Legislator Case Law & Legislation
1998/2018 AI generated

1998/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1998/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αρτεμισία Παναγιώτου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (σύμφωνα με την υπ'αριθμ.231/2018 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου), Γεώργιο Αναστασάκο, Μαρία Γεωργίου, Ευφροσύνη Καλογεράτου - Ευαγγέλου και Κων/να Μαυρικοπούλου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1998/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Είναι δε αδιάφορο αν η πραγμάτωση της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος τελείται από όλους κατά τον αυτό τρόπο και με την αυτή ενέργεια. Αρκεί ότι όλοι τελούν εν γνώσει της πρόθεσης μεταξύ τους για την τέλεση του ίδιου εγκλήματος. Για την αιτιολόγηση της αποφάσεως αρκεί να αναφέρονται σ' αυτήν τα πραγματικά περιστατικά βάσει των οποίων το δικαστήριο δέχτηκε ότι ο δράστης συμμετείχε στην τέλεση του εγκλήματος ως συναυτουργός.

Keywords

AI generated
dangerous interference with traffic police officers offences causing public danger offences against public transport dismissal of traffic proceedings road traffic accidents
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1998 / 2018 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Αριθμός 1998/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΤ'ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αρτεμισία Παναγιώτου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (σύμφωνα με την υπ'αριθμ.231/2018 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου), Γεώργιο Αναστασάκο, Μαρία Γεωργίου, Ευφροσύνη Καλογεράτου - Ευαγγέλου και Κων/να Μαυρικοπούλου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 18 Σεπτεμβρίου 2018, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Κωνσταντινόπουλου (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χαράλαμπου Αθανασίου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου V. K. του A., κατοίκου ... , που παραστάθηκε με το δικηγόρο Γεώργιο Μπούμπαρη, ο οποίος ορίστηκε δικηγόρος του με την υπ'αριθμ.185/2018 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, για αναίρεση της υπ'αριθ.4696/2017 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών. Το Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και o αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην υπ'αριθ.πρωτ….94/8-5-2018 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 688/18.

Αφού άκουσε Τον ορισθέντα δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η κρινόμενη από 30-04-2018 αίτηση του V. K. για αναίρεση της υπ' αριθμ.4696/2017 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα. Πρέπει να σημειωθεί ότι η προκειμένη δικογραφία κατά το μέρος που αφορά την με την ως άνω απόφαση καταδίκη του αναιρεσείοντα για τις πράξεις της απείθειας και της παράνομης οπλοφορίας αποσύρθηκε και τέθηκε στο αρχείο σύμφωνα με το άρθρο 9 του Ν. 4411/2016.

Επομένως, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης δεν εισάγεται ως προς τις πράξεις αυτές. Κατά την διάταξη του άρθρου 380 παρ. 1 ΠΚ, όποιος με σωματική βία εναντίον προσώπου ή με απειλές ενωμένες με επικείμενο κίνδυνο σώματος ή ζωής αφαιρεί από άλλον ξένο εν όλω ή εν μέρει κινητό πράγμα ή τον εξαναγκάζει να του το παραδώσει για να το ιδιοποιηθεί παρανόμως, τιμωρείται με κάθειρξη.

Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι το έγκλημα της ληστείας είναι σύνθετο. Στοιχεία του εγκλήματος αυτού είναι, αφ` ενός μεν η κλοπή, αφ` ετέρου δε η παράνομη βία, με την οποία ο δράστης αποβλέπει στην κάμψη της αντιστάσεως του θύματος, που μπορεί να επιτευχθεί και με αδράνεια αυτού. Έτσι η ληστεία συγκροτείται από την αντικειμενική υπόσταση της κλοπής (αρθρ. 372 ΠΚ) και της παράνομης βίας (αρθρ. 330 ΠΚ).

Το δεύτερο αυτό έγκλημα (παράνομη βία) είναι υπαλλακτικώς μικτό. Οι τρόποι πραγματώσεως της αντικειμενικής υποστάσεως μπορούν να εναλλαχθούν. Δηλαδή στην περίπτωση της ληστείας, η παράνομη βία μπορεί να συνίσταται είτε σε σωματική βία κατά του θύματος είτε σε απειλές ενωμένες με επικείμενο κίνδυνο ζωής.

Ως σωματική βία νοείται εκείνη που επιδρά κατά τρόπο άμεσο στο σώμα του εξαναγκασμένου και υπερνικά την προβαλλόμενη ή αναμενόμενη αντίσταση του. Αν η ληστεία τελείται με την άσκηση σωματικής βίας, δεν απαιτείται να προκαλείται επικείμενος κίνδυνος σώματος ή ζωής. Υποκειμενικώς, απαιτείται δόλος του δράστη που περιλαμβάνει τη γνώση ότι το πράγμα είναι ξένο, κατέχεται από άλλον και δεν υπάρχει συναίνεση εκείνου, τη θέληση να αφαιρέσει το πράγμα από την κατοχή του άλλου και να το υπαγάγει στην κατοχή του ή την κατοχή τρίτου με σκοπό την παράνομη ιδιοποίηση και τη θέληση χρήσεως σωματικής βίας ή απειλών προς αφαίρεση του πράγματος.

Περαιτέρω, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 45 ΠΚ συναυτουργία είναι η άμεση ή διαδοχική σύμπραξη περισσοτέρων από ένα προσώπων στην τέλεση κάποιου εγκλήματος, το οποίο διαπράττουν με κοινό δόλο, δηλαδή με συναπόφασή τους, την οποίαν έλαβαν, είτε πριν από την πράξη τους ή κατά την τέλεση της, ώστε καθένας τους να θέλει ή να αποδέχεται την τέλεση της και να γνωρίζει ότι και ο άλλος από αυτούς ενεργεί με δόλο τέλεσης της πράξης και να θέλει ή να αποδέχεται να ενώσει τη δράση του με τη δράση των άλλων.

Είναι δε αδιάφορο αν η πραγμάτωση της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος τελείται από όλους κατά τον αυτό τρόπο και με την αυτή ενέργεια. Αρκεί ότι όλοι τελούν εν γνώσει της πρόθεσης μεταξύ τους για την τέλεση του ίδιου εγκλήματος. Για την αιτιολόγηση της αποφάσεως αρκεί να αναφέρονται σ' αυτήν τα πραγματικά περιστατικά βάσει των οποίων το δικαστήριο δέχτηκε ότι ο δράστης συμμετείχε στην τέλεση του εγκλήματος ως συναυτουργός.

Δεν είναι όμως αναγκαίο να διαλαμβάνεται στην καταδικαστική απόφαση η διακεκριμένη συμμετοχική δράση του καθενός συναυτουργού με ειδική αναφορά σε συγκεκριμένες υλικές ενέργειες. Από τη διάταξη του άρθρου 98 ΠΚ που ορίζει ότι "Αν περισσότερες από μια πράξεις του ιδίου προσώπου συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, το δικαστήριο μπορεί, αντί να εφαρμόσει τη διάταξη του άρθρου 94 παρ. 1 ΠΚ, να επιβάλει μια και μόνο ποινή για την επιμέτρηση της το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη το όλο περιεχόμενο των μερικότερων πράξεων" σαφώς συνάγεται, ότι το έγκλημα κατ' εξακολούθηση είναι το τελούμενο από το ίδιο πρόσωπο και απαρτιζόμενο από περισσότερες ομοειδείς πράξεις που χωρίζονται μεταξύ τους χρονικά αλλά προσβάλλουν το ίδιο έννομο αγαθό και κάθε μία από αυτές περιέχει πλήρη τα στοιχεία ενός και του αυτού εγκλήματος, συνδέονται δε μεταξύ τους με την ύπαρξη της ίδιας απόφασης για την εκτέλεση τους.

Θεμελιώδης, λοιπόν, όρος προς στοιχειοθέτηση της υπόστασης του εγκλήματος κατ' εξακολούθηση είναι το ομοειδές των μερικότερων πράξεων, εφόσον δε αυτές στρέφονται κατά προσωποπαγούς εννόμου αγαθού, όπως είναι η ζωή, η σωματική ακεραιότητα, η προσωπική ελευθερία, η τιμή, η αγνεία, δεν αρκεί μόνον η ταυτότητα της απόφασης προς εκτέλεση των επί μέρους ομοειδών πράξεων, δηλαδή η ενότητα δόλου του δράστη, αλλά και η ταυτότητα του προσβαλλόμενου αγαθού, υπό την έννοια ότι ο φορέας του πρέπει να είναι πάντα ο ίδιος διότι σε διαφορετική περίπτωση που φορέας των (προσωποπαγών) εννόμων αγαθών που προσβάλλονται είναι διαφορετικά πρόσωπα τότε υπάρχει πραγματικά συρροή εγκλημάτων (ΑΠ.1275/2016).

Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ` του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις (αποδεικτικά μέσα) που τα θεμελίωσαν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών, στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε.

Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο, δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της αποφάσεως, το οποίο, όμως, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού της.

Ως προς τα αποδεικτικά μέσα, που ελήφθησαν υπόψη από το δικαστήριο για την καταδικαστική του κρίση, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ` είδος προσδιορισμός τους, χωρίς να απαιτείται και αναλυτική παράθεση τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει, ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά.

Ακόμη, δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσεως. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολογήσεως γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα.

Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον, στις περιπτώσεις αυτές, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (ΑΠ.883/2017, ΑΠ.74/2016, ΑΠ.514/2015, ΑΠ.903/2015).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα, επισκοπούμενα παραδεκτώς για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης, το Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Αθηνών, που δικάζοντας κατ' έφεση, την εξέδωσε, δέχτηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, με επιτρεπτή αλληλοσυμπλήρωση σκεπτικού και διατακτικού, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων στην εν λόγω απόφαση αποδεικτικών μέσων (ένορκες καταθέσεις μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης, αναγνωσθέντα έγγραφα και απολογίες κατηγορουμένων), ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:

"Οι κατηγορούμενοι από κοινού άπαντες, με έτερο κατηγορούμενο τον Α. Γ. για τον οποίο έγινε χωρισμός της δίκης, στην Αθήνα στις 10-03-2015 και ώρα 14.00, προσποιούμενοι τους αστυνομικούς με σκοπό να εισέλθουν στο εσωτερικό του διαμερίσματος της επί της οδού ... πολυκατοικίας και να διαπράξουν το αδίκημα της ληστείας σε βάρος των ενοίκων αυτού, χτύπησαν το κουδούνι και δήλωσαν ψευδώς στον ένοικο αυτού R.

S. ότι είναι αστυνομικοί και θέλουν να διενεργήσουν έρευνα και αστυνομικό έλεγχο εντός του διαμερίσματος, αντιποιούμενοι με τον τρόπο αυτό την άσκηση δημόσιας εξουσίας. Κατόπιν αυτού ο ως άνω ένοικος τους επέτρεψε την είσοδο και οι ως άνω κατηγορούμενοι εισήλθαν εντός αυτού και ακινητοποίησαν τόσο τον προαναφερόμενο όσο και τον R.

B. που βρισκόταν επίσης εντός του διαμερίσματος, αφού τους χτύπησαν με λακτίσματα στο κεφάλι και τους έδεσαν με πλαστικά δεματικά (tie wraps). Στη συνέχεια τους υποχρέωσαν να στέκονται γονατιστοί με σκυμμένο κεφάλι ώστε να ερευνήσουν το διαμέρισμα και αφαίρεσαν με σκοπό να ιδιοποιηθούν παράνομα και πράγματι ιδιοποιήθηκαν από την κατοχή του R.

S. ένα πορτοφόλι καφέ χρώματος, το χρηματικό ποσό των 200 ευρώ και ένα κινητό τηλέφωνο SAMSUNG, καθώς και το υπ' αρ. …34/1/4380 - μστ υπηρεσιακό σημείωμα της Υπ. Ασφάλειας Μυτιλήνης με τα στοιχεία αυτού του παθόντος, από τον R. B. αφαίρεσαν το χρηματικό ποσό των 400 ευρώ και ένα κινητό τηλέφωνο SAMSUNG, από τον M. M. A. αφαίρεσαν ένα πορτοφόλι καφέ χρώματος και το ποσό των 55 ευρώ καθώς και το υπ' αρ. 6634/1/4380 - νβ υπηρεσιακό σημείωμα της ίδιας ως άνω υπηρεσίας με τα στοιχεία αυτού, όλα δε τα ανωτέρω πράγματα και χρήματα βρέθηκαν στους κατηγορουμένους κατά τη σωματική έρευνα που διενήργησαν οι αστυνομικοί κατά την σύλληψή τους και αναγνωρίσθηκαν από τους παθόντες στους οποίους αποδόθηκαν.

Τέλος από τον επίσης ένοικο του διαμερίσματος R. M. αφαίρεσαν ένα πορτοφόλι και το χρηματικό ποσό των 6.500 ευρώ. Οι κατηγορούμενοι αρνούνται τις παραπάνω πράξεις πλην όμως τα όλα τα παραπάνω αναφερόμενα αποδεικτικά στοιχεία οι πράξεις αποδείχθηκαν και οι ίδιοι συνελλήφθησαν από τους αστυνομικούς που τους είχαν θέσει υπό διακριτική παρακολούθηση από τις 9-3-2015, κατόπιν καταγγελίας στην αστυνομική διεύθυνση ασφαλείας …, ότι ομάδα πέντε ατόμων διέπραττε ληστείες σε βάρος αλλοδαπών στις οικίες των οποίων εισέρχονταν παριστάνοντας τους αστυνομικούς καθώς και ότι τις επόμενες ημέρες θα διαπράττονταν ληστεία στην πολυκατοικία της οδού ... .

Κατά την επίδικη ημέρα της 10-3-2015 μετά την διάπραξη της ληστείας οι κατηγορούμενοι εξήλθαν της πολυκατοικίας και άρχισαν να διασκορπίζονται στους γύρω δρόμους όπου συνελλήφθησαν από τους αστυνομικούς, ενώ οι δύο ως άνω δεμένοι παθόντες διέφυγαν του διαμερίσματος όντας ακόμα δεμένοι πισθάγκωνα. Επίσης πέραν των παραπάνω κλοπιμαίων που βρέθηκαν κατά τη σωματική έρευνα, οι κατηγορούμενοι έφεραν μαζί τους γάντια, σιδηρογροθιά, ένα αναδιπλούμενο μαχαίρι με μήκος λάμας 6,5 εκ., ενώ στην κατοικία των 1ου και 2ου κατασχέθηκαν ένα χιτώνιο επίσημης στολής βαθυκύανο με επιρράματα "Σωφρονιστική Υπηρεσία" και ένα πουλόβερ με επιρράματα της ίδιας υπηρεσίας.

Ενώ στην κατοχή του 4ου κατηγορουμένου εκτός των άλλων βρέθηκε και ένας φακός με την ένδειξη police και ένα μπλουζάκι με το επίρρημα ΟΥΚ. Επιπλέον οι παθόντες κατά την προσαγωγή τους στην αστυνομία αναγνώρισαν ανεπιφύλακτα τους κατηγορουμένους σαν τους δράστες της σε βάρος τους ληστείας. Υπό τα άνω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά οι κατηγορούμενοι τέλεσαν αντικειμενικά και υποκειμενικά τις άνω ληστείες κατά συρροή και όχι κατ' εξακολούθηση, όπως αβάσιμα, δια σχετικού αυτοτελούς ισχυρισμού, προβάλλεται υπό του 1ου, 2ου και 4ου των κατηγορουμένων, καθόσον δεν αρκεί για την κατ' εξακολούθηση τέλεση η ενότητα σκοπού, αλλά και η ταυτότητα του προσβαλλόμενου έννομου αγαθού, υπό την έννοια ότι ο φορέας αυτού πρέπει να είναι πάντοτε ο ίδιος, που εν προκειμένου δεν ισχύει διότι η ληστεία στρέφεται κατά διαφορετικών παθόντων και επομένως κατά διαφορετικών φορέων έννομων αγαθών και εφόσον πρόκειται για διαφορετικά πρόσωπα υπάρχει πραγματική συρροή εγκλημάτων (ΑΠ 1275/2016 όππ).

Επομένως οι κατηγορούμενοι πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι κατά συρροή για τη διάπραξη των παραπάνω ληστειών και για την αντιποίηση αρχής, κατά τα αναφερόμενα ειδικότερα στο διατακτικό της παρούσας, το οποίο αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα της απόφασης αυτής. Στη συνέχεια το Δικαστήριο κήρυξε το κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα που είναι ο αναφερόμενος ως τρίτος κατηγορούμενος στο ανωτέρω σκεπτικό, ένοχο του ότι: "Στην …., στην οδό ... , στις 10-03-2015 και περί ώρα 14:00 με περισσότερες από μια πράξεις τέλεσαν με πρόθεση περισσότερα εγκλήματα, που προβλέπονται και τιμωρούνται από το Νόμο με στερητικές της ελευθερίας ποινές και χρηματική τοιαύτη, και συγκεκριμένα:

Α) Στον προαναφερόμενο τόπο και χρόνο, από κοινού με τον Α. Γ. (ως προς τον οποίο όμως διαχωρίστηκε η δίκη), με σωματική βία εναντίον προσώπου ή με απειλές ενωμένες με επικείμενο κίνδυνο σώματος ή ζωής, αφαίρεσαν από άλλους ξένο (ολικά) κινητό πράγμα ή τους εξανάγκασαν να τους το παραδώσει για να το ιδιοποιηθούν παρανόμως.

Ειδικότερα, στις 10-03-2015 και περί ώρα 14:00, από κοινού άπαντες οι ως άνω κατηγορούμενοι και μαζί με τον Α. Γ. , όπως προελέχθη, ενεργώντας και με κοινό προς τούτο δόλο, με σκοπό, ιδιοποιήσεως ξένων κινητών πραγμάτων, εισήλθαν προσποιούμενοι ότι είναι αστυνομικοί και προβαίνουν σε έλεγχο, σε διαμέρισμα επί της οδού ...

στην Αθήνα, όπου βρήκαν τους εκ των ενοίκων του διαμερίσματος αλλοδαπούς υπηκόους (επ) R. (ον) S. του I. και (επων.) R. (ον) B. του M. , τότε ακινητοποίησαν, κτυπώντας και δένοντας με πλαστικά δεματικά (tie wraps), τους προαναφερόμενους αλλοδαπούς, υποχρεώνοντας τους να στέκονται γονατιστοί με σκυμμένο το κεφάλι, στη συνέχεια δε, αφού ερεύνησαν το διαμέρισμα, αφαίρεσαν από την κατοχή τους ως και από την κατοχή των ετέρων ενοίκων ήτοι των (επ) M. (ον) M.

A. του R. και (επ) R. (ον) M. , τα κάτωθι κινητά πράγματα: ήτοι τα ιδιοκτησίας ή κατοχής του παθόντος (επ) R. (ον) S. του I. πράγματα και δη ένα πορτοφόλι καφέ χρώματος, το χρηματικό ποσό των 200 ευρώ, ένα κινητο SAMSUNG λευκό και το υπ' αριθμ. ….4/1/4380 - μστ από 16/12/2014 υπηρεσιακό σημείωμα από Υπ. Ασφ. Μυτιλήνης υπό στοιχεία (επ) R. (ον) S. , τα ιδιοκτησίας ή κατοχής του παθόντος (επων.) R. (ον) B.

του M. πράγματα και δη το χρηματικό ποσό των 400 ευρώ, ένα κινητό SAMSUNG, τα ιδιοκτησίας ή κατοχής του παθόντος (επ) M. (ον) M. A. του R. πράγματα και δη ένα πορτοφόλι καφέ χρώματος, το χρηματικό ποσό των 55 ευρώ και το υπ' αριθμ. 6634/1/4380 - νβ από 16/12/2014 υπηρεσιακό σημείωμα από Υπ. Ασφ. Μυτιλήνης υπό στοιχεία (επ) M. (ον) Μ. A. , ως και τα ιδιοκτησίας ή κατοχής του παθόντος (επ) R. (oν) M.

πράγματα και δη ένα πορτοφόλι και το χρηματικό ποσό των 6.500 ευρώ, και, στην συνέχεια, τράπηκαν σε φυγή συναποκομίζοντας τα κινητά αυτά πράγματα, τα οποία ενσωμάτωσαν στην περιουσία τους.

Β) Στον προαναφερόμενο τόπο και χρόνο, με πρόθεση, άπαντες πάντοτε οι ειρημένοι κατηγορούμενοι και μαζί τους πάντοτε ο Α. Γ. , αντιποιήθηκαν την άσκηση δημόσιας υπηρεσίας και ειδικότερα, προκειμένου να υποχρεώσουν τους ενοίκους του διαμερίσματος στην επί της οδού ... στην …πολυκατοικίας να ανοίξουν την εξώθυρα του διαμερίσματος για να εισέλθουν εντός αυτού και να τελέσουν σε βάρος τους την πράξη της ληστείας, σύμφωνα με όσα τους αποδίδονται ανωτέρω υπό στοιχείο [Α], τους δήλωσαν, ψευδώς, στον ένοικο του διαμερίσματος (επ) R. (ον) S. ότι είναι αστυνομικοί και πρέπει να τους ανοίξουν την πόρτα για να προβούν σε έρευνα, αντιποιούμενοι τοιουτοτρόπως την άσκηση δημόσιας υπηρεσίας, ο προαναφερόμενος παθών παραπεισθείς τους άνοιξε την εξώθυρα και εισήλθαν εντός του διαμερίσματος και τέλεσαν την πράξη της ληστείας." Με αυτά που δέχτηκε το Δικαστήριο της ουσίας, κατά παραδεκτή αλληλοσυμπλήρωση σκεπτικού και διατακτικού, διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφαση του την απαιτούμενη από τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ` αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχτηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν, κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιοποίνου πράξεως της ληστείας από κοινού, για την οποία καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, καθώς και αυτή της αντιποίησης της αρχής, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις εφαρμοσθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις.

Ειδικότερα, παρά τις περί του αντιθέτου αιτιάσεις του αναιρεσείοντα αναφέρονται στην αιτιολογία της αποφάσεως τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους, από το σύνολο των οποίων το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε κατά νόμο ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά ούτε να προβεί σε αξιολογική συσχέτιση τους και σύγκριση μεταξύ τους.

Επομένως, από το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ κατ' ορθή εκτίμηση πρώτος, δεύτερος και τρίτος λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση για έλλειψη αιτιολογίας, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Οι εκτιθέμενες στους λόγους αυτούς λοιπές αιτιάσεις περί εσφαλμένης εκτίμησης των αποδεικτικών μέσων, καθόσον εξ αυτών συνάγονται, κατά τον αναιρεσείοντα, αντίθετα συμπεράσματα από αυτά στα οποία κατέληξε το Δικαστήριο της ουσίας, είναι απαράδεκτες καθόσον αφορούν την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, την οποία και επιχειρούν να πλήξουν με την επίφαση της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και της έλλειψης νόμιμης βάσης της προσβαλλομένης αποφάσεως.

Η επιβαλλόμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της αποφάσεως πρέπει να υπάρχει όχι μόνο ως προς την κατηγορία, αλλά να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς που προβάλλονται από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορο του. Αυτοτελής ισχυρισμός, η απόρριψη του οποίου πρέπει να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, είναι και αυτός για τη συνδρομή στο πρόσωπο του κατηγορουμένου ελαφρυντικής περιστάσεως από τις αναφερόμενες στο άρθρο 84 παρ. 2 ΠΚ, αφού η παραδοχή του οδηγεί στην επιβολή μειωμένης, κατά το άρθρο 83 του ίδιου Κώδικα, ποινής.

Προϋποτίθεται όμως η προβολή του αυτοτελούς ισχυρισμού κατά τρόπο σαφή και ορισμένο καθώς και η προφορική του ανάπτυξη, δηλαδή με όλα τα πραγματικά περιστατικά, που απαιτούνται κατά νόμο για τη θεμελίωση του, έτσι ώστε να μπορούν να αξιολογούνται και, σε περίπτωση αποδοχής τους, να οδηγούν στο ειδικότερα ευνοϊκό για τον κατηγορούμενο συμπέρασμα.

Διαφορετικά δεν υπάρχει υποχρέωση του δικαστηρίου της ουσίας να απαντήσει επί του ισχυρισμού αυτού, συνεπώς δε ούτε και να αιτιολογήσει ειδικώς την απόρριψή του. Μόνη η επίκληση της νομικής διάταξης που προβλέπει την ελαφρυντική περίσταση ή τον χαρακτηρισμό με τον οποίο είναι αυτή γνωστή στη νομική ορολογία, καθιστά το σχετικό ισχυρισμό αόριστο, στον οποίο, ως τέτοιο, δεν έχει υποχρέωση το Δικαστήριο της ουσίας να απαντήσει πολύ δε περισσότερο να δικαιολογήσει ειδικά την απόρριψή του (ΑΠ 66/2017).

Στην προκειμένη περίπτωση, ως ήδη ανωτέρω ειπώθηκε, μετά τη λήξη της αποδεικτικής διαδικασίας, ο συνήγορος του κατηγορουμένου και ήδη αναιρεσείοντα, κατά το στάδιο των αγορεύσεων, ζήτησε, με μόνη την επίκληση των νομικών διατάξεων, την αναγνώριση στο πρόσωπο του αναιρεσείοντα των ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ. 2α και ε ΠΚ.

Ο ισχυρισμός αυτός χωρίς ειδικότερη αναφορά σε συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά που κατά το νόμο απαιτούνται για τη θεμελίωση των ανωτέρω ελαφρυντικών περιστάσεων έτσι ώστε να μπορούν να αξιολογηθούν και, σε περίπτωση αποδοχής τους, να οδηγήσουν στο ειδικότερα ευνοϊκό για τον κατηγορούμενο συμπέρασμα, ήταν παντελώς αόριστος και, ως εκ τούτου, το Δικαστήριο δεν υποχρεούτο να απαντήσει σ' αυτόν πολύ δε περισσότερο να αιτιολογήσει την απόρριψή του.

Παρά ταύτα το Δικαστήριο για την απόρριψη αυτών διέλαβε σχετική αιτιολογία δεχόμενο ότι: "Όσον αφορά το ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ. 2 α' ΠΚ που αιτούνται όλοι οι κατηγορούμενοι είναι απορριπτέο ως ουσιαστικά αβάσιμο, καθόσον κανείς δεν έχει λευκό ποινικό μητρώο, επομένως μέχρι την τέλεση των ως άνω πράξεων για τις οποίες κατηγορούνται είχαν διαπράξει αδικήματα που έχουν ποινική απαξία, η δε επικαλούμενη οικογενειακή ζωή που έζησαν, δεν αποτελεί δράση πέραν της συνήθους για κάθε μέσο κοινωνικό άνθρωπο, ούτε επέδειξαν, ούτε απέδειξαν θετική για την κοινωνία συμπεριφορά.

Όσον αφορά το ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ. 2ε' ΠΚ είναι επίσης απορριπτέο, αφενός μεν διότι ο διαδραμών χρόνος από την τέλεση της πράξης (2015) μέχρι την εκδίκαση της υπόθεσης (2017) δεν είναι ικανός χρόνος, ώστε να θεωρηθεί ότι καλύπτει "μεγάλο χρονικό διάστημα" που ο νόμος απαιτεί για την καλή συμπεριφορά των κατηγορουμένων, αφετέρου δε γιατί το ως άνω χρονικό διάστημα, οι κατηγορούμενοι ήταν κρατούμενοι και δεν βρίσκονταν υπό καθεστώς ελευθερίας ώστε να επιδείξουν ιδία βούλησει καλή συμπεριφορά, αλλά υπό το πειθαρχικό και εξαναγκαστικό περιβάλλον της φυλακής, όπου η παράβαση των κανόνων της εκεί διαβίωσης, έχει αυστηρότερες συνέπειες.

Ούτε άλλωστε η παρακολούθηση σχολείου εντός της φυλακής αρκεί για να αναγνωρισθεί το ως άνω ελαφρυντικό, άνευ ετέρου, η οποία άλλωστε διενεργήθηκε το τελευταίο έτος". Επομένως, ο σχετικός, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, τέταρτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, λόγω του ότι το Δικαστήριο δεν απάντησε στον ως άνω ισχυρισμό, είναι αβάσιμος και πρέπει ν' απορριφθεί.

Σύμφωνα με το άρθρο 79 παρ. 4 του Π.Κ. "στην απόφαση αναφέρονται ρητά οι λόγοι που δικαιολογούν την κρίση του δικαστηρίου για την ποινή που επέβαλε". Η διάταξη αυτή αναφέρεται στην παρ. 1 του ίδιου άρθρου που ορίζει ότι "κατά την επιμέτρηση της ποινής στα όρια που διαγράφει ο νόμος το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη α) τη βαρύτητα του εγκλήματος που έχει τελεσθεί και β) την προσωπικότητα του εγκληματία". Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με όσα ορίζονται στις παραγράφους 2 και 3 του ίδιου άρθρου, αναφορικά με τα κριτήρια που λαμβάνει υπόψη του το δικαστήριο για την εκτίμηση της βαρύτητας του εγκλήματος και της προσωπικότητας του δράστη, προκύπτει ότι η επιμέτρηση της ποινής σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, ανήκει στην κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο λαμβάνει υπόψη του τη βαρύτητα του εγκλήματος και την προσωπικότητα του κατηγορουμένου, όπως αυτά προκύπτουν από τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά για την ενοχή του, χωρίς να έχει υποχρέωση να διαλάβει στην περί ποινής απόφαση του για τα στοιχεία αυτά ειδικότερη αιτιολογία.

Στην προκειμένη περίπτωση, το Δικαστήριο της ουσίας, με την προσβαλλόμενη απόφαση του, επέβαλε στον κατηγορούμενο συνολικά ποινή κάθειρξης οκτώ (8) ετών και έξι (6) μηνών, αφού, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλομένης, με ειδική σκέψη του για την επιβολή της ποινής αυτής, έλαβε υπόψη του τη βαρύτητα της πράξεως και την προσωπικότητα του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου, για την εκτίμηση δε των στοιχείων τούτων χρησιμοποίησε και τα κριτήρια των παραγράφων 2 και 3 του άρθρου 79 ΠΚ, που ειδικώς μνημονεύει στην απόφαση, δεν ήταν δε υποχρεωμένο να διαλάβει στην απόφαση του αυτή άλλη ειδικότερη αιτιολογία.

Συνεπώς, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠΔ πέμπτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο, κατ' ορθή εκτίμηση, προβάλλεται η αιτίαση ότι στο σκεπτικό της προσβαλλομένης απόφασης διατυπώνεται, ως εκ της ως άνω αναφοράς, αντιφατική κρίση του Δικαστηρίου για την επιμέτρηση της επιβλητέας ποινής και ότι συνεκτιμήθηκαν περιστάσεις, που κατά το άρθρο 79 ΠΚ δεν είναι προσήκουσες και συνεκτιμητέες για την κρινόμενη περίπτωση και ότι έτσι καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μή ερμηνείας και εφαρμογής της διατάξεως του άνω άρθρου 79 ΠΚ, αναφορικά με την εκτίμηση της βαρύτητας του εγκλήματος, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Μετά από αυτά και αφού δεν υπάρχουν άλλοι λόγοι αναίρεσης προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση στο σύνολο της και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 30-4-2018 αίτηση του V. (ον) K. (επ) για αναίρεση της υπ'αριθμ.4696/2017 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ..

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Οκτωβρίου 2018.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 22 Νοεμβρίου 2018.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ