Legislator Case Law & Legislation
1998/2019 AI generated

1998/2019 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1998/2019
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δήμητρα Κοκοτίνη Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αρτεμισία Παναγιώτου, Γεώργιο Αναστασάκο, Μαρία Γεωργίου και Σταματική Μιχαλέτου-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1998/2019 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο εξωλογιστικός προσδιορισμός δεν αποτελεί κύρωση ή ποινή, αλλά μέθοδο προσδιορισμού του εισοδήματος (ΑΠ 718/2015).Περαιτέρω, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93§3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον, από το άρθρο 510 §1 στοιχ.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1998 / 2019 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Αριθμός 1998/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δήμητρα Κοκοτίνη Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αρτεμισία Παναγιώτου, Γεώργιο Αναστασάκο, Μαρία Γεωργίου και Σταματική Μιχαλέτου-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 2 Απριλίου 2019, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γρηγόριου Πεπόνη (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χαράλαμπου Αθανασίου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Λ. Κ. του Σ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Παπανδρουλάκη, για αναίρεση της υπ'αριθ. 2231/2018 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Θεσσαλονίκης.

Το Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Θεσσαλονίκης με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και o αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 21-2-2019 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 377/19.

Αφού άκουσε

Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η κρινόμενη υπ' αριθμ. 5/2019 και από 21-2-2019 αίτηση του Λ. Κ. του Σ., κατοίκου ... (οδός ...), για αναίρεση της υπ' αριθμόν 2231/2018 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Θεσσαλονίκης, η οποία καταχωρήθηκε στο κατά το άρθρο 473§§1 και 3,εδ.α ΚΠΔ, βιβλίο, στις 11- 2-2019, έχει ασκηθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα, με κατάθεση στο Γραμματέα του εκδώσαντος την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση Δικαστηρίου, κατά τις διατάξεις των άρθρων 473 §§1 και 3, 474§1 του ΚΠΔ, δηλαδή, από πρόσωπο που είχε το σχετικό έννομο συμφέρον και κατά απόφασης υποκείμενης στο συγκεκριμένο ένδικο μέσο, ενώ περιλαμβάνει ως λόγους αναίρεσης, την απόλυτη ακυρότητα και την έλλειψη ακρόασης, την έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και την εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή και εκ πλαγίου παραβίαση ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Επομένως, είναι παραδεκτή, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 462§1, 464, 466 και 474§§1 και 4 και 510§1 στοιχ. Α,'Β' Δ' και Ε' του ΚΠΔ και κατά συνέπεια πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω.

Ο Νόμος 2523/1997 "Διοικητικές και ποινικές κυρώσεις στη φορολογική νομοθεσία και άλλες διατάξεις", τυποποιεί ως εγκλήματα τρεις βασικές περιπτώσεις φοροδιαφυγής: α) τη μη υποβολή ή την υποβολή ανακριβούς δήλωσης εισοδήματος (άρθρο 17), β) τη μη απόδοση ΦΠΑ και άλλων παρακρατουμένων φόρων ή εισφορών (άρθρο 18), και γ) την έκδοση πλαστών ή εικονικών φορολογικών στοιχείων, την αποδοχή εικονικών και τη νόθευση τέτοιων στοιχείων (άρθρο 19).Και τα τρία αυτά αδικήματα φοροδιαφυγής τα διαπλάσσει σε βαθμό πλημμελήματος και κακουργήματος, αναλόγως με το ύφος του ποσού που αποκρύφτηκε, παρακρατήθηκε ή της αξίας των φορολογικών στοιχείων.

Ειδικότερα, το άρθρο 18§1 του Ν.2523/1997, υπό την ισχύ του οποίου φέρεται τελεσθείσα η προκείμενη πράξη φοροδιαφυγής, όπως ίσχυε μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 21§1θ του Ν.2948/2001 και πριν την τυποποίησή του με τα άρθρα 16§1 του Ν. 3888/2010 και 2 του Ν.3943/2011,ορίζει ότι: "Αδίκημα μη απόδοσης ή ανακριβούς απόδοσης στο Δημόσιο του φόρου προστιθέμενης αξίας, του φόρου κύκλου εργασιών και των παρακρατούμενων και επιρριπτόμενων φόρων, τελών ή εισφορών διαπράττει ο φορολογούμενος ο οποίος, προκειμένου να αποφύγει την πληρωμή αυτών, δεν απέδωσε ή απέδωσε ανακριβώς τους άνω φόρους, τέλη ή εισφορές ή συμψήφισε ή εξαπατώντας τη φορολογική αρχή έλαβε επιστροφή ΦΠΑ τιμωρούμενος:

α)με φυλάκιση (εφόσον το προς απόδοση ποσό του κύριου φόρου, τέλους ή εισφοράς ή το ποσό του ΦΠΑ που συμψηφίσθηκε ή δεν αποδόθηκε ή αποδόθηκε ανακριβώς, ανέρχεται σε ετήσια βάση έως το ποσό των τριών χιλιάδων (3.000)ευρώ, β)με φυλάκιση τουλάχιστον ενός(1)έτους, εφόσον το προς απόδοση ποσό του κύριου φόρου, τέλους ή εισφοράς ή το ποσό του ΦΠΑ που συμψηφίσθηκε ή δεν αποδόθηκε ή αποδόθηκε ανακριβώς, ανέρχεται σε ετήσια βάση από το ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ μέχρι το ποσό των εβδομήντα πέντε χιλιάδων (75.000) ευρώ και γ) με κάθειρξη μέχρι δέκα (10) έτη, εφόσον το ως άνω ποσό υπερβαίνει σε ετήσια βάση τα εβδομήντα πέντε χιλιάδες (75.000) ευρώ.

Με το άρθρο 66 του Ν.4174/2013) με το οποίο θεσπίστηκε Κώδικας Φορολογικών Στοιχείων, όπως προστέθηκε με το άρθρο 8 του Ν. 4337/2015, η ισχύς του οποίου άρχισε στις 17-10-2015} καταργήθηκαν οι διατάξεις των άρθρων 17, 18, 19§1 εδ. α'; 20 και 21 του ως άνω Ν. 2523/1997 και ειδικότερα για τα αδικήματα των άρθρων 17 και 18 του συγκεκριμένου νόμου ορίστηκε στην §1 του Ν.4174/2013 ότι έγκλημα φοροδιαφυγής διαπράττει όποιος με πρόθεση:

α) προκειμένου να αποφύγει την πληρωμή φόρου εισοδήματος, ενιαίου φόρου ιδιοκτησίας ακινήτων (ΕΝΦΙΑ) ή ειδικού φόρου ακινήτων (ΕΦΑ) αποκρύπτει από τα όργανα της φορολογικής διοίκησης φορολογητέα εισοδήματα από οποιαδήποτε πηγή ή περιουσιακά στοιχεία, ιδίως παραλείποντας να υποβάλλει δήλωση ή υποβάλλοντας ανακριβή δήλωση ή καταχωρίζοντας στα λογιστικά αρχεία εικονικές (ολικά ή μερικά) δαπάνες ή επικαλούμενος στη φορολογική δήλωση τέτοιες δαπάνες ώστε να μη εμφανίζεται φορολογητέα ύλη ή να εμφανίζεται αυτή μειωμένη, β) προκειμένου να αποφύγει την πληρωμή του φόρου προστιθέμενης αξίας, του φόρου κύκλου εργασιών, του φόρου ασφαλίστρων και των παρακρατούμενων και επιρριπτόμενων φόρων, τελών ή εισφορών δεν αποδίδει ή αποδίδει ανακριβώς ή συμψηφίζει ή εκπίπτει ανακριβώς αυτούς, καθώς και όποιος παραπλανά τη φορολογική διοίκηση με την παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή με την αθέμιτη παρασιώπηση ή απόκρυψη αληθινών γεγονότων και δεν αποδίδει ή αποδίδει ανακριβώς ή συμψηφίζει ή εκπίπτει ανακριβώς αυτούς ή λαμβάνει επιστροφή, καθώς και όποιος διακρατεί φόρους, τέλη, ή εισφορές, γ) προκειμένου να αποφύγει την πληρωμή φόρου πλοίων δεν αποδίδει ή αποδίδει ανακριβώς στο Δημόσιο τον φόρο αυτόν.

Στην §3 του άνω άρθρου του ίδιου νόμου ορίζεται ότι, όποιος διαπράττει έγκλημα φοροδιαφυγής από τα αναφερόμενα στην παράγραφο 1 τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον δύο (2) ετών: α) αν ο φόρος που αναλογεί στα φορολογητέα εισοδήματα ή στα περιουσιακά στοιχεία που έχουν αποκρυβεί υπερβαίνει ανά φορολογικό ή διαχειριστικό έτος τις εκατό χιλιάδες (100.000) ευρώ ανά είδος φόρου, ή β)αν το προς απόδοση ποσό του κύριου φόρου, τέλους ή εισφοράς που δεν αποδόθηκε ή αποδόθηκε ανακριβώς ή επεστράφη ή συμψηφίστηκε ή εξέπεσε ή διακρατείται υπερβαίνει ανά φορολογικό ή διαχειριστικό έτος:

αα) τις πενήντα χιλιάδες (50.000) ευρώ, εφόσον αφορά φόρο προστιθέμενης αξίας ή ββ) τις εκατό χιλιάδες (100.000) ευρώ ανά είδος φόρου, τέλους ή εισφοράς σε κάθε άλλη περίπτωση. Και, τέλος, σύμφωνα με την §4 "επιβάλλεται κάθειρξη αν το ποσό του φόρου, τέλους ή εισφοράς της προηγούμενης παραγράφου υπερβαίνει ανά φορολογικό ή διαχειριστικό έτος τις εκατό χιλιάδες (100.000) ευρώ, εφόσον αφορά φόρο προστιθέμενης αξίας ή τις εκατόν πενήντα χιλιάδες (150.000) ευρώ σε κάθε άλλη περίπτωση φόρου, τέλους ή εισφοράς".

Από τις ως άνω διατάξεις καταφαίνεται ότι το έγκλημα της φοροδιαφυγής, μπορεί να τελεστεί με δύο τρόπους, είτε με την "παράλειψη υποβολής δήλωσης", είτε με την "υποβολή ανακριβούς δήλωσης". Επομένως, πρόκειται για ένα έγκλημα σωρευτικά μικτό, στην αντικειμενική υπόσταση του οποίου τυποποιούνται δύο τρόποι τέλεσης, μία παράλειψη (η μη υποβολή φορολογικής δήλωσης) και μία θετική ενέργεια (η υποβολή ανακριβούς δήλωσης).

Με την υποβολή ανακριβούς δήλωσης φορολογίας εισοδήματος μεταβάλλεται η πραγματική κατάσταση και έτσι το Ελληνικό Δημόσιο παρεμποδίζεται να λάβει γνώση της αλήθειας, η οποία του αποκρύπτεται. Το πότε μία δήλωση είναι ανακριβής προκύπτει από το άρθρο 1 § 4 του Ν. 2523/1997, σύμφωνα με το οποίο " ανακριβής δήλωση θεωρείται η δήλωση στην οποία μεταξύ του φόρου που προκύπτει με βάση τα όσα δηλώθηκαν με αυτή και του φόρου που καταλογίζεται, υφίσταται διαφορά, ανεξάρτητα από την αιτία στην οποία οφείλεται αυτή".

Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τη διάταξη του άρθρου 32 §1 εδ. α του Ν. 2238/1994, το καθαρό εισοδημάτων επιχειρήσεων που τηρούν βιβλία και στοιχεία πρώτης ή δεύτερης κατηγορίας του Κώδικα Βιβλίων και Στοιχείων, καθώς και των επιχειρήσεων που δεν τηρούν βιβλία και στοιχεία ή τηρούν βιβλία και στοιχεία κατηγορίας κατώτερης της προσήκουσας ή τηρούν ανακριβή ή ανεπαρκή βιβλία και η ανεπάρκεια αυτή καθιστά αδύνατη τη διενέργεια ελεγκτικών επαληθεύσεων, προσδιορίζεται εξωλογιστικώς, κατά τον τρόπο που καθορίζεται στις διατάξεις του ως άνω άρθρου.

Ο εξωλογιστικός προσδιορισμός δεν αποτελεί κύρωση ή ποινή, αλλά μέθοδο προσδιορισμού του εισοδήματος (ΑΠ 718/2015).Περαιτέρω, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93§3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον, από το άρθρο 510 §1 στοιχ.

Δ' του ΚΠΔ, λόγο αναίρεσης, όταν αναφέρονται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στην οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για την συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη.

Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού της απόφασης με το διατακτικό της, που αποτελούν ενιαίο σύνολο, τα δε αποδεικτικά μέσα αρκεί να αναφέρονται γενικώς κατά το είδος τους και δεν απαιτείται αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει χωριστά από το καθένα, ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται η αποδεικτική βαρύτητα καθενός, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα, δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα.

Το στοιχείο του δόλου απαιτεί ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, μόνο όταν ο νόμος αξιώνει για τη συγκρότηση της υποκειμενικής υπόστασης ορισμένου εγκλήματος και άλλα στοιχεία (πέραν της πρόθεσης), όπως η τέλεση της πράξης με γνώση ορισμένου περιστατικού (άμεσος δόλος) ή ο σκοπός επέλευσης ορισμένου αποτελέσματος (υπερχειλής δόλος).

Το έγκλημα της φοροδιαφυγής με τη μορφή της μη απόδοσης του φόρου προστιθέμενης αξίας, κατά τη διάταξη του άρθρου 18 του Ν.2523/1997 όπως ισχύει σήμερα, προϋποθέτει δόλο, με την έννοια της πρόθεσης, αφού δεν καθορίζεται από το άρθρο αυτό άλλη μορφή υπαιτιότητας. Ο δόλος δε αυτός ενυπάρχει στη θέληση πραγμάτωσης και εκδηλώνεται με την πραγμάτωση των αντικειμενικών στοιχείων της σχετικής αξιόποινης πράξης ώστε να μην απαιτείται γι' αυτόν το λόγο ιδιαίτερη αιτιολογία, εκτός από την κύρια αιτιολογία για την ενοχή του δράστη, στην οποία εμπεριέχεται και εκείνη που αφορά το δόλο (ΑΠ 270/2019, 366/2018, 210/2012).

Εξάλλου, κατά το άρθρο 510§1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ, λόγο αναίρεσης της απόφασης αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν το Δικαστήριο αποδίδει στη σχετική διάταξη διαφορετική έννοια από εκείνη που πράγματι έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή όταν το Δικαστήριο δεν έκανε ορθή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφάρμοσε, αλλά και όταν η παραβίαση γίνεται με πλάγιο τρόπο, δηλαδή όταν το πόρισμα της απόφασης το οποίο περιέχεται στον συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού και ανάγεται στα στοιχεία θεμελίωσης και στην ταυτότητα του σχετικού εγκλήματος, περιέχει ασάφειες, ελλείψεις, αντιφάσεις ή λογικά κενά με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης (Ολ.ΑΠ 2/2011,3/2008, ΑΠ 270/2019, 148/2018).

Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Θεσσαλονίκης, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, με την αναιρεσιβαλλόμενη υπ' αριθμόν 2231/2018 απόφασή του, όπως από την παραδεκτή επισκόπηση αυτής προκύπτει, κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα Λ. Κ. του Σ., της αξιόποινης πράξης της φοροδιαφυγής, με την ειδικότερη μορφή της μη απόδοσης του αναλογούντος φόρου προστιθέμενης αξίας (ΦΠΑ), κατ' εξακολούθηση, και μετά από αναγνώριση της συνδρομής στο πρόσωπο του των ελαφρυντικών περιστάσεων της διάταξης του άρθρου 84§2, ε' του ΠΚ, του επέβαλε ποινή φυλάκισης δύο (2)ετών μετατραπείσα σε χρηματική, δεχόμενο, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση μετά από συνεκτίμηση και αξιολόγηση των αναφερόμενων στην ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων, κατά τα αναγραφόμενα κατά λέξη στο σκεπτικό, τα εξής: "...Ο πρώτος κατηγορούμενος στη Θεσσαλονίκη με την ιδιότητα του διαχειριστή της εταιρίας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "...", με έδρα στην ..., ΑΦΜ ...

της ..., αντικείμενο εργασιών "Τεχνική Εταιρία" και σκοπό τις γενικές κατασκευαστικές και επισκευαστικές εργασίες (ανακαινίσεις κτηρίων, καταστημάτων, κατοικιών, γυψοσανίδων, ψευδοροφών, μονώσεων, λοιπές συναφείς εργασίες, καθώς και την εμπορία δομικών υλικών), η οποία τηρούσε βιβλία της τρίτης (Γ') κατηγορίας του Κ.Β.Σ.

και ως εκ τούτου κατ' άρθρο 38 του ν. 2859/2000 υπείχε υποχρέωση υποβολής περιοδικής δήλωσης Φ.Π.Α κάθε μήνα και μέχρι την 20η ημέρα του επόμενου μήνα και εκκαθαριστικής δήλωσης Φ.Π.Α. μέχρι τη 10η ημέρα του πέμπτου μήνα που ακολουθεί τη λήξη της διαχειριστικής περιόδου: Α) Ως διαχειριστής της ως άνω εταιρίας περιορισμένης ευθύνης, και, ενώ από την ανωτέρω ιδιότητά του και ενόψει των συγκεκριμένων περιστάσεων γίνεται φανερό ότι γνώριζε για τις παρακάτω αναφερόμενες παραλείψεις, με τις οποίες εκπληρώθηκαν οι όροι του αδικήματος της φοροδιαφυγής, προκειμένου να αποφύγει την απόδοση του οφειλόμενου Φόρου Προστιθέμενης Αξίας και ενώ γνώριζε ότι:

ί) στη χρήση 2003, η ανωτέρω Ε.Π.Ε. έλαβε εικονικά φορολογικά στοιχεία σε τριάντα έξι (36) τουλάχιστον περιπτώσεις, για συναλλαγές ανύπαρκτες στο σύνολο τους, συνολικής καθαρής αξίας 248.230,00 ευρώ, ίί) στη χρήση 2004 η παραπάνω Ε.Π.Ε. έλαβε εικονικά και πλαστά φορολογικά στοιχεία, σε τριάντα επτά (37) τουλάχιστον περιπτώσεις, για συναλλαγές ανύπαρκτες στο σύνολο τους, συνολικής καθαρής αξίας 364.880,00 ευρώ, εικονικά φορολογικά στοιχεία, σε είκοσι δύο (22) τουλάχιστον περιπτώσεις για συναλλαγές ανύπαρκτες στο σύνολο τους, συνολικής καθαρής αξίας 245.000 ευρώ και εικονικά ως προς το πρόσωπο του εκδότη φορολογικά στοιχεία, σε έξι (6) τουλάχιστον περιπτώσεις, συνολικής καθαρής αξίας 36.950,00 ευρώ, ίίί) στη χρήση 2005, η παραπάνω Ε.Π.Ε.

έλαβε εικονικά και πλαστά φορολογικά στοιχεία, σε τέσσερις (4) τουλάχιστον περιπτώσεις, για συναλλαγές ανύπαρκτες στο σύνολο τους, συνολικής καθαρής αξίας 37.800,00 ευρώ και εικονικά φορολογικά στοιχεία, σε τριάντα εννέα (39) τουλάχιστον περιπτώσεις, για συναλλαγές ανύπαρκτες στο σύνολο τους, συνολικής καθαρής αξίας 356.695,00 ευρώ και iv) στη χρήση 2006, η παραπάνω Ε.Π.Ε έλαβε εικονικά φορολογικά στοιχεία, σε δεκαεννέα (19) τουλάχιστον περιπτώσεις, για συναλλαγές ανύπαρκτες στο σύνολο τους, συνολικής καθαρής αξίας 210.910,00 ευρώ, δεν απέδωσε, με ενότητα σχεδίου, τον οφειλόμενο για καθεμία από τις προαναφερόμενες διαχειριστικές περιόδους Φ.Π.Α., όπως αυτός προσδιορίστηκε με την έκθεση ελέγχου φορολογίας Φ.Π.Α.

που συνέταξαν κατόπιν της ...-2-2012 εντολής ελέγχου του Προϊσταμένου της ... οι ελέγχοντες υπάλληλοι !(Ελεγκτής) και Μ. Δ.-Α. (Επόπτης) την 10-1-2013 και θεωρήθηκε από τον Προϊστάμενο τους την 18-1- 2013, με βάση ακαθάριστα έσοδα υπολογιζόμενα κατ' άρθρο 48 § 3 του ν. 2859/2000 εξωλογιστικά, ενόψει των υπό στοιχεία ί - ίν ανωτέρω περιστάσεων που γνώριζε και ο οποίος ανερχόταν:

α) για τη διαχειριστική περίοδο από 1/1/2003 έως 31/12/2003 σε 286.042,99 ευρώ, δεδομένου ότι για τη φορολογική αυτή περίοδο η αξία του συνόλου των κατά τα ανωτέρω διαφυγόντων φορολογητέων εκροών υπολογίστηκε κατά τα ανωτέρω εξωλογιστικά συνολικά στο ποσό του 1.866.521,90 ευρώ και ο επ' αυτών Φ.Π.Α. σε 335.973,94 ευρώ, από το οποίο ποσό αφαιρέθηκε ποσό 49.930,95 ευρώ, που αντιστοιχούσε στο σύνολο φόρου εισροών λόγω καταβολών με προσωρινές δηλώσεις Φ.Π.Α., ώστε να προκύψει το ανωτέρω χρεωστικό υπόλοιπο ποσού (335.973,94 - 49.930,95=) 286.042,99 ευρώ, το οποίο ήταν αποδοτέο μέχρι 10-5-2004 και εκδόθηκε από τον Προϊστάμενο της ανωτέρω αρμόδιας Δ.Ο.Υ.

η από 18-1-2013 πράξη προσδιορισμού Φ.Π.Α., β) για τη διαχειριστική περίοδο από 1/1/2004 έως 31/12/2004 σε 541.322,98 ευρώ, δεδομένου ότι για τη φορολογική αυτή περίοδο η αξία του συνόλου των κατά τα ανωτέρω διαφυγόντων φορολογητέων εκροών υπολογίστηκε κατά τα ανωτέρω εξωλογιστικά συνολικά στο ποσό των 3.278.679,67 ευρώ και ο επ' αυτών Φ.Π.Α.

σε 590.162,34 ευρώ, από το οποίο ποσό αφαιρέθηκε ποσό 48.839,36 ευρώ, που αντιστοιχούσε στο σύνολο φόρου εισροών λόγω καταβολών με προσωρινές δηλώσεις Φ.Π.Α., ώστε να προκύψει το ανωτέρω χρεωστικό υπόλοιπο ποσού (590.162,34 - 48.839,36=) 541.322,98 ευρώ, το οποίο ήταν αποδοτέο μέχρι 10-5-2005 και εκδόθηκε από τον Προϊστάμενο της ανωτέρω αρμόδιας Δ.Ο.Υ.

η από 18-1-2013 πράξη προσδιορισμού Φ.Π.Α., γ) για τη διαχειριστική περίοδο από 1/1/2005 έως 31/12/2005 σε 661.857,25 ευρώ, δεδομένου ότι για τη φορολογική αυτή περίοδο η αξία του συνόλου των κατά τα ανωτέρω διαφυγόντων φορολογητέων εκροών υπολογίστηκε κατά τα ανωτέρω εξωλογιστικά συνολικά στο ποσό των 3.581.933,30 ευρώ και ο επ' αυτών Φ.Π.Α.

σε 674.733,30 ευρώ, από το οποίο ποσό αφαιρέθηκε ποσό 12.876,05 ευρώ, που αντιστοιχούσε στο σύνολο φόρου εισροών λόγω καταβολών με προσωρινές δηλώσεις Φ.Π.Α., ώστε να προκύψει το ανωτέρω χρεωστικό υπόλοιπο ποσού (674.733,30-12.876,05=) 661.857,25 ευρώ, το οποίο ήταν αποδοτέο μέχρι 10-5-2006 και εκδόθηκε από τον Προϊστάμενο της ανωτέρω αρμόδιας Δ.Ο.Υ.

η από 18-1-2013 πράξη προσδιορισμού Φ.Π.Α. και δ) για τη διαχειριστική περίοδο από 1/1/2006 έως 31/12/2006 σε 531.404,00 ευρώ, δεδομένου ότι για τη φορολογική αυτή περίοδο η αξία του συνόλου των κατά τα ανωτέρω διαφυγόντων φορολογητέων εκροών υπολογίστηκε κατά τα ανωτέρω εξωλογιστικά συνολικά στο ποσό των 3.074.989,86 ευρώ και ο επ' αυτών Φ.Π.Α.

σε 584.248,07 ευρώ, από το οποίο ποσό αφαιρέθηκε ποσό 52.844,07 ευρώ, που αντιστοιχούσε στο σύνολο φόρου εισροών λόγω καταβολών με προσωρινές δηλώσεις Φ.Π.Α., ώστε να προκύψει το ανωτέρω χρεωστικό υπόλοιπο ποσού (584.248,07-52.844,07=) 531.404,00 ευρώ, το οποίο ήταν αποδοτέο μέχρι 10-5-2007 και εκδόθηκε από τον Προϊστάμενο της ανωτέρω αρμόδιας Δ.Ο.Υ.

η από 18-1-2013 πράξη προσδιορισμού Φ.Π.Α. Επιπλέον ο ως άνω κατηγορούμενος Λ. Κ. του Σ., με την ως άνω ιδιότητα του διαχειριστή της Ε.Π.Ε. και ενόψει των συγκεκριμένων περιστάσεων γίνεται φανερό ότι γνώριζε για τις παρακάτω αναφερόμενες παραλείψεις, με τις οποίες εκπληρώθηκαν οι όροι του αδικήματος της φοροδιαφυγής, προκειμένου να αποφύγει την απόδοση του οφειλόμενου Φόρου Προστιθέμενης Αξίας, στις 11-5-2008 υπέβαλε την με αριθ. 7753 εκκαθαριστική δήλωση ΦΠΑ στην αρμόδια ...

για τη διαχειριστική περίοδο από 1-1-2007 έως 31-12-2007, η οποία ήταν ανακριβής, δεδομένου ότι για τη φορολογική αυτή περίοδο η αξία του συνόλου των φορολογητέων εκροών της ανωτέρω Ε.Π.Ε. ανερχόταν σε 1.715.09,31 ευρώ και ο επ' αυτών Φ.Π.Α. σε 325.870,77 ευρώ, από το οποίο ποσό αφαιρέθηκε ποσό 45.468,10 ευρώ, που αντιστοιχούσε στο σύνολο φόρου εισροών λόγω καταβολών με προσωρινές δηλώσεις Φ.Π.Α., ώστε να προκύπτει χρεωστικό υπόλοιπο (325.870,77 - 45.468,10=) 280.402,67 ευρώ και όχι μηδενικό χρεωστικό υπόλοιπο, όπως ανακριβώς δηλώθηκε με την προαναφερόμενη δήλωση της ανωτέρω Ε.Π.Ε. [με δήλωση συνόλου φορολογητέων εκροών 1.585.649,18 ευρώ με Φ.ΠΑ 301.273,34 ευρώ και συνόλου φορολογητέων εισροών 1.576.104,28 ευρώ με ΦΠΑ ομοίως 301.273,34, καθώς στο φόρο εισροών, ποσού 255.150,95 ευρώ, συνυπολογίστηκε ποσό 45.468,10 ευρώ από πληρωμές στο Δημόσιο με προσωρινές δηλώσεις, καθώς και ποσό 654,62 ευρώ από πιστωτικό υπόλοιπο προηγούμενης περιόδου και αφαιρέθηκε ποσό 0,33 ευρώ (255.150,95 + 45.468,10 + 654,62-0,33 : 301.273,34 ευρώ)] και εκδόθηκε από τον προϊστάμενο της ανωτέρω αρμόδιας Δ.Ο.

Υ. η από 18-1- 2013 πράξη προσδιορισμού Φ.Π.Α. Τα ακαθάριστα έσοδα κάθε διαχειριστικής περιόδου υπολογίστηκαν εξωλογιστικά, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 30 παρ. 2 γ, 32 παρ. 1 και 34 παρ. 5 του ν. 2238/1994, αφενός μεν διότι δεν προσκομίστηκαν στην ενεργήσασα τον τακτικό φορολογικό έλεγχο ..., τα βιβλία και στοιχεία της άνω εταιρίας, καίτοι της κοινοποιήθηκε η υπ' αριθμ.

Πρωτ. .../20.4.2011 πρόσκληση προς τούτο και αφετέρου δε διότι αποδείχθηκε ότι η η εταιρία κατά τις διαχειριστικές περιόδους 2003, 2004, 2005 και 2006, είχε αποδεχθεί τα αναφερόμενα παραπάνω και στο διατακτικό της παρούσης εικονικά και πλαστά φορολογικά στοιχεία - τα οποία καθιστούσαν τα βιβλία της ανακριβή - εν γνώσει του πρώτου κατηγορουμένου, διαχειριστή της, ότι ήταν εικονικά και είχαν εκδοθεί για ανύπαρκτες συναλλαγές στο σύνολο τους με την ΕΠΕ, από τους εκδότες τούτων.

Πιο συγκεκριμένα, από τους εκδότες των εν λόγω φορολογικών στοιχείων: 1) ο Γ. Α., ήταν μέλος οργανωμένης ομάδας έκδοσης εικονικών φορολογικών στοιχείων, που είχαν συστήσει οι Χ. Ι., Ο. Σ., Κ. Σ., Α. Α., Κ. Α. και άλλοι. Όντας δε αυτός άνεργος, κατόπιν παροτρύνσεως του Ι. Χ., δέχθηκε έναντι αμοιβής, να συστήσει στο όνομά του ατομική επιχείρηση, η οποία κατά τα έτη 2005 και 2006 που φέρονται εκδοθέντα τα υπ' αυτούς φορολογικά στοιχεία προς την ΕΠΕ, εμφάνιζε πωλήσεις, χωρίς αντίστοιχες αγορές, δεδομένου ότι δεν είχε αποκτήσει πραγματική υπόσταση και οντότητα, έχοντας ως αποκλειστικό σκοπό την έκδοση εικονικών φορολογικών στοιχείων για ανύπαρκτες στο σύνολο τους συναλλαγές, όπως οι επίδικες. 2) η εταιρία "..." τα υπ' αυτής εκδοθέντα φορολογικά στοιχεία προς την ΕΠΕ, ουδέποτε είχε θεωρήσει, 3) η Κ.

Μ., η οποία ήταν επίσης μέλος της ως άνω ομάδας έκδοσης εικονικών φορολογικών στοιχείων, φερόταν να εκμεταλλεύεται ατομική επιχείρηση, η οποία ουδέποτε λειτούργησε στη δηλωθείσα έδρα της. Κατά δε τα έτη 2004 και 2005, που φέρονται εκδοθέντα, τα υπ' αυτής φορολογικά στοιχεία προς την ΕΠΕ, εμφάνιζε πωλήσεις, χωρίς να έχει πραγματοποιήσει αγορές και τα εν λόγω φορολογικά στοιχεία προς την τελευταία έφεραν την ένδειξη "εξοφλήθη", πρακτική που συναντάται στις εικονικές συναλλαγές, καθόσον δεν συνηθίζεται στις συναλλαγές μεγάλης αξίας, όπως οι επίδικες, η αυθημερόν εξόφληση με μετρητά, αλλά η τμηματική εξόφληση μέσω επιταγών.

Το ίδιο συνέβη και με τους εκδότες και των λοιπών εικονικών φορολογικών στοιχείων α) Ν. Κ., ) Κ. Σ., ) Θ. Ε., ) Α. Κ., ) Α. Ξ., ) Κ. Ι. και ) Δ. Φ., οι οποίοι είτε είχαν συστήσει επιχειρήσεις οι οποίες ουδέποτε λειτούργησαν, είτε εμφάνιζαν πωλήσεις, χωρίς να έχουν αντίστοιχες αγορές. Σημειώνεται ότι ο εξωλογιστικός προσδιορισμός των ακαθαρίστων εσόδων των επιχειρήσεων, δεν αποτελεί κύρωση ή ποινή, αλλά μέθοδο προσδιορισμού του εισοδήματος, όταν δεν υπάρχει δυνατότητα προσδιορισμού τούτου (ΑΠ 718/2015), όπως στη συγκεκριμένη περίπτωση.

Συνεπώς, ο αυτοτελής ισχυρισμός του πρώτου κατηγορουμένου, ότι η πράξη της φοροδιαφυγής κατ' εξακολούθηση με τη μορφή της μη απόδοσης στο Δημόσιο ΦΠΑ, του οποίου το ποσό υπερβαίνει τις 100.000 ευρώ, δεν πρέπει να του καταλογισθεί, επειδή εχώρησε εξωλογιστικός προσδιορισμός των ακαθάριστων εσόδων της ΕΠΕ, είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος.

Συνεπώς, ο πρώτος κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί ένοχος του ως άνω αδικήματος της φοροδιαφυγής, για το οποίο κατηγορείται, σε βαθμό κακουργήματος, εφόσον το ποσό του μη αποδοθέντος στο Δημόσιο ΦΠΑ, υπερβαίνει σε ετήσια βάση τις 100.000 ευρώ". Με αυτά που δέχθηκε το κατ έφεση δικάσαν Δικαστήριο της ουσίας, σε συνδυασμό σκεπτικού και διατακτικού που αλληλοσυμπληρώνονται, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την επιβαλλόμενη από τις προαναφερθείσες διατάξεις του άρθρου 93 § 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, όλα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η δικαστική κρίση για τη συνδρομή των υποκειμενικών και αντικειμενικών στοιχείων του εγκλήματος της φοροδιαφυγής, με την ειδικότερη μορφή της μη απόδοσης του αναλογούντος φόρου προστιθέμενης αξίας (ΦΠΑ), κατ' εξακολούθηση, για το οποίο κηρύχθηκε ένοχος ο πρώτος κατηγορούμενος-εκκαλών και ήδη αναιρεσείων, ελήφθησαν υπόψη και συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα (καταθέσεις μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης, πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, αναγνωστέα έγγραφα, απολογία κατηγορούμενου- εκκαλούντος), από τα οποία το Δικαστήριο της ουσίας συνήγαγε τα περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και στα οποία στήριξε τη δικανική πεποίθησή του και περιέχονται οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των σχετικών περιστατικών στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 12, 14, 18, 26 §1α, 27, 51, 52,53, 57, 59, 60, 63, 76, 79, 83, 84§2δ και 98§1 του ΠΚ και 18§1,περ.

γ'-2, 20 και 21 του Ν.2523/1997, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και τις οποίες ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου παραβίασε με ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες και συνεπώς η προσβαλλόμενη απόφαση δεν στερείται νόμιμης βάσης, επειδή δεν εφαρμόσθηκαν οι διατάξεις του άρθρου 66§§1 περ.β, 3 περ.β' υποπερ. αα' και 4του εφαρμοζόμενου ως νεώτερου Ν.4174/2013, όπως ίσχυε μετά τη διάταξη του άρθρου 8 του Ν.4337/2015, αφού ως προς τις περιστάσεις τέλεσης της πράξης στην κρινόμενη περίπτωση, επικαλύπτονται πλήρως από τις προβλέψεις του Ν.2523/1997, ενώ με την κατάργηση με τη διάταξη του άρθρου 71 του ως άνω Ν. 4174/2013 των συγκεκριμένων διατάξεων των άρθρων 18, 20 και 21, δεν σημαίνει ότι αποποινικοποιήθηκαν οι αντίστοιχες αξιόποινες συμπεριφορές, αλλά απλά υπήχθησαν στις αναφερθείσες παραπάνω διατάξεις των άρθρων 66 έως 70 του ίδιου ως άνω Ν. 4174/2013.

Συνεπώς, η αιτίαση του αναιρεσείοντος ότι με την εφαρμογή από το Δευτεροβάθμιο Δικαστήριο των ως άνω καταργημένων διατάξεων, τούτο υπέπεσε στην προβλεπόμενη από τη διάταξη του άρθρου 510§1 περ.Ε' του ΚΠΔ πλημμέλεια της εσφαλμένης εφαρμογής των διατάξεων των άρθρων 7§1 του Συντάγματος και 1 του Π Κ, είναι απορριπτέα ως αβάσιμη, καθώς η μη αναγραφή των ισχυουσών κατά το χρόνο έκδοσης της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης διατάξεων του Ν.4174/2013 οφείλεται προφανώς στην ανάγκη κατάδειξης του αξιοποίνου των πράξεων για τις οποίες κηρύχθηκε ένοχος ο αναιρεσείων και κατά το χρόνο τέλεσης αυτών.

Εξάλλου, εφόσον όπως προαναφέρθηκε, στην κρινόμενη περίπτωση, πρόκειται για αδίκημα φοροδιαφυγής με τη μορφή της μη απόδοσης ΦΠΑ, του οποίου το ποσό υπερβαίνει σε ετήσια βάση τις 75.000 ευρώ, με τον ως άνω Ν.2523/1997, όπως ίσχυε μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 21§1θ του Ν.2948/2001 και κατά τη διάταξη του άρθρου 18§1,τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα (10) έτη, ενώ κατά τη διάταξη του άρθρου 66§4 του Ν.4174/2013,όπως προστέθηκε με το άρθρο 8 του Ν. 4337/2015, τιμωρείται με κάθειρξη εφόσον το ποσό του μη αποδοθέντος ΦΠΑ υπερβαίνει ανά φορολογικό ή διαχειριστικό έτος τις 100.000 ευρώ, ορθά το δικάσαν Δικαστήριο, εφάρμοσε, καίτοι καταργηθείσα, την ως άνω διάταξη του άρθρου 18§1 του Ν.2523/1997 όπως ίσχυε μετά την αντικατάσταση της, με το άρθρο 21§1θ του Ν.2948/2001, ως ευμενέστερη, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 2§1 του ΠΚ.

Περαιτέρω, από τις ανωτέρω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι αναφέρονται σ' αυτή όλα τα αναγκαία κατά νόμο στοιχεία που απαρτίζουν τη νομοτυπική υπόσταση του εγκλήματος της φοροδιαφυγής, με την ειδικότερη μορφή της μη απόδοσης του αναλογούντος φόρου προστιθέμενης αξίας (ΦΠΑ), κατ' εξακολούθηση, για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, αφού προσδιορίζονται με ακρίβεια ο τόπος, ο χρόνος, ο τρόπος και οι περιστάσεις τέλεσης του συγκεκριμένου εγκλήματος, με την παράθεση των πραγματικών περιστατικών που συνιστούν την κατά τα άνω ποινικά επιλήψιμη συμπεριφορά του αναιρεσείοντος και συγκεκριμένα αναφέρονται:

α) η αρχή (...) που προέβη στη βεβαίωση των σε βάρος του Δημοσίου χρεών του αναιρεσείοντος, σχετικά με καθεμία από τις επιμέρους πράξεις, που αφορούν τις χρήσεις των ετών 2003, 2004, 2005, 2006 και 2007, το ύφος των οποίων προσδιορίζεται με ακρίβεια στην προσβαλλόμενη απόφαση για καθεμία των επιμέρους διαχειριστικών περιόδων στα αναγραφόμενα αντιστοίχως χρηματικά ποσά, των 286.042,99 ευρώ για τη διαχειριστική περίοδο 1-1-2003 έως 31-12-2003, των 541.322,98 ευρώ για τη διαχειριστική περίοδο 1-1-2004 έως 31-12- 2004, των 661.857,25 ευρώ για διαχειριστική περίοδο 1-1-2005 έως 31- 12-2005, των 531.404 ευρώ για τη διαχειριστική περίοδο 1-1-2006 έως 31-12-2006 και των 280.402,67 ευρώ για τη διαχειριστική περίοδο 1-1- 2007 έως 31-12-2007, ποσά που υπερβαίνουν αυτό των 100.000 ευρώ, που αποτελείτο όριο για τον χαρακτηρισμό της συγκεκριμένης αξιόποινης πράξης ως κακουργήματος, υπό την ισχύ αμφότερων των Ν.2523/1997 και Ν.4174/2013, όπως ισχύει μετά το Ν. 4337/ 2015.

Επίσης, αναφέρεται ο χρόνος οριστικοποίησης της σχετικής εγγραφής, με την έκδοση της από 18-1-2013 Πράξης Προσδιορισμού Φόρου που εξέδωσε ο Προϊστάμενος της ως άνω αρμόδιας ΔΟΥ Θεσσαλονίκης και συνακόλουθα πιστοποίησης της τέλεσης της πράξης για την οποία καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, ο οποίος ως διαχειριστής της ελεγχόμενης και υπόχρεης φορολογικά εταιρείας με την επωνυμία "...", ήταν καθ' όλο το επίδικο χρονικό διάστημα και ποινικά υπεύθυνος για την απόδοση του ΦΠΑ.

Εξάλλου, η αιτίαση του αναιρεσείοντος, ότι το οφειλόμενο για κάθε επιμέρους διαχειριστική περίοδο από τις αναγραφόμενες στην προσβαλλόμενη απόφαση ποσό αναλογούντος ΦΠΑ, προσδιορίστηκε μετά από εξωλογιστικό υπολογισμό του ύφους των ακαθάριστων εσόδων της επιχείρησης του αναιρεσείοντος και συνεπώς αποτελεί κύρωση και ποινή που δεν μπορεί να αποτελέσει αξιόποινη πράξη και για το λόγο αυτό, ο τελευταίος έπρεπε να απαλλαγεί της κατηγορίας, απορριπτέα είναι ως αβάσιμη και ουδεμία έννομη συνέπεια έχει, αφού ο εξωλογιστικός αυτός προσδιορισμός, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 28 του Ν. 4172/2013, δεν αποτελεί "κύρωση" ή "επιβολή φόρου" για πρόσθετο φορολογητέο εισόδημα, αλλά νόμιμο τρόπο προσδιορισμού των εσόδων των επιχειρήσεων, όταν είναι αδύνατος ο έλεγχος των φορολογικών βιβλίων, είτε διότι αυτά δεν προσκομίζονται, είτε όταν τα λογιστικά αρχεία δεν τηρούνται ή οι οικονομικές καταστάσεις δεν συντάσσονται σύμφωνα με τον κώδικα φορολογικής διαδικασίας ή σύμφωνα με τα νόμιμα λογιστικά πρότυπα (Α.Π 718/ 2015).Εξάλλου, δεν ασκεί οποιαδήποτε επιρροή, ούτε προκαλείται ασάφεια και αντίφαση, όπως αβασίμως ισχυρίζεται ο αναιρεσείων., από την αναγραφή στο μεν σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης ότι ο κατά τα προαναφερόμενα εξωλογιστικός υπολογισμός των ακαθάριστων εσόδων της επιχείρησης του αναιρεσείοντος έγινε σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 30§ 2,γ, 32§1 και 34§5 του Ν. 2238/1994, ενώ στο διατακτικό αναγράφεται ότι τα ακαθάριστα έσοδα της επιχείρησης του αναιρεσείοντος υπολογίσθηκαν κατ' άρθρο 48§3 του Ν. 2859/2000, καθόσον και οι δύο ως άνω νόμοι αναφέρονται και αφορούν τον εξωλογιστικό προσδιορισμό και ο μεν Ν. 2238/1994 αναφέρεται στις προϋποθέσεις που πρέπει να συντρέχουν ώστε να διενεργηθεί εναλλακτικός τρόπος προσδιορισμού της ελάχιστης φορολογίας, όπως είναι ο εξωλογιστικός προσδιορισμός που διενεργήθηκε στην περίπτωση της επιχείρησης του αναίρεσείοντος, ενώ ο Ν.2859/2000 ρυθμίζει τη διαδικασία της διενέργειας του εξωλογιστικού προσδιορισμού.

Ανεξαρτήτως τούτου σημειώνεται ότι στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης αναγράφονται και οι δύο ως άνω νόμοι (ο μεν Ν. 2238/1994 μία φορά στη σελ.16η, ο δε Ν.2859/2000 στις σελ. 14η δύο φορές), ενώ στο διατακτικό αναφέρεται πράγματι μόνον ο Ν. 2859/2000 (στις σελ.21η και 22η), χωρίς τούτο να επιδρά στη νομιμότητα και ορθότητα του τρόπου υπολογισμού των εσόδων της επιχείρησης του αναιρεσείοντος και στον προσδιορισμό του ύφους του οφειλόμενου ΦΠΑ και συνακόλουθα στην εφαρμογή των διατάξεων του Ν.4174/2013, όπως ισχύει μετά το Ν.4337/2015, οι οποίες συνεπώς ορθά ερμηνεύτηκαν και εφαρμόστηκαν και δεν παραβιάστηκαν ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου, με ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες.

Τούτων παρέπεται ότι είναι αβάσιμη και απορριπτέα και η αιτίαση του αναιρεσείοντος στην οποία επιχειρεί να θεμελιώσει ως λόγους αναίρεσης την απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας και την έλλειψη ακροάσεως, ισχυριζόμενος ότι δεν υπήρξε εισαγγελική πρόταση σχετικά με τον αρνητικό της κατηγορίας ισχυρισμό του ότι δεν δύναται να στοιχειοθετηθεί το αδίκημα της φοροδιαφυγής σε βάρος του, διότι έγινε ο αναφερόμενος και παραπάνω εξωλογιστικός υπολογισμός των εσόδων της επιχείρησής του, καθόσον στην περί ενοχής πρόταση της Εισαγγελέως της έδρας του δικάσαντος Δικαστηρίου εμπεριέχεται και πρόταση απόρριψης του ως άνω ισχυρισμού του αναιρεσείοντος, πέραν του ότι, αν και δεν πρόκειται περί αυτοτελούς αλλά περί αρνητικού της κατηγορίας ισχυρισμού, στη 13η σελ.

της προσβαλλόμενης απόφασης υπάρχει απορριπτική του συγκεκριμένου ισχυρισμού εισαγγελική πρόταση. Προσέτι, και η αιτίαση του αναιρεσείοντος ότι αναγράφονται στην προσβαλλόμενη απόφαση ως περιπτώσεις φοροδιαφυγής λόγω εικονικών ως προς αυτόν στοιχείων και ανύπαρκτων συναλλαγών, για τις οποίες κηρύχθηκε ένοχος, με επιμέρους ποσά 36.950 ευρώ και 37.800 ευρώ, αντίστοιχα, αν και πρόκειται για μη αξιόποινες, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 66 του Ν.4174/2013 πράξεις, λόγω ύψους των σχετικών χρηματικών ποσών, κρίνεται ως αβάσιμη και απορριπτέα, καθόσον πρόκειται για ποσά τα οποία περιέχονται σε συνολικά ετήσια ποσά των χρήσεων 2004 και 2005, (περιπτώσεις με στοιχεία ...

του διατακτικού της προσβαλλόμενης απόφασης), τα οποία αντίστοιχα ανέρχονται στο συνολικό ποσό των 646.830 ευρώ για τη χρήση 2004 και στο συνολικό ποσό των 394.495 ευρώ, για τη χρήση 2005. Κατ' ακολουθίαν όλων των προαναφερομένων, οι από τις διατάξεις του άρθρου 510§1 στοιχ. Α' Β',Δ'και Ε' λόγοι αναίρεσης με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες της απόλυτης ακυρότητας της διαδικασίας, της έλλειψης ακρόασης και έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής και εκ πλαγίου παραβίασης των άρθρων 18§1β, 20 και 21 του Ν. 2523/1997,είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα της παρούσας δίκης (άρθρ. 578 παρ.1 του ΚΠΔ), κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την υπ' αριθμ. 5/2019 και από 21-2-2019 αίτηση του Λ. Κ. του Σ., κατοίκου ... (οδός ...), για αναίρεση της υπ' αριθμόν 2231/2018 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Θεσσαλονίκης. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων πενήντα (250) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 29 Αυγούστου 2019.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 17 Δεκεμβρίου 2019.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ