Legislator Case Law & Legislation
1997/2017 AI generated

1997/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1997/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Καλαματιανό, Ειρήνη Καλού, Σοφία Ντάντου και Χρήστο Βρυνιώτη, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1997/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειουσών ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

Keywords

AI generated
expulsion despite health conditions hospital stay co-payment reimbursement by health insurer medical expenses medical care requirements hospital and medical care
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1997 / 2017 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1997/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Καλαματιανό, Ειρήνη Καλού, Σοφία Ντάντου και Χρήστο Βρυνιώτη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 22 Σεπτεμβρίου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειουσών: 1) Π. Σ. του Χ., κατοίκου ... και 2) ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "... ΓΕΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Αρνέλλο, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι διορθώνει: α) την επικεφαλίδα του β’ λόγου αναίρεσης στη σελ. 20 του αναιρετηρίου στο ορθό [(β) Δεύτερος λόγος αναίρεσης. Παραβίαση της ΚΠολΔ 559 αρ. 1] αντί [(β) Δεύτερος λόγος αναίρεσης. Παραβίαση της ΚΠολΔ 560 παρ. 1] και β) στη σελ. 21 του αναιρετηρίου, σειρά 7η από την αρχή της σελίδας, στο ορθό [ΚΟΚ 38 παρ. 2] αντί [ΚΟΚ παρ. 2], που αναγράφηκαν εκ παραδρομής εσφαλμένα.

Της αναιρεσίβλητης: Α. Π. του Π. (πρώην συζ. Α. Τ.), κατοίκου ..., η οποία δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-10-2008 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Καβάλας.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 107/2009 εν μέρει οριστική και 125/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 299/2013 μη οριστική και 196/2015 οριστική του Τριμελούς Εφετείου Θράκης.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 22-3-2016 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Ειρήνη Καλού, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο οι αναιρεσείουσες όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειουσών ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από την υπ’ αριθμ. ... /28-12-2016 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Θράκης, με έδρα το Πρωτοδικείο Καβάλας, Κ. Γ., την οποία επικαλούνται και προσκομίζουν οι αναιρεσείουσες που επισπεύδουν τη συζήτηση, προκύπτει ότι κατόπιν έγγραφης παραγγελίας του νομίμως παριστάμενου πληρεξουσίου δικηγόρου τους, ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης από 22-3-2016 αίτησης αναίρεσης κατά της υπ’ αριθμ. 196/2015 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θράκης, με πράξεις καταθέσεως δικογράφου και ορισμού δικασίμου για τη σημειούμενη, στην αρχή της παρούσας (22-9-2017), δικάσιμο και κλήση προς εμφάνιση κατά τη συζήτηση αυτής, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στην αναιρεσίβλητη Α. Π. του Π.. Η αναιρεσίβλητη, όμως, δεν εμφανίστηκε κατά τη συζήτηση της εν λόγω αίτησης κατά την ως άνω δικάσιμο, κατά την οποία εκφωνήθηκε και συζητήθηκε η υπόθεση κατά τη σειρά της από το οικείο πινάκιο, αλλ’ ούτε κατέθεσε δήλωση ότι δε θα παραστεί κατά την εκφώνησή της σύμφωνα με τα άρθρα 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. Επομένως, πρέπει, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 Κ.Πολ.Δικ., παρά την απουσία της, να προχωρήσει το Δικαστήριο στη συζήτηση της υπόθεσης.

Με την κρινόμενη από 22-3-2016 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η υπ’ αριθμ. 196/2015 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θράκης, το οποίο συνεκδικάζοντας αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο και τη σύμβαση ασφαλίσεως αυτού (άρθρο 681Α ΚΠολΔ) τις αντίθετες εφέσεις:

α) από 29-12-2010 με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως ...1-2011 των τότε εναγομένων και ήδη αναιρεσειουσών Π. Σ. του Χ. και της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "...." κατά της τότε ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης Α. Π., πρώην συζ. Α. Τ., β) από 18-4-2011 με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως ...-4-2011 ενώπιον του Πρωτοδικείου Καβάλας της αναιρεσίβλητης Α.

Π. του Π. κατά των αναιρεσειουσών και γ) από 18-4-2011 με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ...-4-2011 έφεση της τότε ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης Α. Π., κατά των τότε εναγομένων και ήδη αναιρεσειουσών, στρεφόμενες, η μεν τρίτη έφεση κατά της υπ’ αριθμ. 125/2010 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καβάλας, οι δε δύο πρώτες κατά της προεκδοθείσας αυτής υπ’ αριθμ. 107/2009 εν μέρει οριστικής και εν μέρει μη οριστικής απόφασης του ίδιου Δικαστηρίου, ως προς τις οριστικές διατάξεις της, απέρριψε την έφεση των τότε εναγομένων και ήδη αναιρεσειουσών και δέχτηκε τις εφέσεις της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης και ακολούθως, αφού εξαφάνισε τις εκκαλούμενες αποφάσεις, δέχτηκε εν μέρει την υπ’ αριθμ.

καταθ. ...2008 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης κατά των ήδη αναιρεσειουσών που αφορούσε επιδίκαση αποζημίωσης, χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης και πρόσθετης παροχής του άρθρου 931 ΑΚ λόγω του τραυματισμού της κατά το ένδικο αυτοκινητικό ατύχημα που προκλήθηκε από υπαιτιότητα της πρώτης εναγομένης και ήδη πρώτης αναιρεσείουσας οδηγού κατά την οδήγηση του ασφαλισμένου στη δεύτερη εναγομένη και ήδη δεύτερη αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρία αυτοκινήτου της.

Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 και 914 ΑΚ προκύπτει ότι προϋποθέσεις της ευθύνης προς αποζημίωση από αδικοπραξία, είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, το παράνομο της πράξης ή παραλείψεως αυτού και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της πράξης ή της παράλειψης και της επελθούσας ζημίας. Αμέλεια, κατ’ άρθρο 330 ΑΚ, υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, αυτή δηλαδή που πρέπει να καταβάλλεται κατά τη συναλλακτική καλή πίστη από το δράστη στον κύκλο της αρμοδιότητάς του, είτε υπάρχει προς τούτο σαφές νομικό καθήκον είτε όχι, αρκεί να συμπεριφέρθηκε κατά τρόπο αντίθετο από εκείνο που επιβάλλεται από τις καταστάσεις.

Εξάλλου αιτιώδης συνάφεια υπάρχει όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου ήταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει κατά την συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων το επιζήμιο αποτέλεσμα. Από τις ίδιες ως άνω διατάξεις συνάγεται ότι η έννοια της αμέλειας είναι έννοια νομική, υποκείμενη σε αναιρετικό έλεγχο, κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ.

Εξάλλου από τη διάταξη του άρθρου 300 ΑΚ, η οποία εφαρμόζεται σε κάθε περίπτωση ζημίας και συνεπώς και από αδικοπραξία κατά τις διατάξεις των άρθρων 914 επ. ΑΚ, προκύπτει, ότι όταν στη γένεση ή στην επέλευση της ζημίας συνετέλεσε και πταίσμα του ζημιωθέντος, κατά την έννοια του άρθρου 300 ΑΚ, το δικαστήριο της ουσίας μπορεί, κατά την ελεύθερη κρίση του, αφού σταθμίσει τις περιστάσεις και ιδιαίτερα το βαθμό του πταίσματος του ζημιωθέντος και του ζημιώσαντος ή να μην επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσόν της.

Στην περίπτωση αυτή, η μεν κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για τη συνδρομή ή όχι πταίσματος του ζημιωθέντος, η οποία είναι κρίση σχετική με νομική έννοια, υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο, κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ., η κρίση όμως για τη βαρύτητα του πταίσματος και για τον καθορισμό του ποσοστού, κατά το οποίο πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση, δεν υπόκειται στον έλεγχο αυτό, γιατί αφορά εκτίμηση πραγμάτων.

Περαιτέρω: Κατά το άρθρο 16 παρ. 4 του Ν. 2696/1999 (Κ.Ο.Κ.) "Ο οδηγός δεν επιτρέπεται να κυκλοφορεί σε οδόστρωμα που προορίζεται για την αντίθετη προς την κατεύθυνσή του κυκλοφορία, καθώς και σε πλατείες, πεζόδρομους, πεζοδρόμια, νησίδες ασφαλείας και διαχωριστικές νησίδες ή ειδικά ερείσματα, τα οποία προορίζονται για την κυκλοφορία των πεζών, εκτός από περιπτώσεις απολύτου ανάγκης ή όταν ειδικές ρυθμίσεις το επιτρέπουν".

Κατά δε το άρθρο 19 παρ. 2 του ως άνω Νόμου (Κ.Ο.Κ.). "Ιδιαίτερα, ο οδηγός επιβάλλεται να μειώνει την ταχύτητα του οχήματός του σε τμήματα της οδού με περιορισμένο πεδίο ορατότητας, στις στροφές, πλησίον των σχολείων, πλησίον των ισόπεδων οδικών κόμβων, στις απότομες κατωφέρειες, πλησίον των μέσων μαζικής μεταφοράς, που σταθμεύουν για να αποβιβάζουν ή επιβιβάζουν επιβάτες, κατά τις νυκτερινές ώρες, σε περίπτωση ομίχλης, βροχής, χιονιών, παγετού και γενικά όταν το οδόστρωμα είναι ολισθηρό.

Την αυτή επίσης υποχρέωση έχει κατά τη διέλευσή του από στενές διόδους και αν η διασταύρωσή του με άλλα οχήματα καθίσταται δυσχερής, όταν υπάρχουν ζώα επί της οδού που παρουσιάζουν σημεία ταραχής, κατά τη διέλευσή του από κατοικημένες περιοχές, αν πεζοί, που βρίσκονται στην τροχιά του, καθυστερούν να απομακρυνθούν, ως και σε κάθε άλλη ειδική περίπτωση, που επιβάλλεται μετριασμός ταχύτητας".

Τέλος, κατά τις παραγρ. 1 και 2 του άρθρου 38 του ίδιου Νόμου "1. Οι πεζοί υποχρεούνται να χρησιμοποιούν τα πεζοδρόμια ή τα ειδικά γι’ αυτούς ερείσματα. Κατ’ εξαίρεση, μπορούν να χρησιμοποιούν το οδόστρωμα, αφού λάβουν τις αναγκαίες προφυλάξεις... 2. Αν είναι αδύνατη η χρησιμοποίηση των πεζοδρομίων ή των ερεισμάτων, που προορίζονται για τους πεζούς, ή δεν υπάρχουν πεζοδρόμια ή ερείσματα, οι πεζοί μπορούν να βαδίζουν στο οδόστρωμα, κατά τρόπον ώστε να μην παρεμποδίζουν την κυκλοφορία...

Οι πεζοί δεν επιτρέπεται να υπερπηδούν εμπόδια π.χ. δοκούς, αλυσίδες, νησίδες, στηθαία, κιγκλιδώματα, που έχουν τοποθετηθεί από τις αρμόδιες αρχές για ειδικούς λόγους. Η ύπαρξη τέτοιων εμποδίων σημαίνει απαγόρευση εισόδου του πεζού στην αποκλεισμένη επιφάνεια της οδού". Εξ άλλου, κατά τη διάταξη του άρθρ. 559 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δ.

αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006 και Ολ.ΑΠ 4/2005).

Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο αναίρεσης, οι αναιρεσείουσες - εναγόμενες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι το Εφετείο, με το να απορρίψει το σχετικό λόγο εφέσεώς τους, με τον οποίο επανέφεραν τον πρωτοδίκως προβληθέντα ισχυρισμό τους, περί συνυπαιτιότητας, κατά ποσοστό 90% της αναιρεσίβλητης - ενάγουσας στην πρόκληση του ένδικου ατυχήματος και του τραυματισμού της κατ’ αυτό, δεχόμενο αποκλειστική υπαιτιότητα της πρώτης αναιρεσείουσας -πρώτης εναγομένης στην πρόκληση αυτού, παρά το ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχτηκαν στοιχειοθετούν τουλάχιστον συνυπαιτιότητα της πρώτης αναιρεσίβλητης οδηγού, παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 300, 330 ΑΚ και 38 παρ. 1 εδ.

α’ και παρ. 2 του ΚΟΚ. Όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη κρίση του, ως αποδειχθέντα, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά σχετικά με τις συνθήκες που έλαβε χώρα το ένδικο αυτοκινητικό ατύχημα: "Στις 6-1-2008 και περί ώρα 18.45, η πρώτη εναγόμενη, Π. Σ., οδηγώντας το υπ’ αριθμ.

κυκλοφορίας ... Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο ιδιοκτησίας της, εργοστασίου κατασκευής SKODA, τύπου FABIA, το οποίο ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη στην δεύτερη εναγόμενη ασφαλιστική εταιρία, έχοντας ήδη ολοκληρώσει την εργασία της στο καφέ - μπαρ "ΑΙΓΑΙΟ", εκινείτο στην παραλιακή οδό της ... με κατεύθυνση προς τον εμπορικό λιμένα.

Το οδόστρωμα της ανωτέρω οδού, που ήταν διπλής κατευθύνσεως είχε εύρος 8,20 μέτρων, ήταν ξηρό και είχε επικάλυψη ασφάλτου, εκτεινόταν δε σε ευθεία χωρίς διαχωριστικές γραμμές των ρευμάτων κυκλοφορίας. Εκατέρωθεν της οδού στο συγκεκριμένο σημείο (έξοδος του εμπορικού λιμένα) δεν υπάρχει πεζοδρόμιο ούτε έρεισμα, προκειμένου να οριοθετείται ο ωφέλιμος χώρος της οδού αλλά ο χώρος του λιμένα οριοθετείται από το οδόστρωμα με προστατευτικά κινητά στοιχεία (κώνους, πλαστικά διαχωριστικά), έμπροσθεν δε των διαχωριστικών κώνων και τοιχίων, ο χώρος χρησιμοποιείται ως χώρος στάθμευσης ταξί και αυτοκινήτων, με αποτέλεσμα το οδόστρωμα που απομένει προς χρήση των αυτοκινήτων να έχει πλάτος 7,80 μέτρα, δηλαδή 3,60 μέτρα για κάθε ρεύμα κυκλοφορίας, όπως τούτο προκύπτει από το σχεδιάγραμμα που συνοδεύει την από 6-1-2008 έκθεση αυτοψίας τροχαίου ατυχήματος του Λιμεναρχείου Κεραμωτής.

Το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας ήταν αυτό των 50 χλμ/ώρα (κατοικημένη περιοχή) κατά τα αναφερόμενα στην αυτή ως άνω έκθεση. Επιπλέον, στο ύψος της διασταυρώσεως της ανωτέρω οδού με την έξοδο του εμπορικού λιμένα δεν υπήρχαν διαβάσεις πεζών, όπως δεν υπήρχαν και σε αρκετή απόσταση από τη διασταύρωση, ούτε φωτεινοί σηματοδότες που να ρυθμίζουν την κυκλοφορία αυτοκινήτων και πεζών, ενώ υπήρχε επαρκής τεχνητός φωτισμός.

Κατά το χρονικό αυτό σημείο είχε αρχίσει η αποβίβαση επιβατών και αυτοκινήτων από το πλοίο που είχε αφιχθεί από το νησί της Θάσου, με αποτέλεσμα η περιοχή να έχει επιβαρυνθεί με αυξημένη οχηματική και επιβατική κίνηση. Η ενάγουσα, που είναι επαγγελματίας οδηγός ταξί, λίγα λεπτά πριν τον προαναφερόμενο χρόνο, είχε απομακρυνθεί από τον καταπέλτη του πλοίου, όπου ενημερώθηκε από τους εργαζόμενους στο πλοίο, ότι ο πελάτης που ανέμενε δεν είχε τελικά ταξιδέψει με το πλοίο και κατευθύνθηκε προς την έξοδο του λιμανιού προκειμένου να παραλάβει το αυτοκίνητό της (ταξί) και να συνεχίσει την εργασία της.

Αφού βάδισε ανάμεσα από τα παρκαρισμένα οχήματα, στάθηκε μπροστά από τους διαχωριστικούς κώνους και επί του οδοστρώματος, απέναντι από το καφέ - μπαρ "...", όπου βρισκόταν ο γνωστός της και μάρτυρας απόδειξης Π. Χ. και του γνωστοποίησε με νεύμα ότι δεν θα παραλάμβανε το πελάτη που ανέμενε. Ακριβώς εκείνη τη χρονική στιγμή, η πρώτη εναγόμενη, που διερχόταν έξωθεν της ταβέρνας "...", η οποία βρίσκεται λίγα μέτρα πριν το καφέ - μπαρ "..." κατά την πορεία της τελευταίας, μετήλθε απότομο αριστερό ελιγμό, προκειμένου να αποφύγει τα σταθμευμένα οχήματα που βρίσκονταν μπροστά από τα σνακ μπαρ "..." και "...".

Στην προσπάθειά της όμως αυτή, εισήλθε αίφνης στο αντίθετο ρεύμα (προς εμπορικό λιμένα) κατά παράβαση των άρθρων 20 παρ. 2 και 16 παρ. 4 του ΚΟΚ. και επέπεσε στην ενάγουσα, με αποτέλεσμα να την εκτινάξει στον αέρα και να την τραυματίσει, προκαλώντας της σοβαρές σωματικές βλάβες. Με βάση τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά, το Δικαστήριο κρίνει ότι αποκλειστικά υπαίτια του επιδίκου ατυχήματος είναι η πρώτη εναγομένη, Π.

Σ., η οποία δεν οδηγούσε ως όφειλε με τεταμένη την προσοχή της, ώστε να δύναται ανά πάσα στιγμή να διατηρεί τον έλεγχο του οχήματός της, ούτε προσάρμοσε την ταχύτητα του οχήματός της στις επικρατούσες συνθήκες της οδού (συχνή διέλευση πεζών λόγω της αποβίβασης αυτών από το πλοίο) με αποτέλεσμα, όταν αντιλήφθηκε την ενάγουσα επί του οδοστρώματος να μην ασκήσει την αναγκαία τροχοπέδηση και πραγματοποίηση δεξιού ελιγμού προς αποφυγή της πτώσεως του αυτοκινήτου της επί της τελευταίας ενώ παράλληλα, δεν φρόντισε να διαπιστώσει ότι δύναται ακινδύνως να προβεί σε αριστερό αποφευκτικό ελιγμό των σταθμευμένων στην πορεία της οχημάτων και να εισέλθει στο αντίθετο ρεύμα πορείας, τη στιγμή που ήταν σφόδρα πιθανή η ύπαρξη πεζών επί του οδοστρώματος πλησίον των διαχωριστικών κώνων, με πρόθεση να διασχίσουν κάθετα το οδόστρωμα.

Αντίθετα ουδόλως αποδείχθηκε ότι στην επέλευση του ατυχήματος συνετέλεσε πταίσμα της ενάγουσας, η οποία ενώ στεκόταν στο προαναφερθέν σημείο της οδού, βρέθηκε στην ανεξέλεγκτη πορεία του αυτοκινήτου της πρώτης εναγομένης. Ο ισχυρισμός δε των εναγομένων ότι η ενάγουσα επιχείρησε να διασχίσει κάθετα το οδόστρωμα προκειμένου να μεταβεί στο καφέ μπαρ "..." κρίνεται ουσιαστικά αβάσιμος αφού ουδείς εκ των αυτοπτών μαρτύρων, που περιλαμβάνονται στην ανωτέρω έκθεση αυτοψίας τροχαίου ατυχήματος αντιλήφθηκε τέτοιου είδους ενέργεια εκ μέρους της τελευταίας.

Σημειωτέον δε ότι οι μάρτυρες των εναγομένων, όπως προκύπτει από τις καταθέσεις τους, εκινούντο όπισθεν του οχήματος της πρώτης εναγομένης και λόγω της θέσεώς τους αυτής δεν αντιλήφθηκαν τις συνθήκες υπό τις οποίες έλαβε χώρα το ατύχημα. Γι’ αυτό η ένσταση των εναγομένων περί συνυπαιτιότητας της ενάγουσας στην επέλευση του ατυχήματος κρίνεται απορριπτέα ως ουσιαστικά αβάσιμη.

Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, επομένως, που με την εκκαλούμενη απόφασή του έκρινε ότι συνυπαίτια για το ζημιογόνο συμβάν και τις συνέπειες αυτού είναι και η ενάγουσα (κατά ποσοστό 20%) έσφαλε ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων, γενομένου δεκτού ως βάσιμου, του σχετικού πρώτου λόγου της εφέσεως της τελευταίας και απορριπτομένου ως αβασίμου του αντίστοιχου πρώτου λόγου εφέσεως των εναγομένων, με τον οποίο ισχυρίζονται ότι αποκλειστικά υπαίτια του ατυχήματος άλλως συνυπαίτια αυτού κατά μεγαλύτερο του ανωτέρω ποσοστού είναι η ενάγουσα".

Με βάση τις πιο πάνω αναφερόμενες παραδοχές, και κρίνοντας ότι το ένδικο ατύχημα προκλήθηκε από αποκλειστική υπαιτιότητα της εναγομένης οδηγού, το Εφετείο δέχτηκε τους συναφείς με την υπαιτιότητα λόγους της εφέσεως της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης και απέρριψε ως αβάσιμο τον αντίστοιχο πρώτο λόγο εφέσεως των εναγομένων, με τον οποίο ισχυρίστηκαν ότι αποκλειστικά υπαίτια του ατυχήματος άλλως συνυπαίτια αυτού κατά ποσοστό 90% είναι η ενάγουσα.

Ακολούθως δε, και αφού απέρριψε κατ’ ουσίαν την έφεση των εναγομένων και ήδη αναρεσειουσών και δέχτηκε ως ουσιαστικά βάσιμες τις εφέσεις της ενάγουσας και εξαφάνισε τις εκκαλούμενες υπ’ αριθμ. 107/ 2009 και 125/2010 αποφάσεις, με την πρώτη των οποίων, κατά μερική παραδοχή της προβληθείσας από τις εναγόμενες ένστασης περί συνυπαιτιότητας της ενάγουσας, κατά ποσοστό 90% στην πρόκληση του ένδικου ατυχήματος, την οποία επανέφεραν κατά τα ανωτέρω στο Εφετείο με σχετικό λόγο εφέσεώς τους, είχε κρίνει ότι συνυπαίτια για την πρόκληση του ένδικου ατυχήματος και δη κατά ποσοστό 20% ήταν η ίδια η ενάγουσα, δέχτηκε εν μέρει την αγωγή και υποχρέωσε τις εναγόμενες να καταβάλουν στην ενάγουσα, εις ολόκληρο η καθεμιά το αναφερόμενο σ’ αυτή ποσό.

Έτσι, που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 300, 330 ΑΚ και 38 παρ. 1 εδ. α’ και παρ. 2 του ΚΟΚ, με το να μη καταλογίσει συνυπαιτιότητα για την πρόκληση του ατυχήματος στην ενάγουσα αναιρεσίβλητη πεζή. Ειδικότερα, με βάση τα ως άνω γενόμενα δεκτά ανελέγκτως πραγματικά περιστατικά, σύμφωνα με τα οποία η ενάγουσα, όταν την παρέσυρε το αυτοκίνητο που οδηγούσε η πρώτη εναγομένη στεκόταν μπροστά από τους κώνους που οριοθετούσαν το χώρο του λιμένα από το οδόστρωμα και δεν επιχείρησε να διασχίσει κάθετα το οδόστρωμα, καθώς και ότι ενώ στεκόταν στο προαναφερθέν σημείο της οδού, όπου δεν υπήρχε πεζοδρόμιο ούτε έρεισμα, η πρώτη εναγομένη που εκινείτο στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας της οδού, μετήλθε απότομο αριστερό ελιγμό, προκειμένου να αποφύγει τα σταθμευμένα οχήματα που βρίσκονταν μπροστά από τα σνακ μπαρ "..." και "..." και εισήλθε αιφνιδίως στο αντίθετο ρεύμα (προς εμπορικό λιμένα), κατά παράβαση του άρθρου 16 παρ. 4 του ΚΟΚ και επέπεσε στην ενάγουσα, με αποτέλεσμα να την εκτινάξει στον αέρα και να την τραυματίσει, δεν στοιχειοθετείται συντρέχουσα υπαιτιότητα (αμέλεια) της αναιρεσίβλητης - ενάγουσας πεζής στην επέλευση του ατυχήματος, η οποία αποτελεί προοϋπόθεση της εφαρμογής της ως άνω διάταξης του άρθρου 300 ΑΚ και η μη συνδρομή της οποίας αποκλείει την εφαρμογή της.

Επομένως, ο δεύτερος από το άρθρο 559 αριθμός 1 ΚΠολΔ λόγος του δικογράφου της αίτησης αναίρεσης, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Η διάταξη του άρθρ. 930 παρ. 3 του ΑΚ ορίζει ότι η αξίωση αποζημίωσης δεν αποκλείεται από το λόγο ότι κάποιος άλλος έχει την υποχρέωση να αποζημιώσει ή να διατρέφει αυτόν που αδικήθηκε. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται γενικότερη αρχή, σύμφωνα με την οποία η αξίωση για αποζημίωση, που έχει ο παθών εναντίον εκείνου που τον ζημίωσε, δεν πρέπει να αποκλείεται όταν η ζημία του καλύφθηκε από άλλον, αφού κατά τη βούληση του νομοθέτη δεν πρέπει να αποβαίνει προς όφελος του ζημιώσαντος το γεγονός ότι ήδη άλλος κάλυψε για οποιονδήποτε λόγο τη ζημία του παθόντος, εκτός αν διαφορετικά ορίζεται στο νόμο, όπως συμβαίνει με τη διάταξη του άρθρου 10 του ν.δ. 4104/1960, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 18 ν. 4476/1965 και συμπληρώθηκε με το άρθρο 18 ν. 1654/1986, σύμφωνα με την οποία, εφόσον ο ασφαλισμένος μπορεί να αξιώσει κατ’ άλλους νόμους αποζημίωση για ζημία που έπαθε συνεπεία ασθένειας και αναπηρίας, η αξίωση αυτή μεταβιβάζεται στο ΙΚΑ αυτοδικαίως από τότε που γεννήθηκε η αξίωση.

Με το σύστημα αυτό καθιερώνεται η αυτόματη μεταβίβαση της απαίτησης αποζημίωσης από τον παθόντα ασφαλισμένο στο τελευταίο, στην έκταση που η αξίωση ανταποκρίνεται στις κοινωνικές παροχές του. Εξάλλου, με τη διάταξη του άρθρου 47 § 6 του ν. 3518/2006 ορίζεται ότι "οι διατάξεις της παραγράφου 5 του άρθρου 10 του ν.δ. 4104/1960, όπως αντικαταστάθηκαν με την παράγραφο 1 του άρθρου 18 του ν. 4476/1965 και συμπληρώθηκαν με το άρθρο 18 του ν. 1654/ 1986, καθώς και οι διατάξεις του β.δ. 226/23.2/21-3-1973, έχουν ανάλογη εφαρμογή και στους ασφαλιστικούς οργανισμούς ελεύθερων επαγγελματιών, ανεξάρτητα απασχολούμενων, καθώς και στον ΟΓΑ".

Από τη διάταξη αυτή σαφώς προκύπτει ότι εφόσον πρόκειται για παθόντα ασφαλισμένο σε έναν από τους ασφαλιστικούς οργανισμούς που αναφέρονται αμέσως παραπάνω, μεταξύ των οποίων ο Οργανισμός Ασφάλισης Ελεύθερων Επαγγελματιών (ΟΑΕΕ), η αξίωση αποζημίωσης του παθόντος μεταβιβάζεται από το νόμο στον ασφαλιστικό οργανισμό με τον οποίο αυτός συνδέεται με σχέση κοινωνικής ασφάλισης, όταν αυτός κατέβαλε ή υποχρεούται να καταβάλει στον παθόντα κοινωνική ή ασφαλιστική παροχή προς κάλυψη της ζημίας του.

Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθμός 20 ΚΠολΔ, αναιρείται η απόφαση, αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου, με το να δεχτεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα, που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Παραμόρφωση υπάρχει, όταν το δικαστήριο κάνει διαγνωστικό λάθος (εσφαλμένη ανάγνωση) και αποδίδει σε ορισμένο αποδεικτικό έγγραφο, με την έννοια των άρθρων 339 και 432 επ.

ΚΠολΔ, περιεχόμενο διαφορετικό, εξαιτίας του οποίου καταλήγει σε επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα, πόρισμα ως προς τα πράγματα, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ.ΑΠ 1/1999). Πρέπει δε την επιζήμια για τον αναιρεσείοντα αυτή κρίση να σχημάτισε το δικαστήριο αποκλειστικώς ή κατά κύριο λόγο από το έγγραφο, που φέρεται ότι παραμορφώθηκε, προϋπόθεση, η οποία δεν συντρέχει, όταν τούτο εκτιμήθηκε μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα (Ολ.ΑΠ 2/2008).

Και τούτο, διότι στην περίπτωση αυτή δεν είναι δυνατή η εξακρίβωση της ιδιαίτερης αποδεικτικής σημασίας του. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ’ αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.ΑΠ 1/1999).

Στην προκειμένη περίπτωση, αναφορικά με την επιδίκαση στην αναιρεσίβλητη του αγωγικού κονδυλίου δαπανών νοσηλείας της στο Γενικό Νοσοκομείο Καβάλας, λόγω του τραυματισμού της κατά το ένδικο ατύχημα, οι αναιρεσείουσες, με το δεύτερο λόγο αναίρεσης, κατά μεν το πρώτο σκέλος του από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι παραμόρφωσε το περιεχόμενο της υπ’ αριθμ. .../25.2. 2014 βεβαίωσης του ΟΑΕΕ, με το να δεχτεί μετά από εσφαλμένη ανάγνωσή του, ως αναφερόμενο στο περιεχόμενό του γεγονός ότι η αναιρεσείουσα ουδεμία παροχή έλαβε για τους λόγους που διαλαμβάνονται ειδικότερα σ’ αυτό από τον ΟΑΕΕ, με τον οποίο συνδέεται με σχέση κοινωνικής ασφάλισης, κατά δε το δεύτερο σκέλος του από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση, ότι διέλαβε ανεπαρκείς αιτιολογίες αναφορικά με τη νομιμοποίησης της ενάγουσας να ζητήσει την επιδίκαση του ως άνω κονδυλίου σ’ αυτήν.

Από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτει ότι οι αναιρεσείουσες με την ασκηθείσα έφεσή τους προέβαλαν, μεταξύ άλλων, ως παράπονο κατά της εκκαλουμένης απόφασης, ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο εσφαλμένως επιδίκασε στην ενάγουσα το αγωγικό κονδύλιο των δαπανών νοσηλείας της στο Γενικό Νοσοκομείο Καβάλας, λόγω του τραυματισμού της κατά το ένδικο ατύχημα, αν και έπρεπε ν’ απορρίψει το υπό κρίση αγωγικό κονδύλιο, λόγω έλλειψης νομιμοποίησης της ενάγουσας να ζητήσει τις δαπάνες νοσηλείας της, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 47 παρ. 6 του ν. 3518/2006, που προβλέπει την υποκατάσταση εκ του νόμου από του ατυχήματος στην ως άνω απαίτηση του ασφαλιστικού της φορέα (ΟΑΕΕ), εφόσον η ενάγουσα δεν προσκόμισε σ’ αυτό προαποδεικτικά, όπως όφειλε, βεβαίωση του ασφαλιστικού φορέα (Ο.Α.Ε.Ε.), από την οποία να προκύπτει ότι η ίδια ούτε έλαβε, ούτε έχει δικαίωμα να λάβει, από το επίδικο ατύχημα και τον εξ αυτού τραυματισμό της οποιοδήποτε ποσό.

Το Εφετείο, με την υπ’ αριθμ. 299/2013 μη οριστική απόφασή του, ανέβαλε την οριστική του απόφαση επί της ουσίας, προκειμένου η ενάγουσα να προσκομίσει βεβαίωση του ΟΑΕΕ, από την οποία να προκύπτει το ποσόν των ασφαλιστικών παροχών που εισέπραξε ή δικαιούται να εισπράξει ως επιδότηση από τον ασφαλιστικό της οργανισμό, για το ένδικο αυτοκινητικό ατύχημα, το είδος των παροχών αυτών, την έκταση και τη χρονική διάρκειά της προκειμένου να αποσαφηνιστεί αν ο παθών ασφαλισμένος δικαιούται παροχές από αυτό και αν ναι, τι είδους, τι ποσού και για ποιό χρονικό διάστημα και συνεπώς εάν θεμελιώνεται απαίτηση της παθούσας να απαιτήσει το ως άνω αγωγικό κονδύλιο από τον ΟΑΕΕ και σε ποιά έκταση.

Η αναιρεσίβλητη, μετά ταύτα, προσκόμισε, κατά τη μετ’ αναβολή δικάσιμο στο δικάσαν Εφετείο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη υπ’ αριθμ. 196/2015 οριστική απόφασή του, την υπ’ αριθμ. .../25.2.2014 βεβαίωση του ΟΑΕΕ, που έχει ως ακολούθως: "ΠΡΟΣ .... ΘΕΜΑ: ΚΑΤΑΒΛΗΘΕΙΣΕΣ ΔΑΠΑΝΕΣ ΠΕΡΙΘΑΛΨΗΣ ΣΧΕΤ: Η υπ. αριθμ. ...1/11/2013 αίτησή σας.

Σε απάντηση της ανωτέρω σχετικής αίτησής σας σας ενημερώνουμε για τις δαπάνες περίθαλψης που καταβλήθηκαν στο όνομά σας στο Γ.Ν. Καβάλας. Αναλυτικά οι περίοδοι νοσηλείας σας και τα καταβληθέντα ποσά έχουν ως εξής: 1. Από 06-01-2008 έως 1-2-2008: 23.449,36 €, 2. Από 20-9-2010 έως 28-9-2010: 4.842,26 €, ΣΥΝΟΛΟ 28.291,62 €. Από το προσκομισθέν βιβλιάριο ασθενείας σας, και τα αρχεία του Τμήματός μας, δεν προκύπτει να έχουν καταβληθεί άλλες δαπάνες στο όνομά σας.

Όσον αφορά το ατύχημα για το οποίο αναφέρεστε στην ανωτέρω σχετική αίτησή σας, σας γνωρίζουμε ότι δεν λάβατε ούτε μπορείτε να λάβετε αποζημίωση διότι αφενός σύμφωνα με τον Κανονισμό Παροχών του Οργανισμού μας Υ.Α. 1385/99 άρθρο 19 παρ. 3, για τη θεμελίωση δικαιώματος επιδόματος εργατικού ατυχήματος, θα πρέπει το ατύχημα να αναγγελθεί από τον ασφαλισμένο μας στην αρμόδια υπηρεσία του ΟΑΕΕ, μέσα σε ένα μήνα από την ημέρα που έλαβε χώρα και αφετέρου σύμφωνα με την υπ.

αριθμ. Φ 40035/12249/1486/14/6/2011 (ΦΕΚ 1450/ΤΒ’ /17/6/2011) Υ.Α. του αναπληρωτή Υπουργού Υπουργείου Εργασίας & Κοινωνικής Ασφάλισης και σε εφαρμογή της …2011 Εγκυκλίου ΟΑΕΕ η ανωτέρω αποζημίωση δεν χορηγείται εφόσον κατά την ημέρα που έλαβε χώρα το ατύχημα ο ασφαλισμένος δεν ήταν ταμειακά ενήμερος". Ακολούθως, το Εφετείο, στο οποίο κατά τα προαναφερόμενα προσκομίστηκε από την αναιρεσείουσα το ως άνω έγγραφο του ΟΑΕΕ, με την προσβαλλόμενη υπ’ αριθμ. 196/2015 οριστική απόφασή του, αναφορικά με το δικαίωμα της αναιρεσείουσας να απαιτήσει το εν λόγω κονδύλιο αποζημίωσης δέχτηκε τα εξής: "Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι συνεπεία της κατά τα άνω παρασύρσεώς της, η ενάγουσα υπέστη κάταγμα έξω σφυρού δεξιά (έγινε εσωτερική οστεοσύνθεση), διπολικό κάταγμα κνήμης δεξιά (έγινε ανοικτή ανάταξη/εξωτερική οστεοσύνθεση), υπερδιακονδύλιο κάταγμα μηριαίου αριστερά (έγινε εσωτερική και εξωτερική οστεοσύνθεση), υποκεφαλικό κάταγμα μηριαίου δεξιά και κατάγματα ηβοϊσχιακών κλάδων.

Μετά τη διενέργεια χειρουργικών επεμβάσεων διακομίστηκε στις 7-1-2008 στη Μονάδα Εντατικής Θεραπείας, όπου και παρέμεινε έως τις 22-1-2008, οπότε διακομίστηκε στην Ορθοπεδική Κλινική του Γενικού Νοσοκομείου Καβάλας, από όπου πήρε εξιτήριο την 1-2-2008 με σύσταση να ακολουθήσει αντιπηκτική αγωγή και κινησιοθεραπεία.

Το κόστος νοσηλείας της ενάγουσας στο Γενικό Νοσοκομείο Καβάλας ανήλθε στο ποσό των 23.449,36 ευρώ, όπως προκύπτει από την υπ’ αριθμ. πρωτοκολ..../31-10-2008 βεβαίωση του τμήματος νοσηλίων του Γ.Ν. Καβάλας). Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 930 παρ. 3 ΑΚ, η ενάγουσα δικαιούται ολόκληρο το ανωτέρω ποσό αφού αποκλειστικά υπαίτια για το ένδικο ατύχημα κρίθηκε η πρώτη εναγομένη, για το οποίο (ποσό) σημειωτέον η ενάγουσα, όπως προκύπτει από το από 25-2-2014 με αρ.

πρωτ. .../25-2-2014 έγγραφο του Ο.Α.Ε.Ε., με τον οποίο συνδέεται με σχέση κοινωνικής ασφάλισης, σχετικά με τις δαπάνες περίθαλψής της στο Γενικό Νοσοκομείο Καβάλας, ουδεμία παροχή έλαβε για τους λόγους που διαλαμβάνονται ειδικότερα σ’ αυτό. Επομένως, η εκκαλουμένη που, αντί του προαναφερθέντος χρηματικού ποσού, επιδίκασε στην ενάγουσα το συνολικό ποσό των 18.759,48 ευρώ για την παραπάνω αιτία, έσφαλε και ο πρώτος λόγος έφεσης της ενάγουσας, καθ’ ό μέρος πλήττει το κεφάλαιο αυτό, πρέπει να γίνει δεκτός, απορριπτομένου του περί του αντιθέτου τέταρτου λόγου εφέσεως των εναγομένων".

Από τα παραπάνω προκύπτει ότι το Εφετείο οδηγήθηκε στην κρίση ότι η παθούσα ενάγουσα νομιμοποιείται σύμφωνα με το άρθρο 930 παρ. 3 ΑΚ να απαιτήσει το κονδύλιο δαπανών νοσηλείας της στο Γενικό Νοσοκομείο Καβάλας, αφού δέχτηκε, ως αναφερόμενο στο περιεχόμενο του από 25-2-2014 με αρ. πρωτ. .../25-2-2014 εγγράφου του Ο.Α.Ε.Ε.

ότι η ενάγουσα ουδεμία παροχή έλαβε σχετικά με τις δαπάνες περίθαλψής της στο Γενικό Νοσοκομείο Καβάλας, για τους λόγους που διαλαμβάνονται ειδικότερα στο έγγραφο αυτό, στο οποίο αποκλειστικά στήριξε το εν λόγω αποδεικτικό του πόρισμα, παρά το γεγονός ότι ο Ο.Α.Ε.Ε., βεβαιώνει με το παραπάνω έγγραφό του, όπως προκύπτει από την ορθή ανάγνωση του περιεχομένου του ότι για τη νοσηλεία της αναιρεσίβλητης κατέβαλε στο όνομά της (αναιρεσίβλητης) στο Γ.Ν Καβάλας το συνολικό ποσόν των 28.291,62 ευρώ, στο οποίο περιλαμβάνεται και το ποσόν των 23.449,36 ευρώ, που ενδιαφέρει εν προκειμένω και βρίσκεται σε ποιοτική και ποσοτική αντιστοιχία με την απαίτηση της αναιρεσίβλητης για τη δαπάνη νοσηλείας της.

Μόνον δε, καθόσον αφορά στην τυχόν καταβολή αποζημίωσης, λόγω εργατικού ατυχήματος απ’ αυτόν (Ο.Α.Ε.Ε) αναφέρει ρητώς στο εν λόγω έγγραφο ότι η αναιρεσίβλητη δεν έλαβε ούτε μπορεί να λάβει τέτοια αποζημίωση για τους λόγους που αναφέρει σ’ αυτό (μη αναγγελία του ατυχήματος στην αρμόδια υπηρεσία του ΟΑΕΕ μέσα σε ένα μήνα από την ημέρα που έλαβε χώρα αυτό και έλλειψη ταμειακής ενημερότητας κατά την ίδια ημέρα).

Με τα δεδομένα αυτά το Εφετείο εσφαλμένως ανέγνωσε το ανωτέρω έγγραφο του ΟΑΕΕ, στο οποίο αποκλειστικά στήριξε την ως άνω κρίση του αναφορικά με το δικαίωμα της ενάγουσας να ζητήσει το κονδύλιο δαπανών νοσηλείας της στο Γενικό Νοσοκομείο Καβάλας, ποσού 23.449,36 € με αποτέλεσμα να καταλήξει σε εσφαλμένο πόρισμα, και να υποχρεώσει τις αναιρεσείουσες να καταβάλουν αποζημίωση που δεν όφειλαν να καταβάλουν στην αναιρεσίβλητη, εφόσον στην απαίτησή της αυτή είχε υποκατασταθεί ο ΟΑΕΕ, που κατέβαλε τα νοσήλια στο Γ.Ν.

Καβάλας. Επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος του από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πρέπει να γίνει δεκτός ως κατ’ ουσίαν βάσιμος, παρελκούσης της έρευνας, του ίδιου λόγου αναίρεσης, κατά το δεύτερο σκέλος του από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που αφορά στο ίδιο ζήτημα.

Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση (μόνο) κατά το μέρος της που επιδίκασε στην αναιρεσίβλητη - ενάγουσα το κονδύλιο δαπανών νοσηλείας της στο Γενικό Νοσοκομείο Καβάλας, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση, κατά το ως άνω μέρος της, στο ίδιο Δικαστήριο, η σύνθεση του οποίου είναι δυνατή από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ), να διαταχθεί η απόδοση του παραβόλου που κατατέθηκε για την άσκηση της ένδικης αναίρεσης στις αναιρεσείουσες και να καταδικαστεί η αναιρεσίβλητη στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσειουσών (άρθρ. 183 Κ.Πολ.Δ.), οι οποίες παραστάθηκαν με τον ίδιο πληρεξούσιο δικηγόρο και κατέθεσαν προτάσεις.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ’ αριθμ. 196/2015 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θράκης, κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος αυτής.

Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος της, για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές. Διατάσσει την απόδοση στις αναιρεσείουσες του κατατεθέντος παραβόλου για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης. Και

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσειουσών, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Νοεμβρίου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 8 Δεκεμβρίου 2017.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ