Legislator Case Law & Legislation
1996/2025 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against appellate court's refusal to admit evidence due to vague reasoning.

Case Number 1996/2025
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Third Athenian Court of Appeal's decision to reject both parties' appeals. The appellant argued the lower court failed to specify how it applied common sense and logic to the facts, while the respondent maintained the court properly evaluated evidence. The court ruled the appeal inadmissible because the appellant's argument regarding the use of common sense was too vague to define the specific legal error, and such evidentiary evaluations are not subject to appellate review.

Legislator headnote

AI generated

Articles 561 § 1 and 577 § 3 of the Code of Civil Procedure; An appeal based on the failure to specify the application of common sense and logic is inadmissible if the argument lacks specificity regarding the legal rule or factual finding in question.

Keywords

AI generated
appeal admissibility common sense logic evidentiary evaluation vague legal argument appellate review scope

Cited Legislation

AI generated
Articles 552, 553, 556, 558, 564 § 3, 566 § 1 of the Code of Civil Procedure
Article 577 § 1 of the Code of Civil Procedure
Article 577 § 3 of the Code of Civil Procedure
Article 561 § 1 of the Code of Civil Procedure
Article 495 § 3 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 180, 183, 191 § 2 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1996 / 2025 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1996/2025ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥA1' Πολιτικό ΤμήμαΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρουλιώ Δαβίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ευτύχιο Νικόπουλο, Βαρβάρα Πάπαρη, Μαρία Πετσάλη και Άλκηστη Σιάννου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 10 Μαρτίου 2025, με την παρουσία και του Γραμματέα Γ.

Φ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΚΑΖΑΤΕΞ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΗ ΚΑΙ ΕΞΑΓΩΓΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΕΥΚΩΝ ΕΙΔΩΝ ΚΑΙ ΕΙΔΩΝ ΔΙΑΚΟΣΜΗΣΗΣ ΣΠΙΤΙΟΥ", που εδρεύει στον Πειραιά και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Ματσιώτα και δεν κατέθεσε προτάσεις.Της αναιρεσιβλήτου:

Ετερόρρυθμης Εταιρείας με την επωνυμία "... ΚΑΙ ΣΙΑ Ε.Ε." και ήδη με την επωνυμία "DOWN TOWN HOME ΙΔΙΩΤΙΚΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥΧΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και τον διακριτικό τίτλο "DOWN TOWN HOME Ι.Κ.Ε.", που εδρεύει στην Νέα Ιωνία Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Γιαγτζόγλου και κατέθεσε προτάσεις.Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20/11/2017 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3465/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2904/2021 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 28/3/2023 αίτησή της.Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟΙ. Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθμό 2904/2021 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία, η οποία δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσία τις εφέσεις αμφοτέρων των διαδίκων, κατά της υπ' αριθ. 3465/2018 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία, με την οποία είχε γίνει εν μέρει δεκτή η από 20-11-2017 αγωγή της αναιρεσίβλητης σε βάρος της αναιρεσείουσας και αναγνωρίσθηκε η υποχρέωση της τελευταίας να καταβάλει στην πρώτη το ποσόν των 576.660,61 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της αγωγής, που αφορούσε οφειλόμενο τίμημα από πωληθέντα εμπορεύματα από την ενάγουσα (ήδη αναιρεσίβλητη) στην εναγομένη (αναιρεσείουσα) δυνάμει του από 15-10-2013 ιδιωτικού συμφωνητικού εμπορικής συνεργασίας αλλά και έτερης προφορικής σύμβασης, που είχε καταρτιστεί μεταξύ των διαδίκων.

Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 § 3, 566 § 1 ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 § 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να εξεταστεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα των λόγων της (άρθρο 577 § 3 ΚΠολΔ).ΙΙ.Α. Κατά τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος.

Για την εφαρμογή της διάταξης αυτής και τη θεμελίωση της σχετικής ένστασης καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος, απαιτείται η από την άσκηση του επιδιωκόμενου δικαιώματος υπέρβαση των οριζόμενων στη διάταξη αυτή ορίων να είναι προφανής, δηλαδή πρόδηλη και αναμφισβήτητη (ΑΠ 93/2024, ΑΠ 1052/2021). Επίσης, κατά την έννοια της ίδιας αυτής διάταξης, το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικά όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε, χωρίς κατά το νόμο να εμποδίζουν τη γέννηση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή τη μεταγενέστερη άσκησή του, κατά τις αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου για το δίκαιο και την ηθική, αφού τείνει στην ανατροπή κατάστασης που δημιουργήθηκε υπό ορισμένες ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για πολύ χρόνο, με επακόλουθο να συνεπάγεται εξόχως επαχθείς συνέπειες για τον υπόχρεο.

Απαιτείται, δηλαδή, για να χαρακτηριστεί καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος, να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο, από την συμπεριφορά του δικαιούχου, σε συνάρτηση και με εκείνη του υπόχρεου και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του. Απαιτείται, ακόμη, οι πράξεις του υπόχρεου και η κατάσταση πραγμάτων που δημιουργήθηκε από αυτόν, να τελούν σε αιτιώδη σύνδεσμο με τη συμπεριφορά του δικαιούχου που έχει προηγηθεί.

Μόνη δε η μακροχρόνια αδράνεια του δικαιούχου και όταν ακόμη δημιούργησε την εύλογη πεποίθηση στον υπόχρεο ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται αυτό να ασκηθεί, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική τη μεταγενέστερη άσκηση αυτού, αλλά απαιτείται να συντρέχουν, προσθέτως, ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες κυρίως από τη συμπεριφορά του δικαιούχου και του υπόχρεου που έχει προηγηθεί, ενόψει των οποίων και σε συνδυασμό με την αδράνεια του δικαιούχου, η άσκηση στη συνέχεια του δικαιώματος, η οποία τείνει στην ανατροπή της κατάστασης που διαμορφώθηκε υπό τις ειδικές αυτές συνθήκες και διατηρήθηκε για αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα, να εξέρχεται των από τη διάταξη αυτή διαγραφόμενων ορίων (ΟλΑΠ 8/2018, ΟλΑΠ 10/2012, AΠ 18/2025, ΑΠ 636/2024, ΑΠ 526/2024, ΑΠ 390/2024, ΑΠ 227/2024, ΑΠ 93/2024, ΑΠ 213/2023, ΑΠ 267/2021).

Το γεγονός, πάντως, ότι η άσκηση του δικαιώματος στη συγκεκριμένη περίπτωση επιφέρει βλάβη, έστω και μεγάλη, στον οφειλέτη δεν μπορεί να αποτελέσει κατάχρηση δικαιώματος, κατ' άρθρο 281 ΑΚ, παρά μόνο αν το γεγονός αυτό μπορεί να συνδυαστεί και με άλλες περιστάσεις, όπως λ.χ. όταν ο δανειστής δεν έχει συμφέρον στην άσκηση του δικαιώματος.

Έλλειψη, όμως, συμφέροντος δεν μπορεί να υπάρχει όταν ο δανειστής, όπως έχει δικαίωμα από τη σύμβαση, αποφασίζει να εισπράξει την απαίτησή του, διότι τούτο αποτελεί δικαίωμα συνυφασμένο με τη διαχείριση της περιουσίας του, τον τρόπο της οποίας αυτός αποφασίζει, εκτός αν στη συγκεκριμένη περίπτωση υπάρχει υπέρβαση, και μάλιστα προφανής, των αρχών της καλής πίστεως, των χρηστών ηθών και του οικονομικού ή κοινωνικού σκοπού του δικαιώματος (ΑΠ 227/2024, ΑΠ 267/2021, ΑΠ 311/2020, ΑΠ 333/2019).

Εξάλλου, η διακρίβωση των πράξεων, με τις οποίες ο δικαιούχος άσκησε το δικαίωμά του στη συγκεκριμένη περίπτωση, αποτελεί πραγματικό ζήτημα και κρίνεται ανέλεγκτα από το δικαστήριο της ουσίας, η κρίση του όμως αυτή, ότι δηλαδή ορισμένη συμπεριφορά υπερβαίνει, και μάλιστα προφανώς, τα όρια που θέτουν τα προαναφερόμενα κριτήρια, είναι νομική και επομένως υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο.

Ο Άρειος Πάγος, δηλαδή, ελέγχει μόνο αν τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά ή αντίστοιχα δεν έγιναν δεκτά από το δικαστήριο της ουσίας συνιστούν τη νομική έννοια του άρθρου 281 ΑΚ (ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 8/2018, ΑΠ 242/2025, ΑΠ 636/2024, ΑΠ 273/2024, ΑΠ 93/2024, ΑΠ 213/2023, ΑΠ 267/2021).Β. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμόστηκε, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς επίσης και αν εφαρμόστηκε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 1/2020, ΟλΑΠ 4/2018, ΟλΑΠ 6/2017), η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, δηλαδή ως εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006, ΟλΑΠ 4/2005).

Με τον προαναφερόμενο λόγο αναίρεσης ελέγχονται και τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς (ΟλΑΠ 4/2023, ΟλΑΠ 3/2022, ΟλΑΠ 4/2021, ΑΠ 242/2025, ΑΠ 321/2025, ΑΠ 476/2024, ΑΠ 321/2024, ΑΠ 93/2024).

Ελέγχεται, δηλαδή, μεταξύ άλλων και αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ., ορθά απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε (ΟλΑΠ 8/2018, ΟλΑΠ 7/2006, ΑΠ 550/2024, ΑΠ 738/2023). Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και την υπαγωγή αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν προφανή την παραβίαση (ΑΠ 242/2025, ΑΠ 524/2024, ΑΠ 376/2024, ΑΠ 93/2024, ΑΠ 90/2024).

Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 § 3 εδ.

α' του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (ΟλΑΠ 1/1999, ΑΠ 170/2023).

Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμα της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).Γ.

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 § 2 του ΚΠολΔ, επισκόπηση της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, κατά το μέρος που ενδιαφέρει τον αναιρετικό έλεγχο: "Από την επανεκτίμηση των προσκομισθέντων ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου αποδεικτικών μέσων και συγκεκριμένα.....σε συνδυασμό και με τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής που λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο (άρθρο 336 παρ. 4 του ΚΠολΔ), αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:

Η ενάγουσα ετερόρρυθμη εταιρία με την επωνυμία "... ΚΑΙ ΣΙΑ Ε.Ε" και τον εμπορικό τίτλο "..." δραστηριοποιείται στην καθ' οιονδήποτε τρόπο εμπορία υφασμάτων, λευκών ειδών και συναφών ειδών με το διακριτικό τίτλο "DOWN TOWN HOME". Η πρώτη εναγόμενη ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "ΚΑΖΑΤΕΞ Ανώνυμη Εμπορική Εισαγωγική & Εξαγωγική Εταιρία Λευκών Ειδών και Ειδών Διακόσμησης Σπιτιού" και τον διακριτικό τίτλο "..." δραστηριοποιείται στην εμπορία, εισαγωγή και εξαγωγή πάσης φύσης λευκών ειδών, ειδών προικός, ειδών αμφίεσης, ένδυσης, ατομικής περιποίησης και διακόσμησης, επίπλων, φωτιστικών, διακοσμητικών αντικειμένων, οικιακών σκευών και των παρακολουθημάτων τους, καθώς και ετοίμων και άλλων υφασμάτων, εν γένει οικιακής χρήσης, οικιακών ηλεκτρικών συσκευών, τροφίμων, ποτών, ειδών δώρων και πάσης φύσης συναφών ειδών.

Δυνάμει του από 15-10-2013 ιδιωτικού συμφωνητικού εμπορικής συνεργασίας, που καταρτίσθηκε μεταξύ της ενάγουσας και της πρώτης εναγόμενης, συμφωνήθηκε η τελευταία (πρώτη εναγόμενη) και ήδη αναιρεσείουσα να διαθέσει στην ενάγουσα έναν χώρο, επιφάνειας 30 τ.μ., εντός των καταστημάτων της με αριθμούς 133, 134 και 135, στο επίπεδο ένα (1), του εμπορικού κέντρου "The Mall Athens", το δικαίωμα χρήσης των οποίων είχε παραχωρηθεί στην πρώτη εναγόμενη με το από 16 Ιουνίου 2005 ιδιωτικό συμφωνητικό εμπορικής συνεργασίας, που είχε συνάψει με την ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "LAMDA OLYMPIA VILLAGE Ανώνυμη Εταιρία Ανάπτυξης και Αξιοποίησης Ακινήτων", προκειμένου η ενάγουσα να τοποθετήσει, προβάλλει και διαθέτει τα εμπορεύματά της, τα οποία θα πωλούνταν από την πρώτη εναγόμενη προς τους πελάτες της...Περαιτέρω, συμφωνήθηκε ότι η εκκαθάριση των εμπορευμάτων από την πρώτη εναγόμενη θα γίνεται με τις τελικές καθαρές τιμές λιανικής πώλησης μείον όλων των συμφωνημένων εκπτώσεων προς τον καταναλωτή πλέον ΦΠΑ, ενώ η αμοιβή της πρώτης εναγόμενης για όλη τη διάρκεια της σύμβασης συμφωνήθηκε σε ποσοστό 30% (όρος 9).

Το ανωτέρω ιδιωτικό συμφωνητικό ορίσθηκε να έχει διετή διάρκεια (όρος 22), ήτοι από 15.10.2013 έως 15.10.2015, στην προκειμένη όμως περίπτωση η ως άνω εμπορική συνεργασία μεταξύ των διαδίκων συνεχίστηκε άτυπα και μετά τις 15-10-2015, γεγονός που συνομολογεί η πρώτη εναγόμενη με τις προτάσεις της, με αποτέλεσμα η εν λόγω συμβατική σχέση να καταστεί αορίστου χρόνου.

Επίσης, αποδείχθηκε ότι πλην της ανωτέρω εμπορικής συνεργασίας, η ενάγουσα διέθετε τα εμπορεύματά της και στο κατάστημα που διατηρούσε η πρώτη εναγόμενη στο εκπτωτικό εμπορικό κέντρο "...", χωρίς όμως να αποτυπωθούν εγγράφως οι όροι αυτής της συνεργασίας, αλλά προφορικά συμφωνήθηκε η διάθεση των εμπορευμάτων της ενάγουσας στο ανωτέρω κατάστημα της πρώτης εναγόμενης, η οποία θα ελάμβανε εμπορεύματα κατόπιν παραγγελίας και θα εκδίδονταν γι' αυτά δελτία αποστολής - τιμολόγια επί πιστώσει τριάντα (30) ημερών, γεγονός που η πρώτη εναγόμενη ουδόλως αμφισβητεί με τις προτάσεις της και ως εκ τούτου συνάγεται ομολογία περί τούτου (άρθρο 261 ΚΠολΔ).

Η εμπορική συνεργασία των διαδίκων αρχικά εξελίχθηκε ομαλά. Από τον Αύγουστο, όμως, του έτους 2015 κι εντεύθεν άρχισαν να δημιουργούνται διάφορα προβλήματα, που συνίσταντο κυρίως στην αδυναμία της πρώτης εναγόμενης να ανταποκριθεί στις συμβατικές της υποχρεώσεις που απέρρεαν τόσο από το από 15-10-2013 ιδιωτικό συμφωνητικό όσο και από την ως άνω, προφορικά καταρτισθείσα μεταξύ της ενάγουσας και της πρώτης εναγόμενης, σύμβαση.

Μάλιστα, παρά τις κατ' επανάληψη συναντήσεις και διαπραγματεύσεις που έλαβαν χώρα μεταξύ των νομίμων εκπροσώπων των διαδίκων εταιρειών προς εξεύρεση λύσης, από το καλοκαίρι του 2017 και μετά, αυτή δεν κατέστη εφικτή, με αποτέλεσμα η ενάγουσα να κοινοποιήσει, στις 30-10-2017, στους πρώτη και δεύτερο των εναγομένων, τη με ίδια ημερομηνία (30-10-2017), εξώδικη δήλωση - διαμαρτυρία - πρόσκληση (βλ.

σχετ. τις με αριθμ. ...-2017 και ...-2017, αντίστοιχα, εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών, με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών, Π. I. Κ.), με την οποία, αφού γνωστοποίησε σ' αυτούς ότι το χρεωστικό υπόλοιπο του καταστήματος στο "The Mall Athens" ανερχόταν τότε στο ποσό των 343.239,09 ευρώ και του καταστήματος στο εμπορικό κέντρο "..." στο ποσό των 243.273,57 ευρώ και ανέφερε ότι στο κατάστημα "The Mall Athens" υπήρχαν τότε εμπορεύματα αξίας 138.102,80 ευρώ, που είχε προμηθεύσει η ενάγουσα στην πρώτη εναγόμενη προς πώληση, κάλεσε αυτούς, εντός προθεσμίας τριών (3) εργασίμων ημερών, να προτείνουν μία ρεαλιστική και σύννομη πρόταση ρύθμισης των άνω οφειλών τους, συνοδευόμενη από ικανή εμπράγματη εξασφάλιση, επί ακινήτου της πρώτης εναγόμενης ή των νομίμων εκπροσώπων της, οι οποίοι ούτω θα αναδεχόντουσαν σωρευτικά τα χρέη της πρώτης εναγόμενης, άλλως θα προέβαινε αυτή (ενάγουσα) άμεσα σε καταγγελία της άνω σύμβασης εμπορικής συνεργασίας και δικαστική επιδίωξη της πλήρους και ολοσχερούς εξόφλησης των απαιτήσεών της.

Στη συνέχεια και επειδή ουδεμία απάντηση έλαβε από την πρώτη εναγόμενη, η ενάγουσα κοινοποίησε, στις 08-11-2017, σ' αυτήν την από 08-11-2017 εξώδικη δήλωση - καταγγελία, με την οποία κατήγγειλε την άνω από 15-10- 2013 σύμβαση εμπορικής συνεργασίας, διέκοψε από 9-11-2017 κάθε μεταξύ τους συνεργασία και την ενημέρωσε ότι στις 13-11-2017, θα αναλάμβανε από το κατάστημα που διατηρεί στο "The Mall Athens" το σύνολο των εμπορευμάτων της, που κατείχε η πρώτη εναγόμενη προς πώληση, για λογαριασμό της.

Στην ανωτέρω εξώδικη δήλωση - καταγγελία η πρώτη εναγόμενη απάντησε με τις από 02-11-2017 και 09-11-2017 εξώδικες απαντήσεις της, (μάλιστα στην πρώτη από αυτές από κοινού με τον δεύτερο εναγόμενο), τις οποίες κοινοποίησε στην ενάγουσα στις 09-11-2017 και 10-11-2017, αντίστοιχα (βλ. τις με αριθμ. ...-2017 και ...-2017, αντίστοιχα, εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών, με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών, Η.

Π. Μ.). Με την από 02-11-2017 εξώδικη απάντηση η μεν πρώτη εναγόμενη ουσιαστικά αναγνώρισε ότι το χρεωστικό της υπόλοιπο κατά την ημέρα σύνταξης της εξώδικης απάντησης, ήτοι στις 02-11-2017, ανερχόταν στο ποσό των 568.074 ευρώ, ζητώντας από την ενάγουσα να ρυθμιστεί ο τρόπος αποπληρωμής του με την καταβολή μηνιαίων δόσεων, ενώ αρνήθηκε την παροχή εμπράγματης εξασφάλισης, ο δε δεύτερος εναγόμενος δήλωσε ότι ουδεμία ευθύνη έχει ο ίδιος για την καταβολή των οφειλών της πρώτης εναγόμενης.

Αμέσως μετά, με την από 09-11-2017 εξώδικη απάντησή της η πρώτη εναγόμενη ζήτησε την ανάκληση της άνω καταγγελίας της από 15-10-2013 σύμβασης εμπορικής συνεργασίας, ως καταχρηστικής. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι για το χρονικό διάστημα από το μήνα Αύγουστο 2015 έως το μήνα Ιούνιο 2017 με βάση τις μηνιαίες εκκαθαρίσεις πωλήσεων στο κατάστημα του εμπορικού κέντρου "The Mall Athens", η πρώτη εναγόμενη οφείλει στην ενάγουσα το συνολικό ποσό των 362.022,91 ευρώ (κατόπιν ορθού υπολογισμού), το οποίο αντιστοιχεί στις τιμές της λιανικής πώλησης των εμπορευμάτων, πλέον ΦΠΑ, ανά μήνα, μετά την αφαίρεση της συμφωνηθείσας αμοιβής της πρώτης εναγόμενης, ανερχόμενης σε ποσοστό 30% επί των πωλήσεων, πλέον ΦΠΑ...(ακολουθούν αναλυτικά τα οφειλόμενα τιμολόγια), ποσό το οποίο η πρώτη εναγομένη (ήδη αναιρεσείουσα) οφείλει να καταβάλει στην ενάγουσα (ήδη αναιρεσίβλητη).

Ενόψει των παραπάνω, η πρώτη εναγομένη οφείλει να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 361.022,91 ευρώ με βάση τις μηνιαίες εκκαθαρίσεις των πωλήσεων στο κατάστημα στο εμπορικό κέντρο "The Mall Athens", αντί του οποίου, όμως, εν τέλει η πρώτη εναγομένη υποχρεούται να καταβάλει σ' αυτήν το ποσό των 346.824,96 ευρώ, που η ενάγουσα αιτείται με την υπό κρίση αγωγή της, αίτημα που δεν μπορεί να υπερβεί το Δικαστήριο, καθώς και το ποσό των 229.835,65 ευρώ με βάση τα τιμολόγια που εξέδωσε η ενάγουσα για τα εμπορεύματα που η πρώτη εναγομένη παρήγγειλε για το κατάστημά της στο εκπτωτικό εμπορικό κέντρο "...", ήτοι το συνολικό ποσό των 576.660,61 ευρώ...Περαιτέρω, η εκκαλούσα - πρώτη εναγόμενη με τον δεύτερο λόγο της έφεσής της προβάλλει την ένσταση της καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος της ενάγουσας (άρθρο 281 ΑΚ), επικαλούμενη για τη θεμελίωσή της, ότι αν και είχε συμφωνηθεί προφορικά με την ενάγουσα η διευθέτηση του χρέους της και η καταβολή αυτού τμηματικά σε δόσεις, η ίδια δε είχε καταβάλει για το λόγο αυτό, από τον Ιανουάριο του έτους 2017 μέχρι και τον Δεκέμβριο του ίδιου έτους στην ενάγουσα το συνολικό ποσό των 136.243,48 ευρώ, η τελευταία εντελώς αυθαίρετα, άκαιρα και άνευ σπουδαίου λόγου, κατήγγειλε το μεταξύ τους ιδιωτικό συμφωνητικό και διέκοψε τη συνεργασία τους.

Η ένσταση, όμως, αυτή πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη, αφενός διότι η εν λόγω καταγγελία δεν ήταν άκαιρη και άνευ σπουδαίου λόγου, αφού η ίδια η πρώτη εναγόμενη συνομολογεί την ύπαρξη της οφειλής και άρα την αθέτηση των συμβατικών της υποχρεώσεων, αφετέρου διότι μεταξύ των διαδίκων ουδεμία συμφωνία περί διευθέτησης του χρέους είχε λάβει χώρα, όπως αναληθώς ισχυρίζεται η πρώτη εναγόμενη, παρά μόνο διαπραγματεύσεις και προτάσεις για τη ρύθμιση των οφειλομένων, τις οποίες (προτάσεις) η ενάγουσα είχε κάθε δικαίωμα να μην αποδεχτεί μετά τη στάθμιση των επαγγελματικών και οικονομικών συμφερόντων της, επιλέγοντας να ακολουθήσει τη δικαστική οδό για την καταβολή των οφειλομένων από την πρώτη εναγόμενη με την άσκηση της υπό κρίση αγωγής, δικαίωμα που εντάσσεται στο πλαίσιο της αξιοποίησης εκείνων των δικονομικών βοηθημάτων που της παρέχει η νομοθεσία για την προστασία της και σε καμία περίπτωση δεν καθιστά την υπό κρίση αγωγή καταχρηστική.

Δεν έσφαλε, επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, απορρίπτοντας την άνω ένσταση ως αβάσιμη κατ' ουσία και ο πιο πάνω λόγος της έφεσης της πρώτης εναγόμενης, είναι αβάσιμος και απορριπτέος...". Ακολούθως, το Εφετείο δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν τις εφέσεις των διαδίκων. Έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, δεχόμενο ειδικότερα ότι δεν ήταν καταχρηστική η συμπεριφορά του αναιρεσίβλητης να καταγγείλει το μεταξύ τους ιδιωτικό συμφωνητικό και να διακόψει τη συνεργασία τους, για το λόγο ότι αφενός η ίδια η αναιρεσείουσα συνομολογεί την ύπαρξη της οφειλής της και άρα την αθέτηση των συμβατικών της υποχρεώσεων, αφετέρου διότι μεταξύ των διαδίκων ουδεμία συμφωνία περί διευθέτησης του χρέους είχε λάβει χώρα, παρά μόνο διαπραγματεύσεις και προτάσεις για τη ρύθμιση των οφειλομένων, τις οποίες (προτάσεις) η ενάγουσα είχε κάθε δικαίωμα να μην αποδεχτεί μετά τη στάθμιση των επαγγελματικών και οικονομικών συμφερόντων της, επιλέγοντας να ακολουθήσει τη δικαστική οδό για την καταβολή των οφειλομένων από την πρώτη εναγόμενη με την άσκηση της υπό κρίση αγωγής, δικαίωμα που εντάσσεται στο πλαίσιο της αξιοποίησης εκείνων των δικονομικών βοηθημάτων που της παρέχει η νομοθεσία για την προστασία της, δεν παραβίασε ευθέως την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της, δεδομένου ότι δεν συνέτρεχαν στην προκειμένη περίπτωση οι νόμιμοι όροι και προϋποθέσεις για την εφαρμογή της διάταξης αυτής ούτε εκ πλαγίου, διότι αναφέρονται στην απόφαση, με σαφήνεια, επάρκεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν το σαφώς διατυπούμενο ως άνω αποδεικτικό της πόρισμα, με τις υποστηρίζουσες αυτό παραδοχές.

Τούτο δε, διότι τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα έγιναν δεκτά από το Εφετείο ότι έχουν αποδειχθεί και αναφέρονται στη συμπεριφορά τόσο του αναιρεσείουσας, όσο και της αναιρεσίβλητης, όπως επίσης και οι συνθήκες και περιστάσεις που σχετίζονται με τη συμπεριφορά των διαδίκων και διαμορφώθηκαν από αυτή, δεν κρίνονται αντικειμενικά ικανές και πρόσφορες να δημιουργήσουν ευλόγως στην αναιρεσείουσα την πεποίθηση ότι ο αναιρεσίβλητη δεν επρόκειτο να ασκήσει κατ' αυτής το δικαίωμά της να καταγγείλει τη σύμβαση που είχε καταρτιστεί μεταξύ των διαδίκων, να διακόψει την συνεργασία τους και να ασκήσει την επίδικη από 20-11-2017 αγωγή της προκειμένου να εισπράξει την απαίτηση που είχε σε βάρος της αναιρεσείουσας.

Τούτο έχει ως συνέπεια να μην πληρούται το πραγματικό της διάταξης του άρθρου 281 ΑΚ και της νομικής έννοιας της καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος και να μην δικαιολογείται έτσι η κατάφαση της βασιμότητας της σχετικής ένστασης που προέβαλε η αναιρεσείουσα με τις έγγραφες προτάσεις της στον πρώτο βαθμό και επανέφερε στο Εφετείο με τον δεύτερο λόγο της έφεσης.

Ειδικότερα, με βάση τις αναιρετικά ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης: α) ότι από τον Αύγουστο του 2015 και εντεύθεν είχαν αρχίσει να δημιουργούνται διάφορα προβλήματα, που συνίσταντο κυρίως στην αδυναμία της αναιρεσείουσας να ανταποκριθεί στις συμβατικές της υποχρεώσεις που απέρρεαν τόσο από το από 15-10-2023 ιδιωτικό συμφωνητικό όσο και από την προφορικά καταρτισθείσα μεταξύ τους σύμβαση, β) ότι παρά τις κατ' επανάληψη συναντήσεις και διαπραγματεύσεις που έλαβαν χώρα μεταξύ των νομίμων εκπροσώπων των διαδίκων εταιρειών προς εξεύρεση λύσης, από το καλοκαίρι του 2017 και μετά, αυτή δεν κατέστη εφικτή, με αποτέλεσμα η αναιρεσίβλητη να κοινοποιήσει, στις 30-10-2017, στην αναιρεσείουσα την με ίδια ημερομηνία εξώδικη δήλωση - διαμαρτυρία - πρόσκληση, με την οποία αφενός της γνωστοποίησε το χρεωστικό υπόλοιπο του καταστήματος στο "The Mall Athens", που είχε ήδη ανέλθει στο ποσόν των 243.273,57 ευρώ αφετέρου της ανέφερε ότι στο εν λόγο κατάστημά της υπήρχαν τότε εμπορεύματά της (της αναιρεσίβλητης), αξίας 138.102,80 ευρώ, καλώντας την, εντός προθεσμίας τριών (3) εργασίμων ημερών, να προτείνει μία ρεαλιστική και σύννομη πρόταση ρύθμισης των ως άνω οφειλών τους, συνοδευόμενη όμως από ικανή εμπράγματη εξασφάλιση, λόγω του μεγάλου ύψους της οφειλής, επί ακινήτου της αναιρεσείουσας ή των νομίμων εκπροσώπων της, οι οποίοι έτσι θα αναδέχονταν σωρευτικά τα χρέη της και δηλώνοντάς της ότι, σε διαφορετική περίπτωση, θα προέβαινε άμεσα σε καταγγελία της σύμβασης εμπορικής συνεργασίας και δικαστική επιδίωξη της πλήρους και ολοσχερούς εξόφλησης των απαιτήσεών της, γ) ότι στην άνω εξώδικη δήλωσή της, ουδεμία απάντηση έλαβε αρχικά από την εναγομένη, οπότε, στις 8-11-2017, της κοινοποίησε, την με ίδια ημερομηνία καταγγελία της, με την οποία κατήγγειλε την από 15-10-2013 σύμβαση εμπορικής συνεργασίας και από 9-11-2017 διέκοψε κάθε μεταξύ τους συνεργασία και την ενημέρωσε ότι στις 13-11-2017 θα αναλάμβανε από το κατάστημα που διατηρεί η αναιρεσείουσα στο "The Mall Athens" το σύνολο των εμπορευμάτων της, που κατείχε για λογαριασμό της η αναιρεσείουσα, δ) ότι στην ανωτέρω εξώδικη δήλωση της αναιρεσίβλητης, η αναιρεσείουσα απάντησε με τις από 2-11-2017 και 9-11-2017 εξώδικες απαντήσεις της, τις οποίες όμως κοινοποίησε στην αναιρεσίβλητη, στις 9-11-2017, με τις οποίες, με την πρώτη μεν αναγνώριζε ότι το χρεωστικό της υπόλοιπο κατά την ημερομηνία σύνταξης του εξωδίκου (2-11-2017) ανερχόταν στο ποσόν των 568.074 ευρώ, ζητώντας από την αναιρεσίβλητη να ρυθμιστεί ο τρόπος αποπληρωμής του με την καταβολή μηνιαίων δόσεων, αρνούμενη όμως την παροχή εμπράγματης εξασφάλισης, ενώ με την δεύτερη ζήτησε την ανάκληση της καταγγελίας της από 15-10-2013, ως καταχρηστικής, ε) ότι η επικαλούμενη από την αναιρεσείουσα ζημία της από την εμπορική της συνεργασία με την αναιρεσίβλητη, για το χρονικό διάστημα από 1-1-2014 έως και 30-9-2017, δεν οφείλεται σε υπαιτιότητα της τελευταίας, δεδομένου ότι η συνολική δραστηριότητα της αναιρεσείουσας για την ανωτέρω χρονική περίοδο ήταν ζημιογόνα και χωρίς την επικαλούμενη ζημία της από την συνεργασία της με την αναιρεσίβλητη και οφείλεται σε τυχόν δικές της άστοχες επιχειρηματικές κινήσεις και όχι σε παραβίαση εκ μέρους της αναιρεσίβλητης όρων της μεταξύ τους σύμβασης και στ) ότι, ενόψει όλων των ανωτέρω, η ως άνω καταγγελία δεν ήταν άκαιρη και άνευ σπουδαίου λόγου, καθόσον δεν αποδείχθηκε ότι μεταξύ των διαδίκων έλαβε χώρα προφορική συμφωνία περί διευθέτησης του χρέους, παρά μόνο, όπως προαναφέρθηκε, διαπραγματεύσεις και προτάσεις για τη ρύθμιση των οφειλομένων, τις οποίες κάθε μέρος είχε δικαίωμα να μην αποδεχθεί, όπως συνέβη τόσο με την αναιρεσείουσα, η οποία δεν συναίνεσε να χορηγήσει εμπράγματη εξασφάλιση για το χρέος της όσον και με την αναιρεσίβλητη, η οποία, μετά τη στάθμιση των επαγγελματικών και οικονομικών συμφερόντων της, επέλεξε να ακολουθήσει τη δικαστική οδό για την καταβολή των οφειλομένων με την άσκηση της υπό κρίση αγωγής, δεν στοιχειοθετείται, με βάση τις παραδοχές αυτές, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 281 ΑΚ, καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος της αναιρεσίβλητης να καταγγείλει τις μεταξύ τους συμβάσεις, να διακόψει την συνεργασία τους και να ασκήσει την επίδικη αγωγή.

Το Εφετείο δε, όπως προαναφέρθηκε, με την προσβαλλόμενη απόφασή του δεν δέχθηκε ότι είχε προηγηθεί της καταγγελίας οποιαδήποτε συμφωνία μεταξύ των διαδίκων για τη διευθέτηση του χρέους της αναιρεσείουσας προς την αναιρεσίβλητη, περιστατικό, το οποίο σε κάθε περίπτωση, χωρίς να συνδυάζεται και με άλλες περιστάσεις, οι οποίες δεν διαλαμβάνονται στις παραδοχές της προσβαλλομένης και ειδικότερα, ούτε, κατ' ελάχιστον, ότι υφίστατο κάποια διευθέτηση με συγκεκριμένους όρους, με αποτέλεσμα η αναιρεσίβλητη να μην έχει συμφέρον για την συνέχιση της συνεργασίας τους, καθώς επίσης και ότι αυτή με τη - μη εκτιθέμενη στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση - προηγούμενη συμπεριφορά της δημιούργησε στην αναιρεσείουσα την εύλογη πεποίθηση ότι δεν θα ασκήσει το δικαίωμά της αυτό, ούτως ώστε η μεταγενέστερη άσκησή του να προκαλεί δυσμενείς συνέπειες στην αναιρεσείουσα, δεν καθιστούν καταχρηστική την επιδίωξη της αναιρεσίβλητης να εισπράξει τις απαιτήσεις της με την άσκηση της κρινόμενης αγωγής.

Επομένως, σε κάθε περίπτωση, έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, με εσφαλμένη εφαρμογή της, ούτε εκ πλαγίου, αφού με επαρκή και σαφή αιτιολογία απέρριψε την ως άνω ένσταση. Επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα προσάπτει στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση τις πλημμέλειες από το άρθρο 559 αριθμούς 1 και 19 του ΚΠολΔ, δηλαδή την ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση του προαναφερόμενου κανόνα ουσιαστικού δικαίου του άρθρου 281 του ΑΚ, τυγχάνει αβάσιμος.ΙΙΙ.

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. β' του ΚΠολΔ η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία των κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς. Ως διδάγματα της κοινής πείρας θεωρούνται οι γενικές και αφηρημένες αρχές που αντλούνται από την εμπειρική πραγματικότητα, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις που έχουν γίνει κοινό κτήμα και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο είτε για την ανεύρεση με βάση αυτά της αληθινής έννοιας κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδίως όταν αυτός περιέχει αόριστες νομικές έννοιες, ήτοι για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών, είτε για την έμμεση απόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων ή στοιχείων που χρησιμοποιήθηκαν κατά το άρθρο 336 § 4 του ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 8/2005).

Όμως η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, κατά την έννοια της ως άνω διάταξης του εδαφίου β' του αριθμού 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ιδρύει τον προβλεπόμενο απ' αυτήν αναιρετικό λόγο, μόνον όταν το δικαστήριο της ουσίας εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας κατά την ερμηνεία κανόνος δικαίου για την ανεύρεση με βάση αυτά της αληθινής έννοιας αυτού, ιδίως όταν ο κανόνας δικαίου περιέχει νομικές έννοιες ή για την υπαγωγή ή όχι στον κανόνα αυτό των πραγματικών γεγονότων της διαφοράς.

Αντίθετα, όταν το δικαστήριο της ουσίας χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας για να διαγνώσει αν συντρέχουν ή όχι τα εκάστοτε αποδεικτέα περιστατικά ή για τη στήριξη της έμμεσης απόδειξης ή για την εξακρίβωση της ύπαρξης πραγματικών περιστατικών ή για να εκτιμήσει την αποδεικτική αξία των αποδεικτικών μέσων ή στοιχείων, δεν στοιχειοθετείται ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης, γιατί στις περιπτώσεις αυτές πρόκειται για εκτίμηση πραγμάτων, η οποία, σύμφωνα με το άρθρο 561 § 1 του ΚΠολΔ, είναι αναιρετικά ανέλεγκτη αλλά ούτε και λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αφού, όπως προκύπτει από τα άρθρα 336 § 4 και 339 του ΚΠολΔ, τα διδάγματα της κοινής πείρας δεν συμπεριλαμβάνονται στα αποδεικτικά μέσα (ΟλΑΠ 8/2005, ΑΠ 8/2025, ΑΠ 23/2025, ΑΠ 59/2025, ΑΠ 147/2025, ΑΠ 13/2024, ΑΠ 44/2024, ΑΠ 50/2024, ΑΠ 23/2023, ΑΠ 60/2022, ΑΠ 122/2022, ΑΠ 392/2022, ΑΠ 1373/2022).

Εξάλλου, για να είναι ορισμένος ο σχετικός λόγος αναίρεσης, πρέπει να προσδιορίζονται στο αναιρετήριο: α) τα επικαλούμενα διδάγματα της κοινής πείρας που δεν χρησιμοποιήθηκαν ή χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένα από το δικαστήριο της ουσίας, β) ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου για την ερμηνεία ή εφαρμογή του οποίου έγινε ή δεν έγινε εσφαλμένη χρήση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, γ) η φερόμενη ως εσφαλμένη έννοια που αποδόθηκε από το δικαστήριο της ουσίας στο συγκεκριμένο κανόνα δικαίου, όπως προκύπτει από τα διδάγματα της κοινής πείρας που το δικαστήριο εσφαλμένα εφάρμοσε ή δεν εφάρμοσε και δ) η προβαλλόμενη ως ορθή έννοια του ίδιου κανόνα δικαίου, η οποία προκύπτει από τα επικαλούμενα διδάγματα της κοινής πείρας που η απόφαση δεν χρησιμοποίησε ή χρησιμοποίησε εσφαλμένα.

Διαφορετικά, ο λόγος αναίρεσης είναι αόριστος και απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 147/2025, ΑΠ 13/2024, ΑΠ 415/2021). Στην περίπτωση δε που η προσβαλλόμενη απόφαση έκρινε επί της ουσίας, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε, οπότε πρέπει να παρατίθενται και οι σχετικές παραδοχές αυτής, όπου η επικαλούμενη ως άνω παράβαση (ΑΠ 617/2022, ΑΠ 816/2022).Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα, με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης, μέμφεται το Εφετείο ότι υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αριθ. 1 εδάφιο β' του ΚΠολΔ πλημμέλεια, διότι η προσβαλλόμενη απόφαση αν και αναφέρει (στη σελίδα 17) ότι μεταξύ των αποδεικτικών μέσων που έλαβε υπόψη της είναι και τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής που λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο, στη συνέχεια ουδόλως αναφέρει πως και γιατί τα έλαβε υπόψη της και ειδικότερα παραλείπει εντελώς να τα αναφέρει συγκεκριμένα και ως εκ τούτου δεν προκύπτει ο λόγος επίκλησής τους, αν δηλαδή αυτά αφορούν την ερμηνεία κάποιων κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή σε αυτούς των πραγματικών γεγονότων της επίδικης διαφοράς και επομένως η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση τα αναφέρει απλά χωρίς να αιτιολογεί ή να προσδιορίζει γιατί τα χρησιμοποιεί και παραλείπει ουσιαστικά να τα χρησιμοποιήσει για να ανεύρει με βάση αυτά την έννοια κάποιου κανόνα δικαίου ή να υπαγάγει ή όχι τα πραγματικά περιστατικά - γεγονότα της διαφοράς στον κανόνα αυτό.

Ο λόγος αυτός πρέπει πρωτίστως να απορριφθεί ως απαράδεκτος λόγω της αοριστίας του, διότι στο αναιρετήριο δεν εκτίθενται α) ποια διδάγματα της κοινής πείρας δεν χρησιμοποιήθηκαν ή χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένα από το Εφετείο, β) ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου για την ερμηνεία ή εφαρμογή του οποίου έγινε ή δεν έγινε εσφαλμένη χρήση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, γ) η φερόμενη ως εσφαλμένη έννοια που αποδόθηκε από το Εφετείο σε συγκεκριμένο κανόνα δικαίου, όπως προκύπτει από τα διδάγματα της κοινής πείρας που το δικαστήριο εσφαλμένα εφάρμοσε ή δεν εφάρμοσε και δ) η προβαλλόμενη ως ορθή έννοια του ίδιου κανόνα δικαίου, η οποία προκύπτει από τα επικαλούμενα διδάγματα της κοινής πείρας που η απόφαση δεν χρησιμοποίησε ή χρησιμοποίησε εσφαλμένα.

Σε κάθε περίπτωση, το Εφετείο επικαλέσθηκε τα διδάγματα της κοινής πείρας όχι για την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή για την υπαγωγή σε αυτούς πραγματικών γεγονότων που έχουν γίνει δεκτά, αλλά ευθέως για την απόδειξη κρίσιμων γεγονότων και για την εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού, όπως ρητά εξάλλου αναφέρεται στη σελίδα 17 της προσβαλλόμενης απόφασης ("...σε συνδυασμό και με τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής..."), το οποίο όμως δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (άρθρο 561 § 1 του ΚΠολΔ), σύμφωνα και με όσα έχουν εκτεθεί στην προηγηθείσα νομική σκέψη της παρούσας.IV.

Κατ' ακολουθίαν τούτων, μη υπάρχοντος άλλου αναιρετικού λόγου προς έρευνα, πρέπει η ένδικη αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί και να διαταχθεί, κατά την παράγραφο 3 του άρθρου 495 ΚΠολΔ η εισαγωγή του παραβόλου που καταβλήθηκε από την αναιρεσείουσα, στο Δημόσιο Ταμείο. Τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, η οποία κατέθεσε προτάσεις, θα επιβληθούν σε βάρος της αναιρεσείουσας, λόγω της ήττας της (άρθρα 176, 180, 183, 191 § 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣΑπορρίπτει την από 28-3-2023 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθ. 2904/2021 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.Επιβάλλει σε βάρος της αναιρεσείουσας τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 30 Απριλίου 2024.ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 25 Νοεμβρίου 2025.Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ταύτης αποχωρησάσης από την Υπηρεσία, ο αρχαιότερος της συνθέσεως Αρεοπαγίτης