Legislator Case Law & Legislation
1997/2009 AI generated

1997/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1997/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 6 Μαϊου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29-4-1996 αγωγή του αρχικού διαδίκου Z, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ρεθύμνης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 22/1997 μη οριστική, 85/2000 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 96/2003 του Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 24-10-2005 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη ανέγνωσε την από 25-2-2008 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου τούτου Αρεοπαγίτη, Λεωνίδα Ζερβομπεάκου, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

Legislator headnote

AI generated

1997/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ανελέγκτως τα εξής: "Το επίδικο ακίνητο, εκτάσεως 6.805,31 τ.μ αποτελεί τμήμα μεγαλύτερο ακινήτου, εκτάσεως 14 στρεμμάτων, το οποίο ανήκε αρχικά στον ..., ο οποίος το έτος 1905 το δώρισε άτυπα κατά ποσοστό 1/2 εξ' αδιαιρέτου στους δύο υιούς του, ... (απώτερο δικαιοπάροχο της ενάγουσας και του αρχικού ενάγοντος) και ....

Keywords

AI generated
act of accession of Greece aegean Sea transitional provisions in maritime matters established right public domain previous legal status
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1997 / 2009 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1997/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Μίμη Γραμματικούδη, Ιωάννη Σίδερη και Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 6 Μαϊου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιό του Παναγιώτη Αθανασούλη Πάρεδρο Ν.Σ.Κ. με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ.

Της αναιρεσιβλήτου: ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ηλία Μανδρακούκα.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29-4-1996 αγωγή του αρχικού διαδίκου Z, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ρεθύμνης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 22/1997 μη οριστική, 85/2000 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 96/2003 του Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 24-10-2005 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη ανέγνωσε την από 25-2-2008 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου τούτου Αρεοπαγίτη, Λεωνίδα Ζερβομπεάκου, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Παραδεκτά φέρονται για συζήτηση αμφότεροι οι λόγοι της κρινόμενης από 24-10-2005 αίτησης του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της 96/2003 απόφασης του Εφετείου Κρήτης, μετά την έκδοση και εμπρόθεσμη κατάθεση στη γραμματεία του Εφετείου αυτού της 50/2006 θετικής γνωμοδότησης του αρμοδίου Ε' τμήματος του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους για το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων αυτών (άρθρο 12 ν. 2298/1995, όπως αντικ. 28 παρ. 3 ν. 2579/1998 και στη συνέχεια με 42 του ν. 2721/1999).

ΙΙ. Κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν αναφέρονται καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ουσιώδους για την έκβαση της δίκης ζητήματος και, έτσι, δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόστηκε.

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ανελέγκτως τα εξής: "Το επίδικο ακίνητο, εκτάσεως 6.805,31 τ.μ αποτελεί τμήμα μεγαλύτερο ακινήτου, εκτάσεως 14 στρεμμάτων, το οποίο ανήκε αρχικά στον ..., ο οποίος το έτος 1905 το δώρισε άτυπα κατά ποσοστό 1/2 εξ' αδιαιρέτου στους δύο υιούς του, ... (απώτερο δικαιοπάροχο της ενάγουσας και του αρχικού ενάγοντος) και ....

Μετά το θάνατο του ... το επίδικο ακίνητο περιήλθε στα τέκνα του και τη σύζυγό του κατά ποσοστό 1/8 εξ' αδιαιρέτου στον καθένα μετά δε και τον θάνατο της ... (συζύγου του ...) περιήλθε το ποσοστό της στα τέκνα της μεταξύ των οποίων είναι και ο αρχικός ενάγων, δικαιοπάροχος της ενάγουσας, Z. Τις κληρονομιές αυτές τόσο ο δικαιοπάροχος της ενάγουσας όσο και οι λοιποί συγκληρονόμοι αποδέχτηκαν και μετέγραψαν τις σχετικές δηλώσεις αποδοχής, νόμιμα.

Στη συνέχεια δυνάμει των με αριθμούς 18864 και 22861/1971 δωρητηρίων συμβολαίων των Συμβολαιογράφων Ηρακλείου Εμμ. Ανδρονά και Αθηνών Νικ. Χατζηγιάννη, αντίστοιχα, οι λοιποί συγκληρονόμοι του αρχικού ενάγοντα δώρισαν τα μερίδιά του σ' αυτόν, ενώ με άτυπη διανομή, που έγινε μεταξύ αυτού και των κληρονόμων και λοιπών συγκυριών ακινήτου, το 1972, ο αρχικός ενάγων έλαβε στη νομή και κατοχή του το επίδικο ακίνητο.

Από το έτος 1905 έως την άσκηση της αγωγής ο αρχικός ενάγων Z και οι δικαιοπάροχοι του ενέμοντο το ακίνητο αυτό. Ειδικότερα ο καθένας τους κατά το χρόνο που το κατείχε το έσπερναν με δημητριακά μέχρι το 1940 και στη συνέχεια φύτευαν και χαρουπιές μέχρι και το 1962, οπότε, επειδή ζούσαν πλέον σε πόλεις και δεν ασχολούνταν με τη γεωργία, περιορίστηκαν στη συλλογή των χαρουπιών από τις υπάρχουσες χαρουπιές χρησιμοποιώντας προς τούτο τον ...

και τον ..., οι οποίοι μίσθωναν το επίδικο και απέδιδαν σαν μίσθωμα μέρος της εσοδείας. Επίσης το έτος 1974 όταν διανοίχθηκε η νέα εθνική οδός ... απαλλοτριώθηκε τμήμα του επίδικου ακινήτου, εκτάσεως 850 τμ. Και καταβλήθηκε από το Δημόσιο η αποζημίωση στον Z (αρχικό ενάγοντα), χωρίς το εκκαλούν να αμφισβητήσει τη κυριότητά του στο ακίνητο.

Τα παραπάνω δεν έρχονται σε αντίθεση ούτε με τις καταθέσεις των μαρτύρων του εναγομένου, οι οποίοι κατέθεσαν ότι μισό στρέμμα του επιδίκου είναι γεωργικό, ούτε και με τις υπάρχουσες αεροφωτογραφίες της περιοχής που λήφθηκαν το 1945 και 1960. Συγκεκριμένα οι αεροφωτογραφίες του 1945 εμφανίζουν το επίδικο να καλύπτεται από αραιή φρυγανώδη βλάστηση.

Οι μάρτυρες του εναγομένου οι οποίοι είναι δασολόγοι, καταθέτουν ότι η έκταση ήταν περισσότερο για κτηνοτροφική εκμετάλλευση, ήτοι λιβαδική και δευτερευόντως για γεωργική εκμετάλλευση ώστε δεν ήταν δασική. Αντίθετα από την έκθεση ερμηνείας των αερογραφιών, που προσκομίζει η ενάγουσα του πολ. μηχανικού ...

προκύπτει ότι το επίδικο ακίνητο από το έτος 1945 και μετά εκαλύπτετο με χαρουπιές και χαμηλή θαμνώδη βλάστηση ενώ το ενδιάμεσο έδαφος στις αεροφωτογραφίες του 1945 και του 1960 προετοιμαζόταν αρκούντως καλά για τη συλλογή καρπών των δέντρων ή σπερνόταν με σιτηρά ή και τα δύο παράλληλα. Από τα ανωτέρω αποδεικνύεται ότι ουδέποτε το επίδικο ακίνητο ανήκε στη κυριότητα του εναγομένου, που το θεωρεί δημόσιο μόνο από το χαρακτηρισμό του ως δασικό, αλλά αντίθετα οι απώτεροι δικαιοπάροχοι της ενάγουσας και ο άμεσος δικαιοπάροχος αυτής αρχικός ενάγων μέχρι την άσκηση της αγωγής ενέμοντο το επίδικο ακίνητο".

Με βάση τις παραπάνω παραδοχές, το Εφετείο δέχθηκε, ότι το επίδικο ακίνητο δεν ήταν ποτέ δασική έκταση και ότι την κυριότητα αυτού απέκτησε η αναιρεσίβλητη με τη συνεχή με διάνοια κύριας νομή της σ' αυτό για χρονικό διάστημα, με την προσμέτρηση στον ίδιο χρόνο νομής αυτής και του χρόνου νομής των κατονομαζομένων δικαιοπαρόχων της, πέραν των ενενήντα ετών, επικυρώνοντας, έτσι, την πρωτόδικη απόφαση, που δέχθηκε ως και κατ' ουσίαν βάσιμη την ένδικη αναγνωριστική της κυριότητας ακινήτου αγωγή της αναιρεσίβλητης.

Έτσι, που έκρινε το Εφετείο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του επαρκή, χωρίς αντιφάσεις, αιτιολογία ως προς το ουσιώδες για την έκβαση της δίκης ζήτημα ότι το επίδικο ακίνητο δεν αποτελεί δασική έκταση, συνακόλουθα δε, κύριος αυτού δεν είναι το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο. Γι' αυτό ο από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ δεύτερος λόγος αναίρεση, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.

ΙΙΙ. Από τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 340 και 346 Κ.Πολ.Δ, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για το αποδεικτικό πόρισμα, αναφορικά με τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έχουν ανάγκη απόδειξης, υποχρεούται να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, χωρίς πάντως να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός απ' αυτά.

Η παράβαση της υποχρέωσης αυτής ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περιπτ.γ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναίρεσης. Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, προκειμένου να καταλήξει στο περιεχόμενο σ'αυτή αποδεικτικό πόρισμα, ως προς τους κρίσιμους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, σε σχέση με την ουσιαστική βασιμότητα της ένδικης αναγνωριστικής αγωγής, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, "και όλα τα έγγραφα, που οι διάδικοι επικαλούνται και προσκομίζουν".

Από τη γενική αυτή βεβαίωση, σε συνδυασμό με το όλο αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης, καθίσταται αναμφίβολο ότι, μολονότι δεν το μνημονεύει ειδικά και δεν το αξιολογεί χωριστά, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις και το εξειδικευμένο στο αναιρετήριο έγγραφο, δηλαδή την έκθεση φωτοερμηνείας του δασολόγου ...

την οποία επικαλέστηκε και προσκόμισε το αναιρεσείον. Ο πρώτος, επομένως, κατά το πρώτο μέρος τού, λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλεται η από τον αριθμό 11 περιπτ. γ' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ πλημμέλεια, είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος.

IV. Ο προβλεπόμενος από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 12 Κ.Πολ.Δ λόγος αναίρεσης, εξαιτίας της παράβασης των ορισμών του νόμου, αναφορικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα δύναμη απόδειξης μεγαλύτερη ή μικρότερη από εκείνη που δεσμευτικά γι' αυτό (δικαστήριο) καθορίζει ο νόμος, όχι όμως και στην περίπτωση που, εκτιμώντας ελεύθερα, όπως έχει δικαίωμα από το νόμο (άρθρο 340 Κ.Πολ.Δ), αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα, τα οποία κατά το νόμο έχουν την ίδια αποδεικτική δύναμη με άλλα, μεγαλύτερη βαρύτητα ή αξιοπιστία από τα τελευταία αυτά.

Εξάλλου, ο προβλεπόμενος από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ λόγος αναίρεσης λόγω έλλειψης νόμιμης βάσης της απόφασης και ιδίως λόγω έλλειψης αιτιολογιών, αναφέρεται σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δηλαδή σε ισχυρισμούς που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, δηλαδή, εκείνους που τείνουν σε θεμελίωση ή την κατάλυση δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι δε και στην αξιολόγηση των αποδείξεων, για την οποία η έλλειψη αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης.

Με τα δεδομένα αυτά, ο πρώτος, κατά το δεύτερο μέρος αυτού, λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι από τις αμέσως πιο πάνω διατάξεις πλημμέλειες, που συνίστανται στο ότι το Εφετείο, χωρίς καμιά αιτιολογία, απέδωσε μεγαλύτερη βαρύτητα στην έκθεση φωτοερμηνείας του πολιτικού μηχανικού ..., στερουμένου των απαιτούμενων ειδικών γνώσεων, που προσκομίστηκε από την αναιρεσίβλητη, από την έκθεση φωτοερμηνείας του δασολόγου ..., που προσκομίστηκε από το αναιρεσείον, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, ως προς τις προβαλλόμενες πλημμέλειες, αφού τα πιο πάνω ισοδύναμα αποδεικτικά μέσα εκτιμώνται ελεύθερα από το δικαστήριο, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρο 390 Κ.Πολ.Δ, χωρίς η έλλειψη αιτιολογίας ως προς την απόδοση μεγαλύτερης βαρύτητας στην πρώτη από τις παραπάνω έκθεσης φωτοερμηνείας, να ιδρύει τον από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ λόγο αναίρεσης, ενώ η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ότι τα πρόσωπα, τα οποία συνέταξαν τις εν λόγω εκθέσεις κατέχουν τις ανάλογες ειδικές γνώσεις είναι αναιρετικά ανέλεγκτη.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 24-10-2005 αίτηση, του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της 96/2003 απόφασης του Εφετείου Κρήτης.

Καταδικάζει το αναιρεσείον στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία (μειωμένα) ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 30 Ιουνίου 2009. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 23 Σεπτεμβρίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ