1997/2022 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΗ ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17-12-2009 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, την από 20-10-2009 αγωγή της ήδη α' αναιρεσιβλήτου και την από 9-11-2010 αγωγή του ήδη α' αναιρεσείοντος, που κατατέθηκαν στο Ειρηνοδικείο Απολλωνίων και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 9/2012 μη οριστική του ίδιου δικαστηρίου, 133/2014 οριστική του Ειρηνοδικείου Λευκάδας και 7/2017 μη οριστική, 89/2020 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λευκάδας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 21-9-2020 αίτησή τους.
Legislator headnote
AI generated1997/2022 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Μ., πού ενήργησε την επίδοση, κατά παραγγελία του ανωτέρω πληρεξουσίου δικηγόρου του Δημητρίου Μασούρα). Κατά τη συζήτηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, που έγινε με εκφώνησή της στη σειρά της από το πινάκιο, κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο της 04/05/2022, ο τρίτος αναιρεσείων Θ. Κ., κάτοικος ...
Full text
Απόφαση 1997 / 2022 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1997/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χριστοδούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Μουλιανιτάκη-Εισηγήτρια, Μαρουλιώ Δαβίου, Μαρία Κουφούδη, Γεώργιο Καλαμαρίδη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, την 4η Μαΐου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Γ. Κ. του Α., κατοίκου ... ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Μασούρα με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις, 2) Ε. συζύγου Ι. Δ., το γένος Α. Κ., κατοίκου ... η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, 3) Θ. Κ. του Α., κατοίκου ... ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον ίδιο ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Α. συζύγου Φ. Κ., το γένος Δ. Κ., 2) Φ. Κ. του Γ., κατοίκων ... οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Πολύκαρπο Μανουσαρίδη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17-12-2009 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, την από 20-10-2009 αγωγή της ήδη α' αναιρεσιβλήτου και την από 9-11-2010 αγωγή του ήδη α' αναιρεσείοντος, που κατατέθηκαν στο Ειρηνοδικείο Απολλωνίων και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 9/2012 μη οριστική του ίδιου δικαστηρίου, 133/2014 οριστική του Ειρηνοδικείου Λευκάδας και 7/2017 μη οριστική, 89/2020 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λευκάδας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 21-9-2020 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Εισάγεται για συζήτηση ενώπιον του δικαστηρίου τούτου η από 21/09/2020 αίτηση για αναίρεση της 89/2020 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λευκάδας, που δίκασε ως Εφετείο, και εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία. Α. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 94 παρ. 1, 96 παρ. 1 και 3, 97 και 104 ΚΠολΔ προκύπτει ότι στα πολιτικά δικαστήρια οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο και ότι η πληρεξουσιότητα προς αυτόν, κατά τη διαδικασία ενώπιον του Αρείου Πάγου, δίνεται μόνο είτε με συμβολαιογραφική πράξη είτε με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή στην έκθεση και του παρέχει το δικαίωμα να εκπροσωπεί στο δικαστήριο εκείνον που την έδωσε, να ενεργεί όλες τις κύριες ή παρεπόμενες πράξεις που αφορούν τη διεξαγωγή της δίκης, στις οποίες περιλαμβάνεται, πλην άλλων, και η άσκηση ένδικων μέσων, καθώς και να παρίσταται στις αντίστοιχες δίκες που δημιουργούνται, παύει δε η πληρεξουσιότητα για όλες τις δίκες να ισχύει, μετά πέντε έτη από τη χορήγησή της (ΑΠ46/2022, ΑΠ1591/2018, ΑΠ2128/2014).
Για τις προπαρασκευαστικές πράξεις και τις κλήσεις έως τη συζήτηση στο ακροατήριο θεωρείται ότι υπάρχει πληρεξουσιότητα, ενώ για τη συζήτηση στο ακροατήριο απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και, αν αυτή δεν υπάρχει, κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως. Το δικαστήριο εξετάζει αυτεπάγγελτα, σε κάθε στάση της δίκης, την έλλειψη της πληρεξουσιότητας, καθώς και την υπέρβασή της (ΑΠ Ολομ. 13/2008, ΑΠ 2062/2017, ΑΠ 1863/2017).
Από τις παραπάνω διατάξεις, σε συνδυασμό με αυτές των άρθρων 576 παρ.1 και 2 και 577 παρ. 1 ΚΠολΔ, συνάγεται α) ότι στην περίπτωση κατά την οποία ο παριστάμενος κατά τη συζήτηση της αναίρεσης ως πληρεξούσιος δικηγόρος του αναιρεσείοντος, δεν αποδεικνύει την ύπαρξη ρητής πληρεξουσιότητας, που αυτεπαγγέλτως εξετάζει το δικαστήριο, ο αναιρεσείων θεωρείται ως μη παριστάμενος και για να είναι παραδεκτή η συζήτηση της αναίρεσης θα πρέπει να αποδεικνύεται, ότι ο ίδιος είχε παράσχει την απαιτούμενη για την επίσπευση της συζήτησης δικαστική πληρεξουσιότητα στον παριστάμενο ως πληρεξούσιό του δικηγόρο, ή σε εκείνον τον πληρεξούσιο δικηγόρο που υπέγραψε για λογαριασμό του την κλήση, διαφορετικά κηρύσσεται άκυρη και η κλήση με βάση την οποία εμφανίζεται, ως επιμελούμενος τη συζήτηση, με αποτέλεσμα να μην χωρεί εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 576 παρ. 1 ΚΠολΔ, σύμφωνα με την οποία, αν ο διάδικος που επισπεύδει τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί, αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, εκτός αν ο αναιρεσείων έχει κλητευθεί νομίμως και εμπροθέσμως από τον παριστάμενο αναιρεσίβλητο, οπότε πλέον η υπόθεση συζητείται σαν να ήσαν παρόντες οι διάδικοι (ΑΠ 1471/2021, ΑΠ 4/2017, ΑΠ859/2007) και β) ότι, επί ερημοδικίας του διαδίκου που φέρεται ότι άσκησε το ένδικο μέσο της αναίρεσης, χωρίς να αποδεικνύεται η ύπαρξη πληρεξουσιότητας αυτού προς το δικηγόρο που υπέγραψε την αναίρεση, η τελευταία απορρίπτεται, αυτεπάγγελτα, ως απαράδεκτη (ΑΠ242/2019, ΑΠ1059/2019, ΑΠ1589/2018, ΑΠ1036/2018, ΑΠ401/2017), υπό την προϋπόθεση, όμως, ότι αυτός έχει κλητευθεί νόμιμα από εκείνον που επέσπευσε τη συζήτηση, ώστε να είναι έγκυρη η συζήτηση της αναίρεσης (ΑΠ 365/2018, 160/2017).
Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης, προκύπτει, ότι τη συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης για τη δικάσιμο της 04/05/2022, που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης αυτής, επέσπευσε νομίμως ο πρώτος αναιρεσείων Γ. Κ. (σχετ. το 2779/03-01-2021 ειδικό πληρεξούσιο αυτού ενώπιον του συμβολαιογράφου Λευκάδας Νικολάου Κέρχουλα προς το δικηγόρο Δημήτριο Μασούρα και οι εκθέσεις επιδόσεως, με αριθμούς 5444, 5443 από 07/10/2021, προς τους αναιρεσιβλήτους, της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Λευκάδας Ε.
Μ., πού ενήργησε την επίδοση, κατά παραγγελία του ανωτέρω πληρεξουσίου δικηγόρου του Δημητρίου Μασούρα). Κατά τη συζήτηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, που έγινε με εκφώνησή της στη σειρά της από το πινάκιο, κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο της 04/05/2022, ο τρίτος αναιρεσείων Θ. Κ., κάτοικος ...
εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Δημήτριο Μασούρα, ο οποίος επικαλείται και προσκομίζει α)το αριθμ. 441/17-07-2009 συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο του Συμβολαιογράφου Μελβούρνης -Αυστραλίας Νικολάου Βενιζελάκου από το οποίο προκύπτει, ότι ο αυτός (Θ. Κ.) διορίζει ως γενικό, ειδικό πληρεξούσιο τον αδελφό του πρώτο από τους αναιρεσείοντες Γ.
Κ., να παρίσταται για λογαριασμό του σε όλα γενικά τα ελληνικά δικαστήρια και σε όλες τις αρχές για όλες τις δίκες, επιπλέον δε παρέχει σ' αυτόν (Γ. Κ.) και τις αναφερόμενες ειδικές εντολές και β) το αριθμ. 3449/14-04-2022 (μετα)πληρεξούσιο του συμβολαιογράφου Λευκάδας Νικολάου Κέρχουλα, από το οποίο προκύπτει, ότι ο τελευταίος (Γ.
Κ.) διορίζει ειδικό πληρεξούσιο και αντίκλητο του ανωτέρω αδελφού του, τον παραπάνω αναφερόμενο δικηγόρο, για να τον εκπροσωπήσει στην παρούσα δίκη. Το άνω, ωστόσο, 441/17-07-2009 πληρεξούσιο, έπαυσε να ισχύει μετά παρέλευση πενταετίας, ήτοι από 17-07-2014, σύμφωνα με το άρθρο 97 παρ. 3 ΚΠολΔ και επομένως, κατά τη συζήτηση αυτής ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου (04/05/2022), δεν ίσχυε ούτε το δοθέν, με βάση το άνω λήξαν πληρεξούσιο, ως άνω 3449/14-04-2022 (μετα)πληρεξούσιο και η δοθείσα με αυτό στον ανωτέρω δικηγόρο πληρεξουσιότητα, ενώ δεν αποδεικνύεται πληρεξουσιότητα παρασχεθείσα στον εν λόγω δικηγόρο με κάποιο άλλο νόμιμο τρόπο.
Επομένως, ο ως άνω πληρεξούσιος δικηγόρος, που παρέστη κατά τη συζήτηση της αναίρεσης δεν είχε πληρεξουσιότητα για την εκπροσώπηση του τρίτου αναιρεσείοντος Θ. Κ., αφού η ισχύς του ειρημένου πληρεξουσίου είχε ήδη παύσει από 17-07-2014, και ως εκ τούτου δεν ήταν νόμιμη η παράσταση αυτού (τρίτου αναιρεσείοντος) κατά τη δικάσιμο, που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης (04/05/2022), όπως επίσης δεν είχε την προβλεπόμενη ως άνω πληρεξουσιότητα για την επίσπευση της συζήτησης της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης για λογαριασμό του εν λόγω αναιρεσείοντος (τρίτου) και ως εκ τούτου αυτή (επίσπευση) δεν ήταν νόμιμη.
Με τα δεδομένα αυτά και ενόψει του ότι δεν αποδεικνύεται από τα στοιχεία του φακέλου της δικογραφίας, ότι ο ανωτέρω τρίτος αναιρεσείων έχει κλητευθεί νομίμως και εμπροθέσμως να παραστεί κατά την παρούσα δικάσιμο, από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση πρώτο αναιρεσείοντα, πρέπει, ενόψει του ότι μεταξύ των αναιρεσειόντων υπάρχει απλή ομοδικία, να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης ως προς αυτόν (ΑΠ49/2020, ΑΠ573/2019).
Περαιτέρω, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης στη σειρά της από το οικείο πινάκιο, δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο στο ακροατήριο, ούτε κατέθεσε έγγραφη δήλωση κατ' άρθρ. 242 παρ. 2 και 573 παρ.1 ΚΠολΔ η δεύτερη αναιρεσείουσα Ε. Δ., δεν αποδεικνύεται, όμως, ότι ο δικηγόρος Δημήτριος Μασούρας, που υπέγραψε το αναιρετήριο είχε ρητή πληρεξουσιότητα από την ανωτέρω αναιρεσείουσα να ασκήσει, για λογαριασμό της, την ένδικη αίτηση αναίρεσης, ούτε είχε την προβλεπόμενη ως άνω πληρεξουσιότητα για την επίσπευση της συζήτησης για λογαριασμό της, ενώ από τα στοιχεία του φακέλου της δικογραφίας, δεν αποδεικνύεται ότι η ανωτέρω δεύτερη αναιρεσείουσα έχει κλητευθεί νομίμως και εμπροθέσμως να παραστεί κατά την παρούσα δικάσιμο, από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση πρώτο αναιρεσείοντα, δια της προσκομιδής της οικείας εκθέσεως επιδόσεως (ΑΠ581/2020).
Συνεπώς, πρέπει, ενόψει του ότι μεταξύ των αναιρεσειόντων υπάρχει απλή ομοδικία, να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης και ως προς αυτήν (ΑΠ49/2020, ΑΠ573/2019). Β. Κατά τη διάταξη του άρθρου 281 ΚΠολΔ, όπως αυτή ισχύει, μετά την τροποποίησή της με την παράγραφο 1 του άρθρου 1 του Ν. 2915/2001 "Συζήτηση θεωρείται εκείνη κατά την οποία εκφωνήθηκε η υπόθεση και άρχισε η εκδίκασή της, ανεξάρτητα από το αν το δικαστήριο άρχισε ή όχι να εξετάζει την ουσία της".
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 254 ΚΠολΔ, όπως αυτή ισχύει μετά την τροποποίησή της με το άρθρο δεύτερο του άρθρου 1 Ν.4335/2015,ΦΕΚ Α 87, ο οποίος ισχύει, σύμφωνα με το άρθρο ένατο παρ.2 του αυτού άρθρου και νόμου, από 1.1.2016, που εφαρμόζεται στην προκείμενη περίπτωση και στην κατ' έφεση δίκη, κατ' άρθρο 524 παρ. 1 ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο τρίτο του άρθρου1, παρ. 1του Ν. 4335/2015 : << 1.
Το δικαστήριο μπορεί να διατάξει την επανάληψη της συζήτησης, η οποία έχει κηρυχθεί περατωμένη, όταν κατά τη μελέτη της υπόθεσης ή τη διάσκεψη παρουσιάζονται κενά ή αμφίβολα σημεία που χρειάζονται συμπλήρωση ή επεξήγηση ή όταν επιβάλλεται η διενέργεια αυτοψίας, πραγματογνωμοσύνης ή εξέτασης των διαδίκων στο ακροατήριο.
Η απόφαση μνημονεύει απαραιτήτως τα ειδικά θέματα που αποτελούν αντικείμενο της επαναλαμβανόμενης συζήτησης. Η συζήτηση αυτή θεωρείται συνέχεια της προηγουμένης. Στην περίπτωση των άρθρων 237 και 238 με την απόφαση για την επανάληψη της συζήτησης μπορεί επιπλέον, αν κρίνεται απολύτως αναγκαία η εξέταση μαρτύρων στο ακροατήριο, να διαταχθεί και η εξέταση ενός μάρτυρα από κάθε πλευρά κατά την επαναλαμβανόμενη συζήτηση. 2.
Στην επαναλαμβανόμενη συζήτηση, η οποία ορίζεται το συντομότερο δυνατό, οι διάδικοι κλητεύονται τριάντα (30) τουλάχιστον ημέρες πριν από αυτήν. 3. Η υπόθεση εκδικάζεται από τον ίδιο δικαστή και από την ίδια σύνθεση επί πολυμελούς δικαστηρίου, εκτός αν αυτό είναι για φυσικούς ή νομικούς λόγους αδύνατο>>.
Τέλος, κατά το άρθρο 560 αρ. 2 ΚΠολΔ κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των Πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση και αν το δικαστήριο δεν συγκροτήθηκε όπως ορίζει ο νόμος. Μη νόμιμη συγκρότηση του δικαστηρίου υπάρχει αν δεν τηρήθηκαν οι διατάξεις του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, του Οργανισμού των Δικαστηρίων ή ειδικών νόμων που αφορούν τη σύνθεση του, δηλαδή την κατά νόμο σύστασή του για την ασκούμενη από αυτό δικαιοδοτική αρμοδιότητα και την αναπλήρωση των κωλυομένων μελών του.
Ο αναιρετικός αυτός λόγος, συνδεόμενος με την επιταγή του άρθρου 8 εδ. α' του Συντάγματος, που επαναλήφθηκε στο άρθρο 109 παρ. 1 ΚΠολΔ, σύμφωνα με την οποία, "κανένας δεν στερείται χωρίς τη θέλησή του το δικαστή που του έχει ορίσει ο νόμος", ιδρύεται μόνον όταν η σχετική πλημμέλεια βαρύνει τη σύνθεση του δικαστηρίου, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση.
Επομένως, η διάφορη σύνθεση του δικαστηρίου, κατά την επαναλαμβανόμενη, κατ' άρθρο 254 ΚΠολΔ, συζήτηση, χωρίς να συντρέχουν εξαιρετικοί προς τούτο λόγοι, όπως προαγωγή, μετάθεση, θάνατος, παραίτηση, απόλυση του δικαστή, θεωρείται μη νόμιμη σύνθεση αυτού (ΑΠ689/2022, ΑΠ1095/2020). Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, μη νόμιμη σύνθεση του Δικαστηρίου υπάρχει, αν δεν τηρήθηκαν οι διατάξεις του ΚΠολΔ, του Οργανισμού των δικαστηρίων ή ειδικών νόμων για τη σύνθεσή του.
Συναφώς, κατά το άρθρο 305 αρ. 1 ΚΠολΔ, το πρωτότυπο της απόφασης πρέπει να αναφέρει, μεταξύ άλλων, τη σύνθεση του δικαστηρίου. Η απόδειξη δε της μη νόμιμης σύνθεσης γίνεται από την απόφαση ή από τα πρακτικά, ενόσω δεν προσβάλλονται για πλαστότητα (ΑΠ428/2020, AΠ 26/2019, AΠ 502/2017).Στην προκείμενη περίπτωση, από την, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης προκύπτουν τα εξής:
Η ένδικη έφεση των αναιρεσειόντων κατά της αριθμ. 133/2014 απόφασης του Ειρηνοδικείου Λευκάδας, συζητήθηκε αρχικά, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λευκάδας, που δίκασε ως Εφετείο, κατά τη δικάσιμο της 07/10/2016. Το δικαστήριο αυτό εξέδωσε την υπ' αριθ. 7/2017 απόφασή του, με την οποία διέταξε την επανάληψη της συζητήσεως της υποθέσεως, κατ' άρθρο 254 ΚΠολΔ, προκειμένου να διενεργηθεί (νέα) πραγματογνωμοσύνη, για τα αναφερόμενα σ' αυτή θέματα.
Στη συνέχεια, μετά τη διενέργεια της πραγματογνωμοσύνης, επαναφέρθηκε η υπόθεση, προς συζήτηση, στο ίδιο, δευτεροβάθμιο, δικαστήριο, στις 01/11/2019, το οποίο εξέδωσε την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση. Ενώ, όμως, σύμφωνα με την προεκτεθείσα νομική σκέψη, κατά την ως άνω επαναλαμβανόμενη συζήτηση της ένδικης υπόθεσης, κάθε μία από τις οποίες είναι συνέχεια της προηγούμενης και όλες μαζί θεωρούνται ως μία (ενιαία) συζήτηση, το δικάσαν ως Εφετείο, Μονομελές Πρωτοδικείο έπρεπε να έχει την ίδια σύνθεση, κατά μεν τη συζήτηση, όπως προκύπτει από την 7/2017, μη οριστική απόφασή του, συγκροτήθηκε από τη Δικαστή, Πρωτοδίκη, Λαμπρινή Τάλαρου, κατά δε τη συζήτηση της 01/11/2019, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 89/2020 απόφαση, (με την οποία απορρίφθηκε η έφεση των αναιρεσειόντων), συγκροτήθηκε από τη Δικαστή, Πρωτοδίκη, Ελένη Μέγα.
Η επαναλαμβανόμενη αυτή συζήτηση θεωρείται συνέχεια της προηγούμενης αυτού του Δικαστηρίου, επί της οποίας εκδόθηκε η ως άνω υπ' αριθ. 7/2017, μη οριστική απόφασή του. Δεν αναφέρεται όμως στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση ο εξαιρετικός λόγος της μη συμμετοχής στην εκδίκαση της ένδικης έφεσης της Πρωτοδίκη Λαμπρινής Τάλαρου.
Επομένως, ο δεύτερος λόγος της κρινόμενης αίτησης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 2 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, είναι βάσιμος και πρέπει, γι' αυτό, να γίνει δεκτός και να αναιρεθεί, στο σύνολό της, η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, ως προς τον πρώτο αναιρεσείοντα, παρελκούσης, συνακόλουθα, ως άνευ αντικειμένου, της έρευνας του πρώτου αναιρετικού λόγου αυτής, που καλύπτεται από την αναιρετική εμβέλεια του άνω δεύτερου αναιρετικού λόγου που έγινε δεκτός, αφού η τυχόν παραδοχή του θα οδηγούσε, στο ίδιο, με αυτόν αποτέλεσμα (ΑΠ1095/2020).
Στη συνέχεια, πρέπει η υπόθεση να παραπεμφθεί, για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο δικαστήριο, του οποίου είναι εφικτή η συγκρότηση από άλλο δικαστή από αυτόν που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση( άρθρο 580 παρ.3 ΚΠολΔ) και, να διαταχθεί η απόδοση, κατ'άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ, όπως ισχύει στον πρώτο αναιρεσείοντα του παραβόλου, που καταβλήθηκε, για την άσκηση της ένδικης αίτησης.
Τέλος, πρέπει να συμψηφισθούν, εν όλω, τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων, καθόσον η ερμηνεία των διατάξεων που εφαρμόσθηκαν ήταν ιδιαίτερα δυσχερής( άρθρο 179 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης ως προς τη δεύτερη Ε. Δ. και τον τρίτο Θ. Κ. των αναιρεσειόντων.
Αναιρεί την αριθμ. 89/2020 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λευκάδας, που δίκασε ως Εφετείο, ως προς τον πρώτο αναιρεσείοντα, Γ. Κ..
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο ως άνω Δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή από αυτόν που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση.
Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου, για την άσκηση της ως άνω αναιρέσεως, στον ανωτέρω καταθέσαντα αυτό, Γ. Κ..
Συμψηφίζει, εν όλω, τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 15 Οκτωβρίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 30 Νοεμβρίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ