1998/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 6 Μαϊου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18-4-1994 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ηρακλείου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 456/1996 μη οριστική, 436/2001 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 407/2003 του Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 23-5-2006 αίτησή της.
Legislator headnote
AI generated1998/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Την εν λόγω ένσταση στηρίζουμε στα εξής συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά: α) Από την δωρεά που έγινε στον δικαιοπάροχό μας από τον πατέρα του στις 27-5-1969 η οποία μεταγράφτηκε νομίμως στα οικεία βιβλίατου υποθ/κείου Ηρακλείου, η οποία ως εκ της δημοσιότητάςτης παρείχε την δυνατότητα σε κάθε αξιούντα δικαίωμα κυριότητος να εγείρει την σχετική αγωγή.
Full text
Απόφαση 1998 / 2009 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1998/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Μίμη Γραμματικούδη, Ιωάννη Σίδερη και Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 6 Μαϊου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Ξερνό. Του αναιρεσίβλητου: Ελληνικού Δημοσίου, νομίμως εκπροσωπουμένου από τον Υπουργό Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιό του Ευθύμιο Τσάκα Πάρεδρο Ν.Σ.Κ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18-4-1994 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ηρακλείου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 456/1996 μη οριστική, 436/2001 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 407/2003 του Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 23-5-2006 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη ανέγνωσε την από 23-4-2009 έκθεσή της με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 281 Α.Κ, καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος υπάρχει όταν από την προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου ή από την πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε ή από τις περιστάσεις που μεσολάβησαν, η εκ των υστέρων άσκηση του δικαιώματος έρχεται σε προφανή αντίθεση προς την ευθύτητα και εντιμότητα, που πρέπει να κρατούν στις συναλλαγές ή προς τα επιβαλλόμενα χρηστά συναλλακτικά ήθη ή προς τον κοινωνικό ή τον οικονομικό σκοπό του δικαιώματος, έτσι ώστε η ενάσκηση του δικαιώματος αυτού να προσκρούει στις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου (Ολ ΑΠ 33/2005, 19/1998, 17/1995).
Ειδικότερα, στην περίπτωση της μακράς αδράνειας του δικαιούχου υπάρχει τέτοια κατάχρηση, εφόσον συντρέχουν πρόσθετα περιστατικά, αναγόμενα στον ίδιο χρόνο και στην όλη συμπεριφορά τόσο αυτού, όσο και εκείνου που αποκρούει το δικαίωμα, από τα οποία γεννάται στον υπόχρεο η πεποίθηση ότι το τελευταίο δεν πρόκειται να ασκηθεί κατ' αυτού, έτσι ώστε η επιδίωξη ανατροπής της κατάστασης που δημιουργήθηκε με τη μεταγενέστερη άσκησή του, να συνεπάγεται επαχθείς για τον υπόχρεο επιπτώσεις (Ολ ΑΠ 62/1990).
Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 281 ΑΚ και 262 § 1 ΚΠολΔ, σαφώς προκύπτει, ότι, για την πληρότητα της ένστασης καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος και το παραδεκτό της, από την άποψη του χρόνου προβολής της, πρέπει, κατά την πρώτη συζήτηση της υπόθεσης στον πρώτο βαθμό, να προβάλλονται τα περιστατικά που συγκροτούν την κατάχρηση δικαιώματος, συγχρόνως δε να γίνεται επίκληση από τον ενιστάμενο του γεγονότος, ότι τα περιστατικά αυτά καθιστούν καταχρηστική την άσκηση του δικαιώματος και να διατυπώνεται αίτημα απόρριψης της αγωγής, με την οποία ασκείται το δικαίωμα, για την αιτία αυτή. (Ολ ΑΠ 472/1983, ΑΠ 2102/2007).
Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή (άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ) επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δικογραφίας, προκύπτουν τα ακόλουθα: Η εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα, με τις από 15-5-1996 προτάσεις της της πρώτης στον πρώτο βαθμό συζήτησης της ένδικης διεκδικητικής αγωγής, πρόβαλε επικουρικά την ένσταση καταχρηστικής άσκησης του αγωγικού δικαιώματος του αντιδίκου της, ισχυριζομένη ότι: "ΕΝΣΤΑΣΗ ΚΑΤΑΧΡΗΣΤΙΚΗΣ ΑΣΚΗΣΕΩΣ ΤΟΥ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΟΣ ΤΟΥ ΔΗΜΟΣΙΟΥ"
Την εν λόγω ένσταση στηρίζουμε στα εξής συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά: α) Από την δωρεά που έγινε στον δικαιοπάροχό μας από τον πατέρα του στις 27-5-1969 η οποία μεταγράφτηκε νομίμως στα οικεία βιβλίατου υποθ/κείου Ηρακλείου, η οποία ως εκ της δημοσιότητάςτης παρείχε την δυνατότητα σε κάθε αξιούντα δικαίωμα κυριότητος να εγείρει την σχετική αγωγή.
β) Από την εγγραφή της πρώτης προσημείωσής μας επί τον ακινήτου τούτου που έγινε στις 12-6-1969 και γράφτηκε και αυτή στα βιβλία του ίδιου Υποθ/κείου Ηρακλείου και είχε τα πλεονεκτήματα της δημοσιότητας.
γ) Από την εγγραφή άλλων δύο προσημειώσεων υποθήκης (της β και γ προσημειώσεως) που έγιναν στις 29-1-1975 και 11-3-1975 αντίστοιχα που και αυτές είχαν τα πλεονεκτήματα της δημοσιότητας.
δ) Από την ανέγερση από τον οφειλέτη μας ολόκληρης οικοδομής (150μ2) μετά την δωρεά, υπό τα όμματα των οργάνων της κτηματικής περιουσίας του αντιδίκου δημοσίου που επεσκέπτοντο την περιοχή συχνάκις.
ε) Το πρωτόκολλο Διοικητικής Αποβολής που έγινε μετά την εγγραφή των βαρών μου δεν μου κοινοποιήθηκε ΠΟΤΕ και έτσι με άφησε το αντίδικο δημόσιο να εκτίθεμαι σε ενέργειες και να προχωρώ την διαδικασία εκτελέσεως χωρίς ποτέ στα πλαίσια της αρχής της χρηστής διοίκησης να με ενημερώσει για να μη προβαίνω σε νέες άσκοπες ενέργειες.
στ) Σ' όλη την μακρόχρονη διαδικασία, από της κατασχέσεως που έγινε με την υπ' αριθμ. 610/2-7-1988 έκθεση κατάσχεσης του δικ. Επιμελητή Ηρακλείου ... μέχρι και της εγέρσεως της παρούσας αγωγής (19-7-94) και επίδοσης της σε μένα (16-8-1994) ήτοι μέσα σε διάρκεια έξι (6) συναπτών ετών όπου εξεδόθησαν τρία προγράμματα πλειστηριασμού ακινήτου από την Ιονική Τράπεζα της Ελλάδος και επτά προγράμματα πλειστηριασμού από εμένα, τα οποία και κοινοποιήθηκαν, νομότυπα όλα και ένα προς ένα στο αντίδικο Δημόσιο, ήτοι τόσο στην Α' ΔΟΥ, όσο και στη Β' ΔΟΥ, ΟΥΔΕΜΙΑ αντίρρηση διετύπωσε, περί του οποιουδήποτε δικαιώματος του, εμπράγματου ή ενοχικού επί του επιδίκου ακίνητου, αν και έλαβε γνώση ότι επισπεύδεται πλειστηριασμός του ακινήτου τόσο από εμένα, όσο και από την ΙΟΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ, από την οποία είχαμε αναλάβει τα ηνία του πλειστηριασμού.
ζ) Επί πλέον το αντίδικο Δημόσιο παρέλειψε να δημοσιοποιήσει το οποιοδήποτε δικαίωμα δια της ασκήσεως διεκδικητικής αγωγής και εντεύθεν της εγγραφής ταύτης στα οικεία βιβλία διεκδικήσεων του κατά τόπον αρμοδίου Υποθ/κείου Ηρακλείου.
η) Όπως προκύπτει από όλα τα προγράμματα πλειστηριασμού και των δύο επιμελητών ... και ... στα οποία γίνεται μνεία του πιστοποιητικού βαρών του Υποθ/κείου Ηρακλείου, το Δημόσιο δεν υπάρχει.
θ) Το αντίδικο Δημόσιο δεν προσέβαλε με ένδικα μέσα τον πλειστηριασμό τούτο ούτε αμφισβήτησε την εγκυρότητα του ποτέ! ι) Αντίθετα μετείχε σ' αυτόν και ΑΝΑΓΓΕΛΘΗΚΕ 1) δια της Α ' ΔΟΥ Ηρακλείου για ποσό δρχ. 9.242 με το υπ ' αριθμ. πρωτοκ. 35014/156/11-12-1990 έγγραφο του Δ/ντού του και β) δια της Β' ΔΟΥ' Ηρακλείου για ποσό δρχ. 4.412.016με το υπ' αριθμ. 24207/165/6-12-1990 έγγραφο του Δ/ντή του, όπως προκύπτει από τον υπ' αριθμ. 6256/1991 πίνακα κατάταξης της συμβ/φου Ηρακλείου Μαρίας Κουμιανάκη και μάλιστα κατετάγει προνομιακά για-898. 059-δρχ.τις οποίες και εισέπραξε! ια') Η αγωγή ασκήθηκε μετά την αλματώδη αξιοποίηση της περιοχής που βρίσκεται το επίδικο.
Το να έρχεται λοιπόν σήμερα το αντίδικο Δημόσιο μετά τις θετικές πράξεις, αλλά και τις παραλείψεις που παραπάνω εκτέθηκαν, όχι μόνο παραβιάζει την αρχή της χρηστής διοίκησης και της ανεγνωρισμένης εμπιστοσύνης που πρέπει να επιβάλλεται να διέπουν τις ενέργειες της διοικήσεως αλλά υπερβαίνει προφανώς τα όρια της συναλλακτικής ηθικής και του κοινωνικού και οικονομικού σκοπού του δικαιώματος. Έτσι ώστε η κατοπινή αυτή ενέργεια του δημοσίου να ανατρέπει την δική μας πίστη και να παρίσταται ως διάψευσή της. Όλα αυτά τα ανωτέρω αναπτυχθέντα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουμε την ένσταση της καταχρηστικής ασκήσεως έχουν κριθεί από αποφάσεις του Αρείου Πάγου ότι ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Διότι κατά την ορθή έννοια του άρθρου 281 Α.Κ. δικαίωμά τι θεωρείται καταχρηστικώς ασκούμενο όταν η προηγηθείσα της ασκήσεως του συμπεριφορά του δικαιούχου και η διαμορφωθείσα κατά το μεσολαβήσαν χρονικό διάστημα, πραγματική κατάσταση, όχι μόνο δεν δικαιολογούν επαρκώς την υστέρα άσκησή του, αλλ' αυτή χωρεί κατά προφανή υπέρβαση των ορίων των επιβαλλομένων εκ της καλής πίστεως ή των χρηστών ηθών ή εκ του κοινωνικού ή οικονομικού σκοπού του δικαιώματος. Επειδή εξ όλων των ανωτέρω είναι προφανές ότι:
Αποκτήσαμε παρά αληθινού κυρίου δηλ. παρά δικαιοπαρόχων οι οποίοι είχαν αποκτήσει την κυριότητα δια χρησικτησίας.
Εν πάση δε περιπτώσει και αν ήθελε υποτεθεί ότι δεν συντρέχει η παραπάνω νόμιμη αιτία κτήσεως της κυριότητος των δικαιοπαρόχων μας και πάλι το δικαίωμα του αντιδίκου δημοσίου υπό τα εκτεθέντα πραγματικά περιστατικά, παρίσταται ως καταχρηστικώς ασκούμενο". Παράλληλα, η αναιρεσείουσα διατύπωσε, με τις ίδιες προτάσεις της, και αίτημα απόρριψης της ένδικης αγωγής από την παραπάνω αιτία.
Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με την 456/1996 προδικαστική του απόφαση, απέρριψε την εν λόγω ένσταση ως μη νόμιμη, με την αιτιολογία ότι "τα περιεχόμενα σ' αυτήν περιστατικά δεν συνιστούν καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος". Με τον τέταρτο λόγο της έφεσής της κατά της πρωτόδικης, απορριπτικής σε βάρος της, απόφασης η αναιρεσείουσα επανέφερε παραδεκτά στο Εφετείο την επίμαχη ένσταση με το ίδιο όπως πιο πάνω αναπτύχθηκε περιεχόμενο.
Το .Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε τα ακολούθως: "Την 19-12-1989 εκπλειστηριάστηκε ενώπιον της συμβολαιογράφου Ηρακλείου Μαρίας Κουμιανάκη το επίδικο ακίνητο, που βρίσκεται στη θέση "..." στο ..., έχει έκταση περίπου πέντε στρέμματα και κατακυρώθηκε υπέρ της εναγομένης, η οποία μετέγραφε νόμιμα την 6279/11-3-1990 περίληψη της κατακυρωτικής έκθεσης της ως" άνω συμβολαιογράφου, στις 18-3-1990 στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Ηρακλείου, και εγκαταστάθηκε στο ακίνητο την 22-6-1992.
Το ως άνω ακίνητο κατείχε ο ενυπόθηκος οφειλέτης της εναγομένης ..., μετά από δωρεά από τον πατέρα του ..., δυνάμει του 12357/1969 δωρητηρίου συμβολαίου του συμβολαιογράφου Ηρακλείου Εμμανουήλ Ανδρονά, νόμιμα μεταγεγραμμένου. Του ως άνω δωρηθέντος στον οφειλέτη της εναγομένης ακινήτου, δεν ετύγχανε κύριος ο δωρητής πατέρας του, αλλά το Ελληνικό Δημόσιο και γι' αυτό η εναγομένη δεν απέκτησε κυριότητα επ' αυτού.
Ειδικότερα, κατά τα έτη 1939-1945 έγινε αποτύπωση και διανομή ανταλλαξίμων εκτάσεων στη θέση ... της κτηματικής περιφέρειας του Δήμου ... και από τις εκτάσεις αυτές, όσες ήταν καλλιεργήσιμες αναγνωρίστηκαν ως ιδιοκτησίες των καλλιεργητών, ενώ οι υπόλοιπες διανεμήθηκαν σε ακτήμονες. Βόρεια των ιδιοκτησιών αυτών και μέχρι τη θάλασσα, στο αυτό κτηματολογικό διάγραμμα αποτυπώθηκαν δύο ακίνητα εκτάσεως 500 περίπου στρεμμάτων, αμμώδους μορφής, ως κληροτεμάχιο του Ελληνικού Δημοσίου που στον αντίστοιχο κτηματολογικό πίνακα της διανομής έφεραν τους αριθμούς 51 και 1459.
Διαχωριστικό όριο των ενιαίων τούτων ακινήτων είναι οι ποταμοί ... και ... από δύση και ανατολή, Έκτοτε η διαχείριση των δύο αυτών ακινήτων που χωρίζονται από τον ... ποταμό, περιήλθε στο Υπουργείο Γεωργίας. Στη συνέχεια τη δεκαετία του 1970, λόγω της αμμώδους συστάσεώς των και της ακαταλληλότητάς των για καλλιέργεια και γεωργική εκμετάλλευση, παραδόθηκε η διαχείριση των ακινήτων αυτών στο Υπουργείο Οικονομικών, το οποίο κατέγραψε την έκταση αυτή στα οικεία βιβλία ως ενιαίο δημόσιο κτήμα με αριθμό ΒΚ 197.
Έκτοτε τη διαχειριζόταν αρχικά η Οικονομική Εφορία Ηρακλείου, και σήμερα η Κτηματική Υπηρεσία του Υπουργείου Οικονομικών, με πράξεις νομής που αρμόζουν στη φύση της (επίβλεψη των ορίων της, έκδοση πρωτοκόλλων διοικητικής αποβολής ή καθορισμού αποζημίωσης χρήσεως κλπ). Η αμμώδης αυτή έκταση ήταν εν ενεργεία αιγιαλός κατά την εποχή της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, δηλαδή βρεχόταν από τις μεγαλύτερες, πλην συνήθεις αναβάσεις των χειμερίων κυμάτων και στη συνέχεια κατά τις αρχές του 20ου αιώνα συνεπεία αποχωρήσεως της θάλασσας λόγω προσχώσεων, κατέστη παλαιός αιγιαλός και συνεπώς ανήκει στην ιδιωτική περιουσία του ενάγοντος Ελληνικού Δημοσίου.
Η μορφή της παραπάνω έκτασης, προκύπτει και από το 582/31-8-1966 έγγραφο του Νομάρχη ... προς το Υπουργείο Οικονομικών, όπου αναφέρεται ότι τα υπ' αρ. 51 και 1459 τεμάχια δεν προσφέρονται προς εκμετάλλευση γεωργική ή κτηνοτροφική, είναι έκταση αμμώδης, στην ουσία αμμώδης παραλία, γυμνή και κατά το παρελθόν μεγάλο μέρος της περιοχής ελίμναζε από τα ύδατα των παρακειμένων ποταμών, ενώ δεν εκδηλώθηκε ενδιαφέρον από ελληνικές Υπηρεσίες, διότι η περιοχή δεν προσφερόταν για αγροτική αποκατάσταση, γι' αυτό και προτείνεται να παραχωρηθεί η έκταση αυτή στον Ε.Ο.Τ για τουριστική αξιοποίηση.
Το επίδικο ακίνητο αποτελεί τμήμα του ως άνω υπ' αριθμ. 51 κληροτεμαχίου του Υπουργείου Γεωργίας και ήδη του υπ' αρ. ΒΚ 197 δημοσίου κτήματος του Υπουργείου Οικονομικών. Όπως προκύπτει από το προσκομιζόμενο απόσπασμα του οικείου τοπογραφικού διαγράμματος, συνορεύει νότια με αγροτικό δρόμο και πέραν τούτου με το υπ' αριθμ. 480 κληροτεμάχιο, βόρεια με ενεργό αιγιαλό και παραλία του μείζονος υπ' αριθμ. 51 (ΒΚ 197) δημοσίου κτήματος, ανατολικά με τμήμα του ΒΚ 197 δημοσίου κτήματος, το οποίο κατέχει ο ...
και δυτικά εν μέρει με το 477 Δ κληροτεμάχιο και εν μέρει με ΒΚ 197 τμήμα δημοσίου κτήματος που κατέχει ο ... (βλ. το υπ' αριθμ. 2208/24-2-1984 έγγραφο της Β' Οικονομικής Εφορίας Ηρακλείου). Το ότι το επίδικο αποτελεί τμήμα του υπ' αριθμ. 51 αμμώδους κτήματος της διανομής 1939-1945, αποδεικνύεται από τη μάρτυρα του ενάγοντος, η οποία καταθέτει ότι αυτό αποτελεί δημόσια περιουσία, που κατά τον προηγούμενο αιώνα ήταν αιγιαλός εν ενεργεία και λόγω υποχώρησης της θάλασσας σταμάτησε να βρέχεται από τα κύματα και προήλθε η αμμώδης έκταση που έχει καταγραφεί στη διανομή του 1939-1945 με τον αριθμό 51.
Αλλά και η μάρτυς της εναγομένης καταθέτει ότι το επίδικο από τη μεριά του βορρά είναι αμμώδες και ότι υπάρχει άμμος πλησίον της οικίας που είναι κατασκευασμένη εντός του επιδίκου και αναγνωρίζει ότι το επίδικο ακίνητο αποτελεί τμήμα του 51 κληροτεμαχίου της διανομής 1939-1945. Τέλος ο ίδιος ο οφειλέτης της εναγομένης ..., με τις από 20-7-1998 και 30-11-1978 αιτήσεις του είχε ζητήσει την εξαγορά του επιδίκου, οι αιτήσεις του όμως αυτές απορρίφθηκαν με την 4682/79 απόφαση του Β' Οικονομικού Εφόρου Ηρακλείου.
Να σημειωθεί επίσης ότι κατά του οφειλέτη της εναγομένης ... έχει εκδοθεί το 12/1983 Πρωτόκολλο διοικητικής αποβολής καθώς και πρωτόκολλα καθορισμού αποζημίωσης για αυθαίρετη χρήση (234/1980, 38/1986, 12/1992, 22/1997). Επί ανακοπών του ... κατά των πρωτοκόλλων αυτών, εκδόθηκαν οι υπ' αριθμ. 479/1984, 254/1987, 496/1982 αποφάσεις του Ειρηνοδικείου Ηρακλείου και του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου, αντίστοιχα, οι οποίες έκριναν ότι το επίδικο αποτελεί τμήμα του ΒΚ 197 Δημοσίου κτήματος, το οποίο είναι αμμώδης έκταση και αποτελεί χώρο παλαιού αιγιαλού που απέβαλε την ιδιότητα του ως κοινοχρήστου, συνεπεία υποχωρήσεως της θάλασσας λόγω προσχώσεων.
Η ύπαρξη δε πηγαδιού μέσα στο επίδικο, το οποίο ( επίδικο) γειτνιάζει με τρεις ποταμούς, αποδεικνύει ότι είναι δυνατόν να υπάρχει υπόγειο γλυκό νερό στον αιγιαλό". Ακολούθως, το Εφετείο, αφού απέρριψε την ένσταση καταχρηστικής άσκησης του ένδικου δικαιώματος του αναιρεσιβλήτου ως μη νόμιμη με την ακόλουθη αιτιολογία: "Η εναγομένη με τις προτάσεις της αρνήθηκε την αγωγή και επικουρικά ζήτησε ν' απορριφθεί αυτή ως καταχρηστικώς ασκηθείσα δεδομένου ότι παρά τη δημοσιότητα της προδικασίας και της κυρίας διαδικασίας της αναγκαστικής εκτέλεσης, το ενάγον επί μία εξαετία ουδέποτε προέβαλε ούτε διεκδίκησε τα δικαιώματα του, ούτε προσέβαλε διενεργηθέντα πλειστηριασμό ως άκυρο, στον οποίον μάλιστα αναγγέλθηκε και συμμετείχε και ικανοποιήθηκε προνομιακά.
Ο ισχυρισμός αυτός ήταν μη νόμιμος και ορθά απορρίφθηκε από την προδικαστική απόφαση ως
τέτοιος, και το σχετικό παράπονο της εκκαλούσας είναι αβάσιμο, αφού τα περιεχόμενα σ' αυτόν πραγματικά περιστατικά και αληθινά υποτιθέμενα, δεν συνιστούν καταχρηστική την άσκηση του δικαιώματος του ενάγοντος", δέχθηκε την υπό κρίση διεκδικητική ακινήτου αγωγή του αναιρεσιβλήτου ως και κατ' ουσίαν βάσιμη, επικυρώνοντας, έτσι, την εκκαλούμενη απόφαση, που είχε εκφέρει όμοια κρίση.
Κρίνοντας, έτσι, το Εφετείο ως προς την απόρριψη ως μη νόμιμης της επίμαχης ένστασης της αναιρεσείουσας, δεν παραβίασε ευθέως την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, αφού, υπό τα επικαλούμενα από την ενιστάμενη εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα πραγματικά περιστατικά, που παραδεκτά προβλήθηκαν με τις προτάσεις της της πρώτης συζήτησης της ένδικης αγωγής στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, δεν καθίσταται καταχρηστική η άσκηση του αγωγικού δικαιώματος του αναιρεσιβλήτου, ενόψει του ότι μόνη η αδράνεια του τελευταίου καθόλη τη διάρκεια της προδικασίας και της κύριας διαδικασίας της αναγκαστικής εκτέλεσης, χωρίς τη συνδρομή ειδικών περιστάσεων που συνδέονται με την προηγούμενη συμπεριφορά του ίδιου, από τις οποίες γεννήθηκε στην αναιρεσείουσα η πεποίθηση, ότι το ένδικο δικαίωμα δεν πρόκειται να ασκηθεί κατ' αυτής, δεν καθιστά μη ανεκτή κατά την καλή πίστη και τα χρηστά ήθη και συνεπώς καταχρηστική και απαγορευμένη την άσκηση του εν λόγω δικαιώματος.
Ο μοναδικός, επομένως, λόγος της αναίρεσης με τον οποίο προβάλλεται η από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια της ευθείας παραβίασης του άρθρου 281 ΑΚ, από την παραπάνω αιτία, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 23-5-2006 αίτηση της Εμπορικής Τράπεζας της Ελλάδος για αναίρεση της 407/2003 απόφασης του Εφετείου Κρήτης.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα, στις 30 Ιουνίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 23 Σεπτεμβρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ