1998/2013 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Σεπτεμβρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24-5-1999 αίτηση για τον καθορισμό οριστικής τιμής μονάδας αποζημίωσης σε απαλλοτριωθείσες εκτάσεις, των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Εφετείο Θεσσαλονίκης. Αφού συνεκδικάσθηκε με άλλες συναφείς αιτήσεις και ανταιτήσεις προσώπων που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα δίκη, εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3021/2001 μη οριστική και 503/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 10-2-2005 αίτησή τους. Εκδόθηκε η 1143/2006 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία αναίρεσε μερικώς και παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο. Εκδόθηκε η 2231/2007 μη οριστική και 1765/2010 οριστική απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση των δύο τελευταίων αποφάσεων ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 9-2011 αίτησή τους.
Legislator headnote
AI generated1998/2013 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Με την παράγραφο 3 του ως άνω άρθρου ορίστηκε ότι ως ωφελούμενοι παρόδιοι ιδιοκτήτες για την εφαρμογή του θεωρούνται εκείνοι των οποίων τα ακίνητα αποκτούν πρόσωπο επί των διανοιγόμενων οδών, ενώ κατά την παρ. 4 του ίδιου άρθρου όταν οι δικαιούχοι της αποζημίωσης για την απαλλοτρίωση είναι υπόχρεοι για την πληρωμή αυτής επέρχεται συμψηφισμός δικαιωμάτων και υποχρεώσεων.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1998 / 2013 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1998/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Νικόλαο Λεοντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασιλική Θάνου-Χριστοφίλου, Δημητρούλα Υφαντή, Ιωάννα Πετροπούλου και Μαρία Χυτήρογλου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Σεπτεμβρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1.α) Ε. Κ. του Ι. και β) Ε. Κ. του Ι., κατοίκων ..., 2. Ν. Π. - Π. του Α., κατοίκου ..., 3. α) Χ. Κ. του Ι. και β) Σ. Κ. του Ι., κατοίκων ..., 4. α) Γ. Γ. του Α. και β) Σ. συζύγου Γ. Γ., το γένος Δ. Μ., κατοίκων ... . Όλοι οι ανωτέρω εκπροσωπήθηκαν δια του πληρεξουσίου δικηγόρου τους Κωνσταντίνο Μιχαηλίδη, ο οποίος παραστάθηκε με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε δια του πληρεξουσίου Παρέδρου του ΝΣΚ Ευάγγελο Μαρίνη και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24-5-1999 αίτηση για τον καθορισμό οριστικής τιμής μονάδας αποζημίωσης σε απαλλοτριωθείσες εκτάσεις, των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Εφετείο Θεσσαλονίκης. Αφού συνεκδικάσθηκε με άλλες συναφείς αιτήσεις και ανταιτήσεις προσώπων που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα δίκη, εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3021/2001 μη οριστική και 503/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 10-2-2005 αίτησή τους. Εκδόθηκε η 1143/2006 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία αναίρεσε μερικώς και παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο. Εκδόθηκε η 2231/2007 μη οριστική και 1765/2010 οριστική απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση των δύο τελευταίων αποφάσεων ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 9-2011 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης, Μαρία Χυτήρογλου, ανέγνωσε την από 24-11-2012 έκθεση του κωλυομένου να συμμετάσχει στην σύνθεση του Αρεοπαγίτη και νυν Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά την διάταξη του άρθρου 13 παρ. 3 του Ν.Δ. 797/1971 "Περί αναγκαστικών απαλλοτριώσεων" (η οποία εφαρμόζεται στην προκειμένη περίπτωση, κατ' άρθρο 29 παρ. 2 του Ν. 2882/2001), σε περίπτωση αναγκαστικής απαλλοτριώσεως τμήματος ακινήτου εξ αιτίας της οποίας το τμήμα που απομένει στον ιδιοκτήτη υφίσταται σημαντική υποτίμηση της αξίας του ή καθίσταται άχρηστο για την χρήση, για την οποία προορίζεται, με την ίδια απόφαση, για τον καθορισμό της αποζημιώσεως, προσδιορίζεται και παρέχεται ιδιαίτερη γι' αυτήν αποζημίωση του ιδιοκτήτη, μαζί με την καταβαλλόμενη για το απαλλοτριούμενο τμήμα.
Από την διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με τις διατάξεις του άρθρου 17 παρ. 2 του Συντάγματος και του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, που κυρώθηκε, μαζί με την σύμβαση, αρχικώς με τον Ν. 2329/1953 και εκ νέου με το ΝΔ 53/1974 και έχει αυξημένη ισχύ, κατ' άρθρο 28 του Συντάγματος, συνάγεται ότι, για να είναι πλήρης η αποζημίωση, πρέπει να περιλαμβάνει όχι μόνον την αξία του απαλλοτριουμένου τμήματος του ακινήτου, αλλά και την ζημία, την οποία υφίσταται ο ιδιοκτήτης, επειδή το τμήμα που του απομένει μετά την απαλλοτρίωση γίνεται άχρηστο ή μειώνεται σημαντικώς η αξία του.
Στην περίπτωση αυτή, κατά την οποία το απομένον τμήμα υφίσταται σημαντική μείωση της αξίας του ή καθίσταται άχρηστο, ο ιδιοκτήτης του δικαιούται να ζητήσει τον καθορισμό και την παροχή, ιδιαιτέρας αποζημιώσεως, είτε κατά την δίκη του προσωρινού προσδιορισμού, είτε κατ' αυτήν του οριστικού προσδιορισμού της αποζημιώσεως, για το τμήμα που απαλλοτριώθηκε, η αποζημίωση δε αυτή καλύπτει όχι μόνο την, εκ της απαλλοτριώσεως και μόνο της εκτάσεως του όλου ακινήτου, ζημία, αλλά και εκείνη που επήλθε από την εκτέλεση του έργου, για το οποίο κηρύχθηκε η απαλλοτρίωση του μέρους του ακινήτου.
Διότι άλλως, ως προς την τελευταία αυτή ζημία, το παραμένον στον ιδιοκτήτη τμήμα του ακινήτου και επομένως η περιουσία του θα παρέμενε χωρίς αποκατάσταση. Κατά τη διάταξη του άρθρου 1 του ν. 653/1977 "περί υποχρεώσεως των παροδιών ιδιοκτητών για τη διάταξη εθνικών οδών κ.λ.π.", όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 62 παρ. 9 και 10 του ν. 947/1979 αναφορικά με την εφαρμογή αυτών και στις περιπτώσεις των προς βελτίωση των υφισταμένων οδών πραγματοποιουμένων νέων χαράξεων ή διαπλατύνσεων αυτών ή τμημάτων, καθώς και επί των επαρχιακών οδών για το μέχρι 20 μέτρων πλάτους αυτών, προκειμένου περί διάνοιξης εκτός σχεδίου πόλεων εθνικών οδών πλάτους κατάληψης 30 μέτρων, οι ωφελούμενοι παρόδιοι ιδιοκτήτες κάθε πλευράς υποχρεούνται σε αποζημίωση ζώνης πλάτους 15 μέτρων με τη συμμετοχή τους στις δαπάνες της απαλλοτρίωσης των καταλαμβανόμενων από τις οδούς αυτές ακινήτων.
Με την παράγραφο 3 του ως άνω άρθρου ορίστηκε ότι ως ωφελούμενοι παρόδιοι ιδιοκτήτες για την εφαρμογή του θεωρούνται εκείνοι των οποίων τα ακίνητα αποκτούν πρόσωπο επί των διανοιγόμενων οδών, ενώ κατά την παρ. 4 του ίδιου άρθρου όταν οι δικαιούχοι της αποζημίωσης για την απαλλοτρίωση είναι υπόχρεοι για την πληρωμή αυτής επέρχεται συμψηφισμός δικαιωμάτων και υποχρεώσεων.
Οι προαναφερόμενες διατάξεις του άρθρου παράγραφοι 1, 3 και 4 του Ν. 653/1977 που εισάγουν αμάχητο τεκμήριο ωφέλειας, κρίθηκε ότι αντίκεινται στο άρθρο 1 του πρώτου (πρόσθετου) πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης δικαιωμάτων του ανθρώπου (ΕΣΔΑ) που, μετά την επικύρωση της με το ν.δ. 53/1974, αποτελεί εσωτερικό δίκαιο και υπερισχύει από κάθε άλλη διάταξη του ημεδαπού δικαίου, άρα και της πιο πάνω διάταξης του Ν 653/1977 (άρθρο 28 παρ. 1 Συντάγματος).
Ωστόσο, το τεκμήριο αυτό δεν καταργείται, αλλά εξακολουθεί να ισχύει ως μαχητό όπως προβλέπεται ρητά πλέον και από το άρθρο 33 του Ν. 2971/2001, από το συνδυασμό των διατάξεων των παραγράφων 1 και 4 του οποίου προκύπτει ότι τα στοιχεία για την ωφέλεια ή μη του ακινήτου διευρύνονται και ότι εκτός από την πρόσοψη επί της διανοιγόμενης οδού, που προέβλεπε ο ως άνω νόμος 653/1977, ορίζονται (ενδεικτικά) και η δυνατότητα πρόσβασης του ακινήτου στο έργο, που περιλαμβάνεται στη ζώνη απαλλοτρίωσης, η δημιουργία επιπτώσεων στις χρήσεις του ακινήτου και η, κατά τις ισχύουσες διατάξεις, αρτιότητα και οικοδομησιμότητα του ακινήτου.
Έτσι, ο ισχυριζόμενος ότι το απομένον τμήμα του ακινήτου του δεν ωφελείται, αλλά αντιθέτως ζημιώνεται από την απαλλοτρίωση, μπορεί, αποδεικνύοντας το αντίθετο της τεκμαιρομένης ωφέλειας, δηλαδή την επικαλούμενη ζημία του και ανατρέποντας το ως άνω μαχητό τεκμήριο, να αποζημιωθεί και για την αυτοαποζημιούμενη έκτασή του και να ζητήσει τον καθορισμό οριστικής τιμής μονάδας αποζημίωσης και γι' αυτή.
Περαιτέρω παράβαση του κανόνα δικαίου που ιδρύει τον λόγο αναιρέσεως του αρθ. 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ υπάρχει εφόσον αυτός δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή εάν αυτός εφαρμοσθεί ενώ δεν έπρεπε ή εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα (Ολ.ΑΠ 36/88 Ελλην. Δνη 1989/1153). Ενώ έλλειψη νόμιμης βάσης που ιδρύει τον λόγο αναιρέσεως του αρθ.19 του ανωτέρω άρθρου υπάρχει όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά ή τα εκτιθέμενα καθόλου πραγματικά περιστατικά ή τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του κανόνα δικαίου για την επέλευση της απαγγελθείσας έννομης συνέπειας ή την άρνησή της ή αντιφάσκουν μεταξύ τους.
Τέλος ο λόγος αναιρέσεως από το άρθ. 559 αρθ.11 περ.β Κ.Πολ.Δ στην περίπτωση κατά την οποία το δικαστήριο έλαβε υπόψη του αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν για να είναι ορισμένος θα πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο α) ποιές είναι οι αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν και τις οποίες έλαβε υπόψη το δικαστήριο της ουσίας β) ο ισχυρισμός για τον οποίο το δικαστήριο έλαβε υπόψη τις αποδείξεις και γ ) η επίδραση που είχε αυτός στο διατακτικό της απόφασης.
Στην παρούσα περίπτωση, με την προσβαλλομένη απόφασή του, όπως προκύπτει από αυτή, το Εφετείο δέχθηκε, ανελέγκτως, ως αποδειχθέντα, τα κατωτέρω πραγματικά περιστατικά: "... 1. Από τις καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάσ8ηκαν ενόρκως στο ακροατήριο του Δικαστηρίου αυτού και περιέχονται στα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά, εκτιμώμενες καθεμία χωριστά και σε συνδυασμό μεταξύ τους, ανάλογα με τον τρόπο γνώσεως και το βαθμό αξιοπιστίας καθενός από τους μάρτυρες, (σημειωτέον ότι σι διάδικοι δεν προσκόμισαν τα ταυτάριθμα με την υπ' αριθ. 3012/2001 μη οριστική απόφαση του Δικαστηρίου τούτου), από την υπ' αριθμ. 31/2010 έκθεση του ορισθέντος με την υπ' αριθμ. 2231/2007 μη οριστική απόφαση του Δικαστηρίου τούτου πραγματογνώμονος Α.
Π., Πολιτικού μηχανικού, νομίμως κατατεθείσα στις 15.03.2010 στη Γραμματεία του Δικαστηρίου αυτού και τις συμπληρωματικές σελίδες περί διορθώσεως λαθών που κατατέθηκαν από τον ίδιο πραγματογνώμονα στη Γραμματεία του Δικαστηρίου αυτού στις 22.03.2010, από τα αποσπάσματα της με αριθμό 165/7-11-2003 έκθεσης πραγματογνωμοσύνης που διενεργήθηκε δυνάμει της υπ' αριθ. 3012/2001 μη οριστικής απόφασης του Εφετείου τούτου από τους διορισθέντες μ αυτήν πραγματογνώμονες Ν.
Τ., και Γ. Μ., πολιτικούς μηχανικούς, εκτιμωμένων τούτων, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην προηγούμενη μείζονα σκέψη ελευθέρως και χωρίς να έχουν αυξημένη έναντι των άλλων αποδεικτικών μέσων δύναμη, που να δεσμεύουν το δικαστήριο να δεχθεί την απόδειξη που προκύπτει από αυτές, απ' όλα γενικά τα μετ' επικλήσεως προσκομιζόμενα από τους διαδίκους έγγραφα, που λαμβάνονται υπόψη όλα ανεξαιρέτως, και τα οποία, ανεξαρτήτως του αν πληρούν ή όχι τους όρους του νόμου, ως αποδεικτικά μέσα, παραδεκτώς λαμβάνονται υπόψη, (αρθ. 19 Παρ. 9 και 20 παρ.
Ε του Κ.Α.Ξ\.Α, βλ. και ΑΠ 1231/2002 δημ. Νόμος) μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και οι επικαλούμενες υπό των διαδίκων τεχνικές εκθέσεις περιγραφής και εκτίμησης του επιδίκων απαλλοτριωμένων ακινήτων και των επικειμένων τους, και δη, οι δύο από 18-5-2007 και η μία από 02.10.2001 τεχνικές εκθέσεις του αγρονόμου τοπογράφου μηχανικού, Α.
Π., (που μετ' επικλήσεως προσκομίζει με τις επισυναπτόμενες σ' αυτές φωτογραφίες, η γνησιότητα των οποίων δεν αμφισβητήθηκε από το Ελληνικό Δημόσιο και η από 26-4-2007 τεχνική έκθεση Φ 509, των υπαλλήλων της Κτηματικής Υπηρεσίας Θεσσαλονίκης Τ. Δ. και Π. Μ., καθώς και η από 24 03 2010 τεχνική έκθεση των ιδίων ως άνω υπαλλήλων (που μετ' επικλήσεως προσκομίζει το καθ' ου Ελληνικό Δημόσιο) οι οποίες, ως γνωμοδοτήσεις προσώπων με ιδιαίτερες γνώσεις επιστήμης λαμβάνονται υπόψη και εκτιμώνται ελεύθερα από το Δικαστήριο (αρθρ. 390 Κ.Πολ.Δ, βλ και ΑΠ 34/2008, δημ.
Νόμος) χωρίς όμως, η ρητή αναφορά ορισμένων εκ των εγγράφων να προσδίδει σ' αυτά αυξημένη αποδεικτική δύναμη εν σχέση με τα λοιπά επικαλούμενα και προσκομιζόμενα από τους διαδίκους έγγραφα, για τα οποία δεν γίνεται ειδική για το καθένα μνεία, που είναι όμως ισοδύναμα, και ως προεκτέθηκε, όλα ανεξαιρέτως συνεκτιμώνται προς σχηματισμό της δικανικής κρίσεως σχετικά με τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, (ΑΠ 1068/2002 Αρχ.Ν 2004 ΑΠ 1628/2003) αποδείχθηκαν ως προς το αντικείμενο της παρούσας δίκης, το οποίο, κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στην υπ' αριθμ. 2231/2007 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, κατά το μη οριστικό κεφάλαιό της συνίσταται:
α) στον καθορισμό ιδιαίτερης αποζημίωσης κατά το άρθρο 13 παρ. 4 του Ν. 2882/2001, τόσο για τα απομένοντα εκτός απαλλοτρίωσης τμήματα των επίδικων ΚΠ 2, 4 5 και 9 απαλλοτριουμένων ακινήτων τους και επικειμένων τούτων, και β) στην αναγνώριση ότι, οι διάδικοι-εικαζόμενοι ιδιοκτήτες των επίδικων ιδιοκτησιών ... ΚΠ 2, 4, 5 και 9 δεν ένιαι ωφελούμενοι παρόδιοι ιδιοκτήτες από την επίμαχη απαλλοτρίωση και δεν υποχρεούνται σε αποζημίωση τρίτων ή σε αυτοαποζημίωση, τα ακόλουθα πραγματικά γεγονότα:
Με την υπ' αριθ. 1124308/8768/010/23-12-1997 ΚΥΑ των Υπουργών Οικονομικών και ΠΕΧΩΔΕ, που δημοσιεύτηκε στο ΦΕΚ (Τεύχος Δ) 12/21-1-1998, απαλλοτριώθηκε αναγκαστικά για λόγους δημοσίας ωφελείας και συγκεκριμένα, για τη βελτίωση - διαπλάτυνση της Εγνατίας Οδού στο Νομό Θεσσαλονίκης που αφορά το υπό τμήμα ΠΙ Δερβένι-Ανάληψη, παραλλαγή Δερβενίου της περιοχής του ανισόπεδου κόμβου Δερβενίου-Σερρών, από Χ.Θ 0±000 μέχρι Χ.Θ 4±565, παραλλαγής που συμπίπτει με την Χ.Θ 4±435 υποτμήματος Π 1, έκταση συνολικού εμβαδού 683.016 τ.μ, μετά των επ' αυτής επικειμένων, που βρίσκεται στην κτηματική περιοχή του δημοτικού διαμερίσματος Λητής του Δήμου Μυγδονίας και του δημοτικού διαμερίσματος Δαγυνών του Δήμου Λαγκαδά του Νομού Θεσσαλονίκης.
Η απαλλοτρίωση κηρύχθηκε υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου και με δαπάνη αυτού και των παροδίων ιδιοκτητών, που σύμφωνα με τις προϋποθέσεις του νόμου κρίθηκαν ότι από την απαλλοτρίωση αυτή είναι ωφελούμενοι παρόδιοι ιδιοκτήτες, και έτσι στον οικείο κτηματολογικό πίνακα ορίζεται η υποχρέωση της ιδιοκτησίας των για αυτοαποζημίωση ή αποζημίωση τρίτων, προσδιοριζόμενης και της συγκεκριμένης εκτάσεως.
Στην ανωτέρω απαλλοτριωθείσα έκταση, συμπεριλαμβάνονται και οι ιδιοκτησίες, που φέρονται στον οικείο κτηματολογικό πίνακα με αριθμούς ΚΠ2 επί των οποίων οι αιτούντες ανταιτούντες αξιώνουν δικαίωμα κυριότητας και για τα οποία υπόχρεο προς αποζημίωση είναι το Ελληνικό Δημόσιο. Με την υπ' αριθμ. 503/2004 οριστική απόφαση του Εφετείου τούτου εκδοθείσα επί της από 24-5-99 αιτήσεως των δικαιούχων αποζημίωσης της από 4-4-99 αιτήσεως του υποχρέου Ελληνικού Δημοσίου και των σχετικών ανταιτήσεων και παρεμβάσεων που ασκήθηκαν δια των προτάσεων των δικαιούχων κατά το μέρος της, κατά το οποίο δεν αναιρέθηκε με τις ως άνω υπ' αριθμ. 1143/06, 1144/06 και 1147/06 αποφάσεις του Αρείου Πάγου καθορίστηκε η οριστική τιμή μονάδος αποζημίωσης για τα απαλλοτριούμενα εδαφικά τμήματα των ιδιοκτησιών για ΚΠ 2,4,5 και 9 στο ποσό των 150 ευρώ ανά τ.μ.
Με την ίδια απόφαση κατά το μη αναιρούμενο μέρος της καθορίστηκε και η οριστική τιμή μονάδος αποζημιώσεως για τα επικείμενα των απαλλοτριουμένων εκτάσεων των ΚΠ 2.4.5 και 9 ... κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα σ' αυτήν. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι οι επίδικες ιδιοκτησίες κείνται πλησίον της Θεσσαλονίκης από 10 έως 14,5 χλμ και του Λαγκαδά από 5,5 έως 10 χλμ εκατέρωθεν της Εθνικής οδού Θεσσαλονίκης-Σερρών ως και των επαρχιακών οδών Λητής-Λαγκαδά ή Λαγυνών-Λαγκαδά και δίπλα από τους οικισμούς Λαγυνών και Λητής.
Την ευρύτερη περιοχή της απαλλοτριωθείσας έκτασης πριν από την επίμαχη απαλλοτρίωση διέσχιζε η Εθνική οδός Θεσσαλονίκης-Σερρών-Καβάλας η οποία, ενόψει του ότι ήταν η μοναδική είσοδος της πόλης της Θεσσαλονίκης που διαμέσου του Δερβενίου διέρχονται όλα τα οχήματα με κατεύθυνση από και προς την υπόλοιπη Ανατολική Μακεδονία και Θράκη,τις χώρες των Βαλκανίων, την Τουρκία και τις ανατολικές χώρες της Ευρώπης είχε αυξημένη κυκλοφοριακή κίνηση που ευνόησε την εγκατάσταση επί των ακινήτων που είχαν πρόσωπο επί των οδών αυτών ή γειτνίαζαν μ' αυτές αρκετών βιομηχανικών, βιοτεχνικών και εμπορικών επιχειρήσεων και την ανέγερση αρκετών κατοικιών.
Η εν λόγω πραγματική κατάσταση προσέδωσε στα περισσότερα επίδικα απαλλοτριούμενα ακίνητα οικοπεδική αξία καίτοι η Περιοχή στην οποία βρίσκονται ήταν και παραμένει εκτός σχεδίου πόλεως. Με το έργο της επίμαχης απαλλοτρίωσης έγινε διαπλάτυνση και βελτίωση της υπάρχουσας ως άνω Εθνικής οδού Θεσσαλονίκης-Σερρών-Καβάλας που αποτελεί πλέον την Εγνατία οδό, η οποία είναι συνέχεια της οδού Λαγκαδά της πόλεως Θεσσαλονίκης και απ' αυτήν παρέχεται άμεση πρόσβαση προς το λιμάνι της πόλεως Θεσσαλονίκης και προς την εσωτερική περιφερειακή οδό και μέσω αυτής προς τον αυτοκινητόδρομο Θεσσαλονίκης-Αθηνών και προς την Χαλκιδική.
Η Εγνατία οδός, που στην επίδικη Περιοχή έχει ήδη προ πολλών ετών και δη προ πενταετίας και πλέον κατασκευασθεί και δοθεί στην κυκλοφορία, είναι κλειστός αυτοκινητόδρομος με προστατευτικά στηθαία και οι παρόδιες ιδιοκτησίες που βρίσκονται εκατέρωθεν της, δεν έχουν δυνατότητα άμεσης πρόσβασης σ' αυτήν.
Ήδη όμως έχει κατασκευασθεί παράπλευρο δίκτυο της Εγνατίας οδού και διαμέσου κόμβων έχουν πρόσβαση. οι επίδικες ιδιοκτησίες στην Εγνατία οδό. Μετά δε την εκτέλεση του ως άνω έργου για το οποίο κηρύχθηκε η επίμαχη απαλλοτρίωση, η κυκλοφοριακή Κίνηση στην Περιοχή που βρίσκονται τα επίδικα ακίνητα υπερδιπλασιάσθηκε και η προϋπάρχουσα της απαλλοτριώσεως εμπορική δραστηριότητα της επίδικης περιοχής αυξήθηκε, γεγονός που προκάλεσε την αλματώδη αύξηση της αγοραίας αξίας των ακινήτων που βρίσκονται εκατέρωθεν της Εγνατίας οδού ή γειτνιάζουν μ' αυτήν, λόγω της αυξημένης ζήτησης τούτων για την εγκατάσταση βιομηχανικών, βιοτεχνικών και εμπορικών επιχειρήσεων. (βλ.
και το μετεπικλήσεως προσκομιζόμενο από το Ελληνικό Δημόσιο σχετικό δημοσίευμα της από 18.07.2009 εφημερίδος "ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ", στο οποίο ο συντάκτης του, σχολιάζοντας τις επιπτώσεις της κατασκευής της Εγνατίας Οδού,. σε διάφορες περιοχές μεταξύ των οποίων και στην επίδικη επισημαίνει ότι επήλθε η μεγαλύτερη μεταβολή της αξίας γης και παρόδιων οικοπέδων από τα έτη 1998 έως 2007 και την προσδιορίζει για την επίδικη περιοχή από 200% έως 300%).
Ειδικότερα δε, ως προς το αίτημα καθορισμού ιδιαίτερης αποζημίωσης για τα εναπομείναντα εκ απαλλοτρίωσης εδαφικά τμήματα των επίδικων ΚΠ 2, 4, 5 και 9 απαλλοτριουμένων ακινήτων τους και των επικειμένων τούτων, καθώς και το αίτημα ανατροπής του τεκμηρίου ωφέλειας για το ΚΠ2, από την ελεύθερη αξιολογική εκτίμηση των ως άνω αποδεικτικών μέσων αποδείχθηκαν για την καθεμία επίδικη ιδιοκτησία τα ακόλουθα:
Η ιδιοκτησία ΚΠ 2, με φερόμενες ιδιοκτήτριες τις Ε. Κ. του Ι. και Ε. Κ. του Ι., βρίσκεται στην περιοχή του Δερβενίου, σε απόσταση 11 χιλιομέτρων περίπου από την πλατεία Βαρδαρίου της Θεσσαλονίκης. Όπως προκύπτει από τον Κτηματολογικό Πίνακα, από την αρχική συνολική έκταση των 1.571 τμ, απαλλοτριώθηκε τμήμα εμβαδού 310 τμ, εκ του οποίου θεωρήθηκε αυτοαποζημιούμενο τμήμα 302 τμ και απέμεινε εκτός απαλλοτρίωσης έκταση 1.261 τμ.
Πριν από την απαλλοτρίωση, το εν λόγω ακίνητο εφαπτόταν επί της ως άνω Εθνικής οδού και είχε πρόσωπο και άμεση πρόσβαση σ' αυτήν, ήταν κατά παρέκκλιση άρτιο και οικοδομήσιμο και είχε οικοπεδική αξία, με κύρια χρήση την εμπορική και μάλιστα επί σαράντα περίπου έτη λειτουργούσε επί του εναπομείναντος τμήματος, πρατήριο υγρών καυσίμων.
Η απότμηση δε, με την επίμαχη απαλλοτρίωση του απαλλοτριουμένου τμήματος, δεν επέφερε εμπόδια ή περιορισμό στην ως άνω κατά προορισμό χρήση του εναπομείναντος, ήτοι στην εκμετάλλευση της επιχείρησης πρατηρίου υγρών καυσίμων, η οποία και μετά την απαλλοτρίωση παραμένει, ούτε άλλωστε οι αιτούντες ισχυρίζονται ότι εξ αιτίας της απότμησης δυσχεραίνεται η λειτουργία της εν λόγω επιχείρησης.
Η επίδικη εναπομείνασα έκταση των 1.261 τμ, και μετά την επίμαχη απαλλοτρίωση εφάπτεται με την Εγνατία οδό που είναι στο ίδιο επίπεδο και δεν έχει υψομετρική διαφορά και έχει πρόσοψη επ' αυτής, πλην όμως δεν έχει άμεση πρόσβαση σ' αυτήν, αφού η εν λόγω οδός κατά τα προεκτεθέντα είναι περίκλειστη. Ήδη όμως έχει κατασκευασθεί κόμβος σύνδεσης με τον παράπλευρο δρόμο και έχει εκδοθεί απόφαση έγκρισης κυκλοφοριακής σύνδεσης από την 3η Π.Υ.Δ.Ε., όπως τούτο Προκύπτει από το μετ' επικλήσεως προσκομιζόμενο από το Ελληνικό Δημόσιο υπ' αριθ.
πρωτ. 202/2010 έγγραφο της Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας. Έτσι το εναπομείναν τμήμα, έχει άμεση πρόσβαση στον παράπλευρο δρόμο και διαμέσου αυτού στην Εγνατία οδό, ενώ η επιχείρηση υγρών καυσίμων που είναι εγκαταστημένη σ' αυτό εξυπηρετείται απρόσκοπτα από τον παράπλευρο δρόμο και λειτουργεί κανονικά.
Ταύτα, με σαφήνεια αναφέρονται στις συντασσόμενες κατ' εντολή του καθ' ου Ελληνικού Δημοσίου, από 26.04.2007 και 24.03.2010 Τεχνικές εκθέσεις των υπαλλήλων της Κτηματικής Υπηρεσίας, Τ. Δ. και Π. Μ., οι οποίοι κατά τα διαλαμβανόμενα σ' αυτές διαπίστωσαν, κατά την αυτοψία που διενήργησαν στις 26.04.2007, τόσο την κατασκευή του κόμβου σύνδεσης του επιδίκου ΚΠ 2 με τον παράπλευρο δρόμο όσο και τη λειτουργία του πρατηρίου υγρών καυσίμων.
Το εν λόγω δε πόρισμα που περιέχεται στις ως άνω τεχνικές εκθέσεις, επιβεβαιώνεται και από το προαναφερόμενο έγγραφο της Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας και δεν αναιρείται από το περιεχόμενο της από 15.03.2010 έκθεσης πραγματογνωμοσύνης του διορισθέντος με την υπ' αριθμ. 2231/2007 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου πραγματογνώμονα, Α.
Π., πολιτικού μηχανικού, υπάλληλου της Η ΔΕΚΕ και ούτε από το περιεχόμενο της από 18.05.2007 τεχνικής έκθεσης που συντάχθηκε κατ' εντολή των αιτούντων, από τον αγρονομοτοπογράφο μηχανικό Α. Π.. Τούτο διότι, η παραδοχή στην οποία στηρίζονται οι γνωμοδοτήσεις τούτων, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της εκθέσεως πραγματογνωμοσύνης και της τεχνικής εκθέσεως και αποτέλεσε το βάθρο αυτών, αναφορικά με την παντελή έλλειψη πρόσβασης του επιδίκου στον παράπλευρο δρόμο και εντεύθεν μείωση της αξίας του επίδικων τμήματος και των επ' αυτού επικειμένων, λόγω της μελλοντικής παύσεως της λειτουργίας του πρατηρίου υγρών καυσίμων, δεν είναι ορθή, ως μη ανταποκρινόμενη προς την υφιστάμενη, κατά το χρόνο συντάξεως των ως άνω εκθέσεων, κατάσταση και το συμπέρασμα στο οποίο καταλήγουν με αυτήν την παραδοχή κρίνεται εσφαλμένο.
Ειδικότερα, ενώ, κατά το χρόνο σύνταξης στις 18.05.2007 της ως άνω τεχνικής έκθεσης και Κυρίως κατά το χρόνο κατάθεσης στη Γραμματεία του Δικαστηρίου τούτου στις 16.03.2010, (όπως προκύπτει από την σχετική υπ' αριθ. 31/2010 έκθεση) της έκθεσης πραγματογνωμοσύνης, ήταν ήδη διαμορφωμένη η ως άνω κατάσταση, δηλαδή, το επίδικο ακίνητο είχε πρόσβαση στην παράπλευρη οδό και διαμέσου αυτής στην Εγνατία οδό και μάλιστα είχε κατασκευασθεί η εν λόγω κυκλοφοριακή σύνδεση δυνάμει νόμιμης άδειας και το πρατήριο υγρών καυσίμων λειτουργούσε κανονικά, δεν περιγράφεται η κατάσταση αυτή στις ως άνω εκθέσεις, καίτοι ανταποκρίνεται στην αντικειμενική πραγματικότητα, και ούτε λήφθηκε υπόψη από τους ως άνω συντάκτες τούτων.
Τουναντίον οι ανωτέρω (πραγματογνώμονας και τεχνικός σύμβουλος) επικαλούμενοι στις άνω εκθέσεις των μόνο το διάγραμμα της επίμαχης απαλλοτρίωσης, ήτοι το κτηματολογικό διάγραμμα της κτηματογράφησης του Ν. Μ., εξάγουν με βάση αυτό το ως άνω πόρισμά των, το οποίο όμως ενόψει της υπάρχουσας κατάστασης, όπως διαμορφώθηκε μετά την εκτέλεση του έργου της απαλλοτρίωσης, είναι εσφαλμένο.
Ειδικότερα, στην έκθεση πραγματογνωμοσύνης, ως προς το ως άνω κρίσιμο ζήτημα, εκτός του ότι γίνεται πιστή αντιγραφή του αντίστοιχου κειμένου της από 18.05.2007 τεχνικής έκθεσης του Α. Π., αναφέρεται αυτολεξεί: "Σύμφωνα με το διάγραμμα απαλλοτρίωσης, στο κτηματολογικό διάγραμμα της κτηματογράφησης του Ν. Μ., το απομένον τμήμα εγκλωβίζεται μεταξύ της αρτηρίας και του ακινήτου με αριθμ.
ΚΠ 3, χωρίς να έχει πρόσωπο στον παράπλευρο δρόμο, όπως φαίνεται με σαφήνεια. Κατά συνέπεια το ακίνητο αυτό δεν έχει πρόσβαση ούτε στην αρτηρία, η οποία καθίσταται κλειστή, αλλά ούτε και στον παράπλευρο δρόμο λόγω παρεμβολής τρίτου ακινήτου. Έτσι, αυτό καθίσταται τυφλό και δεν μπορεί πλέον να χρησιμοποιηθεί ως πρατήριο αλλά ούτε και για εγκατάσταση οποιασδήποτε βιοτεχνικής ή βιομηχανικής μονάδας ή εμπορικής επιχείρησης, δυνατότητες όμως τις οποίες το ακίνητο είχε πριν από την απαλλοτρίωση λόγω της πρόσβασης του προς την Εθνική οδό".
Όπως δε προκύπτει από την επισκόπηση όλου του κειμένου της εν λόγω πραγματογνωμοσύνης, ο ανωτέρω πραγματογνώμονας επαναλαμβάνει πολλές φορές και μετ' εμφάσεως τα ανωτέρω καθώς και το εξαγόμενο πόρισμά του περί του ότι μετά την απαλλοτρίωση και την εκτέλεση του έργου αυτής θα παύσει η λειτουργία του πρατηρίου υγρών καυσίμων, παραβλέποντας την διαμορφωθείσα, κατά το χρόνο σύνταξης και κατάθεσης της έκθεσης πραγματογνωμοσύνης του, κατάστασης, κατά την οποία η εκτέλεση του έργου της απαλλοτρίωσης, ανεξαρτήτως με όσα είχαν αποτυπωθεί στο ως άνω διάγραμμά της, δεν επέφερε στην πραγματικότητα ως άνω αποτελέσματα.
Σύμφωνα δε, με τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, η ως άνω ανακριβής πραγματογνωμοσύνη και οι εσφαλμένες κρίσεις του πραγματογνώμονα αναφορικά με το προαναφερόμενο κρίσιμο και ουσιώδες για την έκβαση της παρούσας δίκη, ζήτημα, δεν καθιστά την πραγματογνωμοσύνη άκυρη, αλλά αυτή εκτιμώμενη, σύμφωνα με το άρθρο 387 ΚΠολΔ, ελευθέρως από το Δικαστήριο τούτο και μη έχουσα αυξημένη έναντι των άλλων αποδεικτικών μέσων δύναμη, δεν δεσμεύει το Δικαστήριο να δεχθεί την απόδειξη που προκύπτει από αυτήν.
Συνακόλουθα τούτων, τα διατεινόμενα από τους αιτούντες περί μη λειτουργίας της ως άνω επιχείρησης εξαιτίας παντελούς ελλείψεως προσβάσεως στην Εγνατία οδό και σε παράπλευρο δρόμο και εξ αυτού μειώσεως της αξίας του εναπομείναντος εδαφικού τμήματος και αχρηστεύσεως των επικειμένων σ' αυτό (ήτοι κτηρίου, εγκαταστάσεων και μηχανολογικού εξοπλισμού αναγκαίων για τη λειτουργία της ως άνω επιχείρησης), είναι αβάσιμα και απορριπτέα.
Περαιτέρω αποδεδείχθηκε ότι, η επίδικη εναπομείνασα έκταση των 1.261 τμ, έχει παραμείνει, όπως και η αρχική, πριν από την επίμαχη απαλλοτρίωση, έκταση, κατά παρέκκλιση άρτια, πλην όμως έχει καταστεί μη οικοδομήσιμη, όπως ομολογεί και το Ελληνικό Δημόσιο. Όμως το γεγονός αυτό, για το οποίο σημειωτέον δεν γίνεται ιδιαίτερη μνεία στην ένδικη αίτηση των αιτούντων, αποτελεί στοιχείο μείωσης της αξίας του επιδίκου ακινήτου μόνον στην περίπτωση που στο μέλλον κατεδαφισθούν οι εγκαταστάσεις και ο μηχανολογικός εξοπλισμός του πρατηρίου υγρών καυσίμων και αποφασισθεί ενδεχομένως η εκμετάλλευση και αξιοποίηση του επιδίκου τμήματος δια της ανοικοδομήσεως.
Έτσι, λοιπόν, η μείωση της αξίας του επιδίκου λόγω της μη οικοδομησιμότητάς του, εφόσον εξαρτάται από ως άνω μέλλον και αβέβαιο γεγονός και δεν αποτελεί, κατά την παρούσα συζήτηση, υπαρκτό παράγοντα μειώσεως της αξίας του και λαμβανομένου μάλιστα υπόψη του ότι, η κατά προορισμό χρήση του επιδίκου, που κατά τα προεκτεθέντα, είναι η εκμετάλλευση της επιχείρησης πρατηρίου υγρών καυσίμων, η οποία λειτουργούσε, σύμφωνα με τα ρητώς αναφερόμενα στην έκθεση πραγματογνωμοσύνης και στην από 18.05.2007 τεχνική έκθεση του Α.
Π., τα τελευταία σαράντα έτη πριν από την επίμαχη απαλλοτρίωση, δεν επηρεάζεται από τη μη οικοδομησιμότητα του επιδίκου ακινήτου, δεν δικαιολογείται προσδιορισμός της ιδιαίτερης αποζημίωσης κατά την αναφερόμενη στο άρθρο 13 παρ. 4 του Ν. 2882/2001, έννοια αυτής. Ενόψει όλων των ανωτέρω αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών, το Δικαστήριο τούτο κρίνει ότι, από την επίδικη απαλλοτρίωση (ήτοι την απότμηση και το εκτελούμενο έργο) δεν κατέστη το εναπομείναν εδαφικό τμήμα και τα επ' αυτού επικείμενα του ΚΠ 2 άχρηστα για την κατά προορισμό χρήση των και ουδόλως μειώθηκε η αξία των.
Συνακόλουθα τούτων, εφόσον δεν αποδείχθηκε, η συνδρομή των προϋποθέσεων εφαρμογής του άρθρου 13 παρ. 4 του Ν. 2882/2001, και δη ότι, από την απότμηση του ως άνω απαλλοτριωθέντος τμήματος και από την εκτέλεση του έργου για το οποίο κηρύχθηκε η επίδικη απαλλοτρίωση, μειώθηκε η αξία του τμήματος του ακινήτου που απέμεινε και των επικειμένων του, ή καθίσταται άχρηστη η, κατά προορισμό, χρήση των, ή εν πάση περιπτώσει περιορίζεται ή εμποδίζεται αυτή, είναι απορριπτέο ως κατ' ουσία αβάσιμο το ένδικο αίτημα της από 24.05.1999 αιτήσεως Περί καθορισμού ιδιαίτερης αποζημίωσης για το ως άνω απομένον εκτός απαλλοτριώσεως εδαφικό τμήμα και τα επικείμενα αυτού της 1(11 2 ιδιοκτησίας.
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι το καθ ου Ελληνικό Δημόσιο, δεν αποζημιώνει τις καλούσες-αιτούσες της ΚΠ 2, ιδιοκτησίας για το σύνολο της εκτάσεως της, που απαλλοτριώθηκε, καθόσον με τον κτηματολογικό πίνακα, θεωρήθηκε Τμήμα εκτάσεως 302 τμ της απαλλοτριούμενης εκτάσεως, ως αυτοαποζημιούμενο, λόγω τεκμαιρόμενης ωφέλειας των αιτουσών, ως παρόδιων ιδιοκτητριών ακινήτου εκτός σχεδίου πόλεως, από το έργο της απαλλοτρίωσης.
Οι αιτούσες όμως, με τα διαλαμβάνομενα στην υπό κρίση 24.05.1999 αίτησή των, προς ανατροπής του τεκμηρίου ωφέλειας, ισχυρίζονται ότι, δεν έχουν υποχρέωση συμμετοχής στις δαπάνες αποζημιώσεως του ακινήτου τους που απαλλοτριώθηκε για την βελτίωση και διαπλάτυνση της ως άνω οδού, καθόσον η ένδικη απαλλοτρίωση δεν επέφερε Καμία ωφέλεια στο εναπομείναν τμήμα της ως άνω ιδιοκτησίας των ΚΠ 2, αλλά αντίθετα, ως παρόδιοι ιδιοκτήτες, έχουν υποστεί βλάβη, διότι ως επί λέξει εκτίθεται στην αίτησή των: "η οδός περικλείεται δια μεταλλικών κιγκλιδωμάτων (μπάρες) και αχρηστεύεται παντελώς η εναπομένουσα έκταση της ιδιοκτησίας μας".
Σύμφωνα όμως με τα όσα έχουν αναφερθεί στο ως άνω κεφάλαιο της ιδιαίτερη αποζημίωσης, όπου αναλυτικά παρατίθενται οι λόγοι απόρριψης ως κατ' ουσία αβασίμου του σχετικού αιτήματος των αιτουσών περί καθορισμού ιδιαίτερης αποζημίωσης για το εναπομείναν τμήμα της ΚΠ 2 ιδιοκτησίας τους, στους οποίους και πάλι αναφέρεται το Δικαστήριο προς αποφυγή περιττών επαναλήψεων, δεν αποδείχθηκε η ουσιαστική βασιμότητα του ως άνω ισχυρισμού των αιτουσών και ούτε εξάλλου αποδείχθηκε ότι επήλθαν δυσμενείς επιπτώσεις στην ως άνω κατά προορισμό χρήση του επιδίκου ή περιορισμός ή οιασδήποτε μορφής παρεμπόδιση της λειτουργίας του πρατηρίου υγρών καυσίμων εκ του γεγονότος ότι είναι κλειστή η επίμαχη οδός με μεταλλικά κιγκλιδώματα (μπάρες) και δεν υπάρχει άμεση πρόσβαση σ' αυτήν όπως υπήρχε στην προϋπάρχουσα οδό.
Αντίθετα, αποδείχθηκε ότι, μετά την απαλλοτρίωση το επίδικο εναπομείναν τμήμα εξακολουθεί να έχει την ίδια κατά προορισμό χρήση και συγκεκριμένα να λειτουργεί ως πρατήριο υγρών καυσίμων, την οποία είχε το αρχικό ακίνητο και πριν από την απαλλοτρίωση. Επίσης, το εναπομείναν επίδικο ακίνητο έχει την ίδια πρόσοψη που είχε και το αρχικό ακίνητο και δεν μειώθηκε το μήκος της πλευράς του που εφάπτεται με την Εθνική οδό, ενώ δεν υφίσταται μεταξύ των υψομετρική διαφορά και βρίσκονται στο ίδιο επίπεδο.
Τα υπάρχοντα δε μεταλλικά κιγκλιδώματα, που περικλείουν την Εγνατία οδό, δεν αποκόπτουν ούτε και περιορίζουν τη θέα του επιδίκου από τους διερχόμενους στην εν λόγω οδό. Τέλος το επίδικο εξυπηρετείται πλήρως από τον ήδη κατασκευασθέντα, δυνάμει νόμιμης άδειας, κόμβο σύνδεσης με τον παράπλευρο δρόμο και διαμέσου αυτού έχει πρόσβαση στην Εγνατία οδό.
Η απώλεια δε της άμεσης πρόσβασης που είχε το επίδικο ακίνητο στην Εθνική οδό πριν από την επίμαχη απαλλοτρίωση, δεν επηρέασε σε τίποτε την λειτουργικότητα της επιχειρήσεως του πρατηρίου υγρών καυσίμων που στεγάζεται στο επίδικο και οι εκ της απώλειας αυτής τυχόν δυσμενείς επιπτώσεις όχι μόνον αντισταθμίζονται πλήρως αλλά υπερκαλύπτονται από τις ευμενείς συνέπειες της απαλλοτρίωσης, αναγόμενες στα οικονομικά οφέλη που έχουν οι αιτούσες από την αύξηση της εκμεταλλευσιμότητάς του, που κατ' αντικειμενική κρίση είναι και σημαντικό στοιχείο αυξητικό της αξίας του επιδίκου.
Συγκεκριμένα, όπως προαναφέρθηκε, η βελτίωση και η διαπλάτυνση της οδού, που αποτελεί το έργο της απαλλοτρίωσης, επέφερε τον υπερδιπλασιασμό του όγκου των οχημάτων, που διέρχονται από την εν λόγω οδό, γεγονός που\έχει ως συνέπεια την μεγάλη αύξηση της εκμεταλλευσιμότητας του πρατηρίου υγρών καυσίμων που λειτουργεί επί του επιδίκου και αποτελεί την κατά προορισμό χρήση αυτού και συνακόλουθα το οικονομικό όφελος της εν λόγω επιχείρησης, είναι πολύ μεγαλύτερο από εκείνο που είχε η επιχείρηση πριν την απαλλοτρίωση.
Άλλωστε, σύμφωνα με τους κανόνες της Κοινής πείρας, όλοι οι αυτοκινητόδρομοι ταχείας κυκλοφορίας είναι κλειστοί και τα υπάρχοντα εκατέρωθεν πρατήρια υγρών καυσίμων εξυπηρετούνται από παράπλευρους οδούς, όπως και εν προκειμένω, τους οποίους και χρησιμοποιούν οι οδηγοί των οχημάτων που έχουν πρόθεση να προμηθευτούν καύσιμα, γεγονός που δεν είναι μειωτικό στοιχείο της αξίας του επιδίκου ακινήτου και ούτε περιορίζει την εκμεταλλευσιμότητα του λειτουργούντος σ' αυτό πρατηρίου υγρών καυσίμων.
Συνακόλουθα τούτων, εφόσον για το εναπομείναν εκτός απαλλοτριώσεως τμήμα του ΚΠ 2 που φέρεται στην ιδιοκτησία των αιτουσών Ε. Κ. του Ι., και Ε. Κ. του Ι., δεν αποδείχθηκε η συνδρομή στοιχείων που να ανατρέπουν το καθοριζόμενο από το άρθρο 33 παρ. 1 του Ν. 2971/2001 μαχητό τεκμήριο ωφέλειας, και δη δεν αποδείχθηκε ότι, μετά την απαλλοτρίωση δεν υφίστανται η δυνατότητα πρόσβασης του ακινήτου στο έργο που περιλαμβάνεται στη ζώνη απαλλοτρίωσης ή ότι δημιουργήθηκαν δυσμενείς επιπτώσεις στις χρήσεις του επιδίκου ακινήτου, αλλά αντίθετα αποδείχθηκε ότι, από το ως άνω εκτελούμενο έργο της απαλλοτρίωσης, υφίσταται την προαναφερόμενη ωφέλεια το επίδικο τμήμα και συνεπώς ωφελούνται οι ως άνω αιτούσες, οι οποίες, εκ του λόγου τούτου, έχουν υποχρέωση συμμετοχής στις δαπάνες αποζημιώσεως ακινήτων που απαλλοτριώνονται για τη διάνοιξη οδών και μάλιστα ανεξαρτήτως του ότι το επίδικο ακίνητό τους πριν από την απαλλοτρίωση είχε πρόσωπο στην υφιστάμενη Εθνική οδό, η οποία όμως βελτιώθηκε και διαπλατύνθηκε με την επίμαχη απαλλοτρίωση (ΑΠ 985/2009, δημ.
Νόμος), πρέπει να απορριφθεί το σχετικό αίτημά του ως κατ' ουσία αβάσιμο". Η ιδιοκτησία ΚΠ4 με φερόμενο ιδιοκτήτη τον Ν. Π.-Π. του Α. βρίσκεται στην περιοχή του Δερβενίου σε απόσταση 11 χιλιομέτρων περίπου από την πλατεία Βαρδαρίου της Θεσσαλονίκης. Όπως προκύπτει από τον Κτηματολογικό Πίνακα από την συνολική έκταση των 3.220 τμ, απαλλοτριώθηκε τμήμα εμβαδού 373 τμ, και απέμεινε εκτός απαλλοτρίωσης έκταση 2.847 τμ.
Πριν από την απαλλοτρίωση, το εν λόγω ακίνητο εφαπτόταν επί της ως άνω Εθνικής οδού και είχε πρόσωπο και άμεση πρόσβαση σ' αυτήν, ήταν κατά παρέκκλιση άρτιο και οικοδομήσιμο και είχε οικοπεδική αξία, με κύρια χρήση την εμπορική και μάλιστα λειτουργούσε επί του εναπομείναντος τμήματος στην αρχή η κοσμική ταβέρνα "Λ..." και στη συνέχεια επιχείρηση ζωοτροφών και κτηνιατρικών φαρμάκων με την επωνυμία "ΖΩΟΝΕΤ ΑΕ".
Η απότμηση δε, με την επίμαχη απαλλοτρίωση του απαλλοτριουμένου τμήματος, δεν επέφερε εμπόδια ή περιορισμό στην ως άνω κατά προορισμό χρήση του εναπομείναντος, ήτοι στην εκμετάλλευση της ανωτέρω επιχείρησης ή οποία και μετά την απαλλοτρίωση συνεχίζει απρόσκοπτα τη λειτουργία της. Η επίδικη εναπομείνασα έκταση των 2.847 τμ, και μετά την επίμαχη απαλλοτρίωση παρέμεινε κατά παρέκκλιση άρτια και οικοδομήσιμη, εξακολουθεί σε όλο το μήκος της πλευράς της - όπως και πριν από την απαλλοτρίωση - να εφάπτεται με την Εγνατία οδό, που είναι στο ίδιο επίπεδο και δεν έχει υψομετρική διαφορά και έχει πρόσοψη επ' αυτής, πλην όμως δεν έχει άμεση πρόσβαση σ' αυτήν, αφού η εν λόγω οδός κατά τα προεκτεθέντα είναι περίκλειστη.
Έχει πρόσωπο και πρόσβαση μήκους 11,50 τμ στον παράπλευρο δρόμο και διαμέσου αυτού πρόσβαση στην Εγνατία οδό και έτσι η προαναφερόμενη επιχείρηση που είναι εγκαταστημένη σ' αυτό εξυπηρετείται απρόσκοπτα από τον παράπλευρο δρόμο και λειτουργεί κανονικά. Το μήκος της ως άνω πρόσβαση κατ' αντικειμενική κρίση επαρκεί για τη διακίνηση των προϊόντων της άνω εταιρείας και την είσοδο και έξοδο μεγάλων φορτηγών.
Ταύτα, με σαφήνεια αναφέρονται στην συντασσόμενη κατ'εντολή του καθ' ου Ελληνικού Δημοσίου, από 26.04.2007 τεχνική έκθεση των υπαλλήλων της Κτηματικής Υπηρεσίας, Τ. Δ. και Π. Μ., οι οποίοι αποφαίνονται ότι από την επίμαχη απαλλοτρίωση δεν μειώθηκε η αξία του επιδίκου ακινήτου και των επ' αυτού επικειμένων και ούτε επηρεάσθηκε η κατά προορισμό χρήση του και δη η λειτουργία της ως άνω επιχείρησης.
Το εν λόγω δε πόρισμα δεν αναιρείται από το περιεχόμενο της από 15.03.2010 έκθεσης πραγματογνωμοσύνης του διορισθέντος με την υπ' αριθμ. 2231/2001 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου πραγματογνώμονα, Α. Π., πολιτικού μηχανικού, υπάλληλου της ΔΕΚΕ και ούτε από το περιεχόμενο της από 18.05.2007 Τεχνικής έκθεσης που συντάχθηκε κατ' εντολή των αιτούντων, από τον αγρονόμο τοπογράφο μηχανικό Α.
Π.. Τούτο διότι τα διαλαμβανόμενα στις ως άνω γνωμοδοτήσεις, περί του ότι, υφίσταται μείωση η αξία του επιδίκου και των επικειμένων του και δυσχεραίνεται η εκμετάλλευση του κτηρίου εξαιτίας του ότι η πρόσβαση των 11,50 μέτρων στον παράπλευρο δρόμο δεν επαρκεί για την λειτουργία της ως άνω επιχείρησης, είναι αβάσιμα.
Οι κρίσεις δε των ανωτέρω Περί του ότι, η πρόσβαση στον παράπλευρο δρόμο δεν διαθέτει τον κατάλληλο προσανατολισμό είναι ασαφείς και αόριστες, μη ικανές να διαμορφώσουν δικανική πεποίθηση. Ενόψει τούτων, το Δικαστήριο κρίνει ότι, από την επίδικη απαλλοτρίωση (ήτoι την απότμηση και το εκτελούμενο έργο) δεν κατέστη το εναπομείναν εδαφικό Τμήμα και τα επ' αυτού επικείμενα του ΚΠ 4 άχρηστα για την κατά προορισμό χρήση των και ουδόλως μειώθηκε η αξία των.
Συνακόλουθα τούτων, εφόσον δεν αποδείχθηκε, η συνδρομή των προϋποθέσεων εφαρμογής του άρθρου 13 παρ. 4 του Ν. 2882/2001, και δη ότι, από την απότμηση του ως άνω απαλλοτριωθέντος τμήματος και από την εκτέλεση του έργου για το οποίο κηρύχθηκε η επίδικη απαλλοτρίωση, μειώθηκε η αξία του τμήματος του ακινήτου που απέμεινε και των επικειμένων του, ή καθίσταται άχρηστη η, κατά προορισμό, χρήση των, ή εν πάση περιπτώσει περιορίζεται ή εμποδίζεται αυτή, είναι απορριπτέο ως κατ' ουσία αβάσιμο το ένδικο αίτημα της από 24.05.1999 αιτήσεως περί καθορισμού ιδιαίτερης αποζημίωσης για το ως άνω απομένον εκτός απαλλοτριώσεως εδαφικό τμήμα και τα επικείμενα αυτού της ΚΠ 4 ιδιοκτησίας.
Γ) Η ιδιοκτησία ΚΠ 5, με φερόμενους ιδιοκτήτες τους, Χ. Κ. του Ι. και Σ. Κ. του Ι., βρίσκεται στην περιοχή του Δερβενίου, σε απόσταση 11 χιλιομέτρων Περίπου από την Πλατεία Βαρδαρίου της Θεσσαλονίκης. Όπως προκύπτει από τον Κτηματολογικό Πίνακα, από την αρχική συνολική έκταση των 5.798 τμ, απαλλοτριώθηκε Τμήμα εμβαδού 169 τμ, και απέμεινε εκτός απαλλοτρίωσης έκταση 5.627 τμ.
Πριν από την απαλλοτρίωση, το εν λόγω ακίνητο εφαπτόταν επί της ως άνω Εθνικής οδού με την οποία είχε υψομετρική διαφορά και είχε πρόσωπο και άμεση πρόσβαση σ' αυτήν, ήταν άρτιο και οικοδομήσιμο και είχε οικοπεδική αξία, με κύρια χρήση την εμπορική και μάλιστα λειτουργούσε επί του εναπομείναντος τμήματος στην αρχή εργοστάσιο κατασκευής ειδών αρδεύσεως και υδρεύσεως με την επωνυμία "ΑΦΟΙ Κ.
ΟΕ VIOVΑΝ" και στη συνέχεια επιχείρηση μαρμάρων με την επωνυμία "Ζ. ΜΑΡΜΑΡΑ". Η απότμηση δε, με την επίμαχη απαλλοτρίωση του απαλλοτριουμένου τμήματος, λόγω του πολύ μικρού εμβαδού των 169 τμ, δεν επέφερε εμπόδια ή περιορισμό στην ως άνω κατά προορισμό χρήση του εναπομείναντος, ήτοι στην εκμετάλλευση της ανωτέρω επιχείρησης, η οποία και μετά την απαλλοτρίωση συνεχίζει απρόσκοπτα τη λειτουργία της.
Η επίδικη εναπομείνασα έκταση των 5.627 τμ, και μετά την επίμαχη απαλλοτρίωση παρέμεινε άρτια και οικοδομήσιμη, εξακολουθεί σε όλο το μήκος της πλευράς της όπως και πριν από την απαλλοτρίωση να εφάπτεται με την Εγνατία οδό, έχει πρόσοψη επ' αυτής και διατήρησε την ίδια υψομετρική διαφορά, πλην όμως, δεν έχει άμεση πρόσβαση σ' αυτήν, αφού η εν λόγω οδός κατά τα προεκτεθέντα είναι περίκλειστη.
Έχει πρόσωπο και πρόσβαση στον παράπλευρο δρόμο και διαμέσου αυτού πρόσβαση στην Εγνατία οδό και έτσι η προαναφερόμενη επιχείρηση που είναι εγκαταστημένη σ' αυτό εξυπηρετείται απρόσκοπτα από τον παράπλευρο δρόμο και λειτουργεί κανονικά. Ταύτα, με σαφήνεια αναφέρονται στην συντασσόμενη κατ - εντολή του καθ' ου Ελληνικού Δημοσίου, από 26.04.2007 τεχνική έκθεση των υπαλλήλων της Κτηματικής Υπηρεσίας, Τ.
Δ. και Π. Μ., οι οποίοι αποφαίνονται ότι από την επίμαχη απαλλοτρίωση δεν μειώθηκε η αξία του επιδίκου ακινήτου και των επ' αυτού επικειμένων και ούτε επηρεάσθηκε η κατά προορισμό χρήση του και δη η λειτουργία της ως άνω επιχείρησης. Το εν λόγω δε πόρισμα δεν αναιρείται από το περιεχόμενο της από 15.03.2010 έκθεσης πραγματογνωμοσύνης του διορισθέντος με την υπ' αριθμ. 2231/2007 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου πραγματογνώμονα, Α.
Π., πολιτικού μηχανικού, υπάλληλου της ΔΕΚΕ και ούτε από το περιεχόμενο της από 18.05.2007 τεχνικής έκθεσης που συντάχθηκε κατ' εντολή των αιτούντων, από τον αγρονόμο-τοπογράφο μηχανικό Α. Π.. Τούτο διότι, τα διαλαμβανόμενα στις ως άνω γνωμοδοτήσεις περί του ότι, υφίσταται μείωση η αξία του επιδίκου και των επικειμένων του και δυσχεραίνεται η εκμετάλλευση του κτηρίου ε της απότμηση του απαλλοτριωθέντος τμήματος εκτάσεως 169 τμ, καθώς και της έλλειψης προσβάσεως στον παράπλευρο δρόμο, που το καθιστά "τυφλό'' και για το λόγο αυτό διακόπηκε η λειτουργία της ως άνω επιχείρησης, είναι αβάσιμα, ως μη ανταποκρινόμενα στην πραγματικότητα.
Ενόψει τούτων, το Δικαστήριο κρίνει ότι, από την επίδικη απαλλοτρίωση (ήτοι την απότμηση και το εκτελούμενο έργο) δεν κατέστη το εναπομείναν εδαφικό τμήμα και τα επ' αυτού επικείμενα του ΚΠ5 άχρηστα για την κατά προορισμό χρήση των και ουδόλως μειώθηκε η αξία των. Συνακόλουθα τούτων, εφόσον δεν αποδείχθηκε, η συνδρομή των προϋποθέσεων εφαρμογής του άρθρου 13 παρ. 4 του Ν. 2882/2001, και δη ότι, από την απότμηση του ως άνω απαλλοτριωθέντος τμήματος και από την εκτέλεση του έργου για το οποίο κηρύχθηκε η επίδικη απαλλοτρίωση, μειώθηκε η αξία του τμήματος του ακινήτου που απέμεινε και των επικειμένων του, ή καθίσταται άχρηστη η, κατά προορισμό, χρήση των, ή εν πάση περιπτώσει περιορίζεται ή εμποδίζεται αυτή, είναι απορριπτέο ως κατ' ουσία αβάσιμο το ένδικο αίτημα της από 24.05.1999 αιτήσεως περί καθορισμού ιδιαίτερης αποζημίωσης για το ως άνω απομένον εκτός απαλλοτριώσεως εδαφικό τμήμα και τα επικείμενα αυτού της ΚΠ 5 ιδιοκτησίας.
Η ους ιδιοκτησία ΚΠ 9, με φερόμενους ιδιοκτήτες τους Σ. συζ. Γ. Γ. και Γ. Γ. του Α., βρίσκεται στην περιοχή του Δερβενίου, σε απόσταση 11 χιλιομέτρων Περίπου από την πλατεία Βαρδαρίου της Θεσσαλονίκης. Όπως προκύπτει από τον Κτηματολογικό Πίνακα, από την αρχική συνολική έκταση των 5.667 τμ, απαλλοτριώθηκε τμήμα εμβαδού 322 τμ, και απέμεινε εκτός απαλλοτρίωσης έκταση 5.345 τμ.
Πριν από την απαλλοτρίωση, το εν λόγω ακίνητο εφαπτόταν επί της ως άνω Εθνικής οδού με την οποία ήταν στο ίδιο επίπεδο και δεν είχε υψομετρική διαφορά και είχε πρόσωπο και άμεση πρόσβαση σ' αυτήν, ήταν άρτιο και οικοδομήσιμο και είχε οικοπεδική αξία, με κύρια χρήση την εμπορική και μάλιστα λειτουργούσαν δύο επιχειρήσεις επί του εναπομείναντος τμήματος, και δη στο ισόγειο του κτηρίου, λειτουργούσε επιχείρηση κοσμικών εκδηλώσεων με την επωνυμία "Π.
Α. ΚΑΙ ΣΙΑ ΟΕ" και στο υπόγειο του εν λόγω κτηρίου λειτουργούσε υφαντουργείο. Η απότμηση δε, με την επίμαχη απαλλοτρίωση του απαλλοτριουμένου τμήματος, λόγω του μικρού εμβαδού των 322 τμ, δεν επέφερε εμπόδια ή περιορισμό στην ως άνω κατά προορισμό χρήση του εναπομείναντος, ήτοι στην εκμετάλλευση των ανωτέρω επιχειρήσεων, οι οποίες και μετά την απαλλοτρίωση συνεχίζουν απρόσκοπτα τη λειτουργία τους.
Η επίδικη εναπομείνασα έκταση των 5.345 τμ, και μετά την επίμαχη απαλλοτρίωση παρέμεινε άρτια και οικοδομήσιμη, εξακολουθεί σε όλο το μήκος της πλευράς της όπως και πριν από την απαλλοτρίωση να εφάπτεται με την Εγνατία οδό, έχει πρόσοψη επ' αυτής και βρίσκονται στο ίδιο επίπεδο χωρίς να υπάρχει υψομετρική διαφορά, πλην όμως, δεν έχει άμεση πρόσβαση σ' αυτήν, αφού η εν λόγω οδός κατά τα προεκτεθέντα είναι περίκλειστη.
Έχει πρόσωπο και πρόσβαση στον παράπλευρο δρόμο και διαμέσου αυτού πρόσβαση στην Εγνατία οδό και έτσι οι προαναφερόμενες επιχειρήσεις που είναι εγκαταστημένες σ' αυτό εξυπηρετούνται απρόσκοπτα από τον παράπλευρο δρόμο και λειτουργούν κανονικά. Ταύτα, με σαφήνεια αναφέρονται στην συντασσόμενη κατ' εντολή του καθ' ου Ελληνικού Δημοσίου, από 26.04.2007 τεχνική έκθεση των υπαλλήλων της Κτηματικής Υπηρεσίας, Τ.
Δ. και Π. Μ., οι οποίοι αποφαίνονται ότι από την επίμαχη απαλλοτρίωση δεν μειώθηκε η αξία του επιδίκου ακινήτου και των επ' αυτού επικειμένων και ούτε επηρεάσθηκε η κατά προορισμό χρήση του και δη η λειτουργία της ως άνω επιχείρησης. Το εν λόγω δε πόρισμα δεν αναιρείται από το περιεχόμενο της από 15.03.2010 έκθεσης πραγματογνωμοσύνης του διορισθέντος με την υπ' αριθμ. 2231/2007 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου πραγματογνώμονα, Α.
Π., πολιτικού μηχανικού, υπάλληλου της ΔΕΚΕ και ούτε από το περιεχόμενο της από 18.05.2007 Τεχνικής έκθεσης που συντάχθηκε κατ' εντολή των αιτούντων, από τον αγρονόμο τοπογράφο μηχανικό Α. Π.. Τούτο διότι, τα διαλαμβανόμενα στις ως άνω γνωμοδοτήσεις περί του ότι, υφίσταται μείωση η αξία του επιδίκου και των επικειμένων του και δυσχεραίνεται η εκμετάλλευση του κτηρίου εξαιτίας της απότμηση του απαλλοτριωθέντος τμήματος, καθώς και της προσβάσεως στον παράπλευρο δρόμο, που βρίσκεται όπισθεν του επιδίκου και με υψομετρική διαφορά γεγονός που θα συμβάλλει σταδιακά στον οικονομικό μαρασμό των επιχειρήσεων με αναπόφευκτη συνέπεια το κλείσιμο τούτων και εντεύθεν την αχρήστευση του επιδίκου είναι αβάσιμα, ως μη ανταποκρινόμενα στην πραγματικότητα, καθόσον οι ως άνω επιχειρήσεις λειτουργούν κανονικά και απρόσκοπτα εξυπηρετούνται από τον υφιστάμενο παράπλευρο δρόμο.
Ενόψει τούτων, το Δικαστήριο κρίνει ότι, από την επίδικη απαλλοτρίωση (ήτοι την απότμηση και το εκτελούμενο έργο) δεν κατέστη το εναπομείναν εδαφικό τμήμα και τα επ' αυτού επικείμενα του ΚΠ 9 άχρηστα για την κατά προορισμό χρήση των και ουδόλως μειώθηκε η αξία των. Συνακόλουθα τούτων, εφόσον δεν αποδείχθηκε, η συνδρομή των προϋποθέσεων εφαρμογής του άρθρου 13 παρ. 4 του Ν. 2882/2001, και δη ότι, από την απότμηση του ως άνω απαλλοτριωθέντος τμήματος και από την εκτέλεση του έργου για το οποίο κηρύχθηκε η επίδικη απαλλοτρίωση, μειώθηκε η αξία του τμήματος του ακινήτου που απέμεινε και των επικειμένων του, ή καθίσταται άχρηστη η, κατά προορισμό, χρήση των, ή εν πάση περιπτώσει περιορίζεται ή εμποδίζεται αυτή, είναι απορριπτέο ως κατ' ουσία αβάσιμο το ένδικο αίτημα της από 24.05.1999 αιτήσεως Περί καθορισμού ιδιαίτερης αποζημίωσης για το ως άνω απομένον εκτός απαλλοτριώσεως εδαφικό τμήμα και τα επικείμενα αυτού της ΚΠ 9 ιδιοκτησίας.
Με βάση τις άνω παραδοχές το Εφετείο απέρριψε το αίτημα των αναιρεσειόντων για καθορισμό ιδιαίτερης αποζημίωσης κατά το αρθ. 13 παρ. 4 ν.δ. 2882/01 για τα απομείναν μετά την απαλλοτρίωση τμήμα των ιδιοκτησιών (ΚΠ2, 4, 5 και 9) που φέρονται και ότι ανήκουν σε καθένα των αιτούντων αντίστοιχα και 2) στην αναγνώριση ότι οι αναιρεσείοντες, εικαζόμενοι-ιδιοκτήτες τη ΚΠ2 ιδιοκτησίας δεν είναι ωφελούμενοι παρόδιοι ιδιοκτήτες από την επίμαχη απαλλοτρίωση και δεν υποχρεούνται σε αποζημίωση τρίτων ή αυτοαποζημίωση κατά το αρθ. 33 παρ. 1 ν. 2971/01.
Με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως πλήττεται η άνω απόφαση για παράβαση του αριθμ. 1 και 19 αρθ. 559 Κ.Πολ.Δ διότι 1 α) δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις των αρθ. 653/77 δεδομένου ότι δεν συντρέχουν εν προκειμένω οι δύο περιπτώσεις της κατ εξαίρεση εφαρμογής των, ήτοι απαλλοτρίωση εντός ρυμοτομικού σχεδίου και επίσπευση ρυμοτομικών απαλλοτριώσεων υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου β) ότι η απόκτηση της ωφέλειας του παρόδιου ιδιοκτήτη εξαρτάται από την μόνη και μία αιτία την απόκτηση προσώπου επί της διανοιγόμενης οδού που και αυτή δεν συντρέχει εν προκειμένω με αποτέλεσμα να υπάρχει παραβίαση των άνω άρθρων 17 του Συντάγματος του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ,του νόμου 653/77 αρθ 3 και 5 αυτού.
γ) διότι με τις ασαφείς και ανεπάρκειες αιτιολογίες παραβίασε τις άνω ουσιαστικές διατάξεις του αρθ. 17 παρ.2 Συντάγματος του αρθ. 1 Παρ.1 Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ και του αρθ. 13 ν. ΚΑΑΑ ως προς τον καθορισμό ιδιαίτερης αποζημίωσης. 2) για πλημμέλεια εκ του αριθ.11 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. αφού έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν νομίμως και συγκεκριμένα επειδή δεν αναφέρονται ειδικά τα αποδεικτικά μέσα στα οποία στήριξε το δικανικό της πόρισμα και αν αυτά προσκομίστηκαν νομίμως.
Οι άνω λόγοι αναιρέσεως πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι ο μεν πρώτος (1α) διότι, προεχόντως, ερείδεται επί εσφαλμένης προϋποθέσεως αφού η συγκεκριμένη αναγκαστική απαλλοτρίωση έγινε χάριν δημοσίου συμφέροντος υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου και με δαπάνες του τελευταίου και των παροδίων ιδιοκτητών, ο δεύτερος (1β) διότι το μαχητό τεκμήριο της ωφέλειας ως παρόδιας ιδιοκτήτριας όπως προβλέπεται ρητά πλέον και από το άρθρο 33 του Ν. 2971/2001, κρίνεται, όπως προκύπτει από το συνδυασμό των διατάξεων των παραγράφων 1 και 4 του ίδιου νόμου από διευρυμένα στοιχεία για την ωφέλεια ή μη του ακινήτου, εκτός από την πρόσοψη επί της διανοιγόμενης οδού, που προέβλεπε ο ως άνω νόμος 653/1977, και ορίζονται (ενδεικτικά) όπως η δυνατότητα πρόσβασης του ακινήτου στο έργο, που περιλαμβάνεται στη ζώνη απαλλοτρίωσης, η δημιουργία επιπτώσεων στις χρήσεις του ακινήτου και η, κατά τις ισχύουσες διατάξεις, αρτιότητα και οικοδομησιμότητα του ακινήτου με αποτέλεσμα και ο εκ της άνω αιτίας προβαλλόμενος λόγος να πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Περαιτέρω κρίνοντας το Εφετείο και απορρίπτοντας ως κατ' ουσία αβάσιμα τα αιτήματα α) περί καθορισμού ιδιαίτερης με βάση τη διάταξη του αρθ.13 παρ.4 του ν.δ 797/71 αποζημίωσης για τα τμήματα που απέμειναν σ' αυτή μετά την απαλλοτρίωση μέρους των ένδικων ιδιοκτησιών και β) περί μη συνδρομής στοιχείων που να ανατρέπουν το κατά το αρθ. 33 παρ. 1 ν. 2971/01 μαχητό τεκμήριο ωφελείας σ' αυτήν σε σχέση με την ως άνω ιδιοκτησία (ΚΠ2) δεν παραβίασε με όσα διαλαμβάνονται στις προηγούμενες σκέψεις τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθ. 17 παρ.2 του Συντάγματος 13 παρ.4 και ν. 2882/2001, 6 παρ.1 της ΕΣΔΑ 1 Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ και ν. 653/77 τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφήρμοσε αναφορικά με κριθέντα ως άνω ζητήματα διέλαβε στην απόφασή του πλήρεις σαφείς και χωρίς αντίφαση αιτιολογίες που καθιστούν τον αναιρετικό έλεγχο εφαρμογής των εν λόγω διατάξεων εφικτό, αφού το αποδεικτικό πόρισμα είναι επαρκές και πλήρες στα κρίσιμα ως άνω για την έκβαση της δίκης ζητήματα του καθορισμού ιδιαίτερης αποζημίωσης για τα εκτός απαλλοτρίωσης τμήματα των υπό στοιχείων ΚΠ2, 4, 5 και 9 ακινήτων και την μη συνδρομής των όρων μαχητού τεκμηρίου ωφελείας αναφορικά με το προαναφερόμενο επίδικο τμήμα και δη με σαφείς και πλήρεις αιτιολογίες και καθένα χωριστά από αυτά.
Επομένως οι λόγοι αναιρέσεως από τους αριθμός 1 και 19 του αρθ.559 Κ.Πολ.Δ. (1γ) για παραβίαση ευθέως και εκ πλαγίου των ως άνω διατάξεων είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν. Αβάσιμος και εντεύθεν απορριπτέος είναι και υπό τον αριθμό (2) λόγος διότι αν και όπως επισημαίνεται στην αρχή της παρούσας για το ορισμένο του εκ του αριθμού 11β του αρθ. 559 Κ.Πολ.Δ.
λόγου αναιρέσεως απαιτείται ο προσδιορισμός των αποδείξεων που προσκομίστηκαν και δεν λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο και ο ισχυρισμός για τον οποίο το δικαστήριο έλαβε υπόψη του αποδείξεις και η επίδραση που είχαν αυτές στο αποδεικτικό πόρισμα του δικαστηρίου, εν τούτοις, στην προκειμένη υπόθεση, αν και προβάλλεται η πλημμέλεια εκ της άνω διατάξεως δεν προσδιορίζεται στο αναιρετήριο ποιές οι ήταν οι αποδείξεις τις οποίες το δικαστήριο έλαβε υπόψη χωρίς να προσκομιστούν νόμιμα και η επίδρασή του στο διατακτικό της απόφασης με αποτέλεσμα και ο λόγος αυτός εκ του αριθμ. 11β (και όχι των αριθμών 1 και 19) πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος λόγω της αοριστίας του.
Συνεπώς θα πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως στο σύνολό της και καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου που παρέστη χωρίς να καταθέσει προτάσεις (183 Κ.Πολ.Δ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 9-9-2011 και με τον 233/11 αριθμό έκθεσης κατάθεσης στα οικεία βιβλία του Εφετείου Θεσσαλονίκης, αίτηση αναίρεσης της 1765/2010 οριστικής απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή των εκ χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου Ελληνικού Δημοσίου.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε, στην Αθήνα, στις 31 Οκτωβρίου 2013.
Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 5 Νοεμβρίου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ