Legislator Case Law & Legislation
1996/2022 AI generated

Supreme Court allows appeal against insurance contract cancellation due to vague legal reasoning and procedural defects.

Case Number 1996/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece allowed the appeal against the Second Instance Court's decision to reject an insurance claim. The appellants argued that the lower court violated substantive law by citing insufficient reasons regarding the insured's concealment of medical issues, creating legal uncertainty. The Court found the lower court's reasoning inadequate and procedurally flawed, necessitating a remand for further examination by a different panel.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(19) and 580(3) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may allow an appeal when the lower court's decision is based on vague or insufficient reasoning that prevents effective appellate review of substantive legal issues.

Keywords

AI generated
insurance contract cancellation concealment of medical facts insufficient reasoning appeal admissibility remand for retrial procedural defects substantive law violation

Cited Legislation

AI generated
Article 564(3) of the Code of Civil Procedure
Article 3(1) and (6) of Law 2496/1997
Article 559(19) of the Code of Civil Procedure
Article 580(3) of the Code of Civil Procedure
Article 495(3) of the Code of Civil Procedure
Articles 176 and 183 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1996 / 2022 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1996/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Παναγιώτη Βενιζελέα, Βρυσηίδα Θωμάτου και Χρυσούλα Πλατιά - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 26 Σεπτεμβρίου 2022, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Α. χήρας Α. Κ., κατοίκου ..., 2) Κ. Κ. του Α., κατοίκου ... και 3) Γ. Κ. του Α., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Μανώλη. Της αναιρεσιβλήτου: ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην Καλλιθέα Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Πολυξένη Μπαλτά, η οποία δήλωσε στο ακροατήριο ότι η επωνυμία της εταιρείας έχει τροποποιηθεί σε "..." και τον διακριτικό τίτλο "...".

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6-7-2009 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1400/2016 του ίδιου Δικαστηρίου και 3079/2018 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 22-9-2020 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

I. Με την κρινόμενη από 22.9.2020 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων, εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία, υπ' αριθ. 3079/2018 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, το οποίο δέχθηκε την έφεση της αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρίας κατά της υπ' αριθ. 1400/2016 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε γίνει δεκτή η από 6.7.2009 αγωγή των αναιρεσειόντων και είχε αναγνωρισθεί η ακυρότητα της από 9.6.2008 καταγγελίας από την αναιρεσίβλητη της ασφαλιστικής σύμβασης, με την οποία ο δικαιοπάροχος των αναιρεσειόντων, Α.

Κ., εντάχθηκε στο υπ' αριθ. ... ομαδικό ασφαλιστήριο ζωής δανειοληπτών στεγαστικών και καταναλωτικών δανείων της Τράπεζας Πειραιώς. Το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, αφού εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, κράτησε και δίκασε την ως άνω αγωγή, την οποία απέρριψε κατ' ουσίαν. Η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, που κατατέθηκε την 23.9.2020 στη Γραμματεία του Εφετείου Αθηνών, έχει ασκηθεί εμπρόθεσμα εντός της διετούς καταχρηστικής προθεσμία του άρθρου 564 παρ. 3 του ΚΠολΔ (όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του από το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015), δεδομένου ότι από την επομένη της δημοσίευσης της υπ' αριθ. 3079/21.6.2018 απόφασης του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου (21.6.2018) άρχισε να τρέχει η ως άνω διετής καταχρηστική προθεσμία, η οποία, χωρίς την προσωρινή αναστολή της λειτουργίας των δικαστηρίων της χώρας, θα έληγε την 21.6.2020, λόγω, όμως, της ως άνω αναστολής και του εξ αυτής μη υπολογισμού α) του χρονικού διαστήματος από 13.3.2020 έως 31.5.2020 (2 μήνες και 18 ημέρες) και β) του χρονικού διαστήματος των 30 ημερών, κατά το οποίο παρατείνεται η λήξη της προθεσμίας άσκησης των ενδίκων μέσων, και συνολικά χρονικού διαστήματος 3 μηνών και 18 ημερών, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 74 παρ. 1 εδ.

α' και γ' του Ν. 4690/2020 και 49 παρ. 1 και 2 του Ν. 4963/2022 (ΦΕΚ Α'/149/30.7.2022), δεν είχε συμπληρωθεί αυτή (διετής προθεσμία) κατά την άσκηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης ενώπιον του Εφετείου Αθηνών την 23.9.2022. Συνακόλουθα, η ως άνω αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε εμπρόθεσμα και νομότυπα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 και 144 ΚΠολΔ).

Είναι, συνεπώς, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

IΙ. Στις διατάξεις της παρ. 1 του άρθρου 3 του Ν. 2496/1997, "Ασφαλιστική σύμβαση, τροποποιήσεις της νομοθεσίας για την ιδιωτική ασφάλιση και άλλες διατάξεις", που αναφέρονται στις νόμιμες προσυμβατικές ανακοινώσεις, ορίζονται τα εξής: "Κατά τη σύναψη της σύμβασης, ο λήπτης της ασφάλισης υποχρεούται να δηλώσει στον ασφαλιστή κάθε στοιχείο ή περιστατικό που γνωρίζει, το οποίο είναι αντικειμενικά ουσιώδες για την εκτίμηση του κινδύνου, καθώς επίσης να απαντήσει σε κάθε σχετική ερώτηση του ασφαλιστή.

Στοιχεία και περιστατικά, για τα οποία ο ασφαλιστής έθεσε σαφείς γραπτές ερωτήσεις, τεκμαίρεται ότι είναι τα μόνα τα οποία επηρεάζουν την από μέρους του εκτίμηση και αποδοχή του κινδύνου. Εάν ο ασφαλιστής συνάψει τη σύμβαση με βάση γραπτές ερωτήσεις, δεν μπορεί να επικαλεστεί το γεγονός ότι: α) συγκεκριμένες ερωτήσεις έμειναν αναπάντητες, β) δεν ανακοινώθηκαν περιστάσεις που δεν αποτελούσαν αντικείμενα ερώτησης, γ) δόθηκε καταφανώς ελλιπής απάντηση σε γενική ερώτηση, εκτός αν ο αντισυμβαλλόμενος ενήργησε κατά τον τρόπο αυτό με πρόθεση να εξαπατήσει τον ασφαλιστή".

Εξάλλου, κατά την παρ. 6 του άρθρου 3 του ιδίου ως άνω νόμου, "Σε περίπτωση παράβασης από δόλο της υποχρέωσης που προβλέπεται στην παρ. 1 του άρθρου αυτού, ο ασφαλιστής έχει δικαίωμα να καταγγείλει τη σύμβαση μέσα σε προθεσμία ενός (1) μηνός από τότε που έλαβε γνώση της παράβασης. Αν η ασφαλιστική περίπτωση επέλθει εντός της παραπάνω προθεσμίας, ο ασφαλιστής απαλλάσσεται της υποχρέωσής του προς καταβολή του ασφαλίσματος.

Ο λήπτης της απόφασης υποχρεούται σε αποκατάσταση κάθε ζημίας του ασφαλιστή". Από τις ανωτέρω διατάξεις συνάγονται τα ακόλουθα: Κατά τη σύναψη της ασφαλιστικής σύμβασης μεταξύ του ασφαλιστή και του λήπτη της ασφάλισης, ο τελευταίος υποχρεούται να δηλώσει στον ασφαλιστή κάθε περιστατικό που γνωρίζει, το οποίο είναι αντικειμενικά ουσιώδες για την εκτίμηση του ασφαλιστικού κινδύνου, καθώς επίσης να απαντήσει σε κάθε σχετική ερώτηση του ασφαλιστή.

Ο ασφαλιστής έχει δικαίωμα να θέσει στο λήπτη της ασφάλισης συγκεκριμένες γραπτές ερωτήσεις, τις οποίες αυτός οφείλει να απαντήσει. Τα ζητήματα δε που ο ασφαλιστής έθεσε ως αντικείμενο των ερωτήσεών του τεκμαίρεται (νόμιμο τεκμήριο), ότι είναι τα μόνα που επηρεάζουν την από μέρους του εκτίμηση και αποδοχή του κινδύνου.

Δηλαδή αυτά και μόνον θεωρούνται εκ του νόμου ότι είναι στον κύκλο των ζητημάτων και οι επ` αυτών απαντήσεις-πληροφορίες του λήπτη μπορεί να συνιστούν -κατά περίπτωση- αντικειμενικά ουσιώδη στοιχεία για την εκτίμηση του κινδύνου. Σε περίπτωση παράβασης από το λήπτη της ως άνω υποχρέωσής του από δόλο, ο ασφαλιστής, λαμβάνοντας γνώση της παράβασης και σταθμίζοντας τα συμφέροντά του, έχει δικαίωμα είτε να εμμείνει στη σύμβαση, δηλώνοντας ενδεχομένως τούτο ρητά στο λήπτη, είτε να καταγγείλει τη σύμβαση προκαλώντας τη λύση της και έτσι να απαλλαγεί, αμέσως μετά τη συντέλεση της καταγγελίας, από την υποχρέωσή του για την καταβολή του ασφαλίσματος.

Ωστόσο, το εν λόγω δικαίωμα για καταγγελία υπόκειται σε αποσβεστική προθεσμία, αφού ο ασφαλιστής δικαιούται να προβεί στην καταγγελία μέσα σε προθεσμία ενός μηνός από τότε που έλαβε γνώση της παράβασης. Ευνόητο είναι ότι μετά την άπρακτη πάροδο αυτής της προθεσμίας ο ασφαλιστής τεκμαίρεται αμάχητα ότι εμμένει στη σύμβαση.

Τα δικαιώματα αυτά παρέχονται στον ασφαλιστή, ανεξαρτήτως της ύπαρξης αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της από δόλο μη δήλωσης και της επέλευσης του ασφαλισμένου κινδύνου, δηλαδή δεν έχει σημασία, αν η από δόλο μη ανακοίνωση ή καταφανώς ελλιπής απάντηση σε γραπτές ερωτήσεις του ασφαλιστή συνέχονται με τον ασφαλισμένο κίνδυνο, αφού η σύνδεση της ασφαλιστικής περίπτωσης με το συγκεκριμένο ασφαλιστικό βάρος, δεν ανάγεται σε προϋπόθεση για την απαλλαγή τού ασφαλιστή (ΑΠ 912/2020, ΑΠ 1047/2019, ΑΠ 529/2018, ΑΠ 13/2018).

Σε περίπτωση που η ασφαλιστική περίπτωση επέλθει πριν την εκ μέρους του ασφαλιστή γνώση της παράβασης, πρέπει, Κατ' αναλογική εφαρμογή των ως άνω διατάξεων (γιατί δεν προβλέπεται ρητώς), να γίνει δεκτό, ότι ο τελευταίος απαλλάσσεται, μάλιστα δε αμέσως μετά την επέλευση της ασφαλιστικής περίπτωσης, από την υποχρέωση του προς καταβολή του ασφαλίσματος (ΑΠ 912/2020, ΑΠ 1982/2017, ΑΠ 627/2016, ΑΠ 170/2015).

Βασική, όμως, προϋπόθεση είναι ότι το αποκρυβέν περιστατικό ή στοιχείο είναι αντικειμενικά ουσιώδες για την εκτίμηση του κινδύνου από τον ασφαλιστή, ασχέτως του αν επέδρασε ή όχι στην επέλευση της ασφαλιστικής περίπτωσης ή στην έκταση της ζημίας που προκλήθηκε. Επομένως, δεν δίνει στον ασφαλιστή το δικαίωμα καταγγελίας οποιαδήποτε απόκρυψη, αλλά μόνο εκείνου του γεγονότος που θα ήταν δυνατό να οδηγήσει σε μη κατάρτιση της σύμβασης ασφάλισης ή σε κατάρτισή της με διαφορετικούς όρους (ΑΠ 1047/2019, ΑΠ 529/2018, ΑΠ 170/2015, ΑΠ 1093/2010).

Το ουσιώδες δεν κρίνεται υποκειμενικά κατά τις αντιλήψεις του συγκεκριμένου ασφαλιστή, αλλά αντικειμενικά σύμφωνα με τις αρχές της ενδεδειγμένης ασφαλιστικής τεχνικής. Είναι δε ουσιώδες το περιστατικό αυτό, όταν συμβάλλει στην ορθή εκτίμηση του ασφαλιστικού κινδύνου, δηλαδή της δυνατότητας να επέλθει η οικονομική ανάγκη που καλύπτει η ασφάλιση, πράγμα το οποίο, στη συνέχεια, είναι αναγκαίο για τον καθορισμό ενός δίκαιου ασφαλίστρου ή για τον περιορισμό της ζημίας (ΑΠ 529/2018, ΑΠ 1759/2017, ΑΠ 627/2016).

Αν ο ασφαλιστής, όπως έχει δικαίωμα, επιλέξει να υποβάλει στον αιτούντα την ασφάλιση συγκεκριμένες γραπτές ερωτήσεις σχετικά με τον υπό ανάληψη κίνδυνο, δεν μπορεί να επικαλεστεί παραβίαση ουσιωδών περαστικών του κινδύνου εκ μέρους του λήπτη της ασφάλισης, αν πρόκειται για περιστατικό που δεν περιέχεται στο ερωτηματολόγιο.

Το νόημα του καθιερούμενου, στην περίπτωση αυτή, νόμιμου τεκμηρίου είναι ότι περιορίζει το εύρος των κρίσιμων περιστατικών στα όρια ακριβώς του ερωτηματολογίου. Ωστόσο, αν το αποκρυβέν περιστατικό είναι μέσα στα όρια αυτά, δεν σημαίνει ότι χωρίς άλλο είναι και αντικειμενικά ουσιώδες κατά την ανωτέρω έννοια.

Ο επικαλούμενος την απόκρυψη ασφαλιστής οφείλει να αποδείξει και τα δύο: Και ότι για το περιστατικό υποβλήθηκε ερώτηση και ότι το αποκρυβέν είναι αντικειμενικά ουσιώδες (ΑΠ 1047/2019, ΑΠ 529/2018). Τέλος, απαιτείται δόλος του λήπτη της ασφάλισης (ασφαλισμένου), δηλαδή γνώση για το αποκρυβέν γεγονός και θέληση να το αποκρύψει, γιατί ο νόμος θεωρεί δεδομένη την έννοια του δόλου από τη γενική θεωρία του αστικού δικαίου.

Στο πεδίο του τελευταίου ο δόλος, ως μορφή πταίσματος, προβλέπεται στη διάταξη 330 ΑΚ, με την οποία ορίζεται "Ο οφειλέτης ενέχεται, αν δεν ορίσθηκε κάτι άλλο, για κάθε αθέτηση της υποχρέωσής του από δόλο ή αμέλεια, δική του ή των νόμιμων αντιπροσώπων του. Αμέλεια υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές".

Η έννοια του δόλου, όπως γίνεται δεκτή στο πεδίο του αστικού δικαίου, συμπίπτει με εκείνη του άρθρου 27 παρ. 1 του ΠΚ (ΑΠ 529/2018, ΑΠ 1101/2010). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 18/2008, ΟλΑΠ 15/2006).

Τέλος, ο δόλος, όπως η έννοιά του αναλύθηκε ανωτέρω, συνιστά αόριστη νομική έννοια και, συνεπώς, η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας ελέγχεται αναιρετικά (559 αριθ. 1 ΚΠολΔ) για την κρίση της περί του αν τα γενόμενα ανέλεγκτα δεκτά από αυτό περιστατικά υπάγονται ή όχι στη νομική έννοια του δόλου (ΑΠ 153/2017, ΑΠ 1299/2015), ενώ αν η απόφαση περιέχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες αναφορικά με τη ύπαρξη του δόλου, η παραβίαση ελέγχεται μέσω του λόγου του αριθμού 19 του ίδιου άρθρου (ΑΠ 529/2018).

ΙΙΙ. Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Με το υπ' αριθμ. ... συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Ευγενίας Βασιλείου Κοντακίδου, που έχει νόμιμα μεταγραφεί, η πρώτη των εναγόντων και ο σύζυγος της Α.

Κ. αγόρασαν, κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου ο καθένας, 1) Την με αριθμ. … αποθήκη επιφάνειας 8,21 τ.μ. και 2) Το με στοιχεία Γ1 διαμέρισμα επιφάνειας 34,86 που βρίσκονται στην … στη θέση "..." επί της οδού .... Για την αποπληρωμή του τιμήματος και τη βελτίωση των ακινήτων οι παραπάνω αγοραστές έλαβαν από την ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ στεγαστικό και επισκευαστικό δάνειο ύψους 74.889,43 και 20.000 ευρώ αντίστοιχα, δυνάμει των με αριθμ. ...

και ... συμβάσεων που υπέγραψαν την 27-7-2006 με την τελευταία. Καθ' υπόδειξη της πιστώτριας τράπεζας, ο Α. Κ. υπέβαλε προς την εταιρία με την επωνυμία "...", στη θέση της οποίας έχει υπεισέλθει η εναγομένη εταιρία με την επωνυμία "...", που πλέον ονομάζεται "ΝΝ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΖΩΗΣ" (ήδη αναιρεσίβλητη), τις από 28-7-2006 αιτήσεις του για σύναψη ασφάλισης ζωής και μόνιμης ολικής ανικανότητας από ατύχημα ή ασθένεια, προς εξασφάλιση των ανωτέρω δανείων.

Η εναγομένη αποδέχτηκε την άνω πρόταση του και έτσι καταρτίστηκε μεταξύ τους σύμβαση ασφάλισης με βάση την οποία ο Α. Κ. εντάχθηκε στο με αριθμ. ... ομαδικό ασφαλιστήριο συμβόλαιο ζωής δανειοληπτών στεγαστικών και καταναλωτικών δανείων της Τράπεζας Πειραιώς. Με τη σύμβαση αυτή η εναγόμενη ανέλαβε την υποχρέωση, σε περίπτωση θανάτου ή μόνιμης ολικής ανικανότητας του λήπτη της ασφάλισης Α.

Κ., να καταβάλει το ανεξόφλητο υπόλοιπο του αρχικού ποσού του στεγαστικού δανείου, όπως αυτό δηλώνεται από την ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ, ορίζεται από την δανειακή σύμβαση και προκύπτει από το κανονικό χωρίς καθυστερήσεις πληρωμών σχέδιο απόσβεσης, κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο δεύτερο μέρος της σύμβασης ασφάλισης.

Στις 19-2-2008 ο λήπτης της ασφάλισης απεβίωσε συνεπεία μικροκυτταρικού καρκίνου του πνεύμονα. Οι ενάγοντες, που είναι μοναδικοί εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του θανόντος κατά ποσοστά 2/8, 3/8 και 3/8 εξ αδιαιρέτου, αντίστοιχα, υπεισήλθαν αυτοδικαίως στα δικαιώματα του από την ένδικη σύμβαση ασφάλισης. Την 7-5-2008 η ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ με επιστολή της προς την εναγόμενη ενημέρωσε αυτή για την επέλευση της ασφαλιστικής περίπτωσης και ζήτησε την καταβολή της ασφαλιστικής αποζημίωσης.

Κατά το χρόνο θανάτου του λήπτη, το υπόλοιπο κεφάλαιο των με αριθμ. .../27-7-2006 και με αριθμ. ... συμβάσεων ανερχόταν στο ποσό των 71.291,71 και 19.475,77 ευρώ αντίστοιχα. Η εναγόμενη στις 8-5-2008 έλαβε γνώση των προβλημάτων υγείας του ασφαλισμένου και από το βιβλιάριο υγείας του και με την από 9-6-2008 εξώδικη δήλωση, η οποία κοινοποιήθηκε τόσο στην δανείστρια ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ και όσο και στους ενάγοντες στις 10-6-2008, κατήγγειλε την παραπάνω ασφαλιστική σύμβαση, με την οποία ο Α.

Κ. εντάχθηκε στο με αριθμ. ... ομαδικό ασφαλιστήριο ζωής δανειοληπτών στεγαστικών και καταναλωτικών δανείων, διότι ο τελευταίος κατά την?υποβολή της αίτησης ασφάλισης, δεν δήλωσε εκ δόλου στο σχετικό ερωτηματολόγιο υγείας γνωστά σε αυτόν περιστατικά για τα οποία σύμφωνα με τις εγγραφές του βιβλιαρίου υγείας του, είχε ακολουθήσει ιατρική θεραπεία και τα οποία ήταν αντικειμενικά ουσιώδη για την εκτίμηση του κινδύνου.

Ο Α. Κ. κατά το χρόνο της συνάψεως της σύμβασης ασφάλισης ήταν 55 ετών. Κατά την υποβολή της πιο πάνω αναφερόμενης από 20-7-2006 αίτησης ασφάλισης, απαντώντας στην ερώτηση αν βρίσκεται σε καλή κατάσταση υγείας κατά την διάρκεια των τελευταίων πέντε ετών, απάντησε θετικά, ενώ στην ερώτηση αν υποφέρει από κάποια πάθηση ή αν λαμβάνει κάποια θεραπευτική αγωγή απάντησε αρνητικά.

Από τα προσκομιζόμενα μετ' επικλήσεως από τους διαδίκους έγγραφα αποδείχθηκε ότι ο αποβιώσας στις 13-3-2003 παρουσίασε εξιδρωματική κυνάγχη και την 5-1-2004 παραρρινοκολπίτιδα για την αντιμετώπιση του οποίων του χορηγήθηκε φαρμακευτική αγωγή. Περαιτέρω την 27-4-2006 παρουσίασε αυξημένη χοληστερίνη, η οποία όμως ανερχόταν στα ανώτατα φυσιολογικά επίπεδα και για τον λόγο αυτό δεν θεωρήθηκε σκόπιμο να χορηγηθεί φαρμακευτική αγωγή αλλά συνεστήθη δίαιτα.

Από 24-10-2006 έως 20-6-2007 εμφάνισε υπέρταση και έλαβε αντιυπερτασική αγωγή. Επίσης στις 30-9-2005 και 1-11-2005 του χορηγήθηκε φαρμακευτική αγωγή λόγω εμφάνισης βρογχοσπασμών, όπως προκύπτει από την με ημερομηνία 14-9-2011 ιατρική γνωμάτευση του ιατρού Δ. Τ. του ΙΚΑ Κεραμεικού. Πέραν όμως τούτων, από τον έλεγχο του ασφαλιστικού του βιβλιαρίου, του οποίου έλαβε γνώση η εναγόμενη, αποδείχθηκε ότι ο ως άνω ασφαλισμένος στις 10-9-2001 παρουσίασε αυξημένες τιμές χοληστερόλης και τριγλυκεριδίων (239 και 236 αντίστοιχα) και αυξημένες τιμές (παθολογικές κρεατινίνης και σακχάρου αίματος (1,41 και 115 αντίστοιχα), στις 29-9-2005 αυξημένη τιμή χοληστερόλης (218), στις 13-3-2003 έλαβε αγωγή με Mucosolvan, Atrovent και στις 5-1-2004 αγωγή με Chaledyl elixir.

Στις 30-9-2005 παρατηρήθηκαν "μη μουσικοί και μουσικοί ρόγχοι άμφω" και έλαβε Seretide, ενώ στις 30-9-2005 υποβλήθηκε σε ηλεκτροκαρδιογράφημα με παθολογικό αποτέλεσμα. Στις 1-11-2005 έλαβε αγωγή με Fromotil και Atrovent, ενώ στις 27-4-2006 έγινε επανέλεγχος με παθολογική τιμή χοληστερόλης (240). Οι εγγραφές συνεχίστηκαν και μετά την ασφάλιση:

Στις 24-10-2006, 31-1-2007, 20-6-2007, 16-10-2007 έλαβε ανπυπερτασική αγωγή με Nolvac και Seretide. Από το σύνολο των ως άνω εγγραφών αποδείχθηκε ότι ο ασφαλισμένος έπασχε από υπέρταση, υπερλιπιδαιμία αλλά και χρόνια αποφρακτική πνευμονοπάθεια (ΧΑΠ) υπό φαρμακευτική αγωγή, η οποία μάλιστα σχετίζεται με την αιτία θανάτου του, όπως κατέθεσε ενόρκως ο ιατρός καρδιολόγος Ν.

Α., ο οποίος κατ' εντολή της εναγόμενης, μελέτησε, τον ιατρικό φάκελο του ασφαλισμένου, η οποία χρόνια αποφρακτική πνευμονοπάθεια (ΧΑΠ), όπως και οι άλλες ασθένειες, που προεκτέθηκαν, όπως κατέθεσε, δεν είναι ιάσιμες... Πρέπει, να σημειωθεί ότι ο ασφαλισμένος ήταν μανιώδης καπνιστής επί σειράν ετών, αφού κάπνιζε 40 τσιγάρα/ημέρα επί 40 έτη, στοιχείο που κατά τη διεθνή βιβλιογραφία, αποτελεί την κύρια αιτία για την εμφάνιση της χρόνιας αποφρακτικής πνευμονοπάθειας, νόσου, που έως το έτος 2020 θα αποτελεί την τρίτη αιτία θανάτου.

Την 6-4-2007, περίπου ένα χρόνο μετά την σύναψη της ασφαλιστικής σύμβασης, ο Α. Κ. διαγνώσθηκε με χρόνια αποφρακτική πνευμονοπάθεια λόγω του γεγονότος ότι ήταν καπνιστής. Την 16-5-2007 εισήχθη στο ΓΝ Νοσημάτων Θώρακος Αθηνών "Η ΣΩΤΗΡΙΑ", με δύσπνοια και κοιλιακό άλγος με δεξιά θωρακαλγία και μη παραγωγικό βήχα.

Διαγνώσθηκε, ότι έπασχε από εκτεταμένο καρκίνωμα στους πνεύμονες ανεγχείρητο μικροκυτταρικού τύπου δεξιού κάτω λοβού. Υποβλήθηκε σε χημειοθεραπείες και παρακολουθείτο από την παραπάνω κλινική μέχρι την ημέρα του θανάτου του την 19-2-2008. Δεν αποδείχθηκε ότι οι προϋπάρχουσες παθήσεις συνδέονταν αιτιωδώς ούτε ήταν κρίσιμες για την επέλευση του θανάτου του.

Όμως, η παράλειψη δήλωσης των προβλημάτων της υπέρτασης, των βρογχοσπασμών και της χρόνιας αποφρακτικής πνευμονοπάθειας ήταν δόλια και δεν οφειλόταν στο γεγονός ότι δεν θεώρησε ο ασφαλισμένος τούτο σημαντικό, ούτε με τη θεραπευτική αγωγή που είχε λάβει κατά το προεκτεθέν χρονικό διάστημα η πίεσή του είχε επανέλθει σε φυσιολογικά επίπεδα, ούτε αντιμετωπίσθηκαν οι βρογχοσπασμοί, όπως εσφαλμένα δέχθηκε η εκκαλουμένη...

Έτσι, η κρίση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου ότι ο θανών δεν απέκρυψε δόλια τα ανωτέρω προβλήματα της υπέρτασης, των βρογχοσπασμών αλλά και της ΧΑΠ, επειδή θεωρούσε ότι έχει θεραπευθεί με βάση τα όσα κατέθεσε ο μάρτυρας απόδειξης, κρίνεται εσφαλμένη... Αποδεικνύεται όθεν ότι τα προεκτεθέντα περιστατικά, που εκ δόλου απέκρυψε ο Α.

Κ.ς γιατί σαφώς τα εγνώριζε, όπως και οι οικείοι του, ήταν αντικειμενικά ουσιώδη για την εκτίμηση του ασφαλιστικού κινδύνου σύμφωνα με τις αρχές της ενδεδειγμένης ασφαλιστικής τεχνικής, αφού αν εδηλώνονταν, μετά βεβαιότητος θα συνέβαλαν στην ορθή εκτίμηση του ασφαλιστικού κινδύνου, δηλαδή της δυνατότητας να επέλθει η οικονομική ανάγκη που καλύπτει η ασφάλιση, πράγμα το οποίο, στη συνέχεια, είναι αναγκαίο για τον καθορισμό ενός δίκαιου ασφαλίστρου ή για τον περιορισμό της ζημίας ή την ανάληψη του ασφαλιστικού κινδύνου, τον οποίο δεν θα ανελάμβανε να καλύψει η εναγομένη,...

Η παράλειψη αυτή με τις προεκτεθείσες συνέπειες, έχει ως αποτέλεσμα την βασιμότητα της προεκτεθείσης ενστάσεως της εναγομένης, η οποία βάσιμα κατήγγειλε τη σύμβαση ασφαλίσεως και απαλλάσσεται της υποχρεώσεώς της προς καταβολή του ασφαλίσματος". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο δέχθηκε την έφεση της αναιρεσίβλητης και, στη συνέχεια, αφού εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και δίκασε την υπόθεση, απέρριψε κατ' ουσίαν την από 6.7.2009 αγωγή των αναιρεσειόντων, κρίνοντας, κατά παραδοχή του εκ του άρθρου 3 παρ. 1 και 6 του Ν. 2496/1997 ισχυρισμού της αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρίας, ότι η τελευταία βασίμως κατήγγειλε την σύμβαση ασφάλισης και απαλλάχθηκε της υποχρέωσής της προς καταβολή του ασφαλίσματος, γιατί ο ασφαλισμένος Α.

Κ., την 20.7.2006, παρέλειψε από δόλο να δηλώσει σ' αυτήν τις παθήσεις της υπέρτασης, των βρογχοσπασμών και της χρόνιας αποφρακτικής πνευμονοπάθειας, από τις οποίες έπασχε, παραβαίνοντας έτσι την σχετική υποχρέωσή του εκ του άρθρου 3 παρ. 1 του Ν. 2496/1997.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο, στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του από νόμιμη βάση, καθόσον διέλαβε ασαφείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς το κρίσιμο ζήτημα της από δόλο παράλειψης του ως άνω ασφαλισμένου να δηλώσει, την 20.7.2006, τα γνωστά σ' αυτόν περιστατικά της κατάστασης της υγείας του (ήτοι τα προβλήματα της υπέρτασης, των βρογχοσπασμών και της χρόνιας αποφρακτικής πνευμονοπάθειας), οι οποίες καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 3 παρ. 1 και 6 του Ν. 2496/1997 και 330 εδ.

α' του ΑΚ, τις οποίες έτσι παραβίασε εκ πλαγίου. Ειδικότερα, το Εφετείο δεν εξειδικεύει τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν το δόλο του Α. Κ. κατά τον ανωτέρω κρίσιμο χρόνο (20.7.2006) υποβολής της αίτησης ασφάλισης και συγκεκριμένα: α) ενώ αρχικώς δέχεται ότι ο ως άνω ασφαλισμένος "Από 24-10-2006 έως 20-6-2007 εμφάνισε υπέρταση και έλαβε αντιυπερτασική αγωγή...", στη συνέχεια καταλογίζει, ως δόλια συμπεριφορά του τελευταίου, την παράλειψή του να δηλώσει το πρόβλημα της υπέρτασης στην (προγενέστερη) από 20.7.2006 έγγραφη δήλωσή του προς την αναιρεσίβλητη, με αποτέλεσμα να προκαλείται ασάφεια, αν η πάθηση αυτή υπήρχε κατά τον ανωτέρω κρίσιμο χρόνο της δήλωσης του ασφαλισμένου, β) ενώ παραθέτει τα αποτελέσματα εξετάσεων, στις οποίες υποβλήθηκε ο Α.

Κ., και τη χορηγηθείσα σ' αυτόν, κάθε φορά, αντίστοιχη φαρμακευτική αγωγή κατά τους αναφερόμενους στην απόφαση χρόνους, αναγόμενους πριν αλλά και μετά την υποβολή της επίμαχης αίτησης, όπως τα σχετικά περιστατικά προέκυψαν, κυρίως, από αντίστοιχες εγγραφές του βιβλιαρίου υγείας του, δεχόμενο ότι "από το σύνολο των ως άνω εγγραφών αποδείχθηκε ότι ο ασφαλισμένος έπασχε από υπέρταση, υπερλιπιδαιμία αλλά και χρόνια αποφρακτική πνευμονοπάθεια (ΧΑΠ) υπό φαρμακευτική αγωγή, η οποία μάλιστα σχετίζεται με την αιτία θανάτου του", στη συνέχεια διαλαμβάνει έτερη παραδοχή, σύμφωνα με την οποία "Την 6-4-2007, περίπου ένα χρόνο μετά την σύναψη της ασφαλιστικής σύμβασης, ο Α.

Κ. διαγνώσθηκε με χρόνια αποφρακτική πνευμονοπάθεια...", καταλογίζοντας έτσι, ως δόλια συμπεριφορά του τελευταίου, και την παράλειψή του να δηλώσει στην από 20.7.2006 έγγραφη δήλωσή του προς την αναιρεσίβλητη (πέραν της υπέρτασης και της υπερλιπιδαιμίας) και το πρόβλημα της χρόνιας αποφρακτικής πνευμονοπάθειας, με αποτέλεσμα να προκαλείται ασάφεια, σχετικά με το τι τελικώς δέχεται το δικαστήριο ως προς την τελευταία αυτή πάθηση, δηλαδή αν αυτή προϋπήρχε της ως άνω επίμαχης δήλωσης ή διαγνώστηκε το πρώτον μετά την υποβολή αυτής στις 20-7-2006.

Η ασάφεια δε αυτή επιτείνεται ενόψει και των λοιπών παραδοχών της προσβαλλόμενης απόφασης ότι η ληφθείσα από τον ως άνω ασφαλισμένο φαρμακευτική αγωγή κατά το χρονικό διάστημα της τελευταίας πενταετίας πριν την κατάρτιση της ασφαλιστικής σύμβασης, ήτοι στις 13.3.2003, 5.1.2004, 30.9.2005 και 1.11.2005, δεν αφορούσε την πάθηση της χρόνιας αποφρακτικής πνευμονοπάθειας, αλλά χορηγήθηκε για άλλες αιτίες (ήτοι για "εξιδρωματική κυνάγχη" στην πρώτη περίπτωση, για "παραρρινοκολπίτιδα" στη δεύτερη περίπτωση και για "βρογχοσπασμούς" στις λοιπές δύο περιπτώσεις) και γ) δεν διαλαμβάνει επαρκείς αιτιολογίες αναφορικά με την ύπαρξη δόλου του ασφαλισμένου ως προς την παράλειψή του, την 20.7.2006, να αναφέρει το πρόβλημα των "βρογχοσπασμών", ενόψει και της παραδοχής της προσβαλλόμενης απόφασης ότι, κατά το χρονικό διάστημα της τελευταίας πενταετίας πριν την κατάρτιση της ασφαλιστικής σύμβασης, μόνο δύο φορές και συγκεκριμένα στις 30.9.2005 και 1.11.2005 ελήφθη από τον ασφαλισμένο φαρμακευτική αγωγή για "βρογχοσπασμούς", χωρίς η αγωγή αυτή να συνεχίζεται και κατά τον κρίσιμο χρόνο της 20.7.2006, με αποτέλεσμα να προκαλείται ασάφεια, αν το πρόβλημα αυτό υπήρχε κατά τον ως άνω χρόνο ή αν είχε αντιμετωπισθεί με την λήψη φαρμακευτικής αγωγής.

Επιπροσθέτως, η προσβαλλόμενη απόφαση παραβίασε εκ πλαγίου τις ανωτέρω διατάξεις του άρθρου 3 παρ. 1 και 6 του Ν. 2496/1997, καθόσον διέλαβε ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς το κρίσιμο ζήτημα του εάν και κατά πόσο το πρόβλημα των "βρογχοσπασμών", που δεν δηλώθηκε από τον ασφαλισμένο, ήταν, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο των ερωτήσεων που ετέθησαν στον τελευταίο, αντικειμενικά ουσιώδες για την εκτίμηση του ασφαλιστικού κινδύνου από τον ασφαλιστή, αφού, κατά τα εκτιθέμενα στη μείζονα πρόταση της παρούσας, ο νόμος (και επί ερωτηματολογίου) δεν δίνει στον ασφαλιστή το δικαίωμα καταγγελίας για οποιαδήποτε απόκρυψη, αλλά μόνο για απόκρυψη εκείνου του γεγονότος που θα ήταν δυνατό να οδηγήσει, όχι υποκειμενικά αλλά αντικειμενικά σύμφωνα με τις αρχές της ενδεδειγμένης ασφαλιστικής τεχνικής, σε μη κατάρτιση της σύμβασης ασφάλισης ή σε κατάρτισή της με διαφορετικούς όρους.

Έτσι, εξαιτίας όλων των ανωτέρω ασαφειών και ελλείψεων καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος σχετικά με το αν προκύπτουν τα πραγματικά περιστατικά που είναι κατά νόμο αναγκαία για την στοιχειοθέτηση των ως άνω διατάξεων του ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκαν για τα ανωτέρω κρίσιμα ζητήματα, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Επομένως, ο πρώτος (κατά το πρώτο και το τρίτο σκέλος του), από τον αρ. 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια της εκ πλαγίου παραβίασης, με ασαφείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες, των προαναφερομένων κανόνων ουσιαστικού δικαίου, είναι βάσιμος.

ΙV. Κατ' ακολουθίαν τούτων, παρελκούσης της έρευνας των λοιπών λόγων, οι οποίοι καλύπτονται από την αναιρετική εμβέλεια του ως άνω κριθέντος ως βασίμου, πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση. Στη συνέχεια δε, πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο που δίκασε, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ). Επίσης, πρέπει να διαταχθεί, κατά την παρ. 3 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, η απόδοση στους αναιρεσείοντες του καταβληθέντος από αυτούς, για το παραδεκτό της αίτησης, παραβόλου. Τέλος, τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων πρέπει να επιβληθούν σε βάρος της αναιρεσίβλητης λόγω της ήττας της (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθ. 3079/2018 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, το οποίο θα συγκροτηθεί, όμως, από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση. Διατάσσει την απόδοση στους αναιρεσείοντες του καταβληθέντος από αυτούς παραβόλου.

Επιβάλλει στην αναιρεσίβλητη τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες (2.000) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Νοεμβρίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 30 Νοεμβρίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ