Legislator Case Law & Legislation
1998/2014 AI generated

1998/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1998/2014
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια στο ακροατήριό του, στις 6 Οκτωβρίου 2014, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29/6/2005 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Λασιθίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 124/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 51/2013 του Εφετείου Ανατολικής Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 4/7/2013 αίτησή τους.

Legislator headnote

AI generated

1998/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η τυχόν μη ανατροπή των τεκμηρίων αυτών συνεπάγεται την ευθύνη του έχοντος την εποπτεία του ανηλίκου να αποκαταστήσει τη ζημία του τρίτου. Για τη θεμελίωση της ευθύνης του εποπτεύοντος τον ανήλικο απαιτείται η συνδρομή των παρακάτω προϋποθέσεων : 1) ύπαρξη υποχρέωσης εποπτείας ανηλίκου, που πηγάζει από το νόμο ή σύμβαση.

Keywords

AI generated
legal capacity psychological sequelae deprivation of rights crime victim traumatic brain injury disposition mortis causa
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1998 / 2014 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1998/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Ζευγώλη, Γεώργιο Λέκκα, Πηνελόπη Ζωντανού και Αθανάσιο Καγκάνη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια στο ακροατήριό του, στις 6 Οκτωβρίου 2014, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Κ. Α. του Ι., 2) Μ. συζύγου Κ. Α., 3) Κ. συζύγου Χ. Γ., το γένος Κ. Α., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Εμμανουήλ Χαλκιαδάκη και κατέθεσαν προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Γ. Ρ. του Ν., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Σπανουδάκη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29/6/2005 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Λασιθίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 124/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 51/2013 του Εφετείου Ανατολικής Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 4/7/2013 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αθανάσιος Καγκάνης ανέγνωσε την από 26/9/2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων της αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τη διάταξη του άρθ. 923 παρ. 1 του ΑΚ, που ορίζει ότι ""όποιος έχει την εποπτεία ανηλίκου ή ενηλίκου, ο οποίος τελεί υπό δικαστική συμπαράσταση, ευθύνεται για τη ζημία που τα πρόσωπα αυτά προξενούν παράνομα σε τρίτον, εκτός αν αποδείξει ότι άσκησε την προσήκουσα εποπτεία ή ότι η ζημία δεν μπορούσε να αποτραπεί" προκύπτει ότι, σε περίπτωση προκλήσεως από τον εποπτευόμενο παρανόμου ζημίας σε βάρος τρίτου τεκμαίρεται η συνδρομή στο πρόσωπο του έχοντος την εποπτεία του ανηλίκου τόσο της υπαίτιας παραμέλησης της εποπτείας αυτού όσο και της αιτιώδους συνάφειας μεταξύ αυτής και της παράνομης συμπεριφοράς του εποπτευομένου και της εντεύθεν ζημίας του τρίτου.

Η τυχόν μη ανατροπή των τεκμηρίων αυτών συνεπάγεται την ευθύνη του έχοντος την εποπτεία του ανηλίκου να αποκαταστήσει τη ζημία του τρίτου. Για τη θεμελίωση της ευθύνης του εποπτεύοντος τον ανήλικο απαιτείται η συνδρομή των παρακάτω προϋποθέσεων : 1) ύπαρξη υποχρέωσης εποπτείας ανηλίκου, που πηγάζει από το νόμο ή σύμβαση.

Μεταξύ των εποπτευομένων καταλέγονται και οι ανήλικοι, που δεν συμπλήρωσαν το 18° έτος της ηλικίας τους (αρθ. 127 ΑΚ) κατά το χρόνο της πράξης. Υπόχρεοι εποπτείας ανηλίκου από το νόμο είναι οι γονείς αυτού στα πλαίσια άσκησης της γονικής μέριμνας, (αρθ. 1510, 1513, 1514, 1515 ΑΚ), οι οποίοι ευθύνονται σε ολόκληρο (926ΑΚ) στην περίπτωση που ασκούν την γονική μέριμνα από κοινού 2) Υπαίτια παραμέληση της εποπτείας, που έχει ανατεθεί στον εποπτεύοντα από τον νόμο, η οποία τεκμαίρεται μαχητά σε περίπτωση που ο εποπτευόμενος προκάλεσε παράνομα ζημία σε τρίτον. 3) Παράνομη πρόκληση ζημίας από τον εποπτευόμενο σε τρίτο, υπό την έννοια ότι η ζημιογόνος συμπεριφορά του εποπτευομένου στοιχειοθετεί την αντικειμενική υπόσταση μιας από τις προβλεπόμενες στη διάταξη του αρθ. 914 του ΑΚ αδικοπραξίες, χωρίς να απαιτείται οπωσδήποτε και πταίσμα του εποπτευομένου.

Σε περίπτωση που ο εποπτευόμενος είναι ικανός προς καταλογισμό και ενήργησε υπαίτια ευθύνεται και ο ίδιος προσωπικά σε αποζημίωση διατηρούμενης εις ολόκληρον της (συν)ευθύνης του εποπτεύοντος με βάση τις διατάξεις των άρθρων 923 και 926 ΑΚ. 4)Ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας ανάμεσα στην παραμέληση της εποπτείας από τον εποπτεύοντα και στη ζημιογόνο συμπεριφορά του εποπτευομένου και στην εντεύθεν ζημία του τρίτου.

Η συνάφεια αυτή τεκμαίρεται μαχητά σε περίπτωση που ο εποπτευόμενος προκάλεσε παράνομη ζημία σε τρίτον. Με τη συνδρομή των παραπάνω προϋποθέσεων, σε βάρος του εποπτεύοντος γεννιέται ατομική ευθύνη αυτού για την αποκατάσταση της περιουσιακής ζημίας που ο εποπτευόμενος προξενεί σε τρίτο. Εκτός, όμως, από την άνω ευθύνη γεννιέται σε βάρος του ιδίου του εποπτεύοντος και υποχρέωση για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης του τρίτου βάσει της διατάξεως του αρθ. 932ΑΚ .

Ο εποπτεύων - εναγόμενος, για να ανατρέψει τα ανωτέρω μαχητά τεκμήρια, πρέπει να επικαλεστεί και αποδείξει ότι άσκησε την προσήκουσα εποπτεία ή ότι η αποτροπή της ζημίας δεν ήταν δυνατή ή ότι ή ότι δεν τον βαρύνει πταίσμα για την παραμέληση της εποπτείας ή ότι δεν ήταν από τα πράγματα δυνατή η άσκησή της (ΑΠ 1328/2007, ΑΠ731/2008, ΑΠ1366/2003, ΑΠ340/1995, ΑΠ 1173/1994).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ, ο λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόστηκε ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής τους ή αν εφαρμόστηκε ενώ δεν έπρεπε καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή. Με τον λόγο αυτό ελέγχεται αν υπήρξε σφάλμα στη μείζονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού είτε αυτή διατυπώνεται ρητώς είτε εξυπονοείται ή σφάλμα στην υπαγωγή της ελάσσονος πρότασης, την οποία συνιστούν οι πραγματικές παραδοχές στη μείζονα πρόταση. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αρ. 14 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από το δικαίωμα ή απαράδεκτο. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, η ακυρότητα πρέπει να έχει λάβει χώρα ενώπιον του δικάσαντος δικαστηρίου και να χαρακτηρίζεται ως δικονομική. Το έννομο συμφέρον όμως και η νομιμοποίηση τρυ,διαδίκου, αποτελούν, σύμφωνα με το άρθρο 68 ΚΠολΔ, ουσιαστικές προϋποθέσεις για την παροχή δικαστικής προστασίας.

Συνεπώς, η εσφαλμένη κρίση του δικαστηρίου ότι συντρέχουν ή όχι οι προϋποθέσεις αυτές ιδρύει τον αναιρετικό λόγο του αριθμού 1 του. άρθρου 559 και όχι εκείνον του αριθμού 14, ο οποίος ανακύπτει μόνον όταν στο δικόγραφο της αγωγής δεν εκτίθενται τα στοιχεία που θεμελιώνουν τη νομιμοποίηση και δικαιολογούν το έννομο συμφέρον για την άσκησή της (ΟλΑΠ 25/2008).

Με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης προβάλλεται από τους δύο πρώτους αναιρεσείοντες η από το άρθρο 559 αρ 1 ΚΠολΔ αιτίαση με την επίκληση ότι, η προσβαλλομένη απόφαση, κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των , ουσιαστικού δικαίου, διατάξεων των άρθρων 127,1510, ΑΚ 63 και 68 ΚΠολΔ, δέχθηκε την κατ' αυτών, "υπό την ιδιότητα των ασκούντων τη γονική μέριμνα της ανήλικης θυγατέρας τους Κ.", ασκηθείσα και επί της διατάξεως του άρθρου 923 ΑΚ θεμελιωθείσα (από 29-6-05) αγωγή του αναιρεσιβλήτου περί αποζημιώσεώς του για την, σε βάρος του τελεσθείσα από την ως άνω ανήλικη θυγατέρα τους, αδικοπραξία (σωματική βλάβη) επιδικάζοντας σε βάρος τους (και εις ολόκληρον) το ποσό των 48.314,27 ευρώ παρόλο που, τόσο κατά την πρωτόδικη όσο και κατά την δευτεροβάθμια συζήτηση της υπόθεσης δεν υφίστατο παθητική νομιμοποίηση αυτών λόγω της χωρήσασας, πριν από την πρωτοβάθμια ήδη συζήτηση αυτής, ενηλικίωση της θυγατέρας τους και της αυτοδικαίως επελθούσης λήξης της αντιπροσωπευτικής τους εξουσίας, με βάση και μόνο των οποία καταγνώστηκε η ευθύνη τους, καθόσον αυτοί "ουδέποτε υπήρξαν αληθείς φορείς της έννομης σχέσης της δίκης αλλά η θυγατέρα (τους) στην οποία και αποδόθηκε το ζημιογόνο αίτιο (πλήγμα)".

Ο λόγος αυτός κρίνεται απορριπτέος ως στηριζόμενος στην εσφαλμένη προϋπόθεση ότι η παθητική νομιμοποίησή τους στην ένδικη υπόθεση στηρίζεται στην αντιπροσωπευτική τους εξουσία που απορρέει από την ιδιότητα των ασκούντων τη γονική μέριμνα της ανήλικης θυγατέρας τους, ενώ, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση αφενός του εισαγωγικού δικογράφου της ένδικης αγωγής, στρεφόμενης κατά των παραπάνω αναιρεσειόντων "ως εναγομένων ατομικώς και ως ασκούντων τη γονική μέριμνα επί της (συνεναγομένης) ανήλικης θυγατέρας τους Κ.

Α." και αφετέρου της προσβαλλομένης απόφασης, αυτή θεμελιώνεται στην από τις διατάξεις των άρθρων 1510 και 923 ΑΚ απορρέουσα νομική υποχρέωση αποκατάστασης, υπό τη συνδρομή των αναφερομένων στη μείζονα σκέψη προϋποθέσεων, της ζημίας, την οποία παρανόμως προκάλεσε στην αναιρεσίβλητο η υπό την εποπτεία τους τελούσα ανήλικη θυγατέρα τους, η ενηλικίωση της οποίας συνεπέφερε μόνο τη λήξη της εξουσίας προς εκπροσώπηση της τελευταίας ως συνεναγομένης τους και εις ολόκληρον μ' αυτούς ευθυνόμενης, στις διεξαχθείσες σχετικές δίκες, όχι δε και την άρση της ατομικής παθητικής νομιμοποιήσεώς τους προς αποζημίωση του αναιρεσιβλήτου, όπως εσφαλμένως υπολαμβάνουν οι αναιρεσείοντες, ή οποία θεμελιώνεται στη διάταξη του αρθ 923ΑΚ.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος, απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες, αφού το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 1254/10, ΑΠ179, 495/13).

Με το δεύτερο λόγο της αναίρεσης προβάλλεται από τους ίδιους, ως άνω, αναιρεσείοντες η από το αρθρ. 559 αρ. 19 ΚΠολΔ αιτίαση με την επίκληση ότι, η προσβαλλομένη απόφαση έκανε δεκτή ως και ουσιαστικά βάσιμη την κατ' αυτών, από τα άρθρα 914 και 923 ΑΚ αγωγή του αναιρεσιβλήτου, δεχθείσα, με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, αφενός τη συνδρομή των απαιτουμένων από τις παραπάνω διατάξεις προϋποθέσεων για την κατάφαση της αποδιδομένης σε βάρος τους με την ένδικη αγωγή (του αναιρεσιβλήτου) αδικοπρακτικής συμπεριφοράς και αφετέρου το αναπόδεικτο της, προβληθείσας προς ανατροπή του περί υπαιτιότητας τους τεκμηρίου, ένστασης ασκήσεως της προσήκουσας εποπτείας.

Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης προκύπτει ότι, αυτή, μετ' εκτίμηση των προσκομισθεισών από τους διαδίκους αποδείξεων, δέχθηκε, αναφορικά με τα κρίσιμα ως άνω ζητήματα, τα παρακάτω : "Ο ενάγων (αναιρεσίβλητος), ηλικίας 19 ετών, και η τρίτη εναγομένη, (γ' αναιρεσείουσα) 16 ετών, στις 5 Ιουνίου 2004 και περί ώρα 9.30 μμ, διασκέδαζαν με παρέα φίλων τους, εφηβικής και μετεφηβικής ηλικίας, σε αγροικία, ιδιοκτησίας του Γ.

Δ., στο χωριό Λακωνια προσκεκλημένοι του υιού του τελευταίου, Κ.. Κατά τη διάρκεια της διασκέδασης, η τρίτη εναγομένη εκσφενδόνισε στο πρόσωπα του ενάγοντος, "καλαμάκι", το οποίο χρησιμοποιείται για το ψήσιμο κρέατος και στο οποίο υπήρχαν υπολείμματα ψημένου κρέατος. Το "καλαμάκι" καρφώθηκε με το εμπρόσθιο αιχμηρό τμήμα του, στο δεξιό οφθαλμό του τελευταίου, προκαλώντας το σοβαρότατο τραυματισμό του, με τελικό επακόλουθο την οριστική απώλεια τούτου.

Υπαίτια του τραυματισμού του ενάγοντος, είναι η τρίτη εναγομένη, η οποία κατά το χρόνο του ατυχήματος δεν είχε συμπληρώσει το δέκατο έκτο έτος της ηλικίας της (αρθρ. 916 του Α.Κ.), ενηλικιωθείσα ήδη -κατά το χρόνο συζήτησης της αγωγής και η αδικοπραξία που τέλεσε καταλογίζεται στην ίδια. Συγκεκριμένα η τρίτη εναγομένη από αμέλεια, δηλαδή έλλειψη της προσοχής την οποία όφειλε ως μέσος συνετός άνθρωπος της ηλικίας της, στοχεύοντας το πρόσωπο του ενάγοντα, εκσφενδόνισε σ' αυτόν "καλαμάκι", στο οποίο υπήρχαν υπολείμματα ψημένου κρέατος και δεν προέβλεψε ότι η ενέργεια της αυτή, ενόψει της αιχμηρότητας του αντικειμένου, του σημείου του προσώπου που θα μπορούσε να πλήξει θα είχε ως επακόλουθο το σοβαρότατο τραυματισμό του ενάγοντα, με αποτέλεσμα να τραυματίσει αυτόν στο δεξιό οφθαλμό, με τελικό επακόλουθο την οριστική απώλεια του.

Περαιτέρω, οι πρώτος και δεύτερη των εναγομένων, γονείς της τρίτης εναγομένης, οι οποίοι ασκούσαν από κοινού τη γονική μέριμνα και εποπτεία αυτής, ευθύνονται για τη ζημία που προκάλεσε η ανήλικη θυγατέρα τους στον ενάγοντα, καθόσον τεκμαίρεται, σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στη μείζονα σκέψη, η συνδρομή στο πρόσωπο τους, τόσο της υπαίτιας παραμέλησης της εποπτείας της ανήλικης, όσο και του αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς της ανήλικης και της εντεύθεν προκαλούμενης ζημίας στον ενάγοντα.

Οι εναγόμενοι γονείς ισχυρίστηκαν, ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, κατ' ένσταση, και παραδεκτά επαναφέρουν με λόγο εφέσεως, ότι δεν ευθύνονται για την αποκατάσταση της ζημίας του ενάγοντος, διότι άσκησαν την προσήκουσα εποπτεία στην ανήλικη, καθώς και ότι δεν υφίσταται πταίσμα τους, περί την άσκηση της γονικής μέριμνας ούτε υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος ανάμεσα στη ζημιογόνα συμπεριφορά της ανήλικης θυγατέρας τους και στη ζημία του ενάγοντος.

Όμως οι εναγόμενοι ουδένα αποδεικτικό μέσο επικαλέστηκαν, που να αποδεικνύει την ένσταση τους αυτή, το βάρος αποδείξεως της οποίας φέρουν αυτοί, αφού, σύμφωνα με το άρθρο 923 του Α.Κ., επί του οποίου εδράζεται η ευθύνη τους, τόσο το πταίσμα τους περί την άσκηση της εποπτείας, όσο και ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της παρανομίας της ανήλικης θυγατέρας τους τεκμαίρεται μαχητώς.

Συνεπώς, αυτοί είναι υποχρεωμένοι να αποδείξουν την ανυπαρξία των παραπάνω περιστατικών, που θεμελιώνουν την ευθύνη τους. Ειδικότερα, δεν αποδείχτηκε ότι, οι πρώτος και δεύτερη των εναγομένων, άσκησαν την προσήκουσα εποπτεία στην ανήλικη θυγατέρα τους, που πρέπει να ασκείται από τους γονείς σε εφήβους της ηλικίας της, εμφυσώντας σ' αυτή σεβασμό για τη σωματική ακεραιότητα των συνανθρώπων της και ότι η ενέργεια της αυτή, δεν συνδεόταν με τη παραμέληση στην άσκηση της εποπτείας, ή ότι η ζημία θα συνέβαινε ανεξάρτητα από την έλλειψη πταίσματος τους, όσον αφορά αυτή.

Περαιτέρω δεν απέδειξαν ότι η θυγατέρα τους, είχε τη προσήκουσα καθοδήγηση και επιτήρηση από αυτούς, ώστε να έχει τα αναγκαία για τη κοινωνική συμβίωση όρια στη συμπεριφορά της, αφού χωρίς να προκύπτει ότι δέχθηκε επίθεση από τον ενάγοντα, εκσφενδόνισε εναντίον του το αιχμηρό αντικείμενο που προαναφέρθηκε, κατά τρόπο που, από τα αποτελέσματα της πράξης της, ήταν επικίνδυνος.

Εξάλλου δεν αποδείχτηκε ότι, οι πρώτος και δεύτερη των εναγομένων είχαν επιστήσει την προσοχή στη τρίτη εναγομένη, να μη μετέρχεται επιθετικές και επικίνδυνες ενέργειες, όπως αυτή που από αμέλεια ενήργησε σε βάρος του ενάγοντος, για την αποφυγή ατυχημάτων και ότι ελάμβαναν όλα τα μέτρα παραχωρώντας σ' αυτή ελεγχόμενα ελευθερίες, λαμβανομένου υπόψη ότι ήταν δεκαέξι ετών, ασκώντας όμως διακριτική εποπτεία.

Άλλωστε το γεγονός ότι η τρίτη εναγομένη είναι καλή μαθήτρια και αθλήτρια της ιστιοπλοΐας με διακρίσεις και συμμετοχές σε διεθνείς οργανώσεις, δεν αναιρεί την ανωτέρω κρίση του δικαστηρίου. Τα παραπάνω περιστατικά ενισχύονται και από την κατάθεση της μάρτυρος αποδείξεως, μητέρας του ενάγοντος, η οποία στη κατάθεση της αναφέρει ότι, η ανήλικη επεδείκνυε επιθετική συμπεριφορά και μετά το συμβάν και σε άλλους συμμαθητές της, που από κοινού με αυτήν, επισκέφτηκαν τον ενάγοντα στο νοσοκομείο.

Συνεπώς πρέπει να απορριφθεί η ως άνω ένσταση των πρώτου και δεύτερης των εναγομένων ως αβάσιμη, όπως ορθά έκρινε και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο και ο σχετικός λόγος εφέσεως ως αβάσιμος.

Περαιτέρω από τα ίδια αποδεικτικά μέσα, αποδείχτηκε ότι ο ενάγων μεταφέρθηκε στο Νοσοκομείο Αγίου Νικολάου και από εκεί στις 7-6-2004, διακομίστηκε στο Πανεπιστημιακό Νοσοκομείο Ηρακλείου, όπου, όπως αναφέρεται στην από 21-6-2004, ιατρική γνωμάτευση του ιατρού του ως άνω νοσοκομείου Μ. Τ., διαπιστώθηκε διαμπερές τραύμα στο σκληρό κερατοειδές όριο με προβολή υαλοειδούς.

Το τραύμα ήταν στεγανοποιημένο με μηχανισμό βαλβίδας. Ο κερατοειδής ήταν οιδηματώδης με πτυχές δεσκεμετείου. Υπήρχε υπόπτυο, ο φακός ήταν δυσδιάκριτος, λόγω αντίδρασης του προσθίου θαλάμου και η βυθοσκόπηση ήταν αδύνατη. Διαγνώστηκε μετατραυματική ειδοφθαλμίτιδα και χειρουργήθηκε την ίδια ημέρα. Υποβλήθηκε σε φακεκτομή και υαλοειδεκτομή.

κοιλότητας και του αμφιβληστροειδούς. Τις πρώτες μετεγχειρητικές ημέρες παρουσίασε εκτεταμένο πλαστικό εξίδρωμα στο πρόσθιο θάλαμο. Στη συνέχεια, λόγω της σοβαρότητας της κατάστασης, κρίθηκε ότι πρέπει να μεταφερθεί με συνοδό στο νοσοκομείο Αθηνών "Γεώργιος Γεννηματάς", προς αντιμετώπιση της αποκόλλησης του αμφιβληστροειδούς, όπου νοσηλεύτηκε από 26-7-2004 μέχρι 30-7-2004.

Περαιτέρω ο ενάγων επισκέφθηκε το εν λόγω νοσοκομείο για επανέλεγχο, στις 10-8-2004, 1-9-2004, 6-10-2004 και 9-5-2005. Παράλληλα ο ενάγων τελώντας σε διαρκή αγωνία, προκειμένου να περισώσει τον οφθαλμό του, επισκεπτόταν και άλλα νοσοκομεία, κλινικές και ειδικούς ιατρούς και υποβαλλόταν σε θεραπευτική αγωγή. Κατά την εξέταση του ο ενάγων στις 24-11-2005 στο Πανεπιστημιακό Νοσοκομείο Ηρακλείου, διαπιστώθηκε, ότι ο δεξιός οφθαλμός του ευρίσκεται σε διαδικασία φθίσης, λόγω παλαιού τραύματος και φέρει πρόθεση, όπως προκύπτει από την με ημερομηνία 24-11-2005 ιατρική βεβαίωση του ιατρού του ως άνω νοσοκομείου Μ.

Τ.. Εξάλλου με την με αρ. 17/15-12-2005 απόφαση της Πρωτοβάθμιας Υγειονομικής Επιτροπής του Ι ΚΑ, ο ενάγων κρίθηκε ανάπηρος, κατά ποσοστό 50%, καθόσον ο δεξιός οφθαλμός του, ευρίσκεται σε κατάσταση φθίσης, λόγω παλαιού τραύματος και φέρει πρόθεση. Υπό τις παραδοχές αυτές η προσβαλλομένη απόφαση προέβη σε ορθή ερμηνεία και εφαρμογή των, ουσιαστικού δικαίου, διατάξεων των άρθρων 914 και 923 ΑΚ, διαλαβούσα στην ελάσσονα πρόταση του νομικού της συλλογισμού, που αναφέρεται στο πραγματικό των εφαρμοσθέντων ως άνω κανόνων δικαίου πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες αναφορικά με τα παραπάνω, κρίσιμα για την έκβαση της δίκης, ζητήματα δεχθείσα αφενός τη συνδρομή των, απαιτουμένων για τη θεμελίωση της αποδιδόμενης στους αναιρεσείοντες αδικοπρακτικής ευθύνης, προϋποθέσεων και ειδικότερα α) της παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς της εποπτευομένης ανήλικης και β) της τεκμαιρόμενης υπαίτιας παραμέλησης της ασκούμενης απ' αυτούς εποπτείας καθώς και της αιτιώδους μεταξύ συμπεριφοράς και ζημίας συναφείας και αφετέρου τη μη συνδρομή περιπτώσεως ανατροπής του παραπάνω, περί υπαίτιας παραμέλησης τεκμηρίου ενόψει της μη προσκομισθείσας από τους τελευταίους απόδειξης σχετικής με την προβληθείσα απ' αυτούς ένσταση (προς ανατροπή του εν λόγω τεκμηρίου) ασκήσεως της προσήκουσας επιμέλειας, με αποτέλεσμα να κρίνεται απορριπτέα ως αβάσιμη η προβαλλόμενη αιτίαση.

Περαιτέρω, κατά μεν την παρ. 1 του άρθρου 368 ΚΠολΔ "το δικαστήριο μπορεί να διορίσει έναν ή περισσότερους πραγματογνώμονες, αν κρίνει πως πρόκειται για ζητήματα που απαιτούν για να γίνουν αντιληπτά ειδικές γνώσεις "επιστήμης ή τέχνης", κατά δε και την παρ. 2 του ίδιου άρθρου "το δικαστήριο οφείλει να διορίσει πραγματογνώμονες αν το ζητήσει κάποιος διάδικος και κρίνει πως χρειάζονται ειδικές γνώσεις επιστήμης ή τέχνης".

Η χρησιμοποίηση στο μεταγλωττισμένο στη δημοτική κείμενο της τελευταίας διατάξεως της λέξης "ειδικές", αντί της λέξης "ιδιάζουσες", οφείλεται σε εσφαλμένη μεταγλώττιση από το κείμενο της καθαρεύουσας, στο οποίο χρησιμοποιείται η λέξη "ιδιάζουσα". Έτσι ισχύει, σύμφωνα με το άρθρο 36 παρ. 3 εδαφ. τελευταίο του Ν. 1406/1983, λόγω της νοηματικής διαφοράς που προκύπτει, το αρχικό κείμενο της διατάξεως που είναι διατυπωμένο στην καθαρεύουσα.

Από τις αμέσως πιο πάνω παρατιθέμενες διατάξεις του ΚΠολΔ προκύπτει ότι, η συμπλήρωση των αποδείξεων με τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης εναπόκειται στην κυριαρχική και μη ελεγχόμενη αναιρετικά κρίση, του δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο ελευθέρως εκτιμά την ανάγκη της χρησιμοποιήσεως του αποδεικτικού αυτού μέσου, με εξαίρεση την περίπτωση κατά την οποία κάποιος από τους διαδίκους ζητήσει τη διεξαγωγή πραγματογνωμοσύνης και το δικαστήριο κρίνει ότι χρειάζονται όχι απλώς "ειδικές", αλλά "ιδιάζουσες" γνώσεις επιστήμης ή τέχνης, οπότε οφείλει να διορίσει πραγματογνώμονα ή πραγματογνώμονες.

Επομένως, αν δεν υπάρχει παραδοχή του δικαστηρίου ότι πρόκειται για ζητήματα που απαιτούν για να γίνουν αντιληπτά ιδιάζουσες γνώσεις επιστήμης ή τέχνης, η μη λήψη υπόψη ισχυρισμού του διαδίκου για ανάγκη διενέργειας πραγματογνωμοσύνης ή η απόρριψη ρητώς ή σιωπηρώς, σχετικού αιτήματος αυτού δεν δημιουργεί λόγο αναιρέσεως κατά το άρθρο 559 αρ 10 ΚΠολΔ (ΑΠ 932/2014, ΑΠ1186/10, ΑΠ902/2009, 525/2000).

Με τον τρίτο λόγο της αναίρεσης προβάλλεται από τους αναιρεσείοντες η, κατ' ορθή εκτίμηση των προς θεμελίωσή του εκτιθέμενου, από το άρθρο559 αρ 10και όχι 19 ΚΠολΔ αιτίαση με την επίκληση ότι, η προσβαλλομένη απόφαση, παρά το νόμο, απέρριψε την απ' αυτούς νομοτύπως υποβληθείσα αίτηση διενεργείας ιατρικής πραγματογνωμοσύνης προς διαπίστωση του ασκούντος ουσιώδους επιρροή στην έκβαση της δίκης ζητήματος της "γεννεσιουργού αιτίας τύφλωσης του δεξιού οφθαλμού του αναιρεσιβλήτου" δεχθείσα αναποδείκτως την πρόκλησή της από την περιγραφομένη σ' αυτήν (απόφαση) αδικοπρακτική συμπεριφορά της ανήλικης θυγατέρας των αναιρεσειόντων.

Ο λόγος αυτός κρίνεται απορριπτέος ως ουσιαστικά αβάσιμος, αφού, από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης, προκύπτει ότι, η σχετική περί πραγ/σύνης αίτηση των αναιρεσειόντων ερευνήθηκε από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο και απορρίφθηκε (με σχετική παραδοχή της προσβαλλομένης ) με την αιτιολογία ότι "το Δικαστήριο κρίνει ότι δεν απαιτούνται ιδιάζουσες γνώσεις για την αντίληψη του εν λόγω ζητήματος και τον σχηματισμό ασφαλούς δικανικής κρίσης, ότι δηλαδή η γενεσιουργός αιτία της τύφλωσης του ενάγοντα από το δεξιό οφθαλμό είναι ο τραυματισμός του από την τρίτη εναγομένη καθόσον τα προαναφερόμενα αποδεικτικά στοιχεία της δικογραφίας κρίνονται επαρκή για την ασφαλή διάγνωση της υποθέσεως αυτής, αφού δεν αποδείχτηκε ότι συνέτρεξαν άλλα περιστατικά τα οποία συνέβαλαν στο αποτέλεσμα αυτό", δηλαδή με αιτιολογία η οποία δεν διαλαμβάνει παραδοχή περί της αναγκαιότητας ιδιαζουσών γνώσεων επιστήμης και τέχνης προς διαμόρφωση του αποδεικτικού πορίσματος, στο οποίο κατέληξε, οπότε και θα υφίστατο θεμελίωση του προβαλλομένου αναιρετικού λόγου, αφού, στην περίπτωση αυτή θα ήταν υποχρεωτική, σύμφωνα με το άρθρο 368 παρ.2 ΚΠολΔ η αποδοχή του σχετικού αιτήματος των αναιρεσειόντων (ΑΠ 1186/2010, ΑΠ 902/2009, ΑΠ 1817/2009).

Κατ' ακολουθίαν όλων των ως άνω αναφερθέντων και ενόψει της μη προβολής άλλου (αναιρετικού) λόγου προ έρευνα, πρέπει ν' απορριφθεί στο σύνολό της η ένδικη αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο ( αρ 495 παρ 4 ΚΠολΔ) και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου ( άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την, από 4-7-2013 και με αριθμ. καταθ. 5/13, αίτηση αναίρεσης της 51/2013 τελεσίδικης απόφασης του Εφετείου Ανατολικής Κρήτης. Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου από δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Οκτωβρίου 2014.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 3 Νοεμβρίου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ