1998/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 15 Οκτωβρίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Σουζάνας Κουφιάδου, για να δικάσει μεταξύ : Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19.5.1994 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Χανίων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 350/1995 προδικαστική, 165/2001 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 530/2003 του Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητά η αναιρεσείουσα με την από 30.12.2003 αίτησή της.
Legislator headnote
AI generated1998/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Άκυρη, ως ανήθικη, είναι σύμφωνα με το άρθρο 179 περ. β΄ ΑΚ και η καταπλεονεκτική ή αισχροκερδής δικαιοπραξία, δηλαδή αυτή με την οποία εκμεταλλεύεται κάποιος την ανάγκη, την κουφότητα ή την απειρία του άλλου και επιτυγχάνει έτσι να συνομολογήσει ή να λάβει για τον εαυτό του ή για τρίτον, ως προς κάποια παροχή, περιουσιακά ωφελήματα που κατά τις περιστάσεις ευρίσκονται σε φανερή δυσαναλογία προς την παροχή.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1998 / 2007 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1998/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές : Δημήτριο Λοβέρδο, Αντιπρόεδρο, Βασίλειο Ρήγα, Δημήτριο Δαλιάνη-Εισηγητή, Ιωάννη-Σπυρίδωνα Τέντε και Δημήτριο Πατινίδη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 15 Οκτωβρίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Σουζάνας Κουφιάδου, για να δικάσει μεταξύ :
Της αναιρεσείουσας :Χ1,την οποία εκπροσώπησε ο πληρεξούσιος δικηγόρος της Ανδρέας Αναγνωστάκης.
Της αναιρεσίβλητης : Ψ1, η οποία παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ευάγγελο Χατζηγιαννάκη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19.5.1994 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Χανίων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 350/1995 προδικαστική, 165/2001 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 530/2003 του Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητά η αναιρεσείουσα με την από 30.12.2003 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Δαλιάνης ανέγνωσε την από 10 Οκτωβρίου 2005 έκθεσή του Αρεοπαγίτη Ιωάννη Παπανικολάου, ήδη προαχθέντος στο βαθμό του αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι.- Το άρθρο 131 ΑΚ, όπως ίσχυε πριν από την τροποποίησή του με το άρθρο 16 του ν. 2447/1997, ορίζει ότι "η δήλωση της βούλησης είναι άκυρη, αν κατά το χρόνο που έγινε, το πρόσωπο δεν είχε συνείδηση των πράξεών του ή δεν είχε τη χρήση του λογικού επειδή έπασχε από πνευματική ασθένεια". Ως εκ τούτου, ακυρότητα της δηλώσεως βουλήσεως και της αντίστοιχης δικαιοπραξίας επιφέρει και μόνη η, κατά τον χρόνο πραγματοποιήσεως της δηλώσεως βουλήσεως, συνδρομή της πρώτης εκ των άνω περιπτώσεων (έλλειψη συνειδήσεως των πραττομένων) στο πρόσωπο του δηλούντος, ήτοι η ύπαρξη αδυναμίας του προς διάγνωση της ουσίας και του περιεχομένου της επιχειρούμενης πράξεως, εφόσον η αδυναμία αυτή οφείλεται σε παροδική διανοητική διαταραχή, η οποία δεν συναρτάται με ψυχική νόσο.
Άκυρη, ως ανήθικη, είναι σύμφωνα με το άρθρο 179 περ. β΄ ΑΚ και η καταπλεονεκτική ή αισχροκερδής δικαιοπραξία, δηλαδή αυτή με την οποία εκμεταλλεύεται κάποιος την ανάγκη, την κουφότητα ή την απειρία του άλλου και επιτυγχάνει έτσι να συνομολογήσει ή να λάβει για τον εαυτό του ή για τρίτον, ως προς κάποια παροχή, περιουσιακά ωφελήματα που κατά τις περιστάσεις ευρίσκονται σε φανερή δυσαναλογία προς την παροχή.
Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι η κατάφαση του αισχροκερδούς χαρακτήρα μιας συμβάσεως προϋποθέτει α) την ύπαρξη φανερής δυνασαλογίας μεταξύ παροχής και αντιπαροχής, που αναφέρεται στη με αντικειμενικά κριτήρια εκτίμηση της αξίας τους, β)τη συνδρομή ανάγκης, κουφότητας ή απειρίας του αντισυμβαλλομένου και γ)την εκμετάλλευση, από τον συμβαλλόμενο, μιας ή περισσοτέρων από τις άνω καταστάσεις του αντισυμβαλλομένου, που ήταν γνωστές σ΄ αυτόν.
Ως ανάγκη νοείται η μόνιμη ή πρόσκαιρη ανάγκη, η οποία έχει χαρακτήρα επιτακτικό και ανεπίδεκτο αναβολής. Ως απειρία νοείται η έλλειψη πείρας για τη ζωή και τις συναλλαγές γενικώς ή έστω για ορισμένη κατηγορία συναλλαγών. Προφανής δυσαναλογία παροχής και αντιπαροχής είναι αυτή που υπερβαίνει το μέτρο, κατά το οποίο είναι συναλλακτικώς θεμιτό να αποκομίζει κανείς όφελος από σύμβαση οικονομικού περιεχομένου επί ζημία άλλου.
Οι προϋποθέσεις αυτές πρέπει να συντρέχουν σωρευτικώς κατά τον χρόνο καταρτίσεως της συμβάσεως. Εξάλλου, οι προβλεπόμενοι στους αριθμούς 11 γ΄ και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ λόγοι αναιρέσεως ιδρύονται, ο μεν πρώτος, αν το δικαστήριο της ουσίας, κατά την κατάστρωση του αποδεικτικού συλλογισμού του, παρέλειψε να λάβει υπόψη του αποδεικτικά μέσα, τα οποία οι διάδικοι παραδεκτώς προσκόμισαν και επικαλέσθηκαν και τα οποία ήταν χρήσιμα προς άμεση ή έμμεση απόδειξη πραγματικών γεγονότων ασκούντων ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, ήτοι στο διατακτικό της αποφάσεώς του, ο δε δεύτερος, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά εκείνα γεγονότα που είναι αναγκαία για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν ή όχι οι προϋποθέσεις εφαρμογής του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου ή αν έγινε ή όχι ορθός νομικός χαρακτηρισμός των κρίσιμων πραγματικών γεγονότων.
Εν προκειμένω, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, το Εφετείο, βεβαιώνοντας ότι η αποδεικτική του κρίση σχηματίσθηκε από την εκτίμηση των περιεχομένων στις 324/1996 και 70/1998 εισηγητικές εκθέσεις ενόρκων μαρτυρικών καταθέσεων και από όλα τα προσκομισθέντα με επίκληση από τους διαδίκους έγγραφα, δέχθηκε ως αποδειχθέντα τα εξής:
Ο Χ, αποβιώσας στις 29-7-1992 χωρίς διαθήκη και κληρονομηθείς από μόνη την αναιρεσείουσα θυγατέρα του, έπασχε από το 1984 από σοβαρής μορφής σακχαρώδη διαβήτη και για τον λόγο αυτόν υπεβάλλετο σε θεραπεία στην οικία του στο χωρίο "....... Κισάμου, συχνά δε, σε περιόδους εξάρσεως της ασθενείας του, εισήγετο σε νοσοκομεία για θεραπεία.
Έτσι, όταν εμφάνισε διαβητική οξέωση, υπέρταση και ισχαιμία μυοκαρδίου, εισήχθη στις 27-10-1984 και 7-12-1985 στο Γενικό Νοσοκομείο Χανίων, όπου παρέμεινε νοσηλευόμενος έως τις 7-11-1984 και 7-12-1985, αντιστοίχως. Από το έτος 1988, μετά τον θάνατο της συζύγου του και δεδομένου ότι δεν μπορούσε να αναμένει βοήθεια από την αναιρεσείουσα και τον σύζυγό της, εξαιτίας της ψυχρότητας των σχέσεών του με αυτούς, είχε προσλάβει, ως οικιακή βοηθό και νοσοκόμα, την αναιρεσίβλητη, η οποία διέμενε μαζί με αυτόν στην οικία του, ασχολούμενη με την εκτέλεση αγροτικών εργασιών στα κτήματά του (ελαιόφυτα) και με την παροχή σ΄ αυτόν "ιατρικών" φροντίδων.
Σε εκδήλωση ικανοποιήσεώς του για τις άνω υπηρεσίες της αναιρεσίβλητης, πώλησε και μεταβίβασε σ΄ αυτή, με το νομίμως μεταγεγραμμένο ........ συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Κισάμου Αλίκης Κυριακογιαννάκη, την κυριότητα, κατά ποσοστό 181,82 ο/οο αδιαιρέτως, ενός αγροκτήματος εμβαδού 4.442,83 μ3, ευρισκομένου στην κτηματική περιοχή του Δήμου Κισάμου, αντί συμφωνημένου τιμήματος 2.000.000 δραχμών, το οποίο και κατεβλήθη από αυτή.
Η τελευταία συνέχισε να παρέχει τις ανωτέρω υπηρεσίες στον ίδιο, ο οποίος στις 5-11-1989, υποστάς διαβητικό κώμα, μεταφέρθηκε για πρώτες βοήθειες στο Κέντρο Υγείας Κισάμου, όπου διαπιστώθηκε διαβητική αγγειοπάθεια, διαβητική γάγγραινα και ολική, "κατ΄ εκείνο το χρόνο", αμνησία, και ως εκ τούτου, μεταφέρθηκε, κατόπιν υποδείξεως των ιατρών του εν λόγω κέντρου υγείας, στο γενικό Νοσοκομείο Χανίων, όπου παρέμεινε νοσηλευόμενος έως τις 27-11-1989.
Ακολούθως, λόγω εμφανίσεως εμπυήματος και γάγγραινας δακτύλων δεξιού ποδός, μεταφέρθηκε στο Σπηλιοπούλειο Παθολογικό Νοσοκομείο Αθηνών, όπου νοσηλεύθηκε από τις 29-11-1989 επί ένα μήνα, εν συνεχεία δε, φιλοξενηθείς στην οικία της αναιρεσίβλητης στην Αθήνα, εισήχθη στις 8-4-1990 στη Νοσηλευτική Κλινική Αθηνών "Αγία Τριάς" και, αφού υπέστη χειρουργικό ακρωτηριασμό του δεξιού μηρού εξαιτίας της διαβητικής γάγγραινας, εξήλθε από αυτή (κλινική) στις 6-9-1990.
Εν τω μεταξύ, με το ........ συμβόλαιο, που συνετάγη από τη συμβολαιογράφο Χανίων Αικατερίνη Τσουρουπάκη εντός του Γενικού Νοσοκομείου Χανίων κατά τη διάρκεια της εκεί νοσηλείας του και που έχει μεταγραφεί νομίμως, ο Χ, σε εκδήλωση στοργής και αγάπης προς την αναιρεσίβλητη, πώλησε και μεταβίβασε σ΄ αυτή κατά κυριότητα ένα επιπλέον ποσοστό 153,14 ο/οο αδιαιρέτως του ίδιου ως άνω αγροκτήματος, αντί συμφωνημένου και καταβληθέντος από την αναιρεσίβλητη τιμήματος 2.000.000 δραχμών.
Από τα εκτεθέντα αποδεικτικά μέσα, συνεχίζει το εφετείο, δεν αποδεικνύεται ότι, κατά τους χρόνους καταρτίσεως των επίμαχων συμβάσεων πωλήσεως (...... και ......), ο πωλητής εστερείτο της συνειδήσεως των πράξεών του, ότι δηλαδή έλειπε από αυτόν η δυνατότητα διαγνώσεως της ουσίας και του περιεχομένου των επιχειρούμενων από τον ίδιο πράξεων, παρόλο που αντιμετώπιζε σοβαρά προβλήματα υγείας, ούτε άλλωστε αποδείχθηκε η συνδρομή των προϋποθέσεων του άρθρου 131 § 2 ΑΚ, όπως ισχύει μετά την τροποποίησή του με το άρθρο 16 του ν. 2447/1996.
Περαιτέρω, το εφετείο, μνημονεύοντας στην απόφασή του ορισμένες περικοπές από τις ένορκες μαρτυρικές καταθέσεις των ...... και ...... και δεχόμενο ότι ο Χ εξετίμησε την παρασχεθείσα σ΄ αυτόν συμπαράσταση της αναιρεσίβλητης και ότι η αντικειμενική αξία των πωληθέντων ποσοστών συγκυριότητας ανήρχετο κατά τους κρίσιμους χρόνους καταρτίσεως των δύο συμβάσεων πωλήσεως στα ποσά των δραχμών 3.800.000 για το πρώτο και 3.600.000 για το δεύτερο ποσοστό, έκρινε ότι η αναιρεσίβλητη δεν εκμεταλλεύθηκε τη - συναρτώμενη με την κακή κατάσταση της υγείας του - ανάγκη του Χ με υποσχέσεις για βοήθεια και περιποίηση και ότι δεν υφίσταται φανερή δυσαναλογία παροχής και αντιπαροχής, "αφού η διαφορά των δραχμών 1.800.000 και 1.600.000 αντίστοιχα για κάθε πώληση δεν υπερβαίνει το μέτρο κατά το οποίο είναι ανθρωπίνως φυσικό να αποκομίζει κάποιος όφελος από σύμβαση οικονομικού περιεχομένου, κατά την αντίληψη λογικού ανθρώπου που έχει πείρα των συναλλαγών".
Κατόπιν τούτων, το εφετείο απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας κατά της ομοίως κρίνασας πρωτόδικης αποφάσεως, με την οποία είχε απορριφθεί η αγωγή της ίδιας (αναιρεσείουσας) περί αναγνωρίσεως της ακυρότητας των επίμαχων συμβάσεων πωλήσεως. Από την ως άνω βεβαίωση της προσβαλλόμενης αποφάσεως περί λήψεως υπόψη και όλων των από τους διαδίκους με επίκληση προσκομισθέντων εγγράφων, σε συνδυασμό προς το εκτεθέν περιεχόμενο αυτής (αποφάσεως), δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία για την εκ μέρους του εφετείου συνεκτίμηση και των αναφερομένων στο αναιρετήριο εγγράφων, ήτοι α)της 244/1994 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χανίων με τα περιέχοντα μαρτυρικές καταθέσεις ταυτάριθμα πρακτικά, β)του .........
βιβλιαρίου αποταμιεύσεως του Ταχυδρομικού Ταμιευτηρίου, γ)του ...... πιστοποιητικού του Νομαρχιακού Νοσοκομείου Χανίων "Άγιος Γεώργιος", δ)της από ...... ιατρικής βεβαιώσεως της Γενικής Χειρουργικής - Παθολογικής Κλινικής "Άγιος Παντελεήμων", ε)της .... διπλότυπης αποδείξεως παροχής υπηρεσιών του ιατρού ......
και στ)των ενόρκων μαρτυρικών καταθέσεων των...... και ........ Επίσης, με τις ειρημένες παραδοχές του, το εφετείο διέλαβε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντίφαση αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθότητα ή μη της εφαρμογής των αναφερομένων πιο πάνω διατάξεων του ουσιαστικού δικαίου.
Επομένως, οι περί του αντιθέτου, εκ του άρθρου 559 αρ. 11γ΄ και 19 Κ.Πολ.Δ απορρέοντες, πρώτος και δεύτερος λόγοι του αναιρετηρίου είναι αβάσιμοι. Ως προς την αιτίαση περί αντιφατικότητας - άλλως ανεπάρκειας - των αιτιολογιών της προσβαλλόμενης αποφάσεως σε σχέση με τη γενόμενη δεκτή ανυπαρξία φανερής δυσαναλογίας παροχής (πωληθέντος πράγματος) και αντιπαροχής (συμφωνηθέντος τιμήματος), ο δεύτερος λόγος είναι αλυσιτελής, αφού, για της στήριξη της απορριπτικής συναφώς κρίσεως του εφετείου, αρκεί η μη πληττόμενη σχετικώς παραδοχή περί του ότι δεν αποδείχθηκε η εκ μέρους της αναιρεσίβλητης εκμετάλλευση της ανάγκης του πωλητή γεγονός που καθιστά πλεοναστική την παραδοχή περί ανυπαρξίας φανερής δυσαναλογίας παροχής και αντιπαροχής.
ΙΙ.- Με τον τρίτο λόγο του αναιρετηρίου, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αρ. 1 και 10 Κ.Πολ.Δ, ψέγεται το εφετείο ότι, εφαρμόζοντας τη μη εφαρμοστέα εν προκειμένω παράγραφο 2 του άρθρου 131 ΑΚ (όπως αυτή έχει προστεθεί με το άρθρο 16 του ν. 2447/1996), παραβίασε τη διάταξη αυτή, καθώς και ότι, χωρίς να διατάξει απόδειξη, έκρινε ως αναπόδεικτη τη συνδρομή των προβλεπομένων στη διάταξη αυτή προϋποθέσεων του δικαιώματος της αναιρεσείουσας (κληρονόμου του άνω πωλητή) να επικαλεσθεί την ακυρότητα των επίμαχων συμβάσεων πωλήσεως. Όμως, η εκτεθείσα κρίση είναι πλεοναστική, καθόσον η - σχετική με την επί του άρθρου 131 ΑΚ θεμελίωση της αγωγής - απορριπτική διάταξη της προσβαλλόμενης αποφάσεως στηρίζεται επαρκώς στην παραδοχή περί μη αποδείξεως του γεγονότος ότι κατά τους ως άνω κρίσιμους χρόνους ο πωλητής τελούσε σε κατάσταση ελλείψεως της συνειδήσεως των πράξεών του. Επομένως, ο ερευνώμενος λόγος είναι αλυσιτελής. Κατ΄ ακολουθίαν πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 30-12-2003, αίτηση της Χ1, περί αναιρέσεως της 530/2003 αποφάσεως του Εφετείου Κρήτης. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε χίλια εκατόν εβδομήντα (1.170) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις ??2007. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 19 Νοεμβρίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ