1998/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 4 Οκτωβρίου 2006, με την παρουσία και της γραμματέως Γραμματικής Κονταξή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated1998/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Στην προκειμένη περίπτωση, η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε, σχετικά με την αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων κατά των ήδη αναιρεσειουσών περί ακύρωσης της αναφερομένης σ' αυτήν διαθήκης λόγω απάτης, τα εξής πραγματικά περιστατικά : "Η κληρονομούμενη Χ1 σύζυγος Ψ1, ήταν νόμιμη σύζυγος του πρώτου από τους εκκαλούντες Ψ1 και μητέρα του δευτέρου Ψ2, ο οποίος τελεί υπό πλήρη στερητική δικαστική συμπαράσταση.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1998 / 2006 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1998/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές:Βασίλειο Νικόπουλο, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καπερώνη, Σταύρο Γαβαλά, Ιωάννη Ιωαννίδη και Λεωνίδα Ζερβομπεάκο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 4 Οκτωβρίου 2006, με την παρουσία και της γραμματέως Γραμματικής Κονταξή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: (αναφέρονται 5 ονόματα). Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αριστείδη Χιωτέλη.
Των αναιρεσιβλήτων:
1.Ψ1, για λογαριασμό του και ως οριστικού δικαστικού συμπαραστάτη του ευρισκομένου υπό στερητική δικαστική συμπαράσταση υιού του Ψ2 και 2. Ψ2 που τελεί υπό στερητική δικαστική συμπαράσταση και εκπροσωπείται νόμιμα από τον οριστικό δικαστικό συμπαραστάτη Ψ1. Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Σκαρίπα.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 20-6-2002 και 10-9-2002 αγωγές των πιο πάνω διαδίκων που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Καρδίτσας και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 152/2003 του ίδιου δικαστηρίου και 537/2005 του Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 15-9-2005 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, ανέγνωσε την από 22 Σεπτεμβρίου 2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 15-9-2005 ένδικη αναίρεση της υπ' αριθμ. 537/2005 οριστικής απόφασης του Εφετείου Λάρισας. Ο πληρεξούσιος δικηγόρος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψη της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Επειδή, κατά το άρθρο 1782 εδ.β΄ ΑΚ, η διάταξη της διαθήκης είναι ακυρώσιμη, αν είναι προϊόν απάτης, χωρίς την οποία ο διαθέτης δεν θα διατύπωνε τη διάταξη. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι υπό την έννοια της προβλεπόμενης απ' αυτή απάτης περιλαμβάνονται ψευδείς και υποβολιμαίες ή δελεαστικές παραστάσεις, οι οποίες δολίως και τεχνηέντως γενόμενες καταπείθουν και παρασύρουν το διαθέτη στην τελευταία διάταξη, την οποία, χωρίς τις παραστάσεις αυτές, δεν θα διατύπωνε.
Στην προκειμένη περίπτωση, η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε, σχετικά με την αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων κατά των ήδη αναιρεσειουσών περί ακύρωσης της αναφερομένης σ' αυτήν διαθήκης λόγω απάτης, τα εξής πραγματικά περιστατικά : "Η κληρονομούμενη Χ1 σύζυγος Ψ1, ήταν νόμιμη σύζυγος του πρώτου από τους εκκαλούντες Ψ1 και μητέρα του δευτέρου Ψ2, ο οποίος τελεί υπό πλήρη στερητική δικαστική συμπαράσταση.
Η κληρονομουμένη απεβίωσε στην Καρδίτσα στις .... και άφησε πλησιέστερους συγγενείς της το σύζυγο και το τέκνο της. Ο τελευταίος πάσχει από βαριά διανοητική καθυστέρηση με επιληπτικές κρίσεις, εξαιτίας της οποίας αδυνατεί να επιμεληθεί τον εαυτό του και την περιουσία του. Γι' αυτό τέθηκε σε καθεστώς πλήρους δικαστικής συμπαράστασης (δικαστικής απαγόρευσης) με την υπ' αριθμ. 2312/1990 αμετάκλητη απόφαση του πολυμελούς πρωτοδικείου Αθηνών.
Με την υπ' αριθμ. 12/2001 απόφαση του μονομελούς πρωτοδικείου Καρδίτσας ορίσθηκε ως οριστικός δικαστικός συμπαραστάτης του ο πατέρας του, ο οποίος είχε ήδη διορισθεί και προσωρινός διαχειριστής του με την υπ' αριθμ. 2164/1988 απόφαση του μονομελούς πρωτοδικείου Αθηνών.
Στις 24-1-2002 ο Ζ1 ανιψιός της κληρονομουμένης και γιος της αδερφής της, πρώτης από τους εκκαλούντες υπό στοιχείο Β' γνωστοποίησε με εξώδικη δήλωση προς το σύζυγο της θανούσας ότι ο ίδιος είχε καταθέσει στη συμβολαιογράφο .... την από .... ιδιόγραφη διαθήκη της θείας του, την οποία είχε παραδώσει η τελευταία όταν ζούσε. Προς τούτο συντάχθηκε η υπ' αριθμ. .... πράξη της ανωτέρω συμβολαιογράφου, η οποία στις 6-2-2002 εγχείρισε ενώπιον του μονομελούς πρωτοδικείου Τρικάλων την διαθήκη αυτή για να δημοσιευθεί και να κηρυχθεί κυρία, πράγμα που έγινε με το υπ' αριθμ. 25/2002 πρακτικό του ανωτέρω δικαστηρίου.
Το κείμενο της ιδιόγραφης αυτής διαθήκης είναι το εξής :
" Η ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΥ.
Τύρνα 31-7-2001.
Έχοντας σώας τας φρένας, Σήμερα εγώ θέλω να κάνω την διαθήκη μου και αφήνω στο παιδί μου Ψ2 όλα τα χρήματα που έχω στις καταθέσεις στις τράπεζες περίπου 110.000.000 δραχμές και τον περιορίζω στην νόμιμη μοίρα. Στον άντρα μου Ψ1 αφήνω δραχμές 100.000 και τίποτα άλλο, γιατί φέρθηκε αχάριστα και τον περιορίζω στην νόμιμη μοίρα. Στις τρεις αδερφές μου που ζουν από ένα τέταρτο και στα παιδιά αυτής που πέθανε αφήνω το υπόλοιπο ένα τέταρτο στο οικόπεδο με το κτίσμα στην οδό ..... Θέλω ακόμη οι αδερφές μου να φροντίζουν και να περιποιούνται το παιδί μου και θέλω ακόμη σε όποιες αποφάσεις παρθούν για το παιδί μου σχετικά με την περιουσία του να συμμετέχουν οι αδερφές μου και τα παιδιά με τον άντρα μου γιατί αυτά δεν θέλω μόνος του να τα διαχειρίζεται. Όποια διαθήκη έκανα πριν την ανακαλώ.
Χ1".
Η διαθέτιδα είχε τελέσει γάμο με τον εκκαλούντα Ψ1 το Σεπτέμβριο του 1961 και από το γάμο της αυτό απέκτησαν ένα γιο, το δεύτερο εκκαλούντα που γεννήθηκε στις 14-3-1962 με βαριά διανοητική καθυστέρηση. Η έγγαμη σχέση τους παρουσίασε προβλήματα γιατί ο σύζυγος σύνηψε ερωτική σχέση με άλλη γυναίκα και ήταν σε διάσταση για εννέα έτη.
Ωστόσο, το 1986 αποφάσισαν για χάρη του προβληματικού τέκνου τους να επανασυνδέσουν την σχέση τους και έτσι ματαίωσαν τις δικαστικές ενέργειες για την έκδοση διαζυγίου. Μετά την συνταξιοδότηση του συζύγου εγκαταστάθηκαν στην Καρδίτσα. Είναι αλήθεια ότι η σύζυγος δεν ξέχασε την αντισυζυγική συμπεριφορά του.
Επίσης και ότι ο σύζυγος πάντοτε τη θεωρούσε υπεύθυνη για το πρόβλημα του παιδιού τους διότι συνέλαβε σε μεγάλη ηλικία, την οποία του είχε αποκρύψει. Ωστόσο, η στάση του μετά το 1986 ως συζύγου και πατέρα κρίνεται ικανοποιητική : φρόντιζε με επιμέλεια για την οικογένεια του, ιδιαίτερα για το παιδί τους που είχε διανοητική καθυστέρηση σε βαθμό μωρίας, για την αξιοποίηση του μοναδικού περιουσιακού της συζύγου, αλλά και για την ίδια όταν η υγεία της κλονίστηκε σοβαρά.
Όμως οι συγγενείς της συζύγου του (οι εφεσίβλητες αδερφές της και τα ανίψια της) πάντοτε τον υπέβλεπαν. Αποβλέποντας στο να παραμείνει το μοναδικό περιουσιακό στοιχείο που είχε στην κυριότητα της η αδερφή και θεία τους (ένα οικόπεδο 950 τ.μ .... στο οποίο υπάρχει " σούπερ μάρκετ" και αποδίδει σήμερα ετήσιο μίσθωμα 55.596 ευρώ) στην δική τους οικογένεια και να μη μεταφερθεί στην οικογένεια του συζύγου, τον διέβαλαν στην σύζυγο του ότι σκοπεύει μετά το θάνατο της να μεταβιβάσει το ανωτέρω οικόπεδο στα δικά του ανίψια και να εγκλείσει το γιο τους σε άσυλο.
Επίσης, ότι τα μισθώματα που εν τω μεταξύ σωρεύονταν ως πολιτικοί καρποί του οικοπέδου τα διαχειριζόταν για δικό του λογαριασμό με σκοπό την ιδιοποίηση τους.
Η διαθέτιδα απεβίωσε τελικά στις .... σε ηλικία 75 ετών στο νοσοκομείο .... και ο θάνατος της επήλθε " από μεταστατικό καρκίνο μαστού - διάτρηση λεπτού εντέρου - περιτονίτιδα". Στις 19-11-1998 είχε υποστεί κάταγμα διατροχαντηρίου και είχε χειρουργηθεί στο Νοσοκομείο Καρδίτσας. Λόγω του ότι αισθάνονταν πόνους στο τραυματισμένο οστό, είχε εισαχθεί για δεύτερη φορά στο ίδιο νοσοκομείο την 11-5-1999 όπου επίσης χειρουργήθηκε.
Εξήλθε την 18-5-1999 με διάγνωση "ημιολική αρθροπλαστική - αφαίρεση υλικού από διατροχαντήριο κάταγμα χειρουργηθέν - φαρμακευτική αγωγή". Μετά τις εγχειρήσεις αυτές βάδιζε και κινούνταν με την βοήθεια βακτηρίας, ενώ από το τέλος Μαΐου 2001 κινούνταν πλέον μόνο με τη χρήση αναπηρικού αμαξιδίου. Λόγω σωματικής κατάπτωσης την 25-6-2001 υποβλήθηκε σε ιατρικές εξετάσεις (σπινθηρογράφημα) στο Ιατρικό Κέντρο των Τρικάλων ".... " και σε μαστογραφία άμφω, υπολογιστική τομογραφία θώρακος, υπολογιστική τομογραφία άνω και κάτω κοιλίας και υπολογιστική τομογραφία εγκεφάλου στην Γενική Κλινική των Τρικάλων ".... ".
Από τις εξετάσεις αυτές διαπιστώθηκε παρουσία καρκίνου στον δεξιό μαστό και οστεολυτικές αλλοιώσεις στην αριστερά κατ' ώμο άρθρωση και στο Θ6 σπόνδυλο, μεταστατικής αιτιολογίας, διήθηση των μυϊκών ιστών του δεξιού προσθίου θωρακικού τοιχώματος, οστεολυτικού τύπου διήθηση του αριστερού ισχιακού κλάδου της λεκάνης.
Εξ αιτίας των σοβαρών αυτών ασθενειών η κατάσταση της ήταν εξαιρετικά επιβαρημένη. Ήταν κατάκοιτη, δεν είχε καθόλου δυνάμεις και κατέχονταν από αγχώδη κατάθλιψη με κρίσεις φοβίας και πανικού για τη ζωή της και κυρίως για τη ζωή του παιδιού της. Έκανε χρήση του οπιούχου αναλγητικού φαρμάκου durogesic και άλλων ανοσοκατασταλτικών φαρμάκων για την αντιμετώπιση των σφοδρών πόνων που προκαλούσε η μετάσταση του καρκίνου στα οστά.
Ωστόσο, είχε συνείδηση των πράξεων της και δεν τελούσε σε τέτοια ψυχική η διανοητική διαταραχή που περιόριζε αποφασιστικά την λειτουργία της βούλησης της. Από την άποψη λοιπόν αυτή ήταν ικανή να συντάξει διαθήκη.
Ζώντας με τόσο επιβαρημένη υγεία και έχοντας τη βέβαιη αίσθηση ότι βαδίζει προς το τέλος της ζωής της η μεγάλη αγωνία και το άγχος της ήταν η τύχη του παιδιού της μετά το θάνατο της. Την μεγάλη αυτή αγωνία και άγχος της επέτειναν οι συστάσεις των ιατρών ότι μετά τον θάνατο των γονέων του έπρεπε να εξακολουθεί να ζει σε οικογενειακό και οικείο περιβάλλον με καλή περιποίηση και φαρμακευτική υποστήριξη.
Έτρεμε στην σκέψη ότι θα μπορούσε να εγκλεισθεί σε άσυλο ανιάτων γιατί αυτό θα σήμαινε το γρήγορο μαρασμό και τον πρόωρο θάνατο του. Ωστόσο, γνώριζε ότι για την επιβίωση και περιποίηση του θα είχε την ανάγκη πολύ μεγάλων χρηματικών ποσών κάθε μήνα. Γι' αυτό φρόντιζε να αποταμιεύει σε κοινό με το γιο της τραπεζικό λογαριασμό τα έσοδα από τα μισθώματα που κάθε μήνα εισέπραττε και στο τέλος της ζωής της είχε συγκεντρώσει το συνολικό ποσό των 110.000.000 δραχμών.
Την διαχείριση των αποταμιεύσεων στο όνομα αυτής και του γιου της έκανε ο σύζυγος της με απόλυτη εντιμότητα παρά τις αντίθετες περί αυτού διαβολές των αδερφών και των ανιψιών της. Η μεγάλη της λοιπόν αγωνία ενόψει του διαφαινομένου τέλους του βίου της ήταν να εξασφαλίσει με τον καλύτερο τρόπο το γιο της με ικανά περιουσιακά στοιχεία ώστε να μπορεί να συνεχίσει το βίο του σε οικιακό περιβάλλον με την φροντίδα αμειβόμενων προσώπων, οπωσδήποτε δε να μην περιέλθει στην ανάγκη να εγκλεισθεί σε άσυλο ανιάτων.
Αυτό δεν μπορούσε να γίνει διαφορετικά παρά μόνο με τη μετάθεση της περιουσίας της στο γιο της. Ήθελε (και αυτό εξέφραζε πάντοτε) τα χρήματα της και το ακίνητο της να περιέλθουν μετά το θάνατο στο παιδί της για να του εξασφαλίσει τον προαναφερόμενο τρόπο ζωής. Μετά το θάνατο και αυτού η επιθυμία της ήταν να περιέλθει το ακίνητο στους εξ αίματος συγγενείς της (αδερφές ή ανίψια) γιατί επρόκειτο για το πατρικό της σπίτι.
Ήθελε δηλαδή να ισχύσει κάποια μορφή κληρονομικού καταπιστεύματος. Για τον σύζυγο της αποδεχόταν τον περιορισμό του στη νόμιμη μοίρα. Ωστόσο οι αδερφές και τα ανίψια της δεν ήθελαν μια τέτοια ρύθμιση της κληρονομιάς της, φοβούμενοι μήπως χαθεί για την οικογένεια τους το περιουσιακό αυτό στοιχείο. Αντίθετα ήθελαν μετά τον (αναμενόμενο) θάνατο της κληρονομούμενης να περιέλθει κατευθείαν στην ευρύτερη οικογένεια τους:
στις τρεις αδερφές (τρεις πρώτες εφεσίβλητες υπό στοιχείο Α') και στα δυο τέκνα της άλλης αδερφής τους ... που είχε προαποβιώσει (τέταρτο και Πέμπτη εφεσίβλητους στοιχείο Α').
Η διαθέτιδα αντιλαμβανόμενη το επικείμενο του θανάτου της εξέφρασε το καλοκαίρι 2001 την επιθυμία να συντάξει διαθήκη με το προαναφερόμενο, αποδεκτό για αυτήν, περιεχόμενο. Οι εφεσίβλητοι συγγενείς της εκμεταλλεύτηκαν την ευκαιρία και γι' αυτό ενεργώντας από κοινού συνέλαβαν το σχέδιο να της υποβάλλουν την ιδέα να συντάξει ιδιόγραφη διαθήκη με το περιεχόμενο όμως που εκείνοι επιθυμούσαν.
Την υλοποίηση του σχεδίου ανέλαβε ο γιος της πρώτης εφεσίβλητης ιατρός Ζ1 στον οποίο η διαθέτιδα είχε ιδιαίτερη αδυναμία και εξάρτηση, διότι ως ιατρός έδειχνε ενδιαφέρον για την κατάσταση της. Αυτός λοιπόν της πρότεινε να της φέρει ένα σχέδιο διαθήκης που θα είχε το επιθυμητό γι αυτήν περιεχόμενο έτσι ώστε κάποια στιγμή που ο σύζυγος της θα έλειπε από το εξοχικό τους σπίτι στην ...
να το αντιγράψει και να το υπογράψει. Πράγματι την 31.7.2001 την επισκέφτηκε στο τόπο του παραθερισμού με το πρόσχημα να την εξετάσει ιατρικά. Αφού εξασφάλισε την απουσία του συζύγου, της ζήτησε να αντιγράψει το σχέδιο της διαθήκης που εγχείρισε διαβεβαιώνοντας την (ψευδώς όμως) ότι η διαθήκη αυτή περιλαμβάνει διατάξεις που εξασφαλίζουν τα δικαιώματα του παιδιού της πάνω στην χρηματική κατάθεση και κυρίως πάνω στο ακίνητο της και συγκεκριμένα ότι με την διαθήκη τα στοιχεία αυτά κληρονομεί ο γιος της.
Η διαθέτιδα, πιεζόμενη και χρονικά για να προλάβει την αντιγραφή του σχεδίου, προτού επιστρέψει ο σύζυγος της διότι δεν μπορούσε λόγω της καταστάσεως της να γράψει γρήγορα, αντέγραψε το σχέδιο, το χρονολόγησε και το υπέγραψε, πιστεύοντας ότι έχει το περιεχόμενο, για το οποίο την διαβεβαίωσε ο ανιψιός της.
Ο τελευταίος για να μην της δώσει την ευκαιρία να ξαναδιαβάσει αργότερα προσεκτικά ή συμβουλευτεί άλλους και αντιληφθεί την διαφορά το παρέλαβε και έκτοτε το φύλαγε ο ίδιος μέχρι την 2.10.2001 που το κατέθεσε στην συμβολαιογράφο .... Ενδιαφερόμενος μάλιστα από τότε να εξασφαλίσει αποδεικτικά στοιχεία για την πνευματική διαύγεια και την καλή κατάσταση της διαθέτιδας αλλά και για την γνησιότητα της γραφής της, φοβούμενος ότι ο σύζυγος θα αμφισβητούσε δικαστικά το κύρος της διαθήκης φρόντισε αφενός να την επισκεφθούν την εποχή εκείνη διάφοροι φίλοι του ιατροί με το πρόσχημα της παροχής ιατρικών υπηρεσιών ώστε να έχουν προσωπική αντίληψη περί αυτού και αφετέρου να συλλέξει γνήσια γραπτά της.
Αυτά δείχνουν το καλοσχεδιασμένο των ενεργειών του.
Όμως η διαθήκη το πλήρες κείμενο της οποίας παρατίθεται ανωτέρω, δεν είχε διατάξεις με το περιεχόμενο, για το οποίο την διαβεβαίωσε ο ανιψιός της. Αντί το μοναδικό της περιουσιακό στοιχείο (οικόπεδο στην ... ) να περιέρχεται στον γιο της, στην εξασφάλιση του οποίου αγωνιωδώς κατέτεινε, κατέλειπε αυτό ισομερώς εξ αδιαιρέτου στις υπέργηρες (81 - 85 ετών) τρεις αδερφές της; ..., ... , ...
και στα δυο τέκνα της άλλης αδερφής της ... που είχε προαποβιώσει: ... και ..... Όλοι τους μάλιστα ανεξαίρετα είναι πολύ μεγάλης επιφάνειας. Το γιο της που διακαώς, με άγχος και αγωνία ήθελε να εξασφαλίσει φέρεται ότι τον περιορίζει στην νόμιμη μοίρα, αφού βέβαια του αφήνει και το ποσό των χρηματικών καταθέσεων ύψους 110.000.000 δρχ.
που είχαν μαζί σε κοινό λογαριασμό κατά την έννοια του ν. 5638/1932 "περί καταθέσεως σε κοινό λογαριασμό" στην .... Το ποσό όμως αυτό δεν είναι αντικείμενο της κληρονομίας διότι υπήρχε στην σύμβαση όρος ότι ο συνδικαιούχος γιος μπορούσε να κάνει χρήση, ολική ή μερική του λογαριασμού, χωρίς την σύμπραξη συγκατάθεση ή συναίνεση αυτής, καθώς και ότι η εν λόγω κατάθεση θα περιέρχεται αυτοδικαίως στον άλλο συνδικαιούχο, ο οποίος επιζεί.
Βέβαια, η εν λόγω κατάθεση της διαθέτιδας αποτελεί δωρεά εν ζωή προς το γιο της, αφού έγινε χαριστικά και χωρίς αντάλλαγμα. Μάλιστα η παροχή αυτή κρίνεται ως προς το δίκαιο της νόμιμης μοίρας ως δωρεά. Και τούτο διότι από τον συνδυασμό των διατάξεων 2 και 3 ν 5638/1932 συνάγεται ότι, ως προς την τύχη κοινού τραπεζικού λογαριασμού σε περίπτωση θανάτου ενός από τους συγκαταθέτες, πρέπει να διακριθούν οι ακόλουθες περιπτώσεις:
α) Αν δεν έχει τεθεί ο όρος του άρθρου 2, ότι δηλαδή μετά το θάνατο κάποιου συγκαταθέτη η κατάθεση και ο λογαριασμός θα περιέλθει αυτοδικαίως στους λοιπούς επιζώντες, οι κληρονόμοι του καταθέτη δεν υπεισέρχονται έναντι της Τράπεζας στην θέση συνδικαιούχου της κατάθεσης με βάση το κληρονομικό τους δικαίωμα, λόγω της σχετικής απαγόρευσης του άρθρου 3 ν 5638/1932 αλλά απλώς έχουν το δικαίωμα να απαιτήσουν από τους υπόλοιπους συγκαταθέτες το μέρος εκείνο της κατάθεσης που αντιστοιχεί στο δικαιοπάροχο τους με βάση την εσωτερική σχέση.
Β) Αν αντίθετα έχει τεθεί ο όρος του 2 ν. 5638/1932, οι κληρονόμοι αποξενώνονται πλήρως από το ποσό της κατάθεσης, το οποίο εξαιρείται από την κληρονομιά και περιέρχεται αυτοδίκαια στους επιζώντες συγκαταθέτες, χωρίς να μπορούν οι κληρονόμοι να αντλήσουν δικαιώματα από την εσωτερική σχέση των τελευταίων με τον κληρονομούμενο.
Ωστόσο, για την προστασία των δικαιωμάτων των νομίμων μεριδιούχων, ο νομοθέτης διόρθωσε τις δυσμενείς αυτές συνέπειες με το άρθρο 117 ΕισΝΑΚ, σύμφωνα με το οποίο εφόσον με την κατάθεση σε κοινό λογαριασμό συντελέσθηκε δωρεά, κρίνεται (προκειμένου για καταθέτη που απεβίωσε μετά την εισαγωγή του ΑΚ) ως προς το δίκαιο της νόμιμης μοίρας ως δωρεά.
Έτσι προστίθεται στην κληρονομιά για τον υπολογισμό της νόμιμης μοίρας κατά τους όρους του άρθρου 1831 ΑΚ υπόκειται δε σε ανατροπή ως άστοργος δωρεά κατά το άρθρο 1835 ΑΚ. Αν δεν συντρέχουν οι όροι εφαρμογής των περί νόμιμης μοίρας διατάξεων, οι κληρονόμοι δεν έχουν κανένα δικαίωμα πάνω σε ένα τέτοιο λογαριασμό του δικαιοπαρόχου τους (ΑΠ 855/2002 ΕλλΔνη 43 (2002) σελ. 1700, ΑΠ 540/1998 ΕλλΔνη 40 (1999) ΣΕΛ. 148, ΑΠ 539/1992 ΕλλΔνη 35 (1994) ΣΕΛ. 78, ΕφΑθ 7530/1997 ΕλλΔνη 39 (1998) σελ. 1685, Κατ.
Φουντουδάκη, κατάθεση σε κοινό λογαριασμό και προστασία του νομίμου μεριδούχου, Αρμ 1997 σελ. 593601 ιδίως 595, Σ. Ψυχομάνη, τραπεζικό δίκαιο - Δίκαιο τραπεζικών συμβάσεων σελ. 189, Ιωάννη Βαλέντζα, τραπεζικό δίκαιο σελ. 135). Έτσι ουσιαστικά η διαθέτιδα μητέρα "αποκλήρωσε" το γιο της που ήθελε να εξασφαλίσει με τα πάγια υψηλά εισοδήματα του ακινήτου της, διότι αν στην νόμιμη μοίρα καταλογιστεί και η ανωτέρω δωρεά, όπως άλλωστε ζητούν και επιδιώκουν οι κληρονόμοι με την αντίθετη αγωγή τους είναι αμφίβολο αν θα υπάρχει αντικείμενο για συμπλήρωση.
Διατυπώνεται βέβαια στην διαθήκη ο όρος "...θέλω ακόμη οι αδερφές μου να φροντίζουν και να περιποιούνται το παιδί μου και θέλω ακόμη σε όποιες αποφάσεις παρθούν για το παιδί μου σχετικά με την περιουσία του να συμμετέχουν οι αδερφές μου και τα παιδιά με τον άντρα μου γιατί αυτά δεν θέλω να μόνος του να τα διαχειρίζεται..." πλην όμως ο ασαφής και αμφίβολης έννοιας αυτός όρος και αν ακόμη δεν συνιστά απλή ευχή, αλλά τρόπο κατά την έννοια των άρθρων 2011 επ.
ΑΚ και πάλι σχετική είναι η νομική αξία του αναφορικά με τον επιδιωκόμενο σκοπό της οικονομικής εξασφαλίσεως του τέκνου της διαθέτιδας και την αποφυγή εισαγωγής του σε άσυλο, αφού με αυτόν βαρύνονται για το - μοιραία βραχύ - υπόλοιπο του βίου τους μόνο οι υπέργηρες τρεις πρώτες κληρονόμοι (αδερφές). Τεχνηέντως οι ανιψιοί εξαιρέθηκαν από την ανωτέρω υποχρέωση.
Ωστόσο, το δικαστήριο ερμηνεύοντας τον όρο αυτό σύμφωνα με το άρθρο 173 ΑΚ, αναζητώντας την βούληση της διαθέτιδας, κρίνει ότι δεν πρόκειται για τρόπο αλλά για απλή ευχή και έκφραση επιθυμίας αυτής προς τους τετιμημένους. Τούτο συνάγεται και από την εξαιρετικά γενικόλογη διατύπωση της "υποχρέωσης" αφού δεν συγκεκριμενοποιείται πως θα φροντίζουν, τι περιεχόμενο θα έχει ακριβώς αυτή η υποχρέωση, αν θα ασκείται από κοινού ή εκ περιτροπής σε ποιο χώρο ή ίδρυμα κλπ.
Η έκφραση "θέλω" δείχνει επιθυμία και ευχή ενώ ο τρόπος διατυπώνεται ως υποχρέωση με ομώνυμες ή συνώνυμες αυτής της έννοιας λέξεις και συνήθως συνοδεύεται με απειλή συνεπειών.
Τέλος, με άλλο όρο της διαθήκης η διαθέτιδα αναφορικά με το σύζυγο της, φέρεται να ορίζει ότι "στον άντρα μου Ψ1 αφήνω δραχμές 100.000 και τίποτα άλλο γιατί φέρθηκε αχάριστα και τον περιορίζω στην νόμιμη μοίρα". Η εξαιρετικά αντιφατική και δυσνόητη αυτή διάταξη σε κάθε περίπτωση δεν έγινε αντιληπτή ως προς το νόημα της ( αφού χρήζει ερμηνείας) από την διαθέτιδα όταν αντέγραφε το σχέδιο που της υπέβαλε ο ανιψιός της Ζ1.
Πάντως σε καμία περίπτωση η διαθέτιδα δεν ήθελε να τον αποκληρώσει κατά την έννοια του άρθρου 1839 ΑΚ αφού δεν είχε εναντίον του κανένα συγκεκριμένο νόμιμο λόγο ( άρθρο 1842 ΑΚ). Οι υπό στοιχείο Β' εκκαλούντες ισχυρίζονται ότι οι έννοιες του όρου αυτού είναι ότι συνιστά διάταξη αποκληρώσεως του συζύγου κατά το άρθρου 1839 ΑΚ διότι η διαθέτιδα είχε κατά το χρόνο συντάξεως της διαθήκης δικαίωμα να ασκήσει εναντίον του αγωγή διαζυγίου για βάσιμο λόγο αναγόμενο σε υπαιτιότητα του.
Κατ' αρχήν από το περιεχόμενο της ανωτέρω διάταξης δεν προκύπτει πρόθεση αποκλήρωσης του συζύγου αλλά οπωσδήποτε περιορισμός στη νόμιμη μοίρα, κάτι που άλλωστε ανταποκρινόταν και στην βούληση της. Γι' αυτό και ήθελε να κάνει διαθήκη κρυφά από τον σύζυγο της για να μη το αντιληφθεί. Σε κάθε δε περίπτωση ο όρος αυτός δεν μπορεί να ισχύσει ως αποκλήρωση του άρθρου 1839 ΑΚ διότι δεν αναφέρεται στην διαθήκη ο λόγος της αποκληρώσεως και εν προκειμένω για σύζυγο τα πραγματικά περιστατικά, έστω συνοπτικά που θεμελιώνουν το δικαίωμα του διαθέτη να ασκήσει αγωγή για βάσιμο λόγο διαζυγίου αναγόμενο σε υπαιτιότητα αυτού.
Η αόριστη αναφορά στην διαθήκη "...γιατί φέρθηκε αχάριστα..." δεν αρκεί. Σύμφωνα με το άρθρο 1843 ΑΚ ο λόγος αποκλήρωσης πρέπει πλην άλλων να αναφέρεται στην διαθήκη ώστε να υπάρχει δυνατότητα δικαστικού ελέγχου και να γίνεται κατανοητό τι εννοεί ο διαθέτης. Γι' αυτό η χρήση αορίστων πολυσήμαντων ή αμφίβολης σημασίας όρων, όπως είναι η φράση " φέρθηκε αχάριστα" δεν πληρεί την ανωτέρω προϋπόθεση.
Έτσι λοιπόν η διάταξη αυτή της διαθήκης είναι η μόνη που αποτυπώνει την βούληση της διαθέτιδας. Την περιέλαβε δε ο αληθινός συντάκτης της διαθήκης που αντέγραψε η διαθέτιδα γιατί σε κάθε περίπτωση συνέφερε στους τετιμημένους αφού ο σύζυγος δεν θα μπορούσε να αποκλειστεί και από την νόμιμη μοίρα. Δεν αποτελεί λοιπόν προϊόν απάτης που - για τις λοιπές διατάξεις - μετήλθε ο προαναφερόμενος Ζ1 εν γνώσει βέβαια και με την σύμφωνη θέληση των τετιμημένων οι οποίοι συντήρησαν και ενίσχυσαν την απατηλή εντύπωση της διαθέτιδας για το πραγματικό περιεχόμενο της διαθήκης αφ' ενός μεν διαβεβαιώνοντας αυτήν για την δήθεν "εξασφάλιση" του παιδιού της αφετέρου δε αποκρύπτοντας το αληθινό περιεχόμενο της μολονότι κατά την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη είχαν υποχρέωση να της αποκαλύψουν την αλήθεια.
Χαρακτηριστική επίσης είναι η στάση τους μετά το θάνατο της διαθέτιδας. Πρώτον έσπευσαν να εξασφαλίσουν υπέρ αυτών την είσπραξη των μισθωμάτων που απέδιδε το κληρονομιαίο ακίνητο. Δεύτερον επιδιώκουν με την υπό κρίση αγωγή τους να αναγνωρισθεί ότι η νόμιμη μοίρα στην οποία "περιόρισε" η μητέρα το γιο της, καλύφθηκε από τη δωρεά της χρηματικής καταθέσεως.
Συμπερασματικά λοιπόν: η διάσταση που υπήρχε μεταξύ της δηλώσεως και της βουλήσεως της διαθέτιδας στην διαθήκη που κλήθηκε βιαστικά να αντιγράψει (ως προς τις δυο βασικές διατάξεις που αναφέρονται α) στον ορισμό των κληρονόμων των αδερφών και ανιψιών της και β) στον περιορισμό του γιου της στην νόμιμη μοίρα) οφείλεται στην εσφαλμένη αντίληψη που τεχνηέντως δημιούργησε σε αυτήν ο Ζ1 και οι λοιποί συνεργοί του. Χωρίς τις απατηλές αυτές παραστάσεις τους η διαθέτιδα δεν θα συνέτασσε διαθήκη με τέτοιο περιεχόμενο. Άλλωστε ενόψει των ιδιαιτεροτήτων της καταστάσεως της την εποχή εκείνη (βαρύτατα ασθενής καρκινοπαθής με πόνους, κατάκοιτη, έχοντας αγχώδη κατάθλιψη με κρίσεις φοβίας και πανικού για την ζωή της και κυρίως για την ζωή του παιδιού της κλπ, όπως η σωματική και ψυχική κατάσταση της περιγράφεται ανωτέρω) σε συνδυασμό με την εμπιστοσύνη που έτρεφε στο Ζ1 πίστεψε εύκολά στις διαβεβαιώσεις του ανιψιού της που ενίσχυσαν με την συμπεριφορά τους και οι λοιποί συγγενείς της και αποδέχθηκε να διατυπώσει (με αντιγραφή) διαθήκη με τέτοιο περιεχόμενο, το οποίο δεν μπορούσε να αντιληφθεί διότι ήταν μια απλή γυναίκα με γνώσεις δημοτικού σχολείου και αγνοούσε την έννοια των χρησιμοποιηθέντων νομικών όρων.
Συνεπώς οι διατάξεις αυτές είναι κατά τα άρθρα 1782 εδ. β'΄1787 ΑΚ σε συνδυασμό με τις προπαρατιθέμενες αιτιολογίες ακυρώσιμες. Αντίθετα η άλλη διάταξη που αναφέρεται στον περιορισμό του συζύγου της στην νόμιμη μοίρα ταυτίζεται με την βούληση της και δεν είναι απόρροια απάτης.
Συνεπώς μόνη αυτή είναι έγκυρη. Η δήλωση της διαθέτιδας "....θέλω ακόμη οι αδερφές μου να φροντίζουν και να περιποιούνται το παιδί μου" συνιστά κατά τα προαναφερόμενα ευχή και όχι τρόπο, οπότε δεν αποτελεί διάταξη τελευταίας βούλησης και είναι νομικά αδιάφορη. Περαιτέρω, εφόσον την απάτη μετήλθαν οι ίδιοι οι τιμώμενοι, ενεργώντας βασικά δια Ζ1, τότε επέρχεται και αναξιότητα αυτών (άρθρα 1860 αριθ. 4 και 1864 ΑΚ), διότι η συμπεριφορά τους, σύμφωνα και με τις προαναφερόμενες αιτιολογίες, τελεί σε οξεία αντίθεση προς το ηθικό αίσθημα (δηλαδή το συγγενικό δεσμό ή την αγαθή προαίρεση του διαθέτη) το οποίο στηρίζει την εξ αδιαθέτου και την εκ διαθήκης διαδοχή".
Με βάση δε τα ανωτέρω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά ακύρωσε, κατά μερική παραδοχή της αγωγής των αναιρεσιβλήτων, την προαναφερόμενη ιδιόγραφη διαθήκη ως προς τις διατάξεις αυτής α) περί περιορισμού του δευτέρου αναιρεσίβλητου στη νόμιμη μοίρα και β) περί κατάλειψης του οικοπέδου στους αναιρεσείοντες.
Κρίνοντας έτσι το Εφετείο αφενός μεν δεν παραβίασε την παραπάνω ουσιαστικού δικαίου διάταξη της ΑΚ 1782 εδ. β΄, την οποία ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε, αφετέρου δε δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης με αντιφατικές ή ανεπαρκείς αιτιολογίες, διότι α) η παραδοχή της ικανότητας της διαθέτιδας προς σύνταξη διαθήκης δεν αντιφάσκει με την παραδοχή ότι η διαθήκη ήταν προϊόν απάτης, χωρίς την οποία η διαθέτης δεν θα διατύπωνε τις παραπάνω άκυρες διατάξεις, αφού η εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 147 και 1782 εδ.
β΄ ΑΚ προϋποθέτει την ύπαρξη ικανότητας για δικαιοπρακτική δήλωση βούλησης, ενώ η εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 131 ΑΚ προϋποθέτει την, κατά το χρόνο της δήλωσης, ανυπαρξία της βούλησης, λόγω της συνδρομής μιας εκ των προβλεπομένων διαζευκτικώς στην εν λόγω διάταξη καταστάσεων διανοητικής διαταραχής, β) ουδεμία αντίφαση δημιουργείται από τις παραδοχές ότι η διάταξη της διαθήκης περί περιορισμού του συζύγου της διαθέτιδας (πρώτου αναιρεσίβλητου) στη νόμιμη μοίρα είναι η μόνη που αποτυπώνει τη βούληση της διαθέτιδας, ενώ οι υπόλοιπες διατάξεις είναι προϊόν απάτης, και γ) με πλήρεις αιτιολογίες δέχεται 1) ότι οι προαναφερόμενες διατάξεις της επίδικης διαθήκης, ήτοι περί ορισμού ως κληρονόμων των αδελφών και ανηψιών της διαθέτιδας και περιορισμού του γιου της στη νόμιμη μοίρα είναι προϊόν απάτης, προκληθείσης με τις περιγραφόμενες ενέργειες των αναιρεσειόντων και του ανηψιού της Ζ1 και 2) ότι αποδέχθηκε να διατυπώσει (με αντιγραφή) διαθήκη με τέτοιο περιεχόμενο, το οποίο δεν μπορούσε να αντιληφθεί διότι ήταν μια απλή γυναίκα με γνώσεις δημοτικού σχολείου και αγνοούσε την έννοια των χρησιμοποιηθέντων νομικών όρων, σε συνδυασμό με την περιγραφόμενη σωματική και ψυχική της κατάσταση κατά τη σύνταξη της διαθήκης και την εμπιστοσύνη που έτρεφε στον ανηψιό της Ζ1.
Συνεπώς, ο πρώτος κατά το πρώτο μέρος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη η από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ πλημμέλεια της παραβίασης του άρθρου 1782 παρ.2 ΑΚ, καθώς και ο 2ος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη η από το άρθρο 559 αρ.19 ΚΠολΔ πλημμέλεια της έλλειψης νόμιμης βάσης είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.
ΙΙ. Επειδή, ο πρώτος κατά το δεύτερο και τρίτο μέρος λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ.1 του ΚΠολΔ, με τον οποίο αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες της παραβίασης των άρθρων 2011 - 2013, 1842 και 173 ΑΚ δια της μη εφαρμογής τούτων ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής τους, συγκεκριμένα δε διότι η προσβαλλόμενη, παραβιάζοντας τις παραπάνω διατάξεις, δέχθηκε αφενός μεν ότι ο διατυπούμενος στην επίδικη διαθήκη όρος "Θέλω ακόμη οι αδελφές μου να φροντίζουν και να περιποιούνται το παιδί μου και θέλω ακόμη σε όποιες αποφάσεις παρθούν για το παιδί μου σχετικά με την περιουσία του να συμμετέχουν οι αδελφές μου και τα παιδιά με τον άνδρα μου γιατί αυτά δεν θέλω μόνος του να τα διαχειρίζεται" δεν συνιστά τρόπο, αλλά ευχή προς τους τετιμημένους, αφετέρου δε ότι ο διατυπούμενος στη διαθήκη αναφορικά με το σύζυγο της διαθέτιδος (πρώτο αναιρεσίβλητο), όρος "στον άνδρα μου Ψ1 αφήνω δραχμές 100.000 και τίποτα άλλο, γιατί φέρθηκε αχάριστα και τον περιορίζω στη νόμιμη μοίρα" δεν συνιστά λόγο αποκλήρωσης του πρώτου αναιρεσείοντα, αλλά περιορισμό αυτού στη νόμιμη μοίρα, προϋποθέτει, για το παραδεκτό τούτου (λόγου αναίρεσης), την κατ' ουσία παραδοχή των προαναφερθέντων στην παράγραφο Ι της παρούσης απόφασης λόγων αναίρεσης, διαφορετικά, σε περίπτωση δηλαδή απόρριψης των λόγων αυτών, είναι πρόδηλο ότι οι αναιρεσείουσες, ως αδελφές (οι τρεις πρώτες) και ανηψιές (οι υπόλοιπες) της διαθέτιδος και χωρίς να έχουν την ιδιότητα των εξ αδιαθέτου ή εκ διαθήκης (λόγω της ακυρότητας της τελευταίας) κληρονόμων ή κληροδόχων ή εκτελεστών διαθήκης ή μεριδούχων, δεν έχουν έννομο συμφέρον για την υποβολή του.
Συνεπώς, ο παρών λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος, λόγω ελλείψεως εννόμου συμφέροντος των αναιρεσειουσών.
ΙΙΙ. Επειδή, ο τρίτος κατά το πρώτο μέρος, από το άρθρο 559 αρ.8α΄, λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της λήψεως υπόψη των θεμελιούντων τον αγωγικό ισχυρισμό της ακυρότητας, ως προϊόντος απάτης, των προαναφερθεισών διατάξεων της διαθήκης, γεγονότων, μολονότι δεν αναφέρονται στο δικόγραφο της αγωγής των αναιρεσιβλήτων, είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος, διότι από την επισκόπηση του εν λόγω δικογράφου προκύπτει ότι σ' αυτό περιέχονται όλα τα απαιτούμενα για τη θεμελίωση του ως άνω ισχυρισμού περιστατικά. Τέλος, ο ίδιος λόγος, μέρος δεύτερο, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η ίδια ως άνω από το άρθρο 559 αρ.8 α΄ ΚΠολΔ αιτίαση ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του τα αναφερόμενα σ' αυτόν "πράγματα" που δεν προτάθηκαν και ειδικότερα ότι "Ο Ζ1 για να μη δώσει την ευκαιρία στη διαθέτιδα να διαβάσει αργότερα το κείμενο της διαθήκης προσεκτικά ή να συμβουλευτεί άλλους και αντιληφθεί τη διαφορά το παρέλαβε και έκτοτε το φύλασσε ο ίδιος μέχρι να το καταθέσει στη συμβολαιογράφο", είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι οι ισχυρισμοί αυτοί δεν συνιστούν "πράγματα" κατά την έννοια της ως άνω διατάξεως, αλλά απλά επιχειρήματα, τα οποία το Εφετείο συνήγαγε από τις αποδείξεις.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 15-9-2006 αίτηση αναιρέσεως της 537/2005 αποφάσεως του Εφετείου Λάρισας.
Καταδικάζει τις αναιρεσείουσες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε χίλια εκατόν εβδομήντα (1170) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 31 Οκτωβρίου 2006. Και
Δημοσιεύθηκε στο ακροατήριό του στις 20 Δεκεμβρίου 2006.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ