1999/2013 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Σεπτεμβρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17/7/2008 ανακοπή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2168/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3269/2010 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 29-3-2012 αίτησή της.
Legislator headnote
AI generated1999/2013 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Με την από 17-7-2007 ανακοπή η ανακόπτουσα και ήδη αναιρεσείουσα εξέθεσε ότι στις 4-7-2008 της κοινοποιήθηκε η με αριθ. .../3-7-2008 έκθεση περί αναγκαστικής κατάσχεσης ακίνητης περιουσίας της δικαστικής επιμελήτριας Αθηνών .., με την επισυναπτόμενη σε αυτήν από 3-7-2008 πράξη καθορισμού χρεών διωκόμενων οφειλετών του Δήμου Αθηναίων.
Full text
Απόφαση 1999 / 2013 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1999/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Νικόλαο Λεοντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασιλική Θάνου-Χριστοφίλου, Δημητρούλα Υφαντή, Ιωάννα Πετροπούλου και Χαράλαμπο Καλαματιανό, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Σεπτεμβρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Φ. Ψ. του Δ., κατοίκου ... η οποία εκπροσωπήθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου της Κωνσταντίνο Πήττα και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Δήμου Αθηνάιων, νόμιμα εκπροσωπούμενου από τον Δήμαρχο, εδρεύοντος στην Αθήνα, ο οποίος εκπροσωπήθηκε δια της πληρεξουσίας δικηγόρου του Ευαγγελίας Μανίκα, βάσει δηλώσεως κατ' άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17/7/2008 ανακοπή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2168/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3269/2010 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 29-3-2012 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Χαράλαμπος Καλαματιανός, ανέγνωσε την από 11-9-2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του τρίτου λόγου αναίρεσης και την απόρριψη των λοιπών λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη 389/2012 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η υπ' αριθ. 3269/2010 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, κατάληξη της ακόλουθης δικαστικής διαδρομής, όπως αυτή προκύπτει από την επιτρεπτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων.
Με την από 17-7-2007 ανακοπή η ανακόπτουσα και ήδη αναιρεσείουσα εξέθεσε ότι στις 4-7-2008 της κοινοποιήθηκε η με αριθ. .../3-7-2008 έκθεση περί αναγκαστικής κατάσχεσης ακίνητης περιουσίας της δικαστικής επιμελήτριας Αθηνών .., με την επισυναπτόμενη σε αυτήν από 3-7-2008 πράξη καθορισμού χρεών διωκόμενων οφειλετών του Δήμου Αθηναίων.
Ότι οι διωκόμενες οφειλές αφορούν σε οφειλές της Μ. συζ. Μ. Δ., προερχόμενες από μισθώματα δυο καταστημάτων στο επί της οδού ... ακίνητα ιδιοκτησίας του καθού η ανακοπή, ετών 2001 και 2002. Ότι πράγματι με τα από 11-9-2000 και 11-10-2000 συμφωνητικά μισθώσεως ο καθού η ανακοπή (ήδη αναιρεσίβλητος) εκμίσθωσε στην Μ. Δ. δύο καταστήματα ως επαγγελματική στέγη (ψησταριά - ταβέρνα).
Ότι από υπαιτιότητα του καθού, η έκδοση λειτουργίας αυτών, ως ενιαίο κατάστημα, καθυστέρησε μέχρι 19-9-2001, οπότε και κατέστη δυνατή η λειτουργία του. Ότι για το λόγο αυτό η μισθώτρια δεν κατέβαλε μισθώματα για το χρονικό διάστημα από 15-12-2000 έως 25-5-2001 και από 9-5-2001 έως 19-9-2001. Ότι μετά ταύτα η άνω μισθώτρια δήλωσε ότι παραιτείται από τις ως άνω μισθώσεις και παρέδωσε τα κλειδιά στις 31-12-2001, υποβάλλοντας ταυτόχρονα στην αρμόδια ΔΟΥ Ψυχικού Αττικής δήλωση διακοπής δραστηριότητας.
Ότι στις μισθώσεις αυτές η ανακόπτουσα είχε συμβληθεί ως εγγυήτρια υπέρ της μισθώτριας. Ζήτησε δε η ανακόπτουσα την ακύρωση της προσβαλλόμενης έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης, εκτός των λοιπών λόγων ανακοπής, περί των οποίων θα γίνει λόγος στη συνέχεια, και διότι αφορά σε οφειλές από μισθώματα τα οποία δεν οφείλονται, αφού υπήρχε αδυναμία χρήσης του μισθίου, λόγω αδυναμίας χορήγησης της απαιτούμενης άδειας δημόσιας αρχής.
Επί της εν λόγω ανακοπής εκδόθηκε η υπ' αρ. 2168/2009 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία ακυρώθηκε η .../3-7-2008 έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης, με την παραδοχή ότι η μισθώτρια άσκησε νομίμως δικαίωμα για μη καταβολή μισθωμάτων για τα προαναφερθέντα χρονικά διαστήματα, κατά τα οποία υπήρχε αδυναμία αυτής να προβεί στη συμφωνηθείσα χρήση των μισθίων, μετά τη συνένωση αυτών, ως ταβέρνας- ψησταριάς, λόγω πραγματικού ελαττώματος, ήτοι καθυστέρησης εκδόσεως αδείας για αλλαγή χρήσης τμήματος του όλου καταστήματος, ως προς την άρση του οποίου κατέστη υπερήμερος ο Δήμος.
Την πρωτοβάθμια αυτή απόφαση προσέβαλε ο αναιρεσίβλητος Δήμος με την υπ' αρ. εκθ. καταθέσεως 11380/2009 έφεση του, ισχυριζόμενος ότι δεν υπήρχε συμφωνημένη χρήση των μισθίων ως ψησταριάς-ταβέρνας, ούτε καν γνώση του για την πρόθεση της μισθώτριας να προβεί στην εν λόγω χρήση, και συνεπώς, δεν υπήρχε πραγματικό ελάττωμα αυτών.
Επί της εν λόγω εφέσεως εκδόθηκε η υπ' αρ.3269/2010 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία δέχθηκε κατ' ουσίαν την έφεση, εξαφάνισε την πρωτόδικη, στη συνέχεια δε κρατώντας την ανακοπή ερεύνησε και τους λοιπούς λόγους αυτής, α) περί ακυρότητας της βεβαίωσης απαίτησης του Δήμου, διότι δεν αφορούσε σε απαίτηση από άσκηση δημόσιας εξουσίας, β) περί ακυρότητας της εκτελεστικής διαδικασίας, διότι δεν κοινοποιήθηκε στην ανακόπτουσα ατομική ειδοποίηση και γ) περί του ότι η ένδικη απαίτηση έχει υποκύψει σε πενταετή παραγραφή, στην οποία, κατά τους ισχυρισμούς της ανακόπτουσας, υπόκειται, τους οποίους (λόγους) και απέρριψε, όπως και την ανακοπή στο σύνολο της.
Κατά της τελευταίας αυτής απόφασης εναντιώνεται η ηττηθείσα εφεσίβλητη -ανακόπτουσα με την ένδικη αίτηση αναίρεσης, της οποίας οι λόγοι ερευνώνται ακολούθως.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ., λόγος αναιρέσεως για ευθεία παραβίαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοσθεί , ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν προσέδωσε εσφαλμένα το δικαστήριο στον εφαρμοσθέντα κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθή (Ολ.Α.Π. 36/1988, Α.Π. 1299/2009).
Περαιτέρω, κατά την παρ. 1 του άρθρου 94 του Συντάγματος, η εκδίκαση των διοικητικών διαφορών ουσίας ανήκει στα υφιστάμενα τακτικό διοικητικά δικαστήρια. Από τις διαφορές αυτές όσες δεν έχουν ακόμη υπαχθεί στα δικαστήρια αυτά πρέπει να υπαχθούν υποχρεωτικά στη δικαιοδοσία τους μέσα σε πέντε έτη από την ισχύ του Συντάγματος, η προθεσμία δε αυτή μπορεί να παρατείνεται με νόμο.
Περαιτέρω, σύμφωνα με την § 3 του ίδιου άρθρου, στα πολιτικά δικαστήρια υπάγονται όλες οι ιδιωτικές διαφορές, καθώς και οι υποθέσεις εκούσιας δικαιοδοσίας που τους ανατίθενται με νόμο. Κατ' εφαρμογή της ανωτέρω διάταξης του άρθρου 94 § 1 του Συντάγματος, υπήχθησαν στη δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων με το άρθρο 1 § 1 του Ν. 1406/1983 όλες οι διοικητικές διαφορές ουσίας που δεν είχαν μέχρι τότε υπαχθεί σ' αυτήν, μεταξύ δε των διαφορών αυτών, οι οποίες μνημονεύονται ενδεικτικά στην § 2 του εν λόγω άρθρου 1, περιλαμβάνονται (και αναφέρονται ειδικό υπό στοιχείο ια') και οι αναφυόμενες κατά την εφαρμογή της νομοθεσίας που αφορά την είσπραξη των δημοσίων εσόδων (ΝΔ 356/1954).
Όλες όμως οι διαφορές που ανακύπτουν κατά την είσπραξη των δημοσίων εσόδων δεν αποτελούν διοικητικές διαφορές ουσίας, διότι είναι δυνατόν να προέρχονται από έννομη σχέση ιδιωτικού δικαίου μεταξύ του Δημοσίου ή των λοιπών προσώπων στα οποία εφαρμόζεται ο ΚΕΔΕ, στα οποία περιλαμβάνονται και οι Ο.Τ.Α. (άρθρο 2 παρ. 1 εδ.
δ1 ΚΕΔΕ και άρθρο 167 ν. 3463/2006- Κ.Δ.Κ.), και του οφειλέτη τους. Κριτήριο, προκειμένου μια τέτοια διαφορά να θεωρηθεί ως διοικητική ή ιδιωτική, αποτελεί η φύση της απαίτησης που αποδεικνύεται από τον τίτλο του άρθρου 2 § 2 του ΚΕΔΕ, ο οποίος αποτελεί το θεμέλιο της διοικητικής εκτέλεσης. Αν η απαίτηση αυτή είναι ιδιωτικού δικαίου, τότε και η διαφορά που ανακύπτει κατά την επιδίωξη της αναγκαστικής είσπραξης της είναι ιδιωτική και η φύση της δεν μεταβάλλεται από την παρεμβολή της διοικητικής βεβαιωτικής διαδικασίας από όργανα της διοίκησης και την είσπραξη της από το δημόσιο ταμείο (ΑΕΔ 8/1989, 5/1989, 28/2011, 18/1993, Ολ.Α.Π. 489/1982, Α.Π.410/1992).
Έτσι, στην περίπτωση που επισπεύδεται αναγκαστική εκτέλεση προς ικανοποίηση απαίτησης του Δημοσίου (ή Ο.Τ.Α.), όταν αυτή (απαίτηση) προέρχεται από έννομη σχέση ιδιωτικού δικαίου μεταξύ αυτού και του οφειλέτη του, τότε ο τίτλος του όρθρου 2 § 2 του ΚΕΔΕ, που αποτελεί το θεμέλιο της διοικητικής εκτέλεσης, αποδεικνύει ιδιωτική απαίτηση του Δημοσίου(ή Ο.Τ.Α.) και η διαφορά που δημιουργείται φέρει τα χαρακτηριστικό στοιχεία της ιδιωτικής διαφοράς, για την εκδίκαση της οποίας έχουν δικαιοδοσία και μετά την ισχύ του ν. 1406/1983 τα πολιτικά δικαστήρια.
Αυτό συμβαίνει όταν π,χ. η απαίτηση για την οποία επισπεύδεται αναγκαστική εκτέλεση στηρίζεται σε φερόμενη παραβίαση εκ μέρους του οφειλέτη συμβατικής υποχρέωσης του έναντι του Δήμου. Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, που δέχθηκε με συνοπτική αιτιολογία, ότι είναι νόμιμη η μονομερής βεβαίωση απαιτήσεων του αναιρεσίβλητου Δήμου, προερχομένων από έννομη σχέση ιδιωτικού δικαίου, εγγεγραμμένων ως εσόδων του προϋπολογισμού του (άρθρα 155,157 ΚΔΚ), και απέρριψε τον 2ο λόγο ανακοπής, με τον οποίο ο ανακόπτων υποστήριζε το αντίθετο, ότι δηλαδή δεν ήταν νόμιμη η βεβαίωση του Δήμου, διότι δεν αφορούσε σε απαίτηση από άσκηση δημόσιας εξουσίας, δεν παραβίασε τις προαναφερθείσες διατάξεις.
Επομένως, δεν υπέπεσε στην προβλεπομένη από το άρθρο 559 αρ. 1 πλημμέλεια, που αποδίδεται με τον 2ο λόγο αναίρεσης, ο οποίος πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος .
Κατά τις διατάξεις των παρ. 1 και 2 του άρθρου 73 του ΚΕΔΕ, " 1. Η προ της ενάρξεως της εκτελέσεως Ανακοπή του οφειλέτου ασκείται : α) κατά της εκδοθείσης ατομικής ειδοποιήσεως, β) κατά του εκδοθέντος και μη εκτελεσθέντος εντάλματος προσωπικής κρατήσεως και γ) κατά του νομίμου τίτλου, εκδικάζεται δε υπό των καθ' ύλην αρμοδίων δικαστηρίων κατά τας διατάξεις των άρθρων 583-585 του Κωδικός Πολιτικής Δικονομίας.
Δια ταύτης επιτρέπεται η προβολή πάσης αντιρρήσεως ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου ως και η αμφισβήτησις του κατ' ουσίαν βάσιμου της απαιτήσεως του Δημοσίου εφ' όσον ο προσδιορισμός ταύτης δεν έχει ανατεθή εις δικαστήρια ή εις διοικητικάς επιτροπάς αποφαινομένας μετά δυνάμεως δεδικασμένου. 2. Η κατά της αρξαμένης εκτελέσεως Ανακοπή του οφειλέτου ασκείται ενώπιον πάντοτε του Μονομελούς Πρωτοδικείου του τόπου της εκτελέσεως και δια τους κάτωθι περιοριοτικώς αναφερομένους λόγους :
α)...β)...ζ) Εάν κατά την εκτέλεσιν εχώρησαν παραλείψεις ή ακυρότητες, τηρουμένων των εν άρθρω 75 του παρόντος Ν. Διατάγματος οριζομένων.". Κατά δε το άρθρο 75 παρ.1 του ιδίου Κώδικα "Παράλειψις ή ακυρότης των πράξεων εκτελέσεως δύναται να προταθή υπό του οφειλέτου αν αύτη αποδεικνύεται εξ αυτών τούτων των πράξεων και αν κατά την κρίσιν του Δικαστηρίου επήλθεν εις αυτόν βλάβη, μη δυναμένη να επανορθωθή άλλως ή κηρυσσομένης της ακυρότητας.
Ο οφειλέτης δύναται προσέτι να ανακόψη τον πλειοτηριασμόν αν δεν εκοινοποιήθη εις αυτόν εγκύρως το πρόγραμμα πλειστηριασμού. Ο λόγος ούτος ανακοπής δύναται να προταθή και υπό των ενυπόθηκων δανειστών.". Περαιτέρω, το άρθρο 583 Κ.Πολ.Δ. ορίζει ότι αν κάποιος δεν έλαβε μέρος ή δεν προσκλήθηκε σε δικαστική ή εξώδικη πράξη που του προκαλεί βλάβη ή θέτει σε κίνδυνο τα έννομα συμφέροντα του, μπορεί να ασκήσει ανακοπή κατά της πράξης αυτής.
Ήτοι, προϋπόθεση άσκησης ανακοπής είναι η πρόκληση βλάβης από την πράξη στον ανακόπτοντα, διότι δημιουργεί γι' αυτόν δεσμευτικές συνέπειες ή διότι θέτει σε κίνδυνο έννομα προστατευόμενα συμφέροντα του (Α.Π. 1237/1977). Από το συνδυασμό των άρθρων 583-585 Κ.Πολ.Δ. συνάγεται ότι με την άσκηση της ανακοπής η υπόθεση δεν εκδικάζεται στο σύνολο της, αλλά στο μέτρο και στην έκταση των λόγων της, οι οποίοι, συνδυαζόμενοι και προς το αίτημα της, προσδιορίζουν την έκταση της εκκρεμοδικίας και οριοθετούν δεσμευτικά το αντικείμενο της δίκης επί της ανακοπής (Ολ.Α.Π. 10/1997, Α.Π.665/2006).
Το αίτημα δε της ανακοπής είναι διαπλαστικό και αποσκοπεί στην ακύρωση της βλαπτικής ή απειλητικής των συμφερόντων του ανακόπτοντος πράξης. Εξάλλου, από τον συνδυασμό των άρθρων 340, 345, 361, 374, 847, 851,853 και 866 του ΑΚ συνάγονται τα εξής: Με την παρεπόμενη και ετεροβαρή σύμβαση της εγγύησης ο εγγυητής αναλαμβάνει απέναντι στο δανειστή και αντισυμβαλλόμενο του την ευθύνη ότι η οφειλόμενη από τον πρωτοφειλέτη παροχή θα καταβληθεί σ' εκείνον από τον πρωτοφειλέτη ή από τον ίδιο.
Η κύρια παροχή μπορεί να είναι χρηματική ή και οποιουδήποτε άλλου είδους, καθώς επίσης και να αφορά μελλοντική απαίτηση ή απαίτηση υπό αίρεση αναβλητική ή διαλυτική, οπότε στην τελευταία αυτή περίπτωση η εγγύηση θα λειτουργήσει με την πλήρωση της αίρεσης.. Ο εγγυητής ευθύνεται για την έκταση που έχει κάθε φορά η κύρια οφειλή και ιδίως για τις συνέπειες του πταίσματος ή της υπερημερίας του πρωτοφειλέτη.
Η απαίτηση του δανειστή κατά του εγγυητή, από τη μεταξύ τους σύμβαση εγγύησης, καθίσταται απαιτητή και ληξιπρόθεσμη, από της υπερημερίας του πρωτοφειλέτη, η οποία επέρχεται και με την παρέλευση της συμφωνηθείσας δήλης ημέρας για την εκπλήρωση της παροχής. Στις αμφοτεροβαρείς όμως συμβάσεις, όπως είναι και η μίσθωση πράγματος, οι εκατέρωθεν παροχή και αντιπαροχή, βρίσκονται μεταξύ τους σε σχέση λειτουργικής εξάρτησης, τόσο ως προς τη γένεση όσο και ως προς την εξέλιξη των περί παροχής και αντιπαροχής υποχρεώσεων των συμβαλλομένων μερών(Α.Π. 1855/2009), εκδήλωση δε της αρχής αυτής αποτελεί η διάταξη του άρθρου 576 Α.Κ., που παρέχει στον μισθωτή το δικαίωμα μείωσης ή μη καταβολής του μισθώματος, αν το μίσθιο στο χρόνο της παράδοσης του έχει ελάττωμα που εμποδίζει μερικά ή ολικά τη συμφωνηθείσα χρήση, ένσταση την οποία μπορεί να προβάλει και ο εναγόμενος εγγυητής.
Τέλος, το άρθρο 4 του ΚΕΔΕ ορίζει τα εξής:"1. Άμα τη βεβαιώσει ποσού τινός εις το Δημόσιον Ταμείον ως δημοσίου εσόδου ο Διευθυντής του Δημοσίου Ταμείου υποχρεούται επί πειθαρχική αυτού ευθύνη να αποστείλη προς τον οφειλέτην ατομικήν ειδοποίησιν, δυνάμενος και να κοινοποίηση ταύτην, περιέχουσαν τα στοιχεία του οφειλέτου, το είδος και το ποσόν του χρέους, το οικονομικόν έτος εις ο ανήκει τούτο, τον αριθμόν και την χρονολογίαν του τριπλοτύπου βεβαιώσεως και την χρονολογίαν πληρωμής του χρέους ή εκάστης δόσεως εις περίπτωσιν καταβολής εις δόσεις.
Η ειδοποίησις αύτη αποστέλλεται προς τον οφειλέτην διό της Ταχυδρομικής Υπηρεσίας ή δι' υπαλλήλων του Δημοσίου Ταμείου. Ατομική ειδοποίησις δύναται ν' αποτυπωθή άνευ αριθμού και ημερομηνίας τριπλοτύπου βεβαιώσεως επί των προς του φορολογουμένους υπό του Μηχανογραφικού Κέντρου του Υπουργείου Οικονομικών (ΜΗ.Κ.Υ.Ο) αποστελλομένων εκκαθαριστικών σημειωμάτων.
Η τοιαύτη ατομική ειδοποίησις - εκκαθαριστικόν σημείωμα φέρει δια μηχανικού μέσου την σφραγίδα της υπηρεσίας. Η αυτή διαδικασία ακολουθείται δια τας αποτυπουμένας υπό του ΜΗ.Κ.Υ.Ο. ατομικός ειδοποιήσεις των τελών κυκλοφορίας. Προκειμένου περί τελών κυκλοφορίας, εισπραττομένων δια μηχανογραφικού συστήματος, η ετησία εκκαθάρισις αυτών δύναται ν' αποτυπούται επί της πρόσθιας όψεως των προς τους φορολογουμένους αποστελλομένων αρχικών μηχανογραφικών τριπλοτύπων εισπράξεως τύπου Όμικρον (Ο) και Δέλτα (Δ), η δε ατομική ειδοποίησις αποτυπούται επί της οπίσθιας όψεως των τριπλοτύπων τούτων άνευ αριθμού και ημερομηνίας τριπλοτύπου βεβαιώσεως τιθεμένης δια μηχανικού μέσου της σφραγίδος της υπηρεσίας. 2.
Η κατά την προηγούμενην παράγραφαν κοινοποιουμένη ατομική ειδοποίησις δεν εξομοιούται προς την επιταγήν προς πληρωμήν. 3. Η παράλειψις αποστολής της κατά την παράγραφαν 1 του παρόντος άρθρου ειδοποιήσεως ουδεμίαν ασκεί επίδρασιν επί του κύρους των κατά του οφειλέτου λαμβανομένων αναγκαστικών μέτρων.".Όμως, η παράγραφος 3 του ανωτέρω άρθρου, με την οποία ορίζεται ότι η παράλειψη αποστολής της ατομικής ειδοποίησης δεν ασκεί καμία επίδραση στο κύρος των αναγκαστικών μέτρων, που λαμβάνονται κατά του οφειλέτη, δεν έχει εφαρμογή επί αναγκαστικής εκτελέσεως σε βάρος τρίτων, ευθυνόμενων αλληλεγγύως για χρέη άλλων προσώπων, όπως είναι και ο εγγυητής για την καταβολή μισθωμάτων από ιδιώτη μισθωτή προς τον εκμισθωτή Δήμο , οι οποίοι πληροφορούνται μόνο δια της ατομικής ειδοποιήσεως την ύπαρξη, το ύψος και την αιτία του χρέους τους και τους παρέχεται από τότε και μόνο η δυνατότητα είτε να αμυνθούν αποτελεσματικά, ασκώντας ανακοπή κατά της ατομικής ειδοποίησης, με την οποία θεωρείται συμπροσβαλλομένη και η πράξη βεβαίωσης, είτε να προβούν σε εξόφληση του χρέους.
Επομένως, αναγκαία προϋπόθεση για τη λήψη κατά των ανωτέρω προσώπων οποιουδήποτε μέτρου αναγκαστικής εκτέλεσης συνιστά η προηγούμενη έκδοση και νόμιμη κοινοποίηση προς αυτά ατομικής ειδοποίησης , που προβλέπεται στην παρ, 1 του άρθρου 4 ΚΕΔΕ, η παράλειψη της οποίας καθιστά άκυρη τη λήψη οποιουδήποτε μέτρου αναγκαστικής εκτέλεσης.
Τυχόν αντίθετη ερμηνεία περί εφαρμογής της παρ. 3 του άρθρου 4 του ΚΕΔΕ και επί αναγκαστικής εκτέλεσης σε βάρος των προσώπων αυτών, θα απέληγε είτε στην απώλεια σταδίου δικονομικής προστασίας τους, που δικαιούνται κατ' άρθρο 20 παρ. 1 του Συντάγματος, είτε στη λήψη μέτρων αναγκαστικής εκτέλεσης σε βάρος τους, χωρίς προηγουμένως να τους έχει δοθεί η δυνατότητα να εξοφλήσουν το χρέος τους (ΣτΕ 844/2012, 708/2008, 1639/2003).
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο απέρριψε τον πρώτο λόγο ανακοπής της αναιρεσείουσας, με τον οποίο αυτή ισχυρίσθηκε, ότι η έκθεση αναγκαστικής κατασχέσεως που της κοινοποιήθηκε είναι άκυρη, διότι ουδέποτε της κοινοποιήθηκε ή της γνωστοποιήθηκε η πράξη καταλογισμού σε βάρος της χρηματικού ποσού, για την είσπραξη του οποίου επιβλήθηκε η επίδικη αναγκαστική εκτέλεση , διαλαμβάνοντας στην απόφαση του το εξής σκεπτικό :
"Περαιτέρω, δεν ήταν αναγκαίο να κοινοποιηθεί στην ανακόπτουσα ατομική ειδοποίηση της απαίτησης για την είσπραξη της οποίας επιβλήθηκε η επίδικη αναγκαστική εκτέλεση, αφού αρκεί η διοικητική βεβαίωση που αποτελεί το προπαρασκευαστικό στάδιο της διοικητικής εκτέλεσης (αρ. 4 παρ. 3 ΝΔ 356/74) (Μπρίνιας οπ σελ. 91, 96), ενώ ατομικές ειδοποιήσεις (νόμιμος τίτλος) είχαν αποσταλεί στη μισθώτρια πρωτοφειλέτιδα (βλ.
σχετικές ειδοποιήσεις και απόπειρες εκτέλεσης που δείχνουν οι βεβαιώσεις, ότι κατά την έρευνα στα αρμόδια Υποθηκοφυλακεία δεν ανευρέθη ακίνητη αυτής περιουσία). Κατόπιν τούτου ο περί του αντιθέτου πρώτος λόγος της ανακοπής πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος" Όμως, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα στη νομική σκέψη, χωρίς κοινοποίηση ατομικής ειδοποίησης στην ανακόπτουσα -εγγυήτρια η διενεργηθείσα κατ' αυτής πράξη εκτελέσεως είναι άκυρη.
Με το να κρίνει έτσι το Εφετείο, παραβίασε ευθέως τις ανωτέρω διατάξεις με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή αυτών και υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ. Επομένως τα όσα ισχυρίζεται συναφώς η αναιρεσείουσα με τον τρίτο λόγο αναίρεσης κρίνονται βάσιμα. Η αναιρετική εμβέλεια του γενόμενου δεκτού λόγου αναίρεσης στο σύνολο της προσβαλλόμενης με την ένδικη αίτηση αναίρεσης αποφάσεως καθιστά αλυσιτελή την εξέταση των διατυπουμένων δΓ αυτής λοιπών λόγων αναίρεσης.
Συνακόλουθα αυτών πρέπει, κατά παραδοχή του τρίτου λόγου αναίρεσης, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη δι' αυτής απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς εκδίκασή της ενώπιον του αυτού Εφετείου Αθηνών, συντιθέμενου από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση (Κ.Πολ.Δ 580§3). Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί ο αναιρεσίβλητος Δήμος στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, που κατέθεσε προτάσεις, τα οποία ορίζει, μειωμένα, στο ποσό των 2000,00 ευρώ ( άρθρα 176, 183 Κ.Πολ.Δ., άρθρο 281 παρ 2 ν. 3463/2006
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αρ. 3269/2010 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση της στο αυτό Εφετείο Αθηνών, συντιθέμενο από άλλους δικαστές. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων (2.000,00) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Οκτωβρίου 2013
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 5 Νοεμβρίου 2013
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ