Legislator Case Law & Legislation
1996/2006 AI generated

1996/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1996/2006
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 4 Οκτωβρίου 2006, με την παρουσία και της γραμματέως Γραμματικής Κονταξή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

1996/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): ΙΙ. Επειδή, το άρθρο 88 του ν. 1329/1983 ορίζει ότι "ο υπολογισμός της νόμιμης μοίρας, το τι καταλογίζεται σ' αυτήν καθώς και η συνεισφορά προικών ή άλλων παροχών γίνεται, προκειμένου για παροχές που δόθηκαν από τον κληρονομούμενο εν ζωή πριν από την έναρξη της ισχύος αυτού του νόμου, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1831, 1833, 1834 και 1895 ΑΚ, όπως αυτές ίσχυαν πριν από την τροποποίησή τους με τον παρόντα νόμο".

Keywords

AI generated
agricultural law common flat-rate scheme for farmers agricultural direct payments living expenses expropriation costs pollution from agricultural sources
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1996 / 2006 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1996/2006

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Νικόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Καπερώνη, Σταύρο Γαβαλά, Ιωάννη Ιωαννίδη και Λεωνίδα Ζερβομπεάκο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 4 Οκτωβρίου 2006, με την παρουσία και της γραμματέως Γραμματικής Κονταξή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: ..... , που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Ταούλα.

Της αναιρεσίβλητης: .... , που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Στάθη Θεοφυλάκτου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3-8-1992 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Κατερίνης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 327/1996.151/2000 μη οριστικές,99/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2296/2004 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 7-10-2004 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Λεωνίδας Ζερβομπεάκος ανέγνωσε την από 22-9-2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναίρεσης της 2296/2004 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη της αντιδίκου στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Επειδή, από το άρθρο 566 παρ.1 σε συνδυασμό με το 118 αρ.4 ΚΠολΔ συνάγεται ότι για να είναι ορισμένοι οι λόγοι αναιρέσεως πρέπει να περιέχουν πλήρη και σαφή έκθεση των γεγονότων, τα οποία, με βάση τις παραδοχές της προσβαλλόμενης, που επίσης πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο, συγκροτούν την πλημμέλεια που αποδίδεται στην απόφαση αυτή. Ειδικά, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως για παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου από το δικαστήριο της ουσίας (αριθ.1 του άρθρου 559) πρέπει, σε περίπτωση που το δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση στην ουσία της, να εκτίθενται, εκτός των άλλων, και οι κρίσιμες σχετικές παραδοχές, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά, υπό τα οποία και συντελέστηκε η προσβαλλόμενη παραβίαση των κανόνων ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 20/2005). Εξάλλου, για να είναι ορισμένος λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πρέπει, εκτός των άλλων, να προσδιορίζεται το ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως προς το οποίο κατά τον αναιρεσείοντα υφίσταται ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα στις αιτιολογίες της απόφασης με παράθεση αν πρόκειται για βάση αγωγής, ένστασης ή αντένστασης, αλλά και των πραγματικών περιστατικών που ο διάδικος πρέπει να είχε επικαλεστεί για τη θεμελίωσή τους (ΟλΑΠ 32/1996, 20/2005).

Συνεπώς, ο πρώτος, κατά το πρώτο μέρος αυτού, υπό στοιχ.

ΙΙ Γ 1 και 2, λόγος αναίρεσης από τον αριθ.19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η έλλειψη νόμιμης βάσης λόγω ανεπαρκών αιτιολογιών ως προς τον χαρακτήρα του αναφερομένου σ' αυτόν ακινήτου, το οποίο το Εφετείο θεώρησε ως αντικείμενο της κληρονομίας του αποβιώσαντος πατέρα των διαδίκων, αφού δέχθηκε ότι ο τελευταίος είχε δικαίωμα νομής επ' αυτού, μολονότι αυτό κατά τον αναιρεσείοντα αποτελούσε δημόσια έκταση, είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος, αφενός μεν λόγω της αοριστίας του, διότι δεν εκτίθενται οι κρίσιμες σχετικές παραδοχές της προσβαλλομένης, αφετέρου δε διότι υπό την επίκληση του ως άνω λόγου αναίρεσης, πλήττεται η ανέλεγκτη εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών γεγονότων (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ). Ωσαύτως, ο τέταρτος υπό στοιχ.

ΙΙ Δ λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται η από τον αριθ.1β του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια της παραβίασης των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 1872 περ.1 του ΑΚ και 2 παρ.1 του α.ν. 1539/1938, που συνίσταται στο ότι "Αν ήθελε πάντως γίνει δεκτό ότι η προσβαλλόμενη απόφαση έκρινε πως το ακίνητο στη θέση " ...... " είναι δημόσια έκταση και παρ' όλα αυτά απεφήνατο ότι αυτό ανήκε στη νομή του κληρονομουμένου, ο οποίος και θα μπορούσε να το διαθέσει ως κληρονομιαίο περιουσιακό στοιχείο, τότε παραβίασε τις παραπάνω διατάξεις", είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος, λόγω της αοριστίας του, διότι δεν εκτίθενται οι κρίσιμες σχετικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, υπό τις οποίες συντελέστηκε η επικαλούμενη παραβίαση των παραπάνω διατάξεων.

Επίσης, ο ενδέκατος υπό στοιχ. IV Α, Β 1 και 2 λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της έλλειψης νόμιμης βάσης λόγω ανεπαρκών αιτιολογιών ως προς τη μη αναγωγή της αξίας του δωρηθέντος από τον κληρονομούμενο στον αναιρεσείοντα μεριδούχο ακινήτου από το χρόνο που έγινε η δωρεά (1974) στο χρόνο του θανάτου του κληρονομουμένου (1987) λόγω της επελθούσας ουσιώδους υποτίμησης του ελληνικού νομίσματος, είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος, λόγω της αοριστίας του, διότι δεν αναφέρει ότι υποβλήθηκε στο Εφετείο ο ανωτέρω ισχυρισμός ούτε διαλαμβάνει τα περιστατικά που προτάθηκαν προς θεμελίωσή του.

ΙΙ. Επειδή, το άρθρο 88 του ν. 1329/1983 ορίζει ότι "ο υπολογισμός της νόμιμης μοίρας, το τι καταλογίζεται σ' αυτήν καθώς και η συνεισφορά προικών ή άλλων παροχών γίνεται, προκειμένου για παροχές που δόθηκαν από τον κληρονομούμενο εν ζωή πριν από την έναρξη της ισχύος αυτού του νόμου, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1831, 1833, 1834 και 1895 ΑΚ, όπως αυτές ίσχυαν πριν από την τροποποίησή τους με τον παρόντα νόμο".

Από τις διατάξεις δε των άρθρων 1825, 1827, 1831, 1833 και 1834 του ΑΚ, όπως οι τρεις τελευταίες ίσχυαν πριν από την αντικατάστασή τους με το άρθρο 26 του ν. 1329/1983, συνάγεται ότι για τον υπολογισμό της νόμιμης μοίρας οποιουδήποτε μεριδούχου, που είναι το μισό της εξ αδιαθέτου μερίδας του, λαμβάνεται ως βάση η κατάσταση και η αξία της κληρονομίας κατά το χρόνο του θανάτου του κληρονομουμένου, δηλαδή όλα τα κατά το χρόνο τούτο υπάρχοντα στην κληρονομία στοιχεία, δεκτικά κληρονομικής διαδοχής (πραγματική κληρονομική ομάδα), από την οποία αφαιρούνται τα χρέη της κληρονομίας και οι δαπάνες της κηδείας του κληρονομουμένου και της απογραφής της κληρονομίας.

Ακολούθως προσθέτονται και θεωρούνται ότι υπάρχουν στην κληρονομία (πλασματική κληρονομική μερίδα) με την αξία που είχαν κατά το χρόνο της παροχής όσα ο κληρονομούμενος παραχώρησε, όσο ζούσε, σε μεριδούχο με τον όρο να καταλογιστεί στη νόμιμη μοίρα, όπως και κάθε δωρεά κατά τα τελευταία δέκα χρόνια πριν από το θάνατό του.

Επί της προσδιοριζόμενης έτσι αυξημένης κληρονομικής ομάδας εξευρίσκεται η νόμιμη μοίρα του κληρονόμου, στην οποία καταλογίζονται και όσα, κατά τα ανωτέρω, ο κληρονομούμενος παραχώρησε στο μεριδούχο. Περαιτέρω, για τον καταλογισμό στη νόμιμη μοίρα των λοιπών, εκτός από την προίκα, εν ζωή παροχών του κληρονομουμένου σε νόμιμο μεριδούχο του, απαιτείται να έχουν γίνει αυτές με τον όρο του καταλογισμού τους στη νόμιμη μοίρα, σύμφωνα με το άρθρο 1833 παρ.1 του ΑΚ, όπως ίσχυε πριν τροποποιηθεί από το ν. 1329/1983.

Ο όρος του καταλογισμού πρέπει να έχει γίνει είτε συνάμα με την παροχή και ως στοιχείο αυτής, είτε και πριν από αυτή, αλλά πάντως εν αναφορά προς την επικείμενη παροχή, ενώ η δήλωση του διαθέτη που γίνεται μετά την παροχή, καθώς και η θέλησή του, η οποία εκδηλώνεται για πρώτη φορά στη διαθήκη, για τον καταλογισμό της στη νόμιμη μοίρα, κατά την έννοια του νόμου δεν έχει ενέργεια.

Εξάλλου, ως αντικείμενα κληρονομίας, σύμφωνα με την ΑΚ 1872 αρ.1, θεωρούνται τα ενσώματα αντικείμενα στα οποία ο κληρονομούμενος κατά το χρόνο του θανάτου του είχε δικαίωμα νομής ή κατοχής και αν ακόμη είχε αποβληθεί απ' αυτήν όσο ζούσε. Τέλος, κατά την έννοια της ΚΠολΔ 559 αριθ.19, η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως, όταν στην ελάσσονα πρότασή της δεν αναφέρονται διόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικά τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ουσιώδους για την έκβαση της δίκης ζητήματος και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε.

Στην προκειμένη περίπτωση, που αντικείμενο της δίκης είναι η συμπλήρωση της νόμιμης μοίρας του ενάγοντος-αναιρεσείοντος επί της κληρονομίας του πατέρα του, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ανελέγκτως τα εξής : "Ο .... , πατέρας των διαδίκων πέθανε, την 23-11-1987, στον .... Πιερίας και κατέλειπε την υπ' αριθμ. .....

δημόσια διαθήκη του συμβολαιογράφου Κατερίνης Κ. Συλλόπουλου, που νόμιμα δημοσιεύτηκε. Με την ανωτέρω διαθήκη ο διαθέτης άφησε στον ενάγοντα : α)850 τ. μ εξ αδιαιρέτου, από το υπ' αριθμ. ... κληροτεμάχιο της οριστικής διανομής του αγροκτήματος Πόρρων, που βρίσκεται στην θέση "...." και β) το 1/2 εξ αδιαιρέτου ενός ελαιώνος, που βρίσκεται στη θέση "....." του ίδιου αγροκτήματος.

Στην διαθήκη αυτή ο διαθέτης αναφέρει ότι τον ενάγοντα αποκατέστησε με πολλαπλές πράξεις παροχής περιουσιακών στοιχείων στην ζωή και δη του έδωσε 6.500 τ. μ., που ήδη οικοπεδοποιήθηκε ενώ τον βοήθησε με διαδοχικές χρηματικές παροχές, για την ανέγερση οικοδομών, αγορών κινητών πραγμάτων και ανάπτυξη της επιχειρηματικής του δραστηριότητος.

Όλη την υπόλοιπη κινητή και ακίνητη περιουσία του που ήθελε βρεθεί κατά τον θάνατο του αφήνει στην εναγόμενη, κόρη του, .... . Κατά τον χρόνο του θανάτου του ο διαθέτης είχε στην νομή του τα παρακάτω περιουσιακά στοιχεία : 1) από μια οικοδομή, αποτελούμενη από ισόγειο και δυο ορόφους, κτισμένη σε οικόπεδο εκτάσεις 102 τ.

μ της κοινότητας ...., επί της οδού .... , είχε την νομή του πρώτου και δευτέρου υπέρ το ισόγειο ορόφου, εκτάσεως 204 τ. μ ως και το εξ αδιαιρέτου ποσοστό συγκυριότητας επί του ανωτέρου οικοπέδου 75%. Το παραπάνω ακίνητο απέκτησε ο κληρονομούμενος με το υπ' αριθμ. .... συμβόλαιο του ιδίου ως άνω συμβολαιογράφου Κατερίνης, που νόμιμα μεταγράφηκε.

Επί του ακινήτου αυτού λειτουργεί ξενοδοχείο Δ΄ κατηγορίας με τον τίτλο " .... " και οι δυο όροφοι αποτελούνται από δυο μονόκλινα δωμάτια, έξι δίκλινα, ένα δωμάτιο με λουτρό και πέντε δίκλινα δωμάτια με λουτρό. Η αξία του ακινήτου αυτού ανερχόταν, κατά τον χρόνο του θανάτου του διαθέτη σε 8.160.000 δρχ., 2)ένα κληροτεμάχιο με αριθμό ... , εκτάσεις 2.162 τ.

μ περίπου, της κτηματικής περιοχής Πόρρων, στην θέση "..... ", αξίας, κατά το ως άνω κρίσιμο χρόνο σε 432.500 δρχ., 3) από το υπ' αριθμ. .... κληροτεμάχιο, συνολικής εκτάσεως 14.556 τ. μ της κτηματικής περιοχής ".... " είχε την νομή εκτάσεως 1213 τ. μ αξίας 194.080 δρχ., 4) από το υπ' αριθμ. ..... κληροτεμάχιο συνολικής εκτάσεως 2.875 τ. μ, της κτηματικής περιοχής "...." είχε την νομή εκτάσεως 239 τ.

μ περίπου, αξίας 43.128 δρχ., 5) από το υπ' αριθμ. .... κληροτεμάχιο του αγροκτήματος "...." ήταν νομεύς εκτάσεως 3850 τ. μ αξίας 4.620.000 δρχ., 6) ήταν νομεύς ενός διαμερίσματος, εκτάσεως 40,50 τ. μ του τετάρτου ορόφου της οικοδομής επί της .... της πόλεως ...., αξίας 2.632.000 δρχ., 7) ένα διαμέρισμα εκτάσεως 100 τ. μ του πρώτου ορόφου της οδού ...της πόλεως ..... , αξίας 4.500.000 δρχ., 8) ένα αγροτεμάχιο εκτάσεως 20.000 τ.

μ στην περιοχή ".... " Πόρρων αξίας 14.000.000 δρχ. η πραγματική, επομένως, αξία της κληρονομιάς του κληρονομουμένου ανερχόταν σε 34.582.208 δρχ. Με το υπ' αριθμ. .... συμβόλαιο του ιδίου συμβολαιογράφου Κατερίνης (κ. Συλλόπουλου), που νόμιμα μεταγράφηκε ο πατέρας των διαδίκων εκχώρησε προς τον ενάγοντα, γιο του {...} τα δικαιώματα από το υπ' αριθμ. ....

προσύμφωνο του ιδίου συμβολαιογράφου σε ένα αγρό στην θέση " .... " της κτηματικής περιοχής Πόρρων εκτάσεως 6.000 τ. μ. Η εκχώρηση αυτή ήταν εικονική δικαιοπραξία και υποκρύπτονταν δωρεά, την οποία ήθελαν τα ανωτέρω συμβαλλόμενα πρόσωπα, συνέτρεχαν δε οι όροι προς σύσταση της δωρεάς. Η δωρεά αυτή έγινε με τον όρο να καταλογιστεί στην νόμιμη μοίρα.

Η αξία του ακινήτου αυτού ανερχόταν σε 6.000.000 δρχ. Η κρίση ότι το ακίνητο αυτό, δωρίθηκε, κατά τα προαναφερόμενα, στον ενάγοντα, με τον όρο καταλογισμού στην νόμιμη μοίρα του, αποδεικνύεται τόσο από το κείμενο της διαθήκης όσο και τις μαρτυρικές καταθέσεις της εναγομένης αλλά και του ενάγοντος, οι μάρτυρες του οποίου βεβαιώνουν ότι όσα αναγράφονται στην διαθήκη είναι αληθή.

Ο ενάγων ισχυρίζεται ότι το ακίνητο αυτό δεν πρέπει να περιληφθεί στην πλασματική κληρονομιά αλλά ο ισχυρισμός αυτός, εν όψει των προαναφερόμενων, δεν ανταποκρίνεται στην αλήθεια. Ακόμη ο ίδιος {ενάγων} ισχυρίζεται ότι το ακίνητο των είκοσι στρεμμάτων ανήκει στο Ελληνικό Δημόσιο και δεν ήταν ποτέ στην νομή του κληρονομουμένου.

Όμως το ακίνητο αυτό ήταν στην νομή του κληρονομουμένου, ο οποίος ασκούσε έπ' αυτού διακατοχικές πράξεις, φυτεύοντας ελαιόδεντρα που περιποιόταν, σύμφωνα με τις καταθέσεις των ανωτέρω εξετασθέντων μαρτύρων {βλ. και από 29-1-1992 ανακοπή του ενάγοντος}. Ο ενάγων έλαβε από τον πατέρα του, κατά το έτος 1984, 500.000 δρχ., το έτος 1985 400.000 δρχ., και το επόμενο έτος 1986 300.000 δρχ., σύμφωνα με τις μαρτυρικές καταθέσεις και τις διατάξεις της τελευταίας βουλήσεως του διαθέτη, όπου αναφέρεται ότι ο ενάγων έλαβε χρηματικά ποσά για την αποκατάσταση και υποβοήθηση της επιχειρηματικής του δραστηριότητας.

Εν όψει των εκτεθέντων η αξία της πλασματικής κληρονομιάς ανέρχεται σε 41.782.208 δρχ., εφόσον δεν αποδείχθηκε η καταβολή εξόδων κηδείας, η δε νόμιμη μερίδα του ενάγοντος, ανέρχεται σε 7.834.164 δρχ. Ο ενάγων όμως, τόσο με τις διατάξεις της διαθήκης όσο και τις παροχές σε ζωή, έλαβε περιουσιακά στοιχεία μεγαλύτερης αξίας και δη το 1/2 εξ αδιαιρέτου των 20 στρεμμάτων στην θέση ".... " αξίας, κατά τον χρόνο θανάτου του διαθέτου 7.000.000 δρχ., τα 850 τ.

μ εξ αδιαιρέτου αξίας 170.000 δρχ., παροχές σε ζωή σε χρήματα 1.200.000 δρχ. και 6.000.000 δρχ., η αξία του ακινήτου στην θέση ".... ", που καλύπτουν την νόμιμη μοίρα του. Η αξία των ακινήτων αποδεικνύεται ιδιαίτερα από την έκθεση πραγματογνωμοσύνης του ορισθέντος πραγματογνώμονος .... .". Κατόπιν αυτών το Εφετείο, αφού απέρριψε την έφεση του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση που αποφάνθηκε ομοίως, απέρριψε την περί κλήρου αγωγή του αναιρεσείοντος για συμπλήρωση της νόμιμης μοίρας του κατά το ποσοστό που λείπει από ολόκληρη την κληρονομική περιουσία που καταλείφθηκε.

Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο αφενός μεν δεν παραβίασε τις προεκτεθείσες διατάξεις των άρθρων 1872 αρ.1 και 1833 παρ.1 ΑΚ, δεδομένου ότι με το να δεχθεί ότι ο κληρονομούμενος κατά το χρόνο του θανάτου του είχε δικαίωμα νομής επί του αγροτεμαχίου εκτάσεως 20.000 τ.μ. στην περιοχή ".... " Πόρρων ορθώς περιέλαβε τούτο στην πραγματική κληρονομική ομάδα, ενώ νομίμως καταλόγισε στη νόμιμη μοίρα του αναιρεσείοντος και το προαναφερόμενο, στη θέση ".... " της περιοχής Πόρρων κείμενο, ακίνητο, αφού, όπως δέχεται "ως αποδεικνυόμενο τόσο από το κείμενο της διαθήκης, όσο και από τις καταθέσεις των μαρτύρων του ενάγοντος και της εναγομένης", τούτο (ακίνητο) δωρήθηκε από τον κληρονομούμενο στον αναιρεσείοντα με τον όρο του καταλογισμού του στη νόμιμη μοίρα του τελευταίου και ο όρος αυτός έγινε συνάμα με τη δωρεά και όχι για πρώτη φορά με τη διαθήκη του κληρονομουμένου, οι δε για το αντίθετο δεύτερος υπό στοιχ.

ΙΙ Β 2 και όγδοος υπό στοιχ.

ΙΙΙ Α β λόγοι αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ.1 εδ.α΄ ΚΠολΔ είναι απορριπτέοι, ως αβάσιμοι, αφετέρου δε διέλαβε στην απόφασή του πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες σχετικά με τον ασκούντα ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ισχυρισμό της αναιρεσίβλητης περί καταλογισμού στη νόμιμη μοίρα του αναιρεσείοντος α) του 1/2 εξ αδιαιρέτου του προαναφερομένου αγροτεμαχίου στην περιοχή "... " Πόρρων, του οποίου τη νομή, στην έννοια της οποίας περιλαμβάνεται και στο στοιχείο της εξουσίας με διάνοια κυρίου, είχε κατά το χρόνο του θανάτου του ο κληρονομούμενος, και β) του δωρηθέντος στον αναιρεσείοντα, με τον όρο να καταλογιστεί στη νόμιμη μοίρα του, ετέρου προαναφερθέντος ακινήτου, του οποίου την αξία καθόρισε κατά το χρόνο της δωρεάς, οι δε για το αντίθετο πρώτος, κατά το δεύτερο μέρος αυτού, υπό στοιχ.

ΙΙ Γ 3, έβδομος υπό στοιχ.

ΙΙΙ Δ1 και ένατος υπό στοιχ. IV Β2 λόγοι αναίρεσης είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Ωσαύτως, με πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες η προσβαλλόμενη απόφαση προσδιόρισε την αξία της κληρονομίας κατά το χρόνο του θανάτου του κατηγορουμένου, στην οποία πρόσθεσε την κατά το χρόνο της παροχής αξία όσων ο κληρονομούμενος παραχώρησε όσο ζούσε στον αναιρεσείοντα με τον όρο να καταλογιστεί στη νόμιμη μοίρα του και επί της προσδιορισθείσας έτσι αυξημένης κληρονομικής ομάδας εξεύρε τη νόμιμη μοίρα του αναιρεσείοντος μεριδούχου, στην οποί α καταλόγισε και όσα, κατά τα ανωτέρω, ο κληρονομούμενος παραχώρησε στον αναιρεσείοντα, ο δε για το αντίθετο δωδέκατος υπό στοιχ. IV Β4 λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

ΙΙ. Επειδή, κατά το άρθρο 559 αριθ.8 ΚΠολΔ η απόφαση αναιρείται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, ως πράγματα δε κατά την έννοια της ανωτέρω διατάξεως, θεωρούνται οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση ή την κατάλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος το οποίο ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, και όχι οι αρνητικοί της αγωγής ή της ενστάσεως ισχυρισμοί.

Εν προκειμένω, με τον τρίτο, υπό στοιχ.

ΙΙ-Ε, λόγο αναίρεσης, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από την προεκτεθείσα διάταξη πλημμέλεια της μη λήψεως υπόψη των επικληθέντων από τον αναιρεσείοντα περιστατικών της πραγματικής εκτάσεως και αξίας του κειμένου στη θέση "..... " Πόρρων κληρονομιαίου ακινήτου. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος, διότι τα παραπάνω περιστατικά δεν συνιστούν αυτοτελή ισχυρισμό, αλλά αιτιολογημένη άρνηση της ερειδομένης επί της ΑΚ 1831 ενστάσεως της αναιρεσίβλητης περί καταλογισμού στη νόμιμη μοίρα του αναιρεσείοντος και του 1/2 εξ αδιαιρέτου του ως άνω ακινήτου, το οποίο κατέλιπε σ' αυτόν ο κληρονομούμενος με την αναφερόμενη δημόσια διαθήκη του. Περαιτέρω, ο από την προεκτεθείσα διάταξη δέκατος υπό στοιχ. IV B3 λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της μη λήψεως υπόψη του αγωγικού ισχυρισμού της προσθέσεως στην πλασματική κληρονομική ομάδα και της δωρεάς που έκανε ο διαθέτης προς τη μεριδούχο σύζυγό του και με βάση το άθροισμα που προκύπτει να υπολογιστεί η νόμιμη μοίρα του αναιρεσείοντος, είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος, λόγω της αοριστίας του, διότι δεν διαλαμβάνεται ότι ο ως άνω αγωγικός ισχυρισμός επαναφέρθηκε ενώπιον του Εφετείου με λόγο έφεσης κατά της 327/1996 απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, που απέρριψε τον εν λόγω ισχυρισμό ως απαράδεκτο.

ΙΙΙ. Επειδή, όπως συνάγεται από το άρθρο 559 αρ.10 περ.β΄ ΚΠολΔ, ο στηριζόμενος στην εν λόγω διάταξη λόγος αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως αόριστος, αν δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι η πλημμέλεια της προδικαστικής αποφάσεως του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου ως προς τη διατύπωση του θέματος αποδείξεως, προτάθηκε στο Εφετείο, αφού δεν πρόκειται για παράβαση που δεν μπορούσε να προβληθεί ενώπιόν του, ούτε για σφάλμα που προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, ούτε τέλος για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη (άρθρ. 562 παρ.2 ΚΠολΔ). Εξάλλου, όπως προκύπτει από τη διάταξη της παρ.1 του άρθρου 368 του ΚΠολΔ, η ανάγκη για τη διενέργεια του αποδεικτικού μέσου της πραγματογνωμοσύνης εναπόκειται στην κυριαρχική και αποκλειστική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, η οποία ως απορρέουσα από την εκτίμηση πραγμάτων, δεν ελέγχεται αναιρετικά. Το αυτό ισχύει και στην περίπτωση συνδρομής ή όχι της προϋποθέσεως που, κατά την παρ.2 του ίδιου (368) άρθρου, καθιστά υποχρεωτικό τον διορισμό πραγματογνωμόνων αν ζητήσει τούτο κάποιος διάδικος.

Συνεπώς, ο πέμπτος υπό στοιχ.

ΙΙ ΣΤ 1 και 2 λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδονται, αντίστοιχα, στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες α) της μη θέσεως αποδείξεως από τις προδικαστικές αποφάσεις του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου περί της εκτάσεως του αναφερομένου κληρονομιαίου ακινήτου, και β) της σιωπηρής απόρριψης από το Εφετείο του υποβληθέντος με την έφεση του αναιρεσείοντος αιτήματος προς διενέργεια νέας πραγματογνωμοσύνης, προκειμένου να διαπιστωθεί η πραγματική έκταση και αξία του ίδιου ακινήτου, είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος, αφενός μεν διότι δεν αναφέρεται ότι η ως άνω πλημμέλεια των προδικαστικών αποφάσεων του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου προτάθηκε στο Εφετείο, αφετέρου δε διότι το περί διενέργειας πραγματογνωμοσύνης αίτημα απορρίφθηκε σιωπηρώς και ως εκ τούτου το Εφετείο δεν δέχθηκε ότι απαιτούνται ιδιάζουσες γνώσεις επιστήμης ή τέχνης για την αντίληψη του παραπάνω ζητήματος. IV. Επειδή, από το άρθρο 559 αριθ.11 περ.γ΄ του ΚΠολΔ προκύπτει ότι ο από την εν λόγω διάταξη προβλεπόμενος λόγος αναιρέσεως για μη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας εγγράφων είναι απαράδεκτος αν σ' αυτόν δεν αναφέρεται ότι ο διάδικος που προσκόμισε τα έγγραφα αυτά τα έχει νομίμως επικαλεσθεί.

Συνεπώς, ο έκτος, υπό στοιχ.

ΙΙ ΣΤ, λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της μη λήψης υπόψη των αναφερομένων σ' αυτόν εγγράφων, τα οποία ο αναιρεσείων προσκόμισε προς απόδειξη των αναφερομένων σ' αυτόν ισχυρισμών του, είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος, λόγω της αοριστίας του, διότι δεν αναφέρεται ότι έγινε και επίκληση των παραπάνω εγγράφων κατά την ενώπιον του Εφετείου συζήτηση, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 7-10-2004 αίτηση αναίρεσης κατά της 2296/2004 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε χίλια εκατόν εβδομήντα (1170) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 31 Οκτωβρίου 2006.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 20 Δεκεμβρίου 2006.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ