β το ποσό της αποζημίωσης αυτής δεν μπορεί να υπερβαίνει ποσό ισοδύναμο με το μέσο ετήσιο όρο των αμοιβών που εισέπραξε ο εμπορικός αντιπρόσωπος κατά τα πέντε τελευταία έτη, αν δε η σύμβαση διήρκεσε λιγότερο από πέντε έτη, η αποζημίωση υπολογίζεται με βάση το μέσο όρο της εν λόγω περιόδου.
Εν προκειμένω, όπως προεκτέθηκε η ενάγουσα, κατά το χρονικό διάστημα 1993 - 1997, που λειτούργησαν οι με την εναγομένη επίδικες συμβάσεις προήγαγε σημαντικά τις υποθέσεις αυτής με τους υπάρχοντες πελάτες της, ενώ παράλληλα αύξησε και τις πωλήσεις των αυτοκινήτων εκείνης στην περιοχή της Χίου, λόγω της ικανότητας, της καλής φήμης και των άριστων δημόσιων σχέσεων της εταιρείας της.
Μετά δε τη λύση των μεταξύ των διαδίκων συμβάσεων, η εναγομένη διατήρησε και εξασφάλισε ουσιαστικά οφέλη από τους νέους πελάτες που έφερε σ' αυτήν η ενάγουσα. Προσέτι αποδείχθηκε ότι κατά τη χρονική περίοδο 1993 μέχρι και 1997 που λειτούργησαν οι επίδικες συμβάσεις, η ενάγουσα εισέπραξε τα κατωτέρω μικτά έσοδα από τις πωλήσεις των αυτοκινήτων της εναγομένης και ειδικότερα από τον Ιούνιο 1992 έως 12°/1993 εισέπραξε ποσό 46.543.169 δρχ.
ήτοι 136.590,37 ευρώ, το έτος 1994 ποσό 10.094.462 δρχ. ήτοι 58.971,27 ευρώ, το έτος 1995 ποσό 28.000.268 δρχ. ήτοι 82.172,46 ευρώ, το έτος 1996 37.495.760 δρχ. ήτοι 110.038,91 ευρώ, το έτος 1997 35.501.028 δρχ. ήτοι 104.184,96 ευρώ και συνολικά 491.957,97 ευρώ. Το συνολικό αυτό ποσό διαιρούμενο με τον αριθμό της χρονικής διάρκειας της σύμβασης, ήτοι 5 έτη, δίδει το μέσο όρο των μικτών εσόδων (ΑΠ 734/2011, ο.π.) της ενάγουσας της τελευταίας πενταετίας, που ανέρχεται στο ποσό 98.391,59€ ευρώ, έναντι του οποίου η ενάγουσα ζητεί 98.391,01 € (33.526.736 δρχ.).
Το ποσό αυτό αποτελεί τη μέση δίκαιη, ως ανταποκρινόμενη στην πραγματικότητα, αποζημίωση την οποία θα έπρεπε να λάβει η ενάγουσα από την εναγόμενη μετά την δια της ανωτέρω καταγγελίας λύση των μεταξύ τους συβάσεων, ως αποζημίωση πελατείας, κατ' άρθρο 9 παρ.1 του Π.Δ/τος 219/1991, μετά την παραδοχή ότι εφαρμόζονται και εν προκειμένω, οι διατάξεις 8 και 9 του εν λόγω Π.Δ/τος και δεδομένου ότι ο επικαλούμενος από την εναγόμενη λόγος καταγγελίας των επίδικων συμβάσεων δεν αποδείχθηκε ουσία βάσιμος, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα κατωτέρω".
Έτσι που έκρινε το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε, με πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 8 και 9 Π.Δ.219/1991, αναφορικά με τα ουσιώδη για την έκβαση της δίκης ζητήματα αφενός της αναλογικής εφαρμογής των περί εμπορικής αντιπροσωπείας διατάξεων και ιδίως αυτών του αρθρ.8 παρ.3 και 9 παρ.2 Π.Δ.219/1991 επί της μεταξύ των διαδίκων καταρτισθείσας ένδικης σύμβασης αποκλειστικής διανομής και αφετέρου της επιδίκασης της προβλεπομένης από την ως άνω διάταξη του άρθρ.9 παρ.2 ΠΔ 219/91 αποζημίωσης πελατείας δεχθείσα ως προς μεν το πρώτο ζήτημα τη συνδρομή της απαραίτητης για την εν λόγω αναλογική εφαρμογή προϋπόθεσης, της λειτουργίας, δηλαδή, της αναιρεσίβλητης διανομέως στο πλαίσιο της ένδικης σύμβασης ως τμήμα της εμπορικής οργάνωσης της προμηθεύτριας αναιρεσείουσας με την υποστηρίζουσα την παραδοχή αυτή ορθή και πλήρη αιτιολογία της αποδειχθείσας συνδρομής χαρακτηριστικών τέτοιας λειτουργίας, υπό την έννοια της ταύτισης, κατά τα ουσιώδη σημεία, της διαμεσολαβητικής δραστηριότητας της αναιρεσίβλητης μ'αυτήν του εμπορικού αντιπροσώπου, αφού κατά τις σχετικές παραδοχές της προσβαλλομένης "η ενάγουσα διανομέας είναι κατά τον ίδιο με τον εμπορικό αντιπρόσωπο τρόπο ενταγμένη στο σύστημα διαθέσεως των προϊόντων της παραγωγού - εναγομένης, συμβάλλει στην προώθηση των προϊόντων της και στην επέκταση της πελατείας, προστατεύει τη φήμη της και δεν προβαίνει σε ανταγωνιστικές ενέργειες και γενικά από τη φύση αυτής προκύπτει ομοιότητα καταστάσεων και οικονομικών συμφερόντων με εκείνα του εμπορικού αντιπροσώπου", η συνδρομή των οποίων (χαρακτηριστικών) αποτελεί την απαραίτητη προϋπόθεση, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στη σχετική μείζονα σκέψη, της επικαλούμενης από την αναιρεσίβλητη αναλογικής εφαρμογής, ως προς δε το δεύτερο ζήτημα (δεχθείσα) τη συνδρομή των αναγκαίων για την εν λόγω επιδίκαση προϋποθέσεων με την υποστηρίζουσα την παραδοχή αυτή ορθή και πλήρη αιτιολογία της αποδειχθείσας αφενός εισφοράς από την αναιρεσίβλητη νέων πελατών και της προώθησης σε σημαντικό βαθμό των υποθέσεων των παλαιών (πελατών) και αφετέρου της διατήρησης από την αναιρεσείουσα των από τη συνεργασία της με την αναιρεσίβλητη ωφελημάτων οι οποίες (προϋποθέσεις) δικαιολογούν την με βάση τη διάταξη του άρθρου 9 του Π.Δ.219/91 και όχι αυτού του 298 Α.Κ.
επιδίκαση αποζημίωσης (πελατείας) στην οποία (επιδίκαση) και προέβη, καθορίζοντας αυτή στο ανώτατο προβλεπόμενο όριο του μέσου ετησίου όρου των εισπραχθεισών κατά τα πέντε τελευταία έτη της σύμβασης αμοιβών με την παράλληλη αιτιολόγηση ότι η καταβολή αυτής είναι δίκαιη, κρίση η οποία αναγομένη σε εκτίμηση πραγμάτων, διαφεύγει του αναιρετικού ελέγχου (ΑΠ 176/2010), απορριπτόμενης, συνακολούθως, της περαιτέρω δια των παραπάνω λόγων προβαλλομένης, από το άρθρ. 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ αιτίασης περί ευθείας άλλως εκ πλαγίου παράβασης της διάταξης αυτής (9 παρ.1 Π.Δ.219/91) αναφορικά με το ύψος της επιδικασθείσας αποζημίωσης ως απαράδεκτης (ΑΠ 246/14, ΑΠ 1449/14).
Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 20 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι, ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας υποπίπτει σε σφάλμα αναγνώσεως και αποδίδει σε αποδεικτικό, κατά το άρθρο 339 κα. 432 ΚΠολΔ, έγγραφο, διαφορετικό περιεχόμενο από εκείνο που πραγματικά αυτό έχε. κα. ακολούθως καταλήγει σε επιζήμιο αποδεικτικό πόρισμα, για πράγματα που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Όχι όμως και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου το οποίο ανέγνωσε σωστά, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό, αφού στην περίπτωση αυτή πρόκειται για αιτίαση αναφερομένη στην αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων (Ολ. ΑΠ 2/2008, 1/1999, ΑΠ 1401/10, ΑΠ 25/11, ΑΠ 437/05). Για να θεμελιωθεί ο παραπάνω λόγος αναίρεσης, πρέπει το Δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε όταν το έχει απλώς συνεκτιμήσει μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη αποδεικτικού γεγονότος. (ΑΠ 128/13, ΑΠ 1654/05, ΑΠ 1208/08).
Περαιτέρω ο εκ του άρθρου 559 αρ.8 Κ.Πολ.Δ., λόγος αναιρέσεως, ιδρύεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη, πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκουμένου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (Ολομ. ΑΠ 9/1997, ΑΠ 625/2008, ΑΠ 328/2008). Δεν αποτελούν "πράγματα" και άρα δεν ιδρύεται ο ως άνω λόγος αναιρέσεως αν δεν ληφθούν υπόψη οι ισχυρισμοί που αποτελούν απλή ή αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, καθώς και οι ισχυρισμοί που συνιστούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 701/2008, ΑΠ 625/2008, ΑΠ 558/2008). Δεν ιδρύεται επίσης ο λόγος αυτός της αναιρέσεως, αν το δικαστήριο που δίκασε, έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ 37/2008, ΑΠ 2102/2007, ΑΠ 2068/2007). Έστω και αν η απόρριψη δεν είναι ρητή αλλά συνάγεται από το περιεχόμενο της απόφασης (Ολ.ΑΠ 11/96, ΑΠ 1434/10, ΑΠ 148/2009).
Με τον πρώτο κατά το πρώτο σκέλος του, λόγο της αναίρεσης προβάλλεται από την αναιρεσείουσα η από το άρθρο 559 αρ.20 ΚΠολΔ αιτίαση με την επίκληση ότι, η προσβαλλομένη απόφαση παραμόρφωσε το περιεχόμενο των προσκομισθεισών απ'αυτήν τριών ενδίκων (από 24.12.96) συμβάσεων διανομής αναφορικά αφενός με το χαρακτήρα αυτών και αφετέρου με το ύψος της οφειλομένης σε περίπτωση καταγγελίας αποζημίωσης καθόσον παρά την ορθή ανάγνωση τους, κατέληξε σε επιζήμιο γι'αυτήν (αναιρεσείουσα) αποδεικτικό πόρισμα "παραλείποντας να εκτιμήσει τους συναρτωμένους με τους όρους των εν λόγω συμβάσεων ισχυρισμούς" με τους οποίους αποδεικνυόταν τόσο ο χαρακτήρας των ενδίκων συμβάσεων ως τέτοιων επιλεκτικής διανομής και όχι αποκλειστικής όπως εσφαλμένως δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, όσο και η υποχρέωση καταβολής της συμβατικά καθορισμένης και όχι της από το άρθρο 9 Π.Δ.219/91 προβλεπόμενης αποζημίωσης, όπως επίσης εσφαλμένως δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση.
Ο λόγος αυτός κρίνεται απορριπτέος, καθόσον, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης, το αποδεικτικό πόρισμα αυτής διαμορφώθηκε όχι αποκλειστικώς ή κυρίως με βάση τις παραπάνω συμβάσεις αλλά ύστερα από συνεκτίμηση αυτών με τα λοιπά προσκομισθέντα αποδεικτικά μέσα αποκλειομένης κατά τον τρόπο αυτό της ευδοκίμησης της προβαλλόμενης αιτιάσεως, η δε παρά την ορθή ανάγνωση, συναγωγή από το φερόμενο ως παραμορφωθέν έγγραφο αποδεικτικού πορίσματος διαφορετικού από εκείνον που η αναιρεσείουσα θεωρεί ορθό δεν μπορεί να θεμελιώσει τον προβαλλόμενο αναιρετικό λόγο καθόσον με την επίκλησή του πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων.
Η περαιτέρω από το άρθρο 559 αρ.8 ΚΠολΔ προβαλλομένη από την αναιρεσείουσα με το δεύτερο σκέλος του παραπάνω πρώτου λόγου αιτίαση με την επίκληση ότι, η προσβαλλομένη απόφαση παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη τους απ'αυτήν νομίμως προταθέντες ισχυρισμούς προς απόδειξη αφενός του χαρακτήρα της ένδικης σύμβασης ως τέτοιας επιλεκτικής και όχι αποκλειστικής διανομής και αφετέρου του ύψους της, σε περίπτωση καταγγελίας αυτής, οφειλομένης αποζημίωσης, κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος αφού από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης προκύπτει ότι η τελευταία έλαβε υπόψη και τους ισχυρισμούς αυτούς τους οποίους όμως απέρριψε εκ του πράγματος με τις υποστηρίζουσες τις αντίθετες με τις προβαλλόμενες από την αναιρεσείουσα, παραδοχές ότι "μεταξύ των διαδίκων καταρτίστηκε έγγραφη σύμβαση εμπορικής διανομής επί της οποίας έχουν εφαρμογή οι διατάξεις του Π.Δ.219/91 καθόσον η εν λόγω σύμβαση προσομοιάζε κατά τα ουσιώδη (κρίσιμα) σημεία με εκείνη της εμπορικής αντιπροσωπείας....της ενάγουσας (αναιρεσίβλητης) δικαιουμένης της από το αρθ.9 Π.Δ.219/91 προβλεπομένης αποζημίωσης πελατείας. (ΑΠ 403/2009, ΑΠ 1434/10).Η ανεπάρκεια των πραγματικών περιστατικών που εκτίθενται στην αγωγή, σε σχέση με αυτά που απαιτούνται από το νόμο για τη θεμελίωσή της, χαρακτηρίζεται ως νομική αοριστία και ελέγχεται με τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 1 του αρθρ. 559 ΚΠολΔ ως παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εφόσον το δικαστήριο της ουσίας έκρινε τελικά ως ορισμένη την αγωγή, αρκούμενο σε λιγότερα ή διαφορετικά στοιχεία από αυτά που απαιτεί ο νόμος.
Με τον ίδιο λόγο ελέγχεται και το σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας να κρίνει ως αόριστη την αγωγή, αξιώνοντας για τη θεμελίωσή της περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωσή του επίδικου δικαιώματος. Πρόκειται και πάλι για παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ως προς τη διαπίστωση νομικής δήθεν αοριστίας της αγωγής (ΟλΑΠ 18/1998 ΑΠ 1967/2006).
Επομένως νομική είναι η αοριστία που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου. Αντίθετα η έλλειψη εξειδίκευσης των πραγματικών περιστατικών που θεμελιώνουν κατ' αρχήν το ασκούμενο με την αγωγή ουσιαστικό δικαίωμα και αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του αντίστοιχου κανόνα ουσιαστικού δικαίου χαρακτηρίζεται ως ποσοτική αοριστία της αγωγής, ενώ η επίκληση απλώς των στοιχείων του νόμου χωρίς αναφορά πραγματικών περιστατικών χαρακτηρίζεται ως ποιοτική αοριστία της αγωγής και ελέγχονται και οι δύο αναιρετικά με τους λόγους από τους αριθμούς 8 ή 14 του αρθρ. 559 ΚΠολΔ. (Ολ.ΑΠ 1573/81, ΑΠ 697/12, ΑΠ 935/14).
Με τον τρίτο λόγο της αναίρεσης προβάλλεται από την αναιρεσείουσα η κατ'ορθή εκτίμηση των προς θεμελίωσή των εκτιθεμένων, από τον αριθμό 14 και όχι 1 ή 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αιτίαση με την επίκληση ότι, η προσβαλλομένη απόφαση, παρά το νόμο, δέχθηκε το ορισμένο του δικογράφου της κατ'αυτής αγωγής των αναιρεσίβλητων και κατά το αναφερόμενο στην επιδίκαση αποζημίωση πελατείας αίτημα αυτής, παραλείποντας να κηρύξει το απαράδεκτο αυτού λόγω αοριστίας απορρέουσας από την έλλειψη εξειδίκευσης των από τη διάταξη του άρθρου 9 Π.Δ.219/91 απαιτουμένων για την πληρότητα του σχετικού αιτήματος πραγματικών περιστατικών.
Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή επισκόπηση του δικογράφου της αγωγής και της συμπροσβαλλόμενης 3121/11 μη οριστικής απόφασης του Εφετείου Αθηνών προκύπτει ότι, οι αναιρεσίβλητοι με την ένδικη αγωγή τους ισχυρίστηκαν τα παρακάτω αναφορικά με την αιτηθείσα μ'αυτήν αποζημίωση πελατείας: "Το άρθρο 9 παρ.1 α του Π.Δ. 219/1991 ορίζει ότι "ο εμπορικός αντιπρόσωπος δικαιούται μετά τη λύση της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας αποζημίωση εάν και εφόσον κατά τη διάρκεια αυτής έφερε νέους πελάτες ή προήγαγε σημαντικά τις υποθέσεις με τους υπάρχοντες πελάτες και ο εντολέας διατηρεί ουσιαστικά οφέλη που προκύπτουν από τις υποθέσεις με τους πελάτες αυτούς και η καταβολή της αποζημίωσης αυτής είναι δίκαιη, λαμβανομένων υπόψη όλων των περιστάσεων και ιδιαίτερα των προμηθειών που χάνει ο εμπορικός αντιπρόσωπος και οι οποίες προκύπτουν από τις υποθέσεις με τους πελάτες αυτούς".
Σύμφωνα εξάλλου με το άρθρο 9 § 1 β' του π.δ. 219/1991 "το ποσό της αποζημίωσης αυτής δεν μπορεί να υπερβαίνει ποσό ισοδύναμο με το μέσο ετήσιο όρο των αμοιβών που εισέπραξε ο εμπορικός αντιπρόσωπος κατά τα τελευταία πέντε έτη ...".
Κατά τη διάρκεια της συνεργασίας της με την εναγομένη η πρώτη από εμάς επέτυχε την προσέλκυση μεγάλου αριθμού πελατών (περίπου 2.000). Η θέση της εναγομένης στην αγορά της Χίου έως το 1992 καταδεικνύει ότι η προσέλκυση των πελατών δεν οφείλεται στη δύναμη της μάρκας FIAT ή ALFA RΟΜΕΟ, κάθως, αν συνέβαινε αυτό, η θέση της στην τοπική αγορά θα ήταν υψηλότερη ήδη πριν από την έναρξη της συνεργασίας μας.
Το γεγονός ότι η ραγδαία βελτιωτική πορεία της συμπίπτει με την εκ μέρους της πρώτης από εμάς ανάληψη της "αντιπροσωπείας" στη Χίο αποδεικνύει ότι η σημερινή θέση της εναγομένης οφείλεται αποκλειστικά στο γεγονός αυτό. Τόσο η αρχική προσέγγιση των πελατών από την εταιρεία μας όσο και η διαρκής, στενή και άψογη επαφή που διατηρήσαμε μαζί τους μετά την πώληση, συνιστάμενη στην κάλυψη τους με ανταλλακτικά, την παροχή υπηρεσιών επισκευής (service), την ενημέρωσή τους για τα νέα αυτοκίνητα της εναγομένης οδήγησε στη δημιουργία μιας σταθερής πελατειακής σχέσης, η οποία πλέον παραμένει επ' ωφελεία της εναγομένης και του όποιου αντικαταστάτη μας.
Τούτο συμβαίνει διότι η όλη οργάvωση και δραστηριότητά μας καθ' όλο τον χρόνο της συνεργασίας μας με την εναγομένη κατέτεινε στην καθιέρωση των σημάτων FIAT και ALFA ROMEO στη συνείδηση των καταναλωτών γι' αυτό και κάθε επαφή μας με τους πελάτες γινόταν με τη χρήση των σημάτων και διακριτικών γνωρισμάτων της εναγομένης.
Με τον τρόπο αυτό η εντύπωση που εδημιουργείτο στους πελάτες μας ήταν ότι συναλλάσσονταν με την εναγομένη. Όλα τα παραπάνω οδηγούν με ασφάλεια στο συμπέρασμα ότι οι πελάτες που προσελκύσαμε θα παραμείνουν στην εναγομένη. Δεδομένου ότι τα έσοδα μας κατά τα τελευταία πέντε έτη ήσαν: Πίνακας 13 έτος έσοδα βάσει ισολογισμού 1993 46.543.170 1994 20.094.462 1995 28.000.269 1996 37.495.760 1997 35.501.028 είναι εύλογο και δίκαιο να υποχρεωθεί η εναγομένη να καταβάλει στην πρώτη από εμάς αποζημίωση πελατείας ύψους δρχ. 33.526.737, σύμφωνα με τις προβλέψεις του άρθρου 9 § 1 β' του π.δ. 219/1991".
Με το περιεχόμενο αυτό η αγωγή διαλαμβάνει όλα τα από τις διατάξεις των άρθρων 216 ΚΠολΔ και 9 ΠΔ 219/91 απαιτούμενα για την πληρότητα της στοιχεία και ειδικότερα την επίκληση α)εισφοράς νέων πελατών και σημαντικής προαγωγής των υποθέσεων της αναιρεσείουσας από την αναιρεσίβλητη διανομέα β)διατήρησης ουσιαστικών ωφελειών για την αναιρεσείουσα εντολέα από τις εν λόγω υποθέσεις και γ)χαρακτηρισμού ως δίκαιης της αιτουμένης να καταβληθεί αποζημίωσης πελατείας χωρίς να απαιτείται περαιτέρω επίκληση ούτε της έλλειψης σπουδαίου λόγου της γενομένης από την αναιρεσείουσα καταγγελίας αφού, και ανεξάρτητα της διαλαμβανομένης στο αγωγικό δικόγραφο αναφοράς στον "αναίτιο, προδήλως κακόπιστο και αντίθετο σε κάθε έννοια συναλλακτικών ηθών" χαρακτήρα της γενομένης καταγγελίας, η εν λόγω επίκληση απαιτείται μόνο για τη θεμελίωση της από το αρθρ.9 παρ.2 Π.Δ.219/91 απορρέουσας καταλυτικής της αιτουμένης αποζημίωσης πελατείας, ένστασης του εναγομένου εντολέα ούτε της έλλειψης ρήτρας απαγόρευσης ανταγωνισμού στη καταρτισθείσα σύμβαση, αφού η τελευταία λαμβάνεται υπόψη, μεταξύ άλλων κριτηρίων, για τον καθορισμό του ύψους της αιτούμενης αποζημίωσης εφόσον όμως έχει συμφωνηθεί ευχερώς εντεύθεν συναγομένου ότι η αναφορά αυτής στο αγωγικό δικόγραφο είναι αναγκαία μόνο στην περίπτωση αυτή, ως συντελούσα στην αύξηση της δίκαιης αποζημίωσης και όχι στην αντίθετη περίπτωση, όπως στην προκειμένη υπόθεση (ΑΠ 1129/2011), με αποτέλεσμα να κρίνεται απορριπτέα ως αβάσιμη η προβαλλομένη με τον παραπάνω λόγο αιτίαση.
Με τους πέμπτο, έκτο κατά το πρώτο σκέλος τους, και τρίτο καθ'όλα τα σκέλη του λόγους της αναίρεσης προβάλλονται από την αναιρεσείουσα οι από το άρθρο 559 αρ.1 και 19 ΚΠολΔ αιτιάσεις με την επίκληση ότι η προσβαλλομένη απόφαση, κατ'εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της, ουσιαστικού δικαίου διάταξης του άρθρου 9 παρ.3α Π.Δ.219/91 απέρριψε κάνοντας δεκτό το σχετικό λόγο έφεσης της αναιρεσίβλητης την προς απόκρουση του περί επιδικάσεως αποζημίωσης πελατείας αγωγικού αιτήματος προβληθείσα και επί της ως άνω διατάξεως θεμελιωθείσα, ένσταση αυτής (αναιρεσείουσας) περί συνδρομής σπουδαίου λόγου της γενομένης καταγγελίας, αποκλείοντας την αιτουμένη επιδίκαση, δεχθείσα με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες τη μη συνδρομή του επικληθέντος προς θεμελίωση της παραπάνω καταγγελίας σπουδαίου λόγου συνισταμένου "στην επιδειχθείσα αντισυμβατική και αντιδεοντολογική συμπεριφορά της διανομέως αναιρεσίβλητης" παρόλο που τα ως αποδειχθέντα γενομένα δεκτά πραγματικά περιστατικά επέβαλαν την παραδοχή της ως ουσιαστικά βάσιμης.
Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης προκύπτει ότι αυτή, μετ'εκτίμηση των προσκομισθεισών από τους διαδίκους αποδείξεων, δέχθηκε, αναφορικά με το κρίσιμο για την έκβαση ως άνω ζήτημα, τα παρακάτω: "Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι αρχικά στην επιδόθεισα στην ενάγουσα καταγγελία αναφερόταν μόνο η παραβίαση του υπ' αριθμ. (6.2.9) όρου, χωρίς να εξειδικεύεται σε τι συνίστατο η αντιδεοντολογική συμπεριφορά της ενάγουσας, αλλά ούτε και μετά την καταγγελία η εναγομένη προέβη σε οποιαδήποτε αιτιολόγηση προς την ενάγουσα της γενομένης καταγγελίας, παρόλο που όπως επικαλείται ο λόγος της καταγγελίας, ήτοι η κατωτέρω εκτιθέμενη υπόθεση Δ.
Τ. υφίστατο από το έτος 1997. Και μόνο μετά την άσκηση της ένδικης αγωγής, η εναγόμενη, με τις προτάσεις της, ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, το Νοέμβριο του 2000, προς αιτιολόγηση της άτακτης καταγγελίας της και προκειμένου να απαλλαγεί από τις δυσμενείς σε βάρος της συνέπειες επικαλέσθηκε ότι 45 αυτοκίνητα, που αγοράστηκαν από τη\ εταιρεία ενοικίασης αυτοκινήτων "Δ.Μ.
Τ. ΟΕ", που ήταν πελάτης της ενάγουσας, δεν χρησιμοποιήθηκαν για ενοικίαση αλλά μεταπωλήθηκαν προς τρίτους καταναλωτές, παρόλο που είχαν παρακράτηση κυριότητας υπέρ της "αδελφής" της εναγομένης εταιρείας "FIAT CREDIT", η οποία επιλαμβανόταν των πωλήσεων προς τους καταναλωτές με πίστωση του τιμήματος και παρακράτηση κυριότητας, ενώ η εναγομένη πωλούσε μόνο στο δίκτυο των διανομέων της και όχι στους τελικούς καταναλωτές και ότι αυτό ήταν σε γνώση της ενάγουσας, η οποία είχε παράνομες συναλλαγές με την ως άνω ομόρρυθμη εταιρεία και ότι έτσι από τις ενέργειες της ανωτέρω ομόρρυθμης εταιρείας με τη σύμπραξη της ενάγουσας, η εναγομένη ζημιώθηκε κατά το ποσό 135.000.000 δρχ. (396.184,95 €), που αντιστοιχεί στην αξία των παράνομα πωληθέντων αυτοκινήτων τα οποία η εναγομένη δεν επανέκτησε και απώλεσε.
Καταρχήν είναι παράδοξο η εναγομένη να μην αναφέρει οτιδήποτε για τα ανωτέρω στην έγγραφη καταγγελία της, αλλά ούτε και προφορικά ζήτησε ποτέ εξηγήσεις από την ενάγουσα, όπως ήταν εύλογο να πράξει εάν υφίστατο το ανωτέρω ζήτημα. Είναι δε προφανές ότι εάν υφίστατο τούτο η εναγόμενη θα είχε προβεί άμεσα στην καταγγελία μόλις έλαβε γνώση των ανωτέρω γεγονότων, ήτοι τον Ιούνιο του 1997, και δεν θα κατήγγειλε τη σύμβαση μετά από έναν ολόκληρο χρόνο (22/4/1998).
Πρέπει επίσης να σημειωθεί ότι ούτε η εναγομένη ούτε η εταιρεία "Fiat Credit" στράφηκαν δικαστικά, ούτε ποινικά ούτε αστικά, εναντίον της ενάγουσας αλλά ούτε και εναντίον του Δ. Τ.. όπως είναι προφανές ότι θα έπρατταν εάν είχαν υποστεί, από υπαιτιότητα των ανωτέρω, την ως άνω μεγάλου ύψους επικαλούμενη ζημία.
Απεναντίας, η ενάγουσα ήταν αυτή που στράφηκε κατά του Δ. Τ., διότι έλαβε από αυτόν συναλλαγματικές και μεταχρονολογημένες επιταγές προς εξασφάλιση των προκαταβολών 20% του τιμήματος που αυτή (ενάγουσα), έδινε στην Fiat Credit προς χρηματοδότηση του Δ. Τ.. Το γεγονός δε αυτό, ήτοι ότι οι εν λόγω προκαταβολές δίνονταν από την ενάγουσα και όχι από τον Δ.
Τ., ήταν γνωστό στην εναγομένη και ουδέποτε παραπλανήθηκε αυτή περί της φερεγγυότητας της εν λόγω ομόρρυθμης εταιρείας, λόγω των προκαταβολών που καταβάλλονταν. Αντιθέτως, η ενάγουσα ήταν αυτή που ζημιώθηκε από την κατά τα άνω χρηματοδότηση του Δ. Τ. διότι τα αξιόγραφα (συν/κες και επιταγές) που αυτός της παρέδωσε ουδέποτε πληρώθηκαν.
Σημειωτέον ότι η ενάγουσα ήταν αυτή που στράφηκε σε βάρος του Δ. Τ. καταμηνύοντας αυτόν, για συκοφαντική δυσφήμηση, ψευδή καταμήνυση, ψευδορκία και έκδοση ακάλυπτων επιταγών επί των οποίων εκδόθηκαν σε βάρος του οι σχετικές καταδικαστικές αποφάσεις, κατά τα κατωτέρω αναλυτικώς εκτιθέμενα. Αντιθέτως, επί μηνύσεων του Δ.
Τ. σε βάρος του Π. Κ. εκδόθηκαν αθωωτικές αποφάσεις, όπως κατωτέρω εκτίθεται. Εξάλλου, ο μεγάλος αριθμός αυτοκινήτων που αγόραζε η ανωτέρω ομόρρυθμη εταιρεία, δεν κρίνεται επαρκές στοιχείο για να υποψιαστεί η ενάγουσα ότι η εταιρεία αυτή αγόραζε τα αυτοκίνητα όχι προς ενοικίαση αλλά προς πώληση, δεδομένου ότι οι εταιρείες ενοικίασης αυτοκινήτων, σε νησιά με μεγάλο τουρισμό όπως η Χίος, επιδιώκουν να έχουν στο στόλο τους 20-50 αυτοκίνητα, αριθμός που είναι εύλογος.
Επίσης, αποδείχθηκε ότι για τις εν λόγω αγορές, ενόψει του ότι επρόκειτο περί μαζικής αγοράς, η εταιρεία "Δ.Μ. Τ." διαπραγματεύτηκε απευθείας με την εναγομένη και την "αδελφή" της εταιρεία "Fiat Credit", με τις οποίες προέβη στους σχετικούς διακανονισμούς, ενώ η ενάγουσα κλήθηκε, εν γνώσει της εναγομένης, να αποφασίσει εάν θα χρηματοδοτήσει την προκαταβολή 20% του τιμήματος.
Η πρακτική δε της χρηματοδότησης των προκαταβολών των επιχειρήσεων ενοικίασης αυτοκινήτων από τους αντιπροσώπους είναι συνήθης, δεδομένου ότι οι εν λόγω εταιρείες δε διαθέτουν αποταμιευμένα κεφάλαια για αγορές αλλά αποπληρώνουν το τίμημα από την εποχική εκμετάλλευση του αυτοκινήτου. Στα πλαίσια αυτά, και αφού η εναγομένη και η "Fiat Credit" είχαν συμφωνήσει με την ανωτέρω ομόρρυθμη εταιρεία, την πώληση των ανωτέρω αυτοκινήτων, η ενάγουσα κλήθηκε να χρηματοδοτήσει την προκαταβολή, πράγμα που δέχθηκε, δεδομένου ότι δικαιούτο προμήθεια από τις πωλήσεις αυτές και σε ουδεμία παραπλανητική συμπεριφορά, όσον αφορά τη φερεγγυότητα της ομόρρυθμης εταιρείας προέβη, όπως αβασίμως επικαλείται η εναγομένη, η οποία τελούσε σε γνώση τόσο της οικονομικής κατάστασης της ομόρρυθμης εταιρείας "Δ.
Τ." όσο και στη γενόμενη από την ενάγουσα χρηματοδότηση των αγορών. Απεναντίας, αποδείχθηκε ότι ο πραγματικός λόγος που η εναγομένη προέβη στην επίμαχη καταγγελία ήταν η αναδιάρθρωση, το έτος 1998, του δικτύου της, καθόσον αποφάσισε αντί να διατηρεί σε κάθε νομό έναν διανομέα να διατηρεί μεγάλους διανομείς στα μεγάλα αστικά κέντρα, όπως την "ΕΜΙΚΟ ΑΕ" στην Αθήνα και Θεσσαλονίκη, και στις μικρότερες αγορές, όπως στα νησιά, να ορίσει διανομείς εντασσόμενους σε υποδίκτυα των μεγάλων διανομέων, όπως υποδιανομέας ήταν εν προκειμένω, στη Χίο, μετά τη λύση των ένδικων συμβάσεων με την ενάγουσα, η εταιρεία "Μ.
ΟΕ", που εντάχθηκε στο δίκτυο της "ΕΜΙΚΟ ΑΕ", ενώ αντιθέτως η πρόταση αυτή αποκρούσθηκε από την ενάγουσα, ως οικονομικά ασύμφορη. Είναι δε προφανές ότι εάν η ενάγουσα είχε επιδείξει την περιγραφόμενη από την εναγομένη αντισυμβατική συμπεριφορά, δεν θα της είχε ζητήσει να ενταχθεί στο δίκτυο της "ΕΜΙΚΟ ΑΕ".
Σημειωτέον ότι η εναγομένη, είχε δρομολογήσει τις σχετικές διαδικασίες για την καθιέρωση υποδικτύου στη Χίο, πριν την καταγγελία της σύμβασης με την ενάγουσα, όπως τούτο εμφαίνεται από το ότι σχεδόν αμέσως μετά την ένδικη καταγγελία η εναγομένη ανέθεσε την αντιπροσώπευση της στην "Μ. ΟΕ", συνεργαζόμενης της τελευταίας με την μεγάλη Διανομέα της εναγομένης "ΕΜΙΚΟ ΑΕ" και η ανωτέρω αντιπροσωπεία άρχισε να λειτουργεί πολύ σύντομα και δη εντός μόλις 5 μηνών από την ένδικη καταγγελία.
Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι τον Ιούνιο του 1997 ο Δ. Τ., νόμιμος εκπρόσωπος της εδρεύουσας στη Χίο ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "Δ.Μ. Τ. Ο.Ε" και αντικείμενο την ενοικίαση αυτοκινήτων απέστειλε στην εναγομένη επιστολή στην οποία ανέφερε ότι η ενάγουσα προέβαινε σε παράνομες συναλλαγές με την ανωτέρω εταιρεία του, τη χρέωνε με τοκογλυφικούς τόκους, ότι η εταιρεία του είχε αγοράσει το ίδιο αυτοκίνητο δύο φορές, μία από την ενάγουσα και μία από την εταιρεία "Fiat Credit", ότι με υπόδειξη του νομίμου εκπροσώπου της ενάγουσας το 20% του τιμήματος που προκατέβαλε η εταιρεία του για την αγορά αυτοκινήτων από την ενάγουσα το δανειζόταν με αθέμιτους τόκους από την ενάγουσα και στη συνέχεια παρόλο που το υπόλοιπο του τιμήματος είχε πιστωθεί και υπήρχε παρακράτηση κυριότητας υπέρ της "Flat Credit", αυτός αντί να τα εκμισθώνει τα πωλούσε με παραποίηση των αδειών κυκλοφορίας, ώστε να εισπράττει το τίμημα η ενάγουσα ενώ η εταιρεία του να το οφείλει στην Fiat Credit.
H εναγομένη στις αρχές Ιουλίου 1997 προέβη σε έρευνα στο Υπουργείο Συγκοινωνιών και στη ΔΟΥ Χίου για να εξακριβώσει το αληθές ή μη της ανωτέρω καταγγελίας. Διατείνεται δε ότι οι αρμόδιοι υπάλληλοι της διαπίστωσαν ότι η εταιρεία "Δ.Μ Τ. Ο.Ε" αγόραζε αυτοκίνητα από την ενάγουσα μέσω χρηματοδότησης από την "FIAT CREDIT", πλην όμως η προκαταβολή του 20% του τιμήματος προς την "FIAT CREDIT", γινόταν από την ανωτέρω ομόρρυθμη εταιρεία με χρήματα της ενάγουσας και η ομόρρυθμη προέβαινε σε διακανονισμούς με την ενάγουσα για τα οφειλόμενα εκδίδοντας επιταγές και συναλλαγματικές.
Το γεγονός αυτό είναι, όπως προεκτέθηκε, αληθές και δεν το αμφισβητεί η ενάγουσα αλλά απεναντίας το συνομολογεί. Όπως όμως αποδείχθηκε, η πρακτική αυτή ήταν σε γνώση της "Fiat Credit" αλλά και της εναγομένης και οι τελευταίες δε συνέχισαν τις συναλλαγές τους με την ανωτέρω ομόρρυθμη εταιρεία επειδή παραπλανήθηκαν για τη φερεγγυότητα της, λόγω της καταβολής των προκαταβολών του τιμήματος, όπως αβασίμως ισχυρίζεται η εναγομένη.
Εξάλλου, η κατά τα άνω χρηματοδότηση του Δ. Τ. από την ενάγουσα, στην τελευταία προκάλεσε ζημία, διότι δεν πληρώθηκαν οι προς αυτήν επιταγές και συν/κές που η ομόρρυθμη εταιρεία εξέδωσε για την εξόφληση των οφειλομένων από την κατά τα άνω χρηματοδότηση της, ενώ απεναντίας η "Fiat Credit", με τον ανωτέρω τρόπο εισέπραξε τη σχετική προκαταβολή για τα αυτοκίνητα που παρέδωσε στον Δ.
Τ.. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο Δ. Τ., παρόλο που αγόραζε τα ανωτέρω αυτοκίνητα προς ενοικίαση σε τρίτους και για τα οποία είχε δοθεί προκαταβολή 20% με πίστωση του υπολοίπου τιμήματος και παρακράτηση κυριότητας υπέρ της "Fiat Credit", πάρα ταύτα προέβαινε σε παραποίηση των αδειών κυκλοφορίας τους και στη συνέχεια τα μεταβίβαζε σε τρίτους και συγκεκριμένα μεταβίβασε 45 αυτοκίνητα, τα οποία η εναγομένη ουδέποτε επανέκτησε.
Στις ενέργειες όμως αυτές του Δ. Τ. δεν είχε οποιαδήποτε ανάμιξη η ενάγουσα ούτε γίνονταν εν γνώσει της όπως αναληθώς κατήγγειλε ο Δ. Τ., με την επίμαχη επιστολή του προς την εναγομένη και επιδιώκει η εναγομένη να στηρίξει το λόγο καταγγελίας των επίδικων συμβάσεων. Η ενάγουσα διατηρούσε ανεξάρτητη επιχείρηση από τον Δ.
Τ. και ούτε υποχρέωση να τον ελέγχει είχε, ούτε άλλωστε είχε τη δυνατότητα να πράττει τούτο. Μόνη η γειτνίαση των επιχειρήσεων τους, δεν αποτελεί στοιχείο δηλωτικό της άμεσης γνώσης της ενάγουσας περί των παράνομων μεταβιβάσεων των αυτοκινήτων από τον Δ. Τ., ούτε η ενάγουσα είχε την δυνατότητα να ελέγχει καθημερινά τον αριθμό των αυτοκινήτων που βρίσκονταν στην επιχείρηση Δ.
Τ. αλλά και ούτε θα έπρεπε οπωσδήποτε να συμπεράνει ότι τυχόν απουσία των αυτοκινήτων από το κατάστημα της ομόρρυθμης εταιρείας του Δ. Τ. οφείλεται στο ότι τα αυτοκίνητα αυτά έχουν πωληθεί, αφού είναι εύλογο να θεωρεί ότι αυτά έχουν μισθωθεί όπως ήταν και ο προορισμός τους. Άλλωστε η ενάγουσα δεν θα είχε κανένα όφελος από την παράνομη εκ μέρους του Δ.
Τ. πώληση των αυτοκινήτων, ώστε να επιδιώκει τούτο και να παρέχει τη συνδρομή της γι' αυτό. Απεναντίας μάλιστα, αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα είχε ήδη από τον Απρίλιο του 1997 ενημερώσει την εναγομένη και την εταιρεία "Fiat Credit" ότι ο Δ. Τ. είχε πάψει να καταβάλει τα οφειλόμενα προς αυτήν (ενάγουσα) και είχε έτσι γνωστοποιήσει την αφερεγγυότητα του τελευταίου.
Σε σχετικό δε σημείωμα του Π.Κ. προς τον έφορο της ΔΟΥ, που βρήκαν οι υπάλληλοι της εναγομένης και το επιβεβαιώνει και ο μάρτυρας αυτής Δ. Ψ., αναγράφονταν οι οφειλές του Δ.Τ. προς την "Fiat Credit" και ότι δεν έπρεπε να μεταβιβαστούν άλλα αυτοκίνητα. Το σημείωμα αυτό καταδεικνύει ότι η ενάγουσα ενεργούσε για τη διαφύλαξη των συμφερόντων της εναγομένης και της "Fiat Credit" και όχι προς βλάβη τους, όπως εσφαλμένα εκτίμησε το σημείωμα τούτο το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, συνάγοντας απ' αυτό εμπλοκή και ανοχή της ενάγουσας στις παράνομες από τον Δ.
Τ. μεταβιβάσεις οχημάτων. Περαιτέρω πρέπει να σημειωθεί ότι η αβασιμότητα της καταγγελίας του Δ. Τ. έχει κριθεί με πληθώρα δικαστικών αποφάσεων, πολιτικών και ποινικών δικαστηρίων. Ειδικότερα με τις υπ'αριθμ.. 782/99 και 466/02 αμετάκλητες αποφάσεις του Τριμελούς Πλημ/κείου Χίου, ο Π. Κ., αθωώθηκε των κατηγοριών της τοκογλυφίας κατ' επάγγελμα και της απάτης ιδιαίτερα μεγάλης ζημίας, συνισταμένης στην πώληση προς τον Δ.
Τ. αυτοκινήτων με απόκρυψη ότι υπήρχε παρακράτηση κυριότητας υπέρ της "Fiat Credit". Αντιθέτως, κατόπιν μηνύσεων του Π. Κ., ο Δ. Τ. καταδικάσθηκε, με την υπ' αριθμ. 1413/2002 απόφαση του Τριμελούς Πλημ/κείου Χίου, σε ποινή φυλάκισης 2 ετών, για συκοφαντική δυσφήμηση, σχετικά με το περιεχόμενο της ένδικης επιστολής που απέστειλε στην εναγομένη.
Επίσης με την υπ' αριθμ. 1414/02 απόφαση του ίδιου ως άνω δικαστηρίου καταδικάσθηκε σε συνολική ποινή φυλάκισης 36 μηνών για ψευδή καταμήνυση, ψευδορκία μάρτυρα και συκοφαντική δυσφήμηση, σχετικά με τα καταγγελλόμενα από αυτόν σε βάρος του ενάγοντα για τοκογλυφία κατ' επάγγελμα, ενώ με την υπ' αριθμ. 1415/2002 απόφαση του ίδιου ως άνω δικαστηρίου καταδικάσθηκε σε ποινή φυλάκισης ενός έτους για ψευδορκία μάρτυρα, δεχθέν το δικαστήριο ότι κατέθεσε ψευδώς ότι με υπόδειξη της ενάγουσας έστειλε δύο οχήματα σε αγοραστές και ότι η ενάγουσα εισέπραξε το τίμημα, ενώ το αληθές ήταν ότι ο κατ/νος παράνομα εισέπραξε το τίμημα από την πώληση δύο οχημάτων για τα οποία υπήρχε παρακράτηση κυριότητας υπέρ της Fiat Credit και ουδέποτε η ενάγουσα του υπέδειξε να τα αποστείλει σε αγοραστές ούτε καταβλήθηκε ποτέ σ' αυτήν το τίμημα.
Περαιτέρω επί της ανοιγείσας, μεταξύ της ενάγουσας και του Δ. Τ. αντιδικίας στα πολιτικά δικαστήρια, εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 312/1998 απόφαση του Μον/λούς Πρωτοδικείου Χίου με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή της ομόρρυθμης εταιρείας περί του ότι η ενάγουσα δεν της παρέδωσε όπως όφειλε (2) ΙΧΕ αυτοκίνητα τα οποία είχε η Fiat, ενώ με τις υπ' αριθμ. 96/97, 97/97, 98/97, 104/97, 106/97 αποφάσεις του Μον/λούς Πρωτοδικείου Χίου απορρίφθηκαν οι ανακοπές της ομόρρυθμης εταιρείας Δ.
Τ. κατά των διαταγών πληρωμής που είχε εκδώσει σε βάρος της η ενάγουσα". Έτσι που έκρινε το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφαση ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε την ουσιαστικού δικαίου, ως άνω διάταξη του άρθρου 9 παρ.3α Π.Δ.219/91 αναφορικά με το ουσιώδες για την έκβαση της δίκης ζήτημα της ανυπαρξίας σπουδαίου λόγου της γενομένης καταγγελίας δεχθείσα με πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες την αβασιμότητα της επικληθείσας προς θεμελίωση της (καταγγελίας) αιτίας (λόγω) με την υποστηρίζουσα την παραδοχή αυτή [ορθή και πλήρη] αιτιολογία ότι ο πραγματικός λόγος αυτής δεν ήταν η επικληθείσα και μη αποδεχθείσα αντισυμβατική και αντιδεοντολογική συμπεριφορά της αναιρεσίβλητης διανομέως στην υπόθεση της μεταβίβασης απ'αυτήν προς την εταιρεία ενοικίασης αυτοκινήτων "Δ.Μ.Τ." 45 αυτοκινήτων, τα οποία η τελευταία μεταπώλησε παρανόμως παραποιώντας της άδειες κυκλοφορίας σε τρίτους στην οποία όμως (υπόθεση) "η αναιρεσίβλητη διανομέας δεν είχε οποιαδήποτε ανάμειξη ούτε γενόταν εν γνώσει της" αλλά η δικαιολογημένη άρνησή της αναιρεσίβλητης διανομέως να εξακολουθήσει την συνεργασία της με την αναιρεσείουσα στο πλαίσιο του κατ'έτος 1998 αναδιαρθρωθέντος δικτύου διανομής, το οποίο προέβλεπε την μετατροπή της από διανομέα σε υποδιανομέα υπαγόμενη στους εδρεύοντες στα μεγάλα αστικά κέντρα διανομείς.
Η περαιτέρω δια του δευτέρου σκέλους των παραπάνω 5ου και 6ου λόγων προβαλλόμενη από το άρθρο 559 αρ.8 ΚΠολΔ αιτίαση με την επίκληση ότι παρά το νόμο η προσβαλλομένη απόφαση δεν έλαβε υπόψη τα προς θεμελίωση της προβληθείσας από το αρθ.9 παρ.3 Π.Δ.219/91 ένστασης συνδρομής σπουδαίου λόγου προταθέντα από την ίδια πραγματικά περιστατικά που αναφέρονται στην επιδειχθείσα στην υπόθεση της μεταβίβασης προς την εταιρεία "Δ.Μ.Τ." 45 αυτοκινήτων αντιδεοντολογική και αντισυμβατική συμπεριφορά της αναιρεσίβλητης διανομέως κρίνεται απορριπτέα ως αβάσιμη αφού από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης και ιδίως των αμέσως παραπάνω αναφερθεισών παραδοχών αυτής προκύπτει ότι η τελευταία έλαβε υπόψη της και τα εν λόγω πραγματικά περιστατικά (ισχυρισμούς) τα οποία απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμα (Ολ.
ΑΠ 25/2003, ΑΠ 1413/2010, ΑΠ 291/2010). Από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.10 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, ο απ' αυτήν προβλεπόμενος αναιρετικός λόγος ιδρύεται όταν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δέχθηκε ως αληθινά πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης χωρίς απόδειξη, δηλαδή αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση χωρίς να έχει προσκομισθεί οποιαδήποτε απόδειξη γι'αυτά ή όταν δεν προσδιορίζονται τα αποδεικτικά μέσα με βάση τα οποία διαμορφώθηκε το αποδεικτικό πόρισμα (ΑΠ 242/2014, ΑΠ 273/11, ΑΠ 701/2008) χωρίς να είναι απαραίτητο να αξιολογείται το καθένα χωριστά (ΑΠ 2031/2007, ΑΠ 499/2007).
Κατ' ακολουθίαν αυτών οι δεύτερος και τέταρτος κατά το δεύτερο σκέλος τους λόγοι της αναίρεσης με τους οποίους προβάλλεται από την αναιρεσείουσα η από το αρθ.559 αρ.10 ΚΠολΔ αιτίαση με την επίκληση ότι η προσβαλλομένη απόφαση για τη διατύπωση του αποδεικτικού της πορίσματος δέχθηκε, παρά το νόμο ως αληθείς τους προβληθέντες από την αναιρεσίβλητη, ισχυρισμούς της προς θεμελίωση του αγωγικού της δικαιώματος για την επιδίκαση αναζήτησης πελατείας λόγω λύσεως με καταγγελία, χωρίς σπουδαίο λόγο, της μεταξύ αυτής και της τελευταίας λειτουργήσασας σύμβασης αποκλειστικής διανομής χωρίς να προσκομιστεί σχετική περί αυτών απόδειξη, κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος αφού, από την παραδεκτή (αρθ.561 παρ.2 ΚΠολΔ) επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι, το αποδεικτικό πόρισμα αυτής διαμορφώθηκε με βάση τις προσκομισθείσες από τους διαδίκους αποδείξεις και ειδικότερα.
Από τις καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων, οι οποίοι εξετάστηκαν ενόρκως στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου. και περιέχονται στα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά δημοσίας συνεδρίασης του δικαστηρίου, τις περιεχόμενες στην υπ' αριθμ. 362/03 Εισηγητική έκθεση ένορκες μαρτυρικές καταθέσεις, εκτιμώμενων ανάλογα με το λόγο γνώσης και το βαθμό αξιοπιστίας κάθε μάρτυρα, ξεχωριστά και σε συνδυασμό μεταξύ τους, τις υπ' αριθμ. .../3-4-13, και .../3-4-13 ένορκες βεβαιώσεις, ενώπιον της Συμβ/φου Χίου Παρασκευής Βενετού - Κουρτέση και .../3.4.2013 ενώπιον της Συμβολαιογράφου Αθηνών Ευαγγελίας Λιάκου ληφθείσες με επιμέλεια της ενάγουσας - εκκαλούσας, κατόπιν νομότυπης κλήτευσης της εναγομένης (σχετ. 2812Δ/29.3.13 έκθεση επίδοσης), την υπ' αριθμ. .../3-4-2013 ένορκη ενώπιον Συμβ/φου βεβαίωση, ληφθείσα με επιμέλεια της εφεσίβλητης, κατόπιν νομότυπης κλήτευσης των εκκαλούντων (σχετ. 6160/28.3.13 έκθεση επίδοσης της δικ.
επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Αθηνών Ε. Κ.), οι οποίες παραδεκτά προσκομίζονται το πρώτον, ενώπιον του δικαστηρίου τούτου, (αρθρ. 529 ΚΠολΔ), απ' όλα χωρίς εξαίρεση τα έγγραφα, τα οποία επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, σε μερικά εκ των οποίων γίνεται ειδικότερη μνεία χωρίς να έχει παραλειφθεί κανένα για την διάγνωση της διαφοράς....".
Ο από το άρθρο 559 αρ.8 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται και όταν το εφετείο, ενεργώντας καθ' υπέρβαση των ορίων του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της εφέσεως του εναγομένου ερευνά κεφάλαια της υπόθεσης που δεν είχαν προσβληθεί με την έφεση και επομένως δεν είχαν μεταβιβαστεί ενώπιον του στερούμενο συνακολούθως της εξουσίας προς εξέταση τους (ΑΠ 1635/08).
Με τον έβδομο, κατά το πρώτο σκέλος του, λόγο της αναίρεσης προβάλλεται από την αναιρεσείουσα η κατ' ορθή εκτίμηση των προς θεμελίωση του εκτιθεμένου από το άρθρο 559 αρ.8 και όχι 9 του ΚΠολΔ αιτίαση με την επίκληση ότι, η προσβαλλομένη απόφαση παρά το νόμο προέβη στην έρευνα των αναφερομένων στη ζημία της αναιρεσίβλητης από την καθυστερημένη επιστροφή των εγγυητικών επιστολών και την απώλεια των αναλογουσών στις ματαιωθείσες πωλήσεις 29 αυτ/των αγωγικών κονδυλίων ύψους 901,55 και 9913,42€ αντίστοιχα, παρόλο που το σχετικό κεφάλαιο της εκκαλουμένης με την έφεση της αναιρεσίβλητης υπ'αριθμ.6748/06 απόφασης του Πολ/λους Πρωτ.Αθηνών, η οποία είχε απορρίψει τα κονδύλια αυτά, δεν είχε μεταβιβαστεί με σχετικό λόγο (της έφεσης της) ενώπιον του εκδούντος την προσβαλλομένη απόφαση Εφετείου.
Ο λόγος αυτός κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος ουσιαστικά αφού από την παραδεκτή επισκόπηση του δικογράφου της έφεσης της ήδη αναιρεσίβλητης προκύπτει η προσβολή της εκκληθείσας μ' αυτήν ως άνω πρωτοδίκης απόφασης και κατά το εν λόγω κεφάλαιο όπως σαφώς συνάγεται από τις διαλαμβανόμενες σ' αυτό (εφετήριο δικόγραφο) αιτιάσεις κατά τις οποίες "ζητούμε την εξαφάνιση της υπ'αριθμ.6746/2008 οριστικής απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου 1.....2, για τις (απορριφθείσες) αξιώσεις αποζημίωσης της πρώτης εκκαλούσας (ήδη αναιρεσίβλητης) ανερχομένες στο αιτηθέν με το αγωγικό δικόγραφο ποσό των 521.736,34 ευρώ" στο οποίο και κατά τη σχετική ομολογία της αναιρεσείουσας (βλ.44α σελίδα αναιρετηρίου) συμπεριλαμβάνονται και τα παραπάνω φερόμενα ως μη προσβληθέντα κονδύλια των 904,55 και 913,42 ευρώ, χωρίς από την εμπεριεχομένη στο εφετήριο δικόγραφο ιδιαίτερη αναφορά της εκκαλούσας (αναιρεσίβλητης) "στην εσφαλμένη απόρριψη του κονδυλίου που αναφέρεται στην αποζημίωση πελατείας" και την δια των προτάσεων της μετ' απόδειξη, ενώπιον του Εφετείου, συζήτησης της ένδικης υπόθεσης διατυπωθείσα αίτηση "αποδοχής της αγωγής ως προς το κονδύλιο για καταβολή αποζημίωσης πελατείας" να μπορεί να συναχθεί, όπως εσφαλμένως υπολαμβάνει η αναιρεσείουσα μη προσβολή της πρωτόδικης ως άνω απορριπτικής απόφασης και ως τα ως άνω δύο επίδικα κονδύλια των 901,55 και 9913,42€.
Με τον ίδιο ως άνω λόγο, κατά το δεύτερο σκέλος του, προβάλλεται από την αναιρεσείουσα η από το άρθρο 559 αρ.19 ΚΠολΔ αιτίαση με την επίκληση ότι η προσβαλλομένη απόφαση έκανε ουσιαστικά δεκτή την κατ' αυτής αγωγή της αναιρεσίβλητης και ως προς τα αναφερόμενα παραπάνω κονδύλια των 901,55 και 9913,42 € δεχθείσα με ανεπαρκείς αιτιολογίες το βάσιμο των σχετικών αγωγικών αξιώσεων χωρίς να αιτιολογεί πως κατέληξε στην κρίση της αυτή. Ο λόγος αυτός κρίνεται απορριπτέος ως ενδεής της αναφοράς των αναφερομένων στην απόρριψη των εν λόγω κονδυλίων παραδοχών της προσβαλλομένης αντί των οποίων η αναιρεσείουσα παραθέτει στο αναιρετήριο δικόγραφο τις αντίστοιχες ιστορικές βάσεις της αγωγής εκλαμβάνοντας αυτές ως παραδοχές τις προσβαλλομένης απόφασης, ως αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος (Ολ.ΑΠ 32/96, ΑΠ 1850/07 ΑΠ 739/11 ΑΠ 1206/08).
Κατ' ακολουθίαν όλων των ως άνω αναφερθέντων και ενόψει της μη προβολής άλλου (αναιρετικού) λόγου προ έρευνα, πρέπει ν' απορριφθεί στο σύνολό της η ένδικη αίτηση αναίρεσης (και πρόσθετοι λόγοι) να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (αρ.495 παρ.4 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ)
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 8-1-2014 και με αριθμ.καταθ.43/14 αίτηση και τους από 3.9.14 και με αριθμ.καταθ.90/14 προσθέτους λόγους αναίρεσης της 3647/2013 τελεσίδικης απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων από δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Οκτωβρίου 2014.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 3 Νοεμβρίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ