Legislator Case Law & Legislation
1999/2009 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on grounds of non-consideration of appeal arguments and false premise regarding will interpretation.

Case Number 1999/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal against the Court of Appeal's decision regarding the validity of a handwritten will. The appellants argued the lower court erred by failing to consider their appeal arguments and by accepting the will as forged without finding ambiguity in its writing. The court ruled that the Court of Appeal's finding of forgery was based solely on the document's defects, meaning no ambiguity existed to trigger the statutory requirement for interpreting the testator's true intent.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(8) and 559(19) of the Code of Civil Procedure; The appeal is inadmissible if the lower court's decision lacks a legal basis due to failure to consider essential arguments, or if the court rejects a will as forged without finding ambiguity necessitating an interpretation of the testator's true intent.

Keywords

AI generated
appeal grounds handwritten will testator intent legal basis false premise ambiguity requirement Code of Civil Procedure

Cited Legislation

AI generated
Article 559(8) of the Code of Civil Procedure
Article 559(19) of the Code of Civil Procedure
Articles 173 and 1781 et seq. of the Civil Code
Article 200 of the Civil Code

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court 25/2003
Supreme Court 12/2000
Supreme Court 3/1997
Supreme Court 469/1984
Supreme Court 1121/1998
Supreme Court 1274/1994
Supreme Court 11/1996

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1999 / 2009 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1999/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Μίμη Γραμματικούδη, Ιωάννη Σίδερη και Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 6 Μαϊου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1. ... και 2. ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Σφακιωτάκη με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1. ..., 2. ..., 3. ..., οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ηλία Κόντο με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ. και 4. ..., η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-5-1998 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ηρακλείου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 509/1999 μη οριστική, 129/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 141/2007 του Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 16-4-2007 αίτησή τoυς. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη ανέγνωσε την από 4-3-2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Πράγματα, υπό την έννοια της πιο πάνω διάταξης, θεωρούνται οι ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης πρότασής τους, θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος. (Ολ.ΑΠ 25/2003, 12/2000 και 3/1997), όχι δε και εκείνοι που συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής και αποτελούν άρνηση αυτής, ούτε και εκείνοι που δεν έχουν αυτοτέλεια και αποτελούν επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων (Ολ.ΑΠ 469/1984, ΑΠ 1121/1998), έστω και αν τα τελευταία διατυπώνονται υπό τη μορφή λόγου έφεσης (ΑΠ 1274/1994).

Πράγματα, επίσης, κατά την έννοια της αμέσως πιο πάνω διάταξης, αποτελούν και οι λόγοι έφεσης που περιέχουν παράπονα κατά της πρωτοβάθμιας κρίσης. (Ολ.ΑΠ 11/1996). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 8 περίπτ. β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον πρώτο λόγο της έφεσης των εναγομένων και ήδη αναιρεσειόντων με τον οποίο αυτοί εξέφραζαν κατά της εκκαλούμενης απόφασης το παράπονο σε σχέση με την παραδοχή της, ότι η από 28-2-1998 ιδιόγραφη διαθήκη του θανόντα Ξ, "είναι πλαστή και δεν έχει ούτε γραφεί, ούτε υπογραφεί από τον αποβιώσαντα" με την αξιολόγηση και αντιπαραβολή γραφής της εν λόγω διαθήκης, γνήσιας κατ' αυτούς του διαθέτη, με άγνωστη γραφή, χωρίς όμως την παράθεση του εγγράφου εκείνου από τη συσχέτιση του οποίου με τη διαθήκη αυτή κατέληξε στην κρίση, ότι η τελευταία είναι πλαστή κατά τη γραφή και υπογραφή του διαθέτη.

Ο ερευνώμενος αυτός αναιρετικός λόγος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού το Εφετείο έλαβε υπόψη τον αμέσως πιο πάνω λόγο της έφεσης των αναιρεσειόντων, αλλά, μετά από εκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων και ειδικότερα, όλων των εγγράφων, που με επίκληση, προσκόμισαν οι διάδικοι, τον απέρριψε σιωπηρά ως αβάσιμο, δεχόμενο, ότι "μεταξύ της επίδικης διαθήκης και των συγκρινομένων εγγράφων, που φέρουν τη γνήσια γραφή και υπογραφή του Ξ, υπάρχουν διαφορές όχι μόνο στα εμφανή γραφολογικά γνωρίσματα, αλλά και στα ιδιάζοντα χαρακτηριστικά, τα οποία αποτυπώνονται στη γραφή και την υπογραφή του Ξ" χωρίς, στη συγκεκριμένη περίπτωση, να είναι υποχρεωμένο να κάνει ειδική μνεία ή χωριστή αξιολόγηση του καθενός από τα συγκρινόμενα με τη διαθήκη έγγραφα.

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 559 αριθ. 8, 106, 335, 338 και 339 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι πράγματα, κατά την έννοια της πρώτης απ' αυτές, δεν αποτελούν τα αποδεικτικά μέσα. Ο τέταρτος, επομένως, λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 8 περίπτ. β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη, προς διακρίβωση της αληθινής βούλησης του διαθέτη, τα όσα ισχυρίστηκε απολογούμενη η δεύτερη από τους αναιρεσείοντες ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημμάτων) Κρήτης, περιέχονται δε στην 664/28-6-2005 απόφαση του τελευταίου και παρατίθενται αυτολεξεί στις από 16-9-2006 προτάσεις των αναιρεσειόντων της συζήτησης μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, αλλά υιοθέτησε μόνο τους αναπόδεικτους και εξωπραγματικούς ισχυρισμούς των αναιρεσιβλήτων, καθώς και την κατάθεση του μάρτυρα των τελευταίων Θ, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, εφόσον τόσο η πιο πάνω ποινική απόφαση, όσο και η κατάθεση του μάρτυρα Θ, αποτελούν αποδεικτικά μέσα και όχι, "πράγματα", με την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αριθ.8 ΚΠολΔ.

Ο ίδιος αναιρετικός λόγος, εκτιμώμενος ως πλημμέλεια από τον αριθμό 11 περίπτ. γ' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, γιατί το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη την παραπάνω εξώδικη ομολογία της δεύτερης από τους αναιρεσείοντες, των 664/28-6-2005 ποινική απόφαση και την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα Θ ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου για την κήρυξη κύριας της επίμαχης ιδιόγραφης διαθήκης του θανόντα Ξ, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, εφόσον το Εφετείο, όπως προκύπτει από την υπάρχουσα στην προσβαλλόμενη απόφαση βεβαίωση, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα και τα προαναφερόμενα.

Για το παραδεκτό του λόγου αναίρεσης, κατά την έννοια του άρθρου 562 §2 ΚΠολΔ, πρέπει ο ισχυρισμός επί του οποίου στηρίζεται, να είχε προταθεί ενώπιον του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και να γίνεται στο αναιρετήριο επίκληση της πρότασης αυτής (Ολ.ΑΠ 16/2000). Ο δεύτερος, επομένως, λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται η μομφή στην προσβαλλόμενη απόφαση, ότι επικύρωσε την πρωτόδικη οριστική απόφαση καθώς και τη συνεκκαλούμενη 509/1999 προδικαστική απόφαση, η οποία υποχρέωσε τους εναγομένους και ήδη αναιρεσείοντες να αποδείξουν με κάθε νόμιμο αποδεικτικό μέσο και με μάρτυρες ότι η "επίδικη διαθήκη έχει γραφεί και υπογραφεί με το χέρι του διαθέτη", ενώ το οικείο βάρος της απόδειξης έπρεπε να επιβληθεί σε βάρος των εναγουσών και ήδη αναιρεσιβλήτων, και, έτσι το Εφετείο υπέπεσε στην από τον αριθμό 13 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, είναι απορριπτέος ως αόριστος, εφόσον δεν εκτίθεται σ' αυτόν, ότι ο αμέσως πιο πάνω ισχυρισμός των αναιρεσειόντων προτάθηκε παραδεκτά από μέρους στο Εφετείο. Σε κάθε περίπτωση ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, γιατί από το δικόγραφο της έφεσης προκύπτει ότι με αυτή δεν υποβλήθηκε παράπονο ότι κακώς τάχθηκε σε βάρος των αναιρεσειόντων το σχετικό θέμα απόδειξης.

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.10 ΚΠολΔ, όπως ήδη ισχύει από 1.1.2002 (άρθρο 15 του ν.2943/2001), αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Ο λόγος αυτός της αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας δέχεται πράγματα, δηλαδή, αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς, που τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, ένσταση, ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσκομιστεί καμιά απόδειξη γι' αυτά- πράγματα-ή όταν δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά στοιχεία άντλησε την απόδειξη για τα εν λόγω πράγματα.

Ο τρίτος, επομένως, λόγος της αναίρεσης με τον οποίο προβάλλεται, ότι το Εφετείο υπέπεσε στην από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί δέχθηκε τα σ' αυτόν αναφερόμενα πραγματικά περιστατικά που κατατέθηκαν από το μάρτυρα των εναγουσών και ήδη αναιρεσιβλήτων Θ ως αληθινά χωρίς απόδειξη, μολονότι αντιφάσκουν προς εκείνα, τα οποία ο ίδιος κατέθεσε, εξεταζόμενος ως μάρτυρας ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου, κατά τη δημοσίευση της επίμαχης ιδιόγραφης διαθήκης και την κήρυξη αυτής ως κύριας, δηλαδή, δέχθηκε, ότι ο τελευταίος έπασχε από σακχαρώδη διαβήτη, κατέθεσε δε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ηρακλείου περί της γνησιότητας της γραφής και υπογραφής της εν λόγω διαθήκης, χωρίς προηγουμένως να την έχει δει, η οποία άλλωστε δεν του επιδείχθηκε από το Δικαστή του πιο πάνω Δικαστηρίου, είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος, αφού το περιεχόμενο της κατάθεσης του παραπάνω μάρτυρα δεν συνιστά "πράγμα" με την έννοια της αμέσως πιο πάνω διάταξης, αλλιώς, ως αβάσιμος, αφού το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, σχημάτισε τη δικανική του πεποίθηση ως προς όλα τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε, από όλα τα μνημονευόμενα στην εν λόγω απόφαση αποδεικτικά μέσα.

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 335, 338-341 και 346 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται να προσκομίζουν οι διάδικοι, η παράβαση δε της υποχρέωσης αυτής του δικαστηρίου ιδρύει τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 11 περίπτ.

γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Για την ίδρυση του αναιρετικού αυτού λόγου απαιτείται όχι μόνο η προσκομιδή, αλλά και η σαφής και ορισμένη επίκληση των αποδεικτικών μέσων στο δικαστήριο της ουσίας από μέρους του αναιρεσείοντα. Η επίκληση αυτή μπορεί να γίνει είτε με τις προτάσεις της συζήτησης μετά τη οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, είτε με αναφορά δια των προτάσεων αυτών σε συγκεκριμένο μέρος των προσκομιζόμενων προτάσεων προηγούμενης συζήτησης, όπου γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση των αποδεικτικών μέσων (Ολ.ΑΠ 14/2005, Ολ.ΑΠ 9/2000).Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πέμπτο λόγο της αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 11 περίπτ.

γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη και δεν συνεκτίμησε, με τις λοιπές αποδείξεις τα συμβόλαια και λοιπά έγγραφα, που οι αναιρεσείοντες επικαλέστηκαν και προσκόμισαν ενώπιόν του, προς απόδειξη των ισχυρισμών τους. Ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι απορριπτέος προεχόντως ως αόριστος, εφόσον δεν μνημονεύονται σ' αυτόν ποια είναι τα συγκεκριμένα συμβόλαια και λοιπά έγγραφα, που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν νόμιμα ενώπιον του Εφετείου, οι αναιρεσείοντες, με τις προτάσεις τους της συζήτησης μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, ούτε, επίσης, εκτίθενται στον ίδιο οι συγκεκριμένοι ισχυρισμοί των αναιρεσειόντων, για την απόδειξη των οποίων επικαλέσθηκαν αυτοί και προσκόμισαν τα εν λόγω συμβόλαια και λοιπά έγγραφα στο Εφετείο.

Από τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθ. 4, 566 παρ.1 και 577 παρ. 3 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι στο έγγραφο της αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί αν και ποιο λόγο αναίρεσης, από τους περιοριστικώς αναφερομένους στο άρθρο 559 ΚΠολΔ, θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση.

Ειδικά, για να είναι ορισμένος ο λόγος της αναίρεσης με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση, ότι η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, πρέπει αυτός να διαλαμβάνει τις πραγματικές παραδοχές της απόφασης ή τη μνεία ότι αυτή στερείται παντελώς αιτιολογίας και εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου, δηλαδή ποια επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται στην απόφαση ή ως προς τι υπάρχει έλλειψη αιτιολογίας, σε τι συνίσταται η αντίφαση, από ποια αντιτιθέμενα μέρη των αιτιολογιών προκύπτει και σε τι συνίσταται η ανεπάρκειά τους, ποιο, δηλαδή, στοιχείο αναγκαίο για την επάρκειά τους λείπει (ΟλΑΠ 27/1998 και 32/1996).

Γενικές εκφράσεις για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα των αιτιολογιών της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης δεν αρκούν, όπως, επίσης, δεν αρκούν οι όλως περιορισμένες, μεμονωμένες και κατ' επιλογήν αποσπασματικές παραδοχές της απόφασης. Ο έκτος, επομένως, κατά το πρώτο μέρος, λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια γιατί το Εφετείο, με το να δεχθεί ότι η επίμαχη ιδιόγραφη διαθήκη είναι "καθόλα πλαστή", καθόσον δεν γράφτηκε, ούτε υπογράφτηκε από τον διαθέτη, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση, που είχε εκφέρει παρόμοια κρίση, στέρησε την απόφασή του από τη νόμιμη βάση της, είναι απορριπτέος προεχόντως ως αόριστος, αφού δεν εκτίθενται στο λόγο όλες οι κρίσιμες ουσιαστικές παραδοχές της απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που αυτό δέχθηκε, υπό τα οποία και συντελέστηκε η φερόμενη ως παραβίαση του νόμου.

Από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 173 και 1781 επ. του ΑΚ, προκύπτει ότι στην ερμηνεία των διαθηκών αναζητείται, χωρίς προσήλωση στις λέξεις, η αληθινή βούληση του διαθέτη, σκοπούμενη από, άποψη υποκειμενική και όχι αντικειμενική, κατά την έννοια της οποίας η βούληση αυτή θα προσδιοριζόταν κατά τις αντιλήψεις τρίτων, σύμφωνα με τη συναλλακτική καλή πίστη, την προβλεπόμενη οπότε ο άρθρο 200 του ίδιου Κώδικα, το οποίο όμως δεν έχει εφαρμογή στην ερμηνεία διαθηκών.

Εξάλλου, έδαφος για τέτοια ερμηνεία, που θα αποβλέπει στην αναζήτηση βούλησης διαφορετικής από εκείνη, η οποία εκφράστηκε με τις λέξεις που χρησιμοποίησε ο διαθέτης, δεν παρέχεται όταν, κατά την κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, η διατύπωση που έγινε με τις παραπάνω λέξεις είναι απόλυτα σαφής και αποδίδει με πληρότητα αυτό που ο διαθέτης θέλησε.

Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας περί της ύπαρξης ή όχι ανάγκης προσφυγής στις αμέσως πιο πάνω ερμηνευτικές διατάξεις, καθώς και περί της αληθινής βούλησης του διαθέτη, ως αναγόμενη στην εκτίμηση πραγμάτων, δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο. Τότε μόνο συγχωρείται η προσφυγή σε γεγονότα και στοιχεία εκτός διαθήκης, όταν το πιο πάνω δικαστήριο κρίνει, ότι η δήλωση της τελευταίας βούλησης εμφανίζει ασαφή και αμφίβολα σημεία, που χρειάζονται για την αποσαφήνισή τους ερμηνεία προς το σκοπό της εξεύρεσης της αληθινής βούλησης του διαθέτη.

Με τα δεδομένα αυτά, ο έκτος, κατά το δεύτερο μέρος του, λόγος της αναίρεσης με τον οποίο, κατ' ορθή εκτίμησή του, πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για αιτίαση από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, γιατί το Εφετείο, με το να δεχθεί στοιχεία εκτός της προμνημονευόμενης ιδιόγραφης διαθήκης, χωρίς να διαπιστώσει "ασάφεια" του τρόπου γραφής και υπογραφής της, αλλιώς, του περιεχομένου της, περαιτέρω δε, χωρίς να αναφέρει, ότι το πόρισμά του αποτελεί την πραγματική βούληση του διαθέτη, παραβίασε εκ πλαγίου τους ερμηνευτικούς κανόνες (των άρθρων 173 και 1781 ΑΚ), είναι απορριπτέος ως επί αναληθούς προϋπόθεσης στηριζόμενος, αφού το Εφετείο έκρινε την πλαστότητα και μόνο της εν λόγω διαθήκης και δεν αναζήτησε την αληθινή βούληση του διαθέτη που περιεχόταν στην τελευταία προσφεύγοντας σε γεγονότα και στοιχεία εκτός αυτής.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 16-4-2007 αίτηση των ... κ.α για αναίρεση της 141/2007 απόφασης του Εφετείου Κρήτης.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 30 Ιουνίου 2009. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 23 Σεπτεμβρίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ