Supreme Court dismisses State's appeal against appellate court ruling on land ownership and usucapion.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the Greek State's request to overturn the Appellate Court of Nafplion's decision regarding land ownership. The State argued against the lower court's finding that the monastery acquired ownership through usucapion, while the heirs of the original claimant maintained their rights. The court ruled that the appellate court correctly applied civil law principles regarding usucapion and property transfer, finding no legal error in its reasoning.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(1a), 559(19) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court held that an appellate court's decision on usucapion and property transfer is not subject to cassation if the factual findings are supported by evidence and the legal reasoning is sound.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1999 / 2006 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ΄ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Νικόπουλο, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καπερώνη, Σταύρο Γαβαλά, Ιωάννη Ιωαννίδη και Ζήση Βασιλόπουλο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 1 Νοεμβρίου 2006, με την παρουσία και της γραμματέως Γραμματικής Κονταξή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος:Ελληνικού Δημοσίου, νόμιμα εκπροσωπουμένου από τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιό του Κωνσταντίνο Γεωργάκη Πάρεδρο Ν.Σ.Κ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.
Των αναιρεσίβλητων:1) ... 2) .... και 3) ....ως εξ αδιαθέτου κληρονόμων του Χ1 που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Βασίλειο Βενέτη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-2-1979 αγωγή του αρχικού ενάγοντος Χ1 που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ναυπλίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 133/84 του ίδιου Δικαστηρίου, 245/1994 μη οριστική, 792/1997 οριστική του Εφετείου Ναυπλίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι αναιρεσίβλητοι με την από 15-12-2000 αίτησή τους, επί της οποίας εκδόθηκε η 573/2002 απόφαση του Αρείου Πάγου η οποία αναίρεσε την απόφαση αυτή και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο Εφετείο Ναυπλίου. Το Εφετείο Ναυπλίου εξέδωσε την 404/2004 απόφαση, την αναίρεση της οποίας ζητεί το αναιρεσείον με την από 28-10-2004 αίτησή του και τους από 26-6-2006 προσθέτους λόγους . Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Ζήσης Βασιλόπουλος ανέγνωσε την από 18-10-2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της αίτησης και του προσθέτου λόγου για αναίρεση της 404/2004 απόφασης του Εφετείου Ναυπλίου. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσίβλητων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και του προσθέτου λόγου και την καταδίκη του αντιδίκου στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή το αρμόδιο Δ΄ Τμήμα του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με την 90/2005 ομόφωνη γνωμοδότησή του, αντίγραφο της οποίας κατατέθηκε εμπροθέσμως, δηλαδή μέσα σε τρεις μήνες από την άσκηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης του Ελληνικού Δημοσίου, στη γραμματεία του Εφετείου Ναυπλίου του Δικαστηρίου δηλαδή στο οποίο έχει κατατεθεί και η αίτηση αναίρεσης, γνωμοδότησε, σύμφωνα με το άρθρο 12 του ν. 2298/1995, όπως αντικαταστάθηκε αρχικά με το άρθρο 28 παρ. 3 του ν. 2579/1998 και ακολούθως με το άρθρο 42 του ν. 2721/1999, ότι παραδεκτώς ασκήθηκε η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και είναι παραδεκτός και βάσιμος μόνο ο δεύτερος λόγος αυτής, με τον οποίο προβάλλεται κατά της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης αιτίαση από το άρθρο 559 αρ. 1α και 19 του ΚΠολΔ, ενώ είναι αβάσιμος ο πρώτος από τον αρ. 14 του ίδιου άρθρου 559, λόγος αναίρεσης.
Επομένως, μόνο ως προς τον δεύτερο λόγο, με τον οποίο προβάλλεται αιτίαση από τους αρ. 1α και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο του οποίου υπάρχει θετική γνώμη του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, μπορεί να εισαχθεί η υπόθεση προς συζήτηση (άρθρο 12 του ν. 2298/1995 όπως τελικά αντικαταστάθηκε με το άρθρο 42 του ν. 2721/1999), ενώ δε μπορεί αυτή να εισαχθεί προς συζήτηση και ως προς τον πρώτο λόγο, για τον οποίο η γνώμη του δεν είναι θετική, ούτε για τον από 26/6/06 πρόσθετο λόγο, από τον αρ. 1α άρθρου 559 ΚΠολΔ για τον οποίο δεν υπάρχει γνωμοδότηση, για το παραδεκτό και βάσιμο αυτού. (άρθρο 42 του ν. 2721/1999).
Επειδή στα δημόσια κτήματα, όπως είναι και τα δάση, τα οποία είναι εθνικά, εκτός αυτών που διαλαμβάνονται στα άρθρα 1 και 2 του από 17-11/1-12-1836 β.δ/τος, που θεωρούνται ιδιωτικά, υπό τις προϋποθέσεις που προβλέπονται στο άρθρο 3 του ίδιου β.δ/τος, ήταν επιτρεπτή η κτήση κυριότητας από ιδιώτη με έκτακτη χρησικτησία, σύμφωνα με τις διατάξεις των ν. 8 παρ. 1 κωδ. 7.39, ν. 9 παρ. 1 Πανδ. (50.14), ν. 2 παρ. 20 Πανδ. (41.4), ν. 6 πρ.
Πανδ. (44.3), ν. 76 παρ. 1 (18.1), ν. 7 παρ. 3 Πανδ. (23.3), που έχουν εφαρμογή, κατά το άρθρο 51 Εισ.Ν.ΑΚ, για τον χρόνο πριν από την έναρξη ισχύος του ΑΚ, δηλαδή μετά από άσκηση νομής πάνω στο δημόσιο κτήμα με καλή πίστη, ήτοι με την ειλικρινή πεποίθηση ότι με την κτήση της νομής του πράγματος δεν προσβάλλει κατ΄ ουσίαν το δικαίωμα κυριότητας τρίτου, σύμφωνα με τις διατάξεις των ν. 20 παρ. 12 Πανδ. (5.8), 27 Πανδ. (18.1), 10, 17 και 48 Πανδ. (41.3), 3 Πανδ. (41.10) και 109 Πανδ. (50.16) καθώς και με διάνοια κυρίου για χρονικό διάστημα μιας συνεχούς τριακονταετίας, με τη δυνατότητα αυτού χρησιδέσποζε να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και το χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του, εφόσον είχε γίνει με νόμιμο τρόπο καθολικός ή ειδικός διάδοχος αυτού, ενώ, κατά το ίδιο δίκαιο, που ίσχυε πριν από τον Αστικό Κώδικα, τα δημόσια κτήματα είχαν εξαιρεθεί από την τακτική χρησικτησία [βλ.
και τις διατάξεις των ν. 18, 24 παρ. 1 Π (41.3), παρ. 9 Εισ. (2.9(, ν. 2 Κωδ. (7.30), Βασ. (50.10)]. Οι διατάξεις αυτές δεν καταργήθηκαν με το μεταγενέστερο από 21-6-1837 νόμο "περί διακρίσεως κτημάτων", στο άρθρο 21 του οποίου ορίζεται ότι "ως προς τον τρόπον κτήσεως και διατηρήσεως της ιδιοκτησίας των δημοσίων πραγμάτων, εφαρμόζονται εν τω πολιτικώ νόμω περιεχόμεναι διατάξεις", επομένως και οι προαναφερόμενες του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου.
Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών με εκείνες των άρθρων 18 και 21 του ν. της 21-6/3-7-1837 "περί διακρίσεως δημοσίων κτημάτων" συνάγεται ότι η έκτακτη χρησικτησία χωρεί, με τις προϋποθέσεις που εκτέθηκαν, και σε δημόσια κτήματα, εφόσον η τριακονταετής νομή επ΄ αυτών, κατά τις διατάξεις των ν. 8 παρ. 1 Κωδ. (7.39), Βασ. 9 παρ. 1 (50.14) είχε συμπληρωθεί μέχρι και της 11ης Σεπτεμβρίου 1915, όπως αυτό προκύπτει από τις διατάξεις αφενός του ν.
ΔΞΗ΄/1912 και των διαταγμάτων "περί δικαιοστασίου", που εκδόθηκαν με βάση αυτόν από 19-9-1915 μέχρι και της 16-5-1926 και αφετέρου του άρθρου 21 του ν.δ. της 22.4/16-5-1926 "περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης κλπ", που επαναλήφθηκε στο άρθρο 4 του α.ν. 1539/1938 "περί προστασίας των δημοσίων κτημάτων", διατηρηθέντων σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ με το άρθρο 53 του Εισ.Ν.
αυτού, με τις οποίες διατάξεις έχει ανασταλεί κάθε παραγραφή ή δικαστική προθεσμία σε αστικές διαφορές και απαγορεύθηκε οποιαδήποτε παραγραφή των δικαιωμάτων του Δημοσίου στα κτήματά του άρα και η χρησικτησία πάνω σ΄ αυτά (Ολ. ΑΠ 75/1987). Επί της έκτακτης χρησικτησίας που, κατά τα ανωτέρω, συμπληρώθηκε μέχρι και τις 11-9-1915, δεν έχουν εφαρμογή και δεν ασκούν νόμιμη επιρροή επί της κυριότητας που αποκτήθηκε με αυτή οι μεταγενέστερες διατάξεις του άρθρου 117 του ν. 3077/1924 "περί δασικού κώδικος" και του άρθρου 215 του ν. 4173/1929, όπως τροποποιήθηκαν και συμπληρώθηκαν από το άρθρο 37 του αν.ν. 1539/1938 και το άρθρο 16 του α.ν. 192/1946 και επαναλήφθηκαν στο άρθρο 58 του ν.δ. 86/1969 "περί δασικού κώδικος", δια των οποίων ορίζεται ότι επί δημοσίων εν γένει δασών θεωρείται νομέας το Δημόσιο, έστω και αν δεν ενήργησε επ΄ αυτών καμμία πράξη νομής και ότι μόνη η βοσκή επί δημοσίων δασών κ.λ.π.
ουδέποτε θεωρείται ως πράξη νομής ή οιονεί νομής. Στην προκείμενη περίπτωση από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο κρίνοντας βάσιμη κατ΄ ουσίαν την αναγνωριστική αγωγή κυριότητας του επίδικου ακινήτου που άσκησε ο δικαιοπάροχος των αναιρεσιβλήτων Χ1 , μετ΄ απόρριψη της ένστασης ιδίας κυριότητας που προέβαλε το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, δέχθηκε τα ακόλουθα:
Με το 500/28.7.1972 πωλητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Ν. Επιδαύρου Aθανασίoυ Καβουρίνου, που νόμιμα μεταγράφηκε, ο αρχικώς ενάγων Χ1 αγόρασε από τον Χ2 το επίδικο ακίνητο που κείται στη θέση "...." της κτηματικής περιφέρειας της τέως κοινότητας Νέας Επιδαύρου Αργολίδας συνολικής έκτασης 1.615,051 στρεμμάτων και που αποτελείται από καλλιεργήσιμη έκταση 1.275,450 στρεμμάτων.
Το εν λόγω ακίνητο, το οποίο περιγράφεται στην απόφαση, περιήλθε στον Χ2 με το 499/28.7.1972 πωλητήριο συμβόλαιο του προαναφερόμενου συμβολαιογράφου, που νόμιμα μεταγράφηκε από την πρώην ιδιοκτήτρια αυτού Ιερά Μονή των Παμμεγίστων Ταξιαρχών. Τα 321 στρέμματα αυτού είναι έκταση γεωργοδενδρομικώς καλλιεργημένη, η οποία βρίσκεται στο κέντρο περίπου της όλης έκτασης, καταλαμβάνουσα το πεδινό τμήμα της, όπου υπάρχουν 500 ελαιόδενδρα μεγάλα και 1000 περίπου μικρά.
Η έκταση αυτή των 321 στρεμμάτων ήταν ανέκαθεν γεωργοδενδροκομική και μέσα σ' αυτήν υπάρχουν και ελαιόδενδρα ηλικίας που υπερβαίνει τα 200 έτη. Η υπόλοιπη έκταση, πλην 4 στεμμάτων δασική. Ειδικότερα 260 στρέμματα χαρακτηρίζεται ως δάσος Χαλεπίου Πεύκης, όπου υπάρχουν διάσπαρτα πευκόδενδρα ηλικίας άνω των 100 ετών, που διασώθηκε από τις πυρκαϊές που έλαβαν χώρα στην περιοχή κατά τα έτη 1914, 1917, 1934 και 1941 και το έδαφος, λόγω της μεγάλης κλίσης κατά το μεγαλύτερο μέρος και του βραχώδους αυτού είναι ακατάλληλο προς καλλιέργεια.
Περαιτέρω 190 στρ. χαρακτηρίζονται ως δάσος Χαλεπίου Πεύκης μικρής ηλικίας. Και το τμήμα αυτό είχε καεί κατά τις ανωτέρω πυρκαϊές, όπως προκύπτει από τα σποραδικά εναπομείναντα πευκόδενδρα μεγαλύτερης ηλικίας. Τέλος τα υπόλοιπα 840 στρ. είναι δασική έκταση αποτελούμενη από αεϊφυλλα και πλατόφυλλα (πρίνους, κουμαριές, ρείκια, σχίνοι κ.λ.π.), της οποίας η κλίση του εδάφους είναι 30% προς ....και 50% προς .....
Η επίδικη έκταση (αγροτική και δασική) ανήκε στην κυριότητα της απώτερης δικαιοπαρόχου του αρχικού ενάγοντος Ιεράς Μονής Ταξιαρχών Νέας Επιδαύρου, η οποία από την εποχή της Τουρκοκρατίας μέχρι που το μεταβίβασε στον Χ2 την νεμόταν συνεχώς και αδιαλείπτως με καλή πίστη επί χρονικό διάστημα που υπερβαίνει τα 150 έτη και κατά την 11.9.1915 είχε συμπληρώσει υπερτριακονταετή νομή με καλή πίστη αφού ασκούσε τις προσιδιάζουσες σ' αυτήν διακατοχικές πράξεις (επίβλεψη, καλλιέργεια, βόσκηση κ.λ.π.).
Στη συνέχεια μνημονεύονται στην απόφαση τα αποδεικτικά στοιχεία (μάρτυρες και πολλά έγγραφα) με βάση, τα οποία οδηγήθηκε στην ανωτέρω κρίση και αντικρούει την ένσταση του Ελληνικού Δημοσίου ότι είναι κύριο τουλάχιστον της δασικής έκτασης. Ειδικότερα μεταξύ των άλλων αναφέρονται στην απόφαση 1) το 1216/9-5-1825 έγγραφο του ΄Επαρχου Κορίνθου Ιωάννη Λογοθέτη προς την Προσωρινή Διοίκηση της Ελλάδος και το Υπουργείο των Εσωτερικών, στο οποίο γίνεται λόγος ότι η απώτερη δικαιοπάροχος των αναιρεσιβλήτων Ιερά Μονή Ταξιαρών, όσους τόπους και όσα σύνορα εξουσίαζε επί τουρκοκρατίας στη Νέα Επίδαυρο, αυτούς τους νεμόταν χωρίς να δίνει το παραμικρό αντάλλαγμα, κατά τα Οθωμανικά Συνέτια και έγγραφα. 2) το 2156/13-8-1825 έγγραφο του Υπουργείου Εσωτερικών της Προσωρινής Διοίκησης της Ελλάδος στο οποίο γίνεται διαπίστωση ότι μεταξύ των ιδιόκτητων κτημάτων της Ιεράς Μονής των Παμμεγίστων Ταξιαρχών περιλαμβάνονται και αυτά στη θέση "....", χωράφια και ελιές, τα οποία συνορεύουν με ιδιόκτητα χωράφια Επιδαυριτών, 3) το 324/19-8-1902 συμφωνητικό του συμβολαιογραφούντος Ειρηνοδίκη Επιδαύρου Αθανασίου Σωτήρχου, με το οποίο το Ηγουμενοσυμβούλιο της Μονής Ταξιαρχών παραχώρησε σε τρίτους το δικαίωμα να καλλιεργήσουν με δημητριακά όλους τους αγρούς που βρίσκονται στην τοποθεσία ".... " Νέας Επιδαύρου, 4) το 7524/3-11-1914 μισθωτήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Επιδαύρου Γεωργίου Τανή με το οποίο η Μονή εκμίσθωσε σε τρίτους τη χορτονομή των κτημάτων της στις θέσεις "....", 5) το απόσπασμα του κτηματολογικού κώδικα που υπάρχει στα αρχεία της Μονής στο οποίο υπάρχει καταχώριση με την ονομασία "...." και στον οποίο κώδικα αναγράφονται επακριβώς τα όρια της επίδικης έκτασης και γίνεται μνεία ότι αυτός συντάχθηκε το έτος 1919 και ότι προέρχεται "εξ αντιγραφής" του κτηματολογικού κώδικα των ετών 1834 και 1837, 6) τα 30/1920 και 222/1923 έγγραφα της Μονής προς τον Δασάρχη Ναυπλίας (σχετικά με τα κτήματά της στη θέση "....", 7) η 449/1925 προκήρυξη πλειοδοτικής δημοπρασίας προς ενοικίαση της χορτονομής στη θέση "....", το 3594/1938 μισθωτήριο με το οποίο εκμισθώθηκε από τη μονή έκταση 2000 στρεμμάτων στην ίδια θέση, 8) η 17/1977 απόφαση του Ειρηνοδικείου Ναυπλίου, με την οποία ο αρχικός ενάγων Χ1 αναγνωρίστηκε προσωρινός νομέας της επίδικης έκτασης.
Το αναιρεσείον, αμφισβήτησε την κυριότητα του αρχικού ενάγοντος επί της επίδικης και κυρίως της δασικής έκτασης, από το γεγονός ότι στους απώτατους κτητικούς τίτλους του ενάγοντος και μάλιστα στο προαναφερόμενο 1216/1825 έγγραφο του ΄Επαρχου Κορίνθου και στο 2339/1825 έγγραφο της Προσωρινής Διοίκησης της Ελλάδος γίνεται αναφορά μόνο για "χωράφια και ελιές" και όχι για δασική ή χορτολειβαδική έκταση.
Οι πραγματογνώμονες με την από 16-1-1983 έκθεσή τους αποφαίνονται ότι η έκταση στην οποία αναφέρονται τα ανωτέρω δύο έγγραφα ταυτίζεται με την καλλιεργήσιμη έκταση των 325 στρεμμάτων από το όλο επίδικο. Η ίδια απώτερη δικαιοπάροχος των αναιρεσιβλήτων Ιερά Μονή κάνει λόγο για τους αγρούς της στη θέση "...." στο 9/1877 μισθωτήριο συμβόλαιο του συμβολαιογραφούντος Ειρηνοδίκη Επιδαύρου Κων.
Β. Στάϊκου. ΄Εκτοτε όμως σε όλα τα μισθωτήρια και συγκεκριμένα στα 424/1885, και 432/1887 του συμβολαιογράφουντος Ειρηνοδίκη Επιδαύρου Ιωάννη Καμπούρη, το 300/1889 του συμβολαιογραφούντος Ειρηνοδίκη Επιδαύρου Περ. Γεννατά, το 324/1902 του συμβολαιογραφούντος Ειρηνοδίκη Επιδαύρου Αθαν. Σωτήρχου και στα 7524/1914 και 8126/1915, του συμβολαιογράφου Γεωργ.
Ταννή, αναφέρεται πάντοτε εκμίσθωση σε τρίτους, καλλιεργητές και ποιμένες της περιοχής, τόσο της καλλιεργήσιμης όσο και της άγριας (δασικής) έκτασης, όπως αναφέρονται και τα όρια της εκμισθούμενης κάθε φορά έκτασης, τα οποία ναι μεν είναι ασαφή, πλην όμως ταυτίζονται εν πολλοίς με τα σύγχρονα όρια της επίδικης έκτασης.
Τούτο βεβαίωσαν υπερήλικες μάρτυρες που εξετάστηκαν από τον Δασάρχη Ναυπλίου, κατά τη διοικητική έρευνα που είχε διεξαχθεί από αυτόν όσο και από τους μάρτυρες που εξετάστηκαν από τον Εισηγητή Δικαστή. Οι μάρτυρες αυτοί βεβαίωσαν επίσης ότι οι ίδιοι οι γονείς τους και οι παππούδες τους μίσθωναν τα κτήματα της μονής, για την καλλιέργεια δημητριακών, καλλιέργεια ελαιοδένδρων και βόσκηση των ποιμνίων τους στην άγρια έκταση και ότι η έκταση στη θέση ".... " είναι μοναστηριακή περιουσία, την οποία νεμόταν η Ιερά Μονή Ταξιαρχών από τα πρώτα έτη της απελευθέρωσης του Ελληνικού Χώρου από τους Τούρκους μέχρι το έτος 1972 που τη μεταβίβασε.
Τα ανωτέρω ενισχύουν ακόμη το 2592/1971 έγγραφο του Νομοδασαρχείου Αργολίδας με το οποίο χορηγείται άδεια στη Μονή να πωλήσει την επίδικη έκταση, οι 177005/ΠΕ/14-2-1947 ΔΥΓ και 4060/22-11949 πράξεις του Υπουργείου Γεωργίας με τις οποίες χορηγείται άδεια στη Μονή για υλοτόμηση στην επίδικη έκταση και το 78/10-1-76 έγγραφο του άνω Δασαρχείου με το οποίο αναγνωρίζεται η επίδικη δασική έκταση ως διακατεχόμενη από τη Μονή.
Με βάση αυτά δέχθηκε το Εφετείο, ότι ο αρχικός ενάγων Χ1 απέκτησε την κυριότητα όλης της επίδικης έκτασης τόσο με παράγωγο τρόπο όσο και με πρωτότυπο τρόπο, δηλαδή με έκτακτη χρησικτησία, μετά προσμέτρηση στο δικό του χρόνο νομής και του χρόνου νομής των δικαιοπαρόχων του και κυρίως της αυτού της άνω Ιεράς Μονής, η οποία συνέχισε να νέμεται την επίδικη έκταση με καλή πίστη και μετά το 1915 μέχρι το1972 που τη μεταβίβασε.
Με τις κρίσεις αυτές στις οποίες στήριξε την παραδοχή της αγωγής και την απόρριψη της ένστασης ιδίας κυριότητας του Δημοσίου το Εφετείο δεν παραβίασε τις διατάξεις ουσιαστικού δικαίου περί χρησικτησίας τόσο του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου όσο και του Αστικού Κώδικα, ούτε αυτές που ρυθμίζουν τη μεταβίβαση της κυριότητας ακινήτου με σύμβαση και επομένως ο δεύτερος λόγος του κυρίου δικογράφου της αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.
με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος. Επίσης αβάσιμος και απορριπτέος είναι ο ίδιος λόγος με τον οποίο προβάλλεται και πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ., διότι το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού από το αιτιολογικό της προκύπτουν κατά τρόπο σαφή τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το διατακτικό της.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 28-10-2004 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της 404/2004 απόφασης του Εφετείου Ναυπλίου. Και
Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων που ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) Ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 5 Δεκεμβρίου 2006. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 20 Δεκεμβρίου 2006.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ