1996/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Καλαματιανό, Ειρήνη Καλού, Σοφία Ντάντου και Χρήστο Βρυνιώτη, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1996/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ειρήνη Καλού διάβασε την από 4-8-2017 έκθεση της κωλυομένης να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου αυτού Αρεοπαγίτου Αλεξάνδρας Κακκαβά, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη όλων των λόγων της από 23-6- 2014 αιτήσεως του αναιρεσείοντος για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 64/2013 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδος.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1996 / 2017 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1996/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Καλαματιανό, Ειρήνη Καλού, Σοφία Ντάντου και Χρήστο Βρυνιώτη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημα του, στις 22 Σεπτεμβρίου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ΝΠΙΔ με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αργυρώ Γρατσία - Πλατή με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Του αναιρεσιβλήτου: Κ. Π. του Η., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χριστόφορο Σαράκη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6-2-2006 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αγρινίου και συνεκδικάστηκε με την από 4-4-2006 παρεμπίπτουσα αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 45/2007 μη οριστική και 135/2012 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 64/2013 του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδος.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 23-6-2014 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ειρήνη Καλού διάβασε την από 4-8-2017 έκθεση της κωλυομένης να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου αυτού Αρεοπαγίτου Αλεξάνδρας Κακκαβά, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη όλων των λόγων της από 23-6- 2014 αιτήσεως του αναιρεσείοντος για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 64/2013 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδος.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη από 23-6-2014 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η υπ’ αριθμ. 64/2013 οριστική απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδος, το οποίο συνεκδίκασε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο και τη σύμβαση ασφαλίσεως αυτού (άρθρο 681Α ΚΠολΔ) την από 23-7-2012 έφεση του αναιρεσείοντος - εναγομένου - ενάγοντος Ν.Π.Ι.Δ "Επικουρικό Κεφάλαιο Ασφάλισης Ευθύνης από Ατυχήματα Αυτοκινήτων" και την ασκηθείσα με τις προτάσεις αντέφεση του αναιρεσιβλήτου - ενάγοντος κατά της υπ’ αριθμ. 135/2012 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αγρινίου, με την οποία είχαν γίνει δεκτές εν μέρει οι συνεκδικασθείσες ενώπιον του εν λόγω δικαστηρίου, α) από 6-2-2006 (αριθμ.
καταθ. …2006) αγωγή αποζημίωσης και χρηματικής ικανοποίησης του αναιρεσιβλήτου, κατά του Ν. Ρ., ο οποίος δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη και του αναιρεσείοντος προς αποκατάσταση της υλικής ζημίας και της ηθικής βλάβης, αντίστοιχα, που υπέστη εξ αιτίας του τραυματισμού του κατά το αναφερόμενο σ’ αυτή αυτοκινητικό ατύχημα και β) από 4-4-2006 (αριθμ.
καταθ. …2006) παρεμπίπτουσα αγωγή του αναιρεσείοντος κατά του Ν. Ρ.. Το εκδόν την προσβαλλόμενη κατά τα άνω απόφαση, απέρριψε την αντέφεση και δέχθηκε την έφεση του αναιρεσείοντος - εναγομένου και ακολούθως αφού εξαφάνισε μόνο ως προς το εκκαλούν - εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον την εκκαλουμένη απόφαση, δέχτηκε εν μέρει την κύρια αγωγή ως προς αυτό, καταδικάζοντας το εναγόμενο με την αγωγή αυτή και ήδη αναιρεσείον και αναγνωρίζοντας την υποχρέωση του ίδιου εναγομένου αναιρεσείοντος να καταβάλει στον ενάγοντα και ήδη αναιρεσίβλητο τα αναφερόμενα σ’ αυτή ποσά.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 του Ν.489/76 "Η ασφάλιση πρέπει να καλύπτει την αστική ευθύνη του κυρίου, του κατόχου και κάθε οδηγού ή προστηθέντος για την οδήγηση ή υπεύθυνου του ασφαλισμένου αυτοκινήτου. Εξαιρείται η αστική ευθύνη των προσώπων που προκάλεσαν το ατύχημα εκ προθέσεως". Από τη διάταξη αυτή και ιδιαίτερα το τελευταίο εδάφιο, προκύπτει, ότι σε περίπτωση που η ζημία από αυτοκίνητο προκλήθηκε από πρόθεση, η αστική ευθύνη του υπαιτίου δεν καλύπτεται ασφαλιστικώς και συνεπώς, αν δράστης του ατυχήματος είναι ο κύριος ή ο κάτοχος του ζημιογόνου αυτοκινήτου, η εταιρεία στην οποία έχει τούτο ασφαλιστεί δεν ευθύνεται προς αποζημίωση.
Και τούτο διότι, κατά τη θέληση του νομοθέτη, που διατυπώθηκε σαφώς στην παραπάνω διάταξη, η ασφαλιστική κάλυψη αφορά την αποκατάσταση των ζημιών τρίτων που προκλήθηκαν από αμέλεια, έστω και βαρεία, του υπαιτίου, όχι δε και εκείνου ο οποίος χρησιμοποιεί το αυτοκίνητο του ως μέσο τελέσεως αδικήματος. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 19 παρ. 1 του ν. 489/76 "Το Επικουρικό Κεφάλαιο είναι υποχρεωμένο να καταβάλει στο πρόσωπο που ζημιώθηκε την κατά την παράγραφο 2 του άρθρου αυτού αποζημίωση λόγω θανατώσεως ή σωματικών βλαβών ή υλικών ζημιών από αυτοκινητικό ατύχημα όταν..., γ) το ατύχημα προήλθε από αυτοκίνητο οδηγούμενο από πρόσωπο που προκάλεσε από πρόθεση το ατύχημα".
Από το συνδυασμό όλων των παραπάνω διατάξεων προκύπτει ότι σε περίπτωση προκλήσεως ζημίας σε τρίτο πρόσωπο από αυτοκίνητο με πρόθεση του οδηγού, αν δράστης του ατυχήματος είναι ο κύριος ή ο κάτοχος του ζημιογόνου αυτοκινήτου, ο τρίτος που υπέστη ζημία, στην περίπτωση αυτή, δεν έχει υπεύθυνο, έναντι αυτού τον ασφαλιστή ώστε να του καλύψει την ευθύνη του οδηγού, αλλά το Επικουρικό Κεφάλαιο, το οποίο ευθύνεται κατά τη διάταξη του άρθρου 19 παρ. 1 εδ.
γ’ του Ν. 489/1976 για τη ζημία που προκαλεί στον |\γ )τρίτο με πρόθεση οδηγός αυτοκινήτου, έχει δε τη δυνατότητα να επιδιώξει την ικανοποίησή του, στρεφόμενος είτε ατομικώς κατά του υπαιτίου οδηγού, είτε κατά του Επικουρικού Κεφαλαίου, που ευθύνεται κατά τη διάταξη του άρθρου 19 παρ. 1 εδ. γ’ του Ν. 489/1976 (ΑΠ 773/1990).
Συνέπεια τούτων είναι ότι, την ένσταση που απορρέει από την πιο πάνω διάταξη, μπορεί ο ασφαλιστής, ως εναγόμενος, να την προτείνει και κατά του τρίτου που υπέστη ζημία, ο οποίος, όπως προαναφέρθηκε έχει τη δυνατότητα να επιδιώξει την ικανοποίηση του, στρεφόμενος είτε ατομικώς κατά του υπαιτίου οδηγού, είτε κατά του Επικουρικού Κεφαλαίου, που ευθύνεται κατά τη διάταξη του άρθρου 19 παρ. 1 εδ.
γ’ του Ν. 489/1976 (ΑΠ 773/1990). Σε περίπτωση, κατά την οποία, τα πρόσωπα του οδηγού και του κατόχου-κυρίου του ζημιογόνου αυτοκινήτου είναι διαφορετικά, για την εκ προθέσεως ζημία που προκαλεί στον τρίτο ο οδηγός, υπάρχει ευθύνη του Επικουρικού Κεφαλαίου, όμως για την ίδια ζημία υπάρχει παράλληλα ευθύνη του ασφαλιστή όχι για την πράξη του οδηγού, αλλά για τη συνήθως ποσοτικά περιορισμένη ευθύνη του κυρίου του αυτοκινήτου, εφόσον αυτός δεν θεωρηθεί κάτοχος, ενώ αν είναι και κάτοχος υπάρχει πλήρης και όχι περιορισμένη ευθύνη την οποία καλύπτει ο ασφαλιστής.
Αντιθέτως, το Επικουρικό Κεφάλαιο ευθύνεται αποκλειστικά, και όχι παράλληλα με την ασφαλίζουσα το ζημιογόνο όχημα ασφαλιστική εταιρία, στην περίπτωση κατά την οποία ο οδηγός που προκαλεί με πρόθεση το ατύχημα είναι συγχρόνως και κύριος και κάτοχος του ζημιογόνου αυτοκινήτου. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρ. 559 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006 και Ολ.ΑΠ 4/2005).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ’ αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.
ΑΠ 1/1999). Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Περαιτέρω, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ. ΑΠ 861/1984). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 1547/1997).
Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος.
Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.
Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης κατά το δεύτερο μέρος του, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι με το να δεχθεί το Εφετείο ότι το Επικουρικό Κεφάλαιο ευθύνεται έναντι του ενάγοντος, επιπροσθέτως και κατά τη διάταξη του άρθρου 19 παρ. 1 περ. γ’ Ν. 489/1976, χωρίς ο εκ προθέσεως ζημιώσας οδηγός να είναι και ο κύριος του ζημιογόνου αυτοκινήτου, απαραίτητη προϋπόθεση για την ευθύνη του Επικουρικού Κεφαλαίου, που δεν υπάρχει εν προκειμένω, παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 6 παρ. 1 και 19 παρ. 1 περ.
γ’ του Ν. 489/76. Επίσης με τον πρώτο λόγο αναίρεσης κατά το τρίτο μέρος του, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση της εκ πλαγίου παραβάσεως των ως άνω διατάξεων, καθώς και των διατάξεων των άρθρων 297, 298, 300, 330 και 914 ΑΚ, για το λόγο ότι διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του ελλιπείς και ασαφείς αιτιολογίες αναφορικά με τα ουσιώδη και κρίσιμα ζητήματα, της εκ προθέσεως συμπεριφοράς που απέδωσε στον οδηγό Ν.
Ρ., της αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της συμπεριφοράς αυτής και του αποτελέσματος (τραυματισμός του αναιρεσιβλήτου) και της ευθύνης του Επικουρικού Κεφαλαίου, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος περί της ορθής ή όχι εφαρμογής των παραπάνω ουσιαστικών διατάξεων του νόμου, που εφάρμοσε, διότι:
α) δεν αναφέρει το δικαστήριο πώς διαπίστωσε ότι το ζημιογόνο αυτοκίνητο ήταν ιδιοκτησίας του φερόμενου ως εκ προθέσεως οδηγού Ν. Ρ. και δεν ήταν ιδιοκτησίας του αδελφού του Β. Ρ., β) δεν εξηγεί η προσβαλλόμενη απόφαση για ποιο λόγο δέχθηκε ότι η συμπλοκή που είχε προκληθεί μεταξύ του αδελφού του Ν. Ρ., αποτέλεσε αφορμή του επεισοδίου, γ) δεν αναφέρει αν ο Ν.
Ρ. είχε τραυματισθεί κατά τη συμπλοκή και αν μπορούσε να οδηγήσει το φερόμενο ως ζημιογόνο αυτοκίνητο μετά τη συμπλοκή, δ) δεν αναφέρει την ώρα της συμπλοκής και την ώρα της επιπτώσεως του ζημιογόνου αυτοκινήτου στον αναιρεσίβλητο, ε) δεν αναφέρει τη θέση του αναιρεσιβλήτου στο οδόστρωμα όταν έπεσε επάνω του το αυτοκίνητο και στ) δεν αναφέρει με ποια ταχύτητα εκινείτο το φερόμενο ως ζημιογόνο αυτοκίνητο και αν ο οδηγός του, πριν πέσει στον αναιρεσίβλητο, φρενάρισε.
Ο αμέσως παραπάνω λόγος αναίρεσης (τρίτο μέρος του πρώτου λόγου) είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι οι φερόμενες ως ελλείψεις και ασάφειες της προσβαλλόμενης απόφασης ανάγονται στην πληρέστερη κατά την άποψη του αναιρεσείοντος ανάλυση του αποδεικτικού υλικού και γενικότερα στην αιτιολόγηση του σαφώς διατυπούμενου αποδεικτικού πορίσματος αναφορικά με την εκ προθέσεως πρόκληση του ένδικου ατυχήματος από τον προαναφερόμενο Ν.
Ρ., οδηγό και ιδιοκτήτη του ζημιογόνου αυτοκινήτου και συνεπώς περί θεμελιώσεως ευθύνης του αναιρεσείοντος Επικουρικού Κεφαλαίου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 19 παρ. 1 περ. γ’ του Ν. 489/1976 και δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα, με την επίκληση δε αυτών, πλήττεται η ανέλεγκτη επί της ουσίας κρίση του Εφετείου.
Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη υπ’ αριθμ. 64/2013 απόφασή του, δέχθηκε ως αποδειχθέντα, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του, τα ακόλουθα: "Ο πρώτος εναγόμενος Ν. Ρ. (μη διάδικος) στις 27-6-2004, στο Αγρίνιο και επί της οδού ..., οδηγώντας το υπ’ αριθμό κυκλοφορίας ...
Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας του, τύπου TOYOTA COROLLA, το οποίο δεν είχε καλύψει με σύμβαση ασφάλισης για την έναντι των τρίτων αστική του ευθύνη σε ασφαλιστική εταιρεία, με αποτέλεσμα να ευθύνεται το δεύτερο εναγόμενο νομικό πρόσωπο - εκκαλούν (άρθρα 2 και 19 παρ. 1 περ. 2 του Ν. 489/1976 "περί της υποχρεωτικής ασφαλίσεως της εξ ατυχημάτων αυτοκινήτων αστικής ευθύνης"), επέπεσε με το παραπάνω αυτοκίνητο του, με πρόθεση, στον ενάγοντα - εφεσίβλητο Κ.
Π. και προξένησε σ’ αυτόν συντριπτικό κάταγμα κοτύλης (ΔΕ). Το παραπάνω επεισόδιο έγινε με αφορμή συμπλοκή, που είχε προηγηθεί, μεταξύ του αδελφού του ενάγοντος Β. Π. και του Ν. Ρ. και την οποία συμπλοκή, όταν αντιλήφθηκε ο παραπάνω ενάγων - εφεσίβλητος προσπάθησε με τον πατέρα του Η. Π. να την σταματήσει. Όταν αντιλήφθηκε την κίνηση αυτή του Ν.
Ρ., προσπάθησε να τον αποφύγει κινούμενος προς τα πλάγια, πλην όμως ο τελευταίος τον χτύπησε με το μπροστινό μέρος του αυτοκινήτου του, με αποτέλεσμα να τον εκτινάξει σε παρακείμενο φράχτη. Ρητή η ένορκη κατάθεση του ενάγοντα κατά τη διενεργηθείσα προανάκριση, σύμφωνα με την οποία "...ήρθε ο κατηγορούμενος με ένα κόκκινο TOYOTA και με χτύπησε εν ψυχρώ σε όλο το πόδι και την μέση, έπεσα λιπόθυμος ήρθε το ΕΚΑΒ, κάθισα δύο ημέρες στο Νοσοκομείο, έκανα επέμβαση στη μέση και το πόδι έχω σίδερα...
Τον είδα αυτός οδηγούσε, ήρθε και με βρήκε να συμβιβαστούμε, βγήκα με μειωμένη σύνταξη". Γι’ αυτή την αξιόποινη πράξη του -βαριά σωματική βλάβη- ο Ν. Ρ. κηρύχθηκε ένοχος, τόσο με την υπ’ αριθ. 87/2009 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αγρινίου, όσο και με την υπ’ αριθμό 8/2012 απόφαση του Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδας, η οποία, επικύρωσε την πρωτόδικη και έχει καταστεί αμετάκλητη και καταδικάστηκε σε ποινή φυλάκισης δύο (2) ετών.
Μετά το ατύχημα ο ενάγων - παθών διακομίστηκε στο Γενικό Νοσοκομείο Αγρινίου, όπου και διαπιστώθηκε ότι συνεπεία του παραπάνω ατυχήματος είχε υποστεί κάταγμα ισχύου κοτύλης (ΔΕ) με profusion μηρού κυφής, το οποίο αντιμετωπίστηκε με σκελετική έλξη... Επίσης αποδείχθηκε ότι κατά το χρόνο της ένδικης σύγκρουσης ο πρώτος εναγόμενος της κύριας αγωγής και παρεμπιπτόντως εναγόμενος (δράστης) δεν είχε καλύψει με σύμβαση ασφάλισης το παραπάνω αυτοκίνητο για την έναντι των τρίτων αστική του ευθύνη, καθώς το σχετικό με αριθμό ...
ασφαλιστήριο συμβόλαιο που είχε συνάψει με την εταιρεία με την επωνυμία "... ΕΤΑΙΡΕΙΑ" είχε διάρκεια από τις 6-10-2003 έως και τις 6-4-2004, χωρίς να αποδεικνύεται, ότι ανανεώθηκε το παραπάνω ασφαλιστήριο συμβόλαιο, με αποτέλεσμα να ευθύνεται το παρεμπιπτόντως ενάγον νομικό πρόσωπο - εκκαλούν έναντι του ενάγοντος, επιπροσθέτως και κατά τη διάταξη του άρθρου 19 παρ. 1 εδ.
γ’ Ν. 489/1976 (ζημία από αυτοκίνητο που προκλήθηκε με πρόθεση...". Όπως προκύπτει από το προαναφερόμενο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα, σύμφωνα με το οποίο, το εκκαλούν ΝΠΙΔ με την επωνυμία Επικουρικό Κεφάλαιο, δεύτερο εναγόμενο της κύριας αγωγής και παρεμπιπτόντως ενάγον της παρεμπίπτουσας αγωγής, ευθύνεται προς αποζημίωση του κυρίως ενάγοντος, τόσο διότι το ζημιογόνο αυτοκίνητο ήταν ανασφάλιστο κατά το χρόνο του ατυχήματος, επειδή η διάρκεια της σύμβασης ασφάλισης (από 6-10-2003 έως 6-4-2004) που είχε συνάψει ο εναγόμενος οδηγός και ιδιοκτήτης του ζημιογόνου αυτοκινήτου με την ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "...
ΕΤΑΙΡΕΙΑ" είχε λήξει, χωρίς να αποδεικνύεται ότι ανανεώθηκε το παραπάνω ασφαλιστήριο συμβόλαιο, όσο και κατά τη διάταξη του άρθρου 19 παρ. 1 εδ. γ’ Ν. 489/1976 (ζημία από αυτοκίνητο που προκλήθηκε με πρόθεση). Κρίνοντας, έτσι, το Εφετείο, καθόσον αφορά στην ευθύνη του αναιρεσείοντος κατά τη διάταξη του άρθρου 19 παρ. 1 εδ.
γ’ Ν. 489/1976 (ζημία από αυτοκίνητο που προκλήθηκε με πρόθεση) δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 6 παρ. 1 και 19 παρ. 1 περ. γ’ του Ν. 489/76, αφού με βάση τα δεκτά γενόμενα ως άνω, μεταξύ άλλων, πραγματικά περιστατικά, σύμφωνα με τα οποία, ο πρώτος εναγόμενος Ν.
Ρ.ς, οδηγώντας το υπ’ αριθμό κυκλοφορίας ... Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας του, επέπεσε με το παραπάνω αυτοκίνητο του, με πρόθεση, στον ενάγοντα - εφεσίβλητο Κ. Π. και προξένησε σ’ αυτόν συντριπτικό κάταγμα κοτύλης (ΔΕ), συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εξαίρεσης από την ασφαλιστική κάλυψη της αστικής ευθύνης του εκ προθέσεως ζημιώσαντος τον ενάγοντα, οδηγού και ιδιοκτήτη του ζημιογόνου αυτοκινήτου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 του Ν. 489/76 και ευθύνης του Επικουρικού Κεφαλαίου κατά την ως άνω διάταξη του άρθρου 19 παρ. 1 εδ.
γ’ του Ν. 489/1976, σύμφωνα και με όσα στην εν αρχή νομική σκέψη αναφέρθηκαν. Επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης, κατά το δεύτερο μέρος του από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Στην περίπτωση που το διατακτικό της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, στηρίζεται αυτοτελώς σε δύο ή περισσότερες επάλληλες αιτιολογίες και με τον λόγο της αναιρέσεως πλήττεται η μία μόνον από αυτές, ο λόγος αυτός της αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως αλυσιτελής, αφού οι μη πληττόμενες αιτιολογίες στηρίζουν επαρκώς το διατακτικό της προσβαλλομένης.
Το ίδιο συμβαίνει και στην περίπτωση που με τους λόγους της αναιρέσεως πλήττονται όλες οι αιτιολογίες, αλλά η προσβολή της μίας από αυτές δεν τελεσφορεί (ΑΠ 823/2012). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης κατά το πρώτο μέρος του, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι με το να δεχθεί το Εφετείο ότι το ζημιογόνο αυτοκίνητο, ήταν, κατά το χρόνο του ατυχήματος, ανασφάλιστο, διότι η σύμβαση που είχε συνάψει ο εναγόμενος με την ασφαλιστική εταιρεία "...." είχε λήξει στις 6-4-2004 και δεν είχε ανανεωθεί, χωρίς να δεχθεί ότι η ασφαλιστική αυτή εταιρεία γνωστοποίησε στον ασφαλισμένο της τη λήξη της ασφαλιστικής συμβάσεως και είχαν παρέλθει δέκα έξι ημέρες από τη γνωστοποίηση αυτή, παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 10 παρ. 1, 11 παρ. 2 και 19 παρ. 1 περ.
β’ του Ν. 489/76, καθώς και τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 της Κ4/585/78 AYE. Όμως, με βάση όσα προαναφέρθηκαν, ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αλυσιτελής διότι, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το διατακτικό της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, στηρίζεται αυτοτελώς και στην αιτιολογία ότι το αναιρεσείον ευθύνεται επιπροσθέτως και κατά τη διάταξη του άρθρου 19 παρ. 1 εδ.
γ του Ν. 489/1976 (ζημία από αυτοκίνητο που προκλήθηκε με πρόθεση), ως προς την οποία δεν τελεσφόρησε ο προβληθείς λόγος αναίρεσης.
Από τις διατάξεις των άρθρων 335, και 338 έως 341 του Κ.Πολ.Δ. συνάγεται, ότι το δικαστήριο για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλόμενων από τους διαδίκους πραγματικών γεγονότων, που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι για άμεση και έμμεση απόδειξη, χωρίς να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, κατ1 αντιδιαστολή προς τα λοιπά έγγραφα και εν γένει προς τα άλλα αποδεικτικά μέσα, τα οποία φέρονται ότι ελήφθησαν υπόψη προς σχηματισμό της κρίσης του.
Βέβαια δεν αποκλείεται το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύει και να εξαίρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της κατά την ελεύθερη κρίση του μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί να γίνεται αδίστακτα βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασης ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν νόμιμα οι διάδικοι.
Η παράβαση της υποχρέωσης αυτής ιδρύει το λόγο της αναίρεσης του άρθρου 559 αριθμ. 11 περ. γ’ του Κ.Πολ.Δ. υπό την αποκλειστική προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός που επικαλείται ο διάδικος ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αφού μόνο ένα τέτοιο (ουσιώδες) γεγονός καθίσταται αντικείμενο απόδειξης (Ολ.ΑΠ 14/2005 και 2/2008).
Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 11 περ. γ’ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του και δεν εκτίμησε τα νομίμως επικληθέντα και προσκομισθέντα από το αναιρεσείον, τόσο πρωτοδίκως, όσο και κατ’ έφεση, αποδεικτικά μέσα προς απόδειξη του ασκούντος ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ισχυρισμού του ότι ο Ν.
Ρ., δεν ήταν ούτε ιδιοκτήτης, ούτε οδηγός του φερομένου ως ζημιογόνου αυτοκινήτου κατά τον χρόνο του ατυχήματος και συνεπώς το ίδιο (αναιρεσείον) δεν ευθύνεται σε αποζημίωση του ενάγοντος κατά τη διάταξη του άρθρου 19 παρ. 1 εδ. γ’ Ν. 489/1976 και ειδικότερα: α) την κατάθεση του εξετασθέντος στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου μάρτυρα Ε.
Μ. που περιέχεται στα υπ’ αριθμ. 45/2007 πρακτικά συνεδριάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αγρινίου, β) την από 27-6-2004 προανακριτική κατάθεση του Γ. Τ. ενώπιον του ανακριτικού υπαλλήλου Ανθ/μου Α. Ρ., γ) το από 15-9-2004 κατηγορητήριο της Εισαγγελέως Αγρινίου Μ. με κατηγορούμενο τον Β. Η. Π. και εγκαλούντα τον Ν. Ρ.
και δ) την υπ’ αριθμ. πρωτ. .../16-7-2004 βεβαίωση του Γενικού Νομαρχιακού Νοσοκομείου Αγρινίου.
Από την περιλαμβανόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση ρητή βεβαίωση του Εφετείου, ότι στο αποδεικτικό του πόρισμα κατέληξε, αφού έλαβε υπόψη, τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων απόδειξης και ανταπόδειξης, οι οποίοι εξετάστηκαν νόμιμα ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου κατά τη δικάσιμο, κατά την οποία εκδόθηκε η υπ’ αριθμ. 45/2007 μη οριστική απόφασή του και οι οποίες περιέχονται στα ταυτάριθμα με την προαναφερόμενη απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης και από όλα τα έγγραφα, τα οποία νόμιμα προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι, μεταξύ των οποίων και τα δημόσια έγγραφα της ποινικής δικογραφίας, η οποία σχηματίσθηκε σε βάρος του αρχικώς εναγομένου Ν. Ρ. (μη διαδίκου στο δεύτερο βαθμό) για την αξιόποινη πράξη της βαριάς σωματικής βλάβης και η υπ’ αριθμ. 8/2012 αμετάκλητη ποινική απόφαση του Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδας και από το όλο το περιεχόμενο εκείνης της απόφασης, ουδεμία καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις και όλα τα φερόμενα ως μη ληφθέντα απ’ αυτό υπόψη αποδεικτικά μέσα, για να καταλήξει στο σχετικό αποδεικτικό του πόρισμα και επομένως, ο παραπάνω λόγος αναίρεσης κρίνεται αβάσιμος και απορριπτέος.
Μετά από αυτά, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου που κατατέθηκε από το αναιρεσείον για την άσκηση της στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 4 εδ. ε’ Κ.Πολ.Δ) και να καταδικαστεί το αναιρεσείον στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου (άρθρ. 183 Κ.Πολ.Δ.), ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 23-6-2014 αίτηση για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 64/2013 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδος.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου που κατατέθηκε από το αναιρεσείον για την άσκηση της αναίρεσης στο δημόσιο ταμείο.
Και
Καταδικάζει το αναιρεσείον στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Νοεμβρίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του στις 8 Δεκεμβρίου 2017.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ