Legislator Case Law & Legislation
1995/2022 AI generated

1995/2022 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1995/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Οκτωβρίου 2022, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

1995/2022 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Από τη διάταξη αυτή, η οποία συμπληρώνει τη γενική διάταξη του άρθρου 495 § 1 του ΚΠολΔ, που ρυθμίζει τον τρόπο άσκησης των ένδικων μέσων προκύπτει, ότι αν η αναίρεση πλήττει την απόφαση του πρωτοβαθμίου και του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου πρέπει να κατατεθεί στη γραμματεία και των δύο δικαστηρίων, άλλως είναι απαράδεκτη, ως προς την απόφαση του δικαστηρίου, στη γραμματεία του οποίου δεν κατατέθηκε ( ΑΠ 129/2022, Α.Π. 617/2014, Α.Π. 539/2014 Α.Π. 883/2012).

Keywords

AI generated
credit facility agreement ongoing social benefits right to higher insurance cover credit guarantee outstanding insurance premiums credit insurance
AI generated
191/2018
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Οκτωβρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
788/2023
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 16 Ιανουαρίου 2023, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
487/2023
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 8 Νοεμβρίου 2021, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
1508/2024
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 11 Μαρτίου 2024, με την παρουσία και της γραμματέως Θ.
1280/2017
Στο σημείο αυτό, ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος, αφού έλαβε το λόγο, γνωστοποίησε στο Δικαστήριο τη βίαιη διακοπή της δίκης ως προς τον αρχικά δεύτερο εναγόμενο Ε. Ρ. και προσκόμισε την υπ' αριθμό .../2011 ληξιαρχική πράξη θανάτου του ληξιάρχου του Δήμου Παλαιού Φαλήρου.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1995 / 2022 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1995/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Παναγιώτη Βενιζελέα, Βρυσηίδα Θωμάτου και Γεώργιο Σχοινοχωρίτη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Οκτωβρίου 2022, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειουσών: 1) Γ. Χ. του Χ. και 2) Π. Χ. του Χ., κατοίκων .... Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Σπυρίδωνα Κανελλόπουλο. Της αναιρεσιβλήτου: συνεταιριστική τράπεζας με την επωνυμία "....", που τελεί υπό ειδική εκκαθάριση, εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ευαγγελία Ξυπνητού.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-4-2015 αγωγή των ήδη αναιρεσειουσών, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πατρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 303/2017 του ίδιου Δικαστηρίου και 96/2020 του Τριμελούς Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης και της συμπροσβαλλομένης υπ'αριθμ. 303/2017 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πατρών ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 22-10-2020 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειουσών ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από το άρθρο 553 § 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν γίνει δεκτή κατά τύπους η έφεση και απορριφθεί κατ' ουσίαν ή αν γίνει δεκτή κατ' ουσίαν και εξαφανισθεί η πρωτόδικη απόφαση, σε αναίρεση υπόκειται μόνο η εφετειακή απόφαση, στην οποία ενσωματώνεται η πρωτόδικη, διότι με αυτή περατώνεται οριστικά η δίκη (ΟλΑΠ 40/1996, ΑΠ 123/2015, ΑΠ 891/2019).

Προσέτι, κατά μεν τη διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 495 ΚΠολΔ τα ένδικα μέσα της ανακοπής ερημοδικίας, της εφέσεως, της αναψηλαφήσεως και της αναιρέσεως ασκούνται με δικόγραφο που κατατίθεται στο πρωτότυπο στη γραμματεία του δικαστηρίου που έχει εκδώσει την προσβαλλομένη απόφαση. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 566 § 2 του ΚΠολΔ, αν με το ίδιο αναιρετήριο προσβάλλονται δύο ή περισσότερες αποφάσεις πρωτοβαθμίου και δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, η κατάθεσή του πρέπει να γίνεται στο καθένα από τα δικαστήρια αυτά.

Από τη διάταξη αυτή, η οποία συμπληρώνει τη γενική διάταξη του άρθρου 495 § 1 του ΚΠολΔ, που ρυθμίζει τον τρόπο άσκησης των ένδικων μέσων προκύπτει, ότι αν η αναίρεση πλήττει την απόφαση του πρωτοβαθμίου και του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου πρέπει να κατατεθεί στη γραμματεία και των δύο δικαστηρίων, άλλως είναι απαράδεκτη, ως προς την απόφαση του δικαστηρίου, στη γραμματεία του οποίου δεν κατατέθηκε ( ΑΠ 129/2022, Α.Π. 617/2014, Α.Π. 539/2014 Α.Π. 883/2012).

Τέλος, κατά δε τη διάταξη του άρθρου 577 § 2 του ίδιου Κώδικα, αν η αναίρεση δεν ασκήθηκε νόμιμα ή αν λείπει κάποια προϋπόθεση για να είναι παραδεκτή, ο 'Αρειος Πάγος την απορρίπτει και αυτεπαγγέλτως (ΑΠ 1373/2009). Στην προκείμενη περίπτωση, με την υπό κρίση από 22-10-2020 αίτηση αναίρεσης πλήττονται η υπ' αριθ. 96/2020 απόφαση του Εφετείου Πατρών και η υπ' αριθ. 303/2017 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πατρών, που δίκασε την αγωγή σε πρώτο βαθμό, χωρίς όμως το δικόγραφο της αναιρέσεως να έχει κατατεθεί και στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση και, συνεπώς, εκ του λόγου τούτου η αναίρεση καθό μέρος στρέφεται κατά της πρωτοδίκου αποφάσεως είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη.

Πέραν τούτου, όμως, πρέπει να σημειωθεί ότι από την παραδεκτή επισκόπηση του δικογράφου της αγωγής και της πρωτόδικης αποφάσεως, προκύπτει ότι οι τότε ενάγουσες και νυν αναιρεσείουσες ζήτησαν με την αγωγή τους να αναγνωριστεί ότι αυτές δεν έχουν την ιδιότητα του εγγυητή των συμβάσεων που υπέγραψαν οι πρωτοφειλέτες και να υποχρεωθεί η εναγομένη λόγω της καταχρηστικής συμπεριφοράς ων οργάνων της , που συνιστά αδικοπραξία, να καταβάλει στην κάθε μια από αυτές το ποσό των 20.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστησαν.

Με την πρωτόδικη υπ' αριθ. 303/2017 απόφαση η αγωγή κρίθηκε παραδεκτή και νόμιμη ως προς αμφότερα τα κεφάλαια και απορρίφθηκε κατ' ουσίαν. Με την έφεσή τους οι εκκαλούσες προσέβαλαν την εκκαλουμένη απόφαση για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, το δε Εφετείο με την υπ' αριθ. 96/2020 απόφασή του δέχθηκε τύποις την έφεση και απέρριψε αυτή κατ' ουσίαν.

Επομένως, η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως, ως προς το μέρος που στρέφεται κατά της πρωτόδικης αποφάσεως, η οποία ενσωματώθηκε στην απόφαση του Εφετείου, πρέπει και για τον επιπλέον αυτό λόγο να απορριφθεί ως απαράδεκτη. Καθό μέρος, όμως, πλήττεται η ως άνω υπ' αριθ. 96/2020 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πατρών, η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα, προ πάσης επιδόσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως (άρθ.552,553, 556,558, 564 § 3, 566 ΚΠολΔ), είναι παραδεκτή, αφού έχει καταβληθεί και το προσήκον υπ'αριθ. 356282519950 1221 0080 e-παράβολο εκ ποσού 450 ευρώ (άρθ. 495 § 3Βδ'ΚΠολΔ) και, πρέπει, συνεπώς, να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των κατ'ιδίαν λόγων της.

Ι.Από τις διατάξεις των άρθρων 106, 335, 338-340 και 346 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, για να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λάβει υπόψη του όλα τα επιτρεπόμενα αποδεικτικά μέσα, που αυτοί νόμιμα επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, χωρίς να ελέγχεται η κρίση του ως προς την αξιοπιστία των μαρτύρων και την αξιολόγηση των αποδείξεων γενικά (ΟλΑΠ 23/2008, ΟλΑΠ 2/2008, ΟλΑΠ 14/2005, ΑΠ 688/2019, ΑΠ 895/2011).

Δεν απαιτείται να γίνεται ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα ή η παράθεση ποιών αποδεικτικών μέσων χρησιμοποιήθηκαν για άμεση ή έμμεση απόδειξη ή ο καθορισμός της βαρύτητας που αποδόθηκε στο καθένα από αυτά ή της σχέσης και της επιρροής του καθένα από αυτά στα προς απόδειξη θέματα, ενώ, από την αναφορά μερικών, γιατί έχουν ιδιαίτερη σημασία, δεν συνάγεται αναγκαίως ότι τα λοιπά αποδεικτικά μέσα δεν εκτιμήθηκαν (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 500/2019).

Αρκεί, λοιπόν, κατ` αρχήν, να αναφέρεται στην απόφαση γενικώς το είδος του αποδεικτικού μέσου. Κατά τη διάταξη του αριθμού 11γ` του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, παρέλειψε να λάβει υπόψη κάποιο είδος αποδεικτικού μέσου ή αν, παρά τη γενική βεβαίωση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα κατ` είδος αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, από όλο το περιεχόμενο της απόφασης και δη από τις αιτιολογίες της, δημιουργείται αμφιβολία αν λήφθηκε υπόψη κάποιο αποδεικτικό στοιχείο (συνήθως έγγραφο), αν αυτό έχει ουσιώδη σημασία στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 964/2020, ΑΠ 1203/2013, ΑΠ 847/2011, ΑΠ 1130/2010, ΑΠ 131/2005), δηλαδή, ιδιαίτερη αποδεικτική βαρύτητα και το περιεχόμενό του είναι αντίθετο προς το αποδεικτικό πόρισμα του δικαστηρίου, το δε αποδεικτικό αυτό μέσο (κυρίως έγγραφο) δεν αντικρούεται ούτε αξιολογείται στην δικαστική απόφαση (ΑΠ 7/2022, ΑΠ 970/2017, ΑΠ 1700/2011, ΑΠ 507/2010).

ΙΙ. Κατά τις διατάξεις του άρθρου 457 §§ 2 και 3 του ΚΠολΔ, εκείνος κατά του οποίου προσάγεται ιδιωτικό έγγραφο οφείλει να δηλώσει αμέσως αν αναγνωρίζει ή αρνείται τη γνησιότητα της υπογραφής, διαφορετικά το έγγραφο θεωρείται αναγνωρισμένο, με συνέπεια να θεωρείται ότι έχει διαπιστωθεί η γνησιότητα του περιεχομένου του με την επιφύλαξη της προσβολής του ως πλαστού.

Από τις διατάξεις αυτές συνάγονται, μεταξύ άλλων, και τα εξής: α) Τα ιδιωτικά έγγραφα, σε αντίθεση με ότι συμβαίνει επί δημοσίων εγγράφων (άρθρο 455 ΚΠολΔ), δεν έχουν το τεκμήριο της γνησιότητας. Η επίκληση και προσαγωγή, προς απόδειξη ουσιώδους ισχυρισμού, του ιδιωτικού εγγράφου εμπεριέχει, εντεύθεν, τον ισχυρισμό του διαδίκου για τη γνησιότητά του.

Ο αντίδικος αυτού έχει το βάρος της δηλώσεως για άρνηση της γνησιότητας, ο δε πρώτος της αποδείξεως αυτής, αν αμφισβητηθεί. β) Εφόσον το έγγραφο είναι ενυπόγραφο, αδιάφορα αν φέρει την υπογραφή εκείνου κατά του οποίου προσάγεται ή τρίτου, η αμφισβήτηση της γνησιότητας αναφέρεται στην υπογραφή (μία ή περισσότερες), η γνησιότητα της οποίας δημιουργεί αμάχητο τεκμήριο για τη γνησιότητα του υπερκείμενου περιεχομένου του εγγράφου που καλύπτεται από την υπογραφή, τεκμήριο που ανατρέπεται μόνο με την προσβολή του εγγράφου ως πλαστού.

γ) Η απόδειξη από εκείνον που προσήγαγε το ιδιωτικό έγγραφο της γνησιότητας της υπογραφής σ' αυτό που αμφισβητήθηκε από τον αντίδικο επιβάλλεται όχι μόνο αν γίνεται χρήση του εγγράφου αυτού για άμεση απόδειξη, αλλά και όταν από αυτό συνάγονται δικαστικά τεκμήρια (ΑΠ 1616/2001). Για την απόδειξη της γνησιότητας μπορούν να χρησιμοποιηθούν όλα τα μέσα απόδειξης (άρθρο 458 ΚΠολΔ), ιδίως αυτοψία, πραγματογνωμοσύνη και μάρτυρες.

Και αν μεν αποδειχθεί κατά την διαδικασία, κατά την οποία εκδικάζεται η υπόθεση και προσάγονται τα ιδιωτικά έγγραφα, η μη γνησιότητα του περιεχομένου τους, δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη από το δικαστήριο, ενώ αν προκύπτει ότι αυτά είναι γνήσια, τότε πρέπει να ληφθούν υπόψη. Τέλος, η άρνηση της γνησιότητας κάθε ιδιωτικού εγγράφου, πρέπει να είναι ρητή, σαφής και ειδική, χωρίς ενδοιαστικές ή υποθετικές εκφράσεις και να γίνει κατ' αυτή τη συζήτηση κατά την οποία προσκομίζεται αυτό, εάν δε αυτό δεν γίνει, θεωρείται ότι αναγνωρίστηκε σιωπηρώς η γνησιότητα αυτού και τυχόν αμφισβήτηση της γνησιότητας αυτού σε μεταγενέστερη συζήτηση, και δη ενώπιον του Εφετείου, είναι απαράδεκτη (ΑΠ 964/2020, ΑΠ 1304/2013).

Εάν αμφισβητηθεί και δεν αποδειχθεί η γνησιότητα ιδιωτικού εγγράφου, το έγγραφο αυτό, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 457, 336 παρ. 3, 339, 340 και 395 του ΚΠολΔ, δεν λαμβάνεται υπόψη, ούτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων ή ως αποδεικτικό μέσο, που δεν πληροί τους όρους του νόμου, εφόσον προϋπόθεση τούτου είναι το βέβαιο και αναμφισβήτητο του γεγονότος, το οποίο αποτελεί τη βάση του τεκμηρίου.

Αν το δικαστήριο στην περίπτωση αυτή, χωρίς να εξετάσει την άρνηση της γνησιότητας του περιεχομένου του, λάβει ή δεν λάβει υπόψη το ως άνω έγγραφο, τότε υποπίπτει στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 11α ΚΠολΔ (ΑΠ 1277/2017, ΑΠ 1756/2012, ΑΠ 279/2011). Τέλος, οι γνωμοδοτήσεις προσώπων με ειδικές γνώσεις (άρθ. 390 ΚΠολΔ), όπως είναι οι τεχνικές εκθέσεις ιδιωτικής πραγματογνωμοσύνης, δεν συνιστούν ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, αλλά έγγραφο με ειδική ρύθμιση από το νόμο, το οποίο εκτιμάται ελεύθερα από το δικαστήριο της ουσίας, και κατά συνέπεια δεν απαιτείται να μνημονεύεται ειδικά από το εν λόγω δικαστήριο, ούτε ν` αντιδιαστέλλεται από τα άλλα αποδεικτικά έγγραφα και γενικότερα από τα άλλα αποδεικτικά μέσα, που λήφθηκαν υπόψη για το σχηματισμό της κρίσης αυτού (ΟλΑΠ 848/1981, ΑΠ 1114/2008, ΑΠ 996/2007), σε αντίθεση προς τις εκθέσεις πραγματογνωμοσύνης που διατάχθηκαν από το δικαστήριο στο πλαίσιο της ανοιγείσας δίκης (άρθ. 368 επ.

ΚΠολΔ), που συνιστούν ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο και πρέπει να μνημονεύονται ειδικά (ΑΠ 145/2008, ΑΠ 1594/2007). Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Δυνάμει της υπ' αριθμ. ... σύμβασης πίστωσης με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό, η "..." η οποία μεταγενέστερα, με την υπ' αριθμ. ...

απόφαση της Επιτροπής Πιστωτικών και Ασφαλιστικών Θεμάτων της Τραπέζης της Ελλάδος (ΦΕΚ Β/790/19-3-2012) τέθηκε σε καθεστώς ειδικής εκκαθάρισης και ανακλήθηκε η άδεια λειτουργίας της (εναγόμενη) χορήγησε στην Ι. Χ., μητέρα των εναγουσών, ως πιστούχο, πίστωση μέχρι του ποσού των 25.000.000 δρχ. (73.367,57 ευρώ), με εγγυητή τον Χ.

Χ. του Ι., σύζυγό της και πατέρα των εναγουσών. Την ίδια ημέρα, με την υπ' αριθμ. ... πρόσθετη πράξη, που υπέγραφαν οι αρχικώς συμβαλλόμενοι, τροποποιήθηκαν και συμπληρώθηκαν οι όροι της αρχικής σύμβασης παροχής πίστωσης. Στη συνέχεια, δυνάμει της υπ' αριθμ. 5933,1/19-6-2003 πρόσθετης πράξης, αυξήθηκε το όριο της χορηγηθείσας, με την αρχική σύμβαση πίστωσης κατά 36.632,43 ευρώ και έτσι ανήλθε συνολικά στο ποσό των 110.000 ευρώ.

Στην ως άνω πρόσθετη πράξη συμβλήθηκαν, πέραν των αρχικώς συμβαλλομένων και οι ενάγουσες, καθώς και ο αδελφός τους Ι. Χ., του Χ., ως εγγυητές, όπως προκύπτει από το κείμενο της ως άνω πράξης, όπου αναφέρονται τα ονόματά τους και υπάρχουν οι υπογραφές όλων των συμβαλλομένων. Όπως αναφέρεται στην ως άνω πράξη, συμβλήθηκαν με τους ίδιους όρους της αρχικής σύμβασης, όπως αυτή είχε τροποποιηθεί και ίσχυε, τους οποίους άπαντες οι συμβαλλόμενοι αναγνώρισαν και αποδέχθηκαν ανεπιφύλακτα, οι δε ενάγουσες, εγγυήθηκαν ως αυτοφειλέτριες, παραιτούμενες του δικαιώματος διζήσεως, για όλο το ποσό των 110.000 ευρώ.

Την ίδια ημέρα υπέγραφαν όλοι οι ανωτέρω συμβαλλόμενοι και το υπ' αριθμ. ... πρόσθετο σύμφωνο τροποποίησης σύμβασης πίστωσης, με το οποίο αναγνώρισαν και το χρεωστικό υπόλοιπο της σύμβασης. Όπως, αποδέχεται και η εναγόμενη, στις μεταγενέστερες πρόσθετες πράξεις, ήτοι το από 1/7/2005 πρόσθετο σύμφωνο, την υπ' αριθμ. ...

πρόσθετη πράξη αύξησης ποσού και το από 30/12/2011 πρόσθετο σύμφωνο, οι ενάγουσες δε συμβλήθηκαν. Στη συνέχεια η δανείστρια τράπεζα με την από 1/8/2011 εξώδικη δήλωσή της, που επιδόθηκε νόμιμα και στις ενάγουσες (βλ. τις υπ' αριθμ. ... και ... εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Πατρών Αθανασίου Μπερέτσου), κάλεσε όλους τους συμβαλλομένους, μεταξύ των οποίων και τις ενάγουσες, να τακτοποιήσουν τις οφειλές τους από την ως άνω σύμβαση και τις πρόσθετες πράξεις αυτής, διότι δεν εξυπηρετούνταν, περαιτέρω, δε, προέβη σε καταγγελία αρχικά του ως άνω από 30/12/2011 πρόσθετου συμφώνου χορήγησης δανείου κηρύσσοντας ληξιπρόθεσμο και απαιτητό ολόκληρο το άληκτο μέρος του χορηγηθέντος με αυτό δανείου ποσού 105.927,88 ευρώ, μετέφερε δε το υπόλοιπο του δανείου στον υπ' αριθμ. ...

λογαριασμό της υπ' αριθμ. ... σύμβασης πίστωσης, καλώντας όλους τους συμβληθέντες να εξοφλήσουν την ως άνω συνολική οφειλή, ποσού 216.221,93 ευρώ, πλέον τόκων από 23/10/2014, εντός 5 ημερών, άλλως όπως δήλωσε σε αυτούς θα προέβαινε σε καταγγελία και της υπ' αριθμ. ... σύμβασης πίστωσης. Όλα τα ανωτέρω γνωστοποίησε η εναγομένη και στις ενάγουσες με την κοινοποίηση προς αυτές του από 22/10/2014 εγγράφου υπό τον τίτλο "Εξώδικη-Δήλωση-Καταγγελία και πρόσκληση" (βλ.

τις υπ' αριθμ. ... εκθέσεις επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Πατρών Αλεξάνδρας Κρούσκου). Όμως, τόσο η πιστούχος όσο και οι εγγυητές δεν ρύθμισαν την ως άνω οφειλή τους και η εναγόμενη προέβη σε καταγγελία της αρχικής υπ' αριθμ. ... σύμβασης παροχής πίστωσης, έκλεισε τον υπ' αριθμ. ... λογαριασμό και μετέφερε το συνολικό κατάλοιπο, ποσού 217.724,08 ευρώ, πλέον τόκων από 11/11/2014 και εξόδων στον υπ' αριθμ. ...

λογαριασμό οριστικής καθυστέρησης, καλώντας όλους τους ενεχομένους, μεταξύ των οποίων και τις ενάγουσες, να εξοφλήσουν την οφειλή εντός πέντε ημερών από την κοινοποίηση της εξώδικης δήλωσης - καταγγελίας. Όλα τα ανωτέρω, με αντίγραφα των καρτελών κίνησης των ανωτέρω λογαριασμών, γνωστοποίησε η εναγομένη στην πιστούχο, και σε όλους τους εγγυητές, μεταξύ των οποίων και στις ενάγουσες (βλ.

τις υπ' αριθμ. ... και ... εκθέσεις επίδοσης της ίδιας ως άνω δικαστικής επιμελήτριας). Επειδή, δε, στην ως άνω εξώδικη δήλωση αναγράφηκε εσφαλμένα ο αριθμός λογαριασμού οριστικής καθυστέρησης, η εναγομένη προέβη, με την από ... εξώδική δήλωσή της, σε διόρθωση του σχετικού σφάλματος της ως άνω εξώδικης δήλωσης και κάλεσε εκ νέου τους οφειλέτες, μεταξύ των οποίων και τις ενάγουσες, να εξοφλήσουν το οφειλόμενο ποσό.

Και η δήλωση αυτή γνωστοποιήθηκε στις ενάγουσες (βλ. τις υπ' αριθμ. ...και ... εκθέσεις επίδοσης της ίδιας ως άνω δικαστικής επιμελήτριας). Ακολούθως, κατόπιν αίτησης της εναγομένης και βάσει της προαναφερομένης υπ' αριθμ. ... σύμβασης πίστωσης και των προσθέτων αυτής πράξεων εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 341/2015 διαταγή πληρωμής της Δικαστού του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών, με την οποία άπαντες οι συμβαλλόμενοι, δηλαδή τόσο η πιστούχος όσο και όλοι οι εγγυητές, μεταξύ των οποίων και οι ενάγουσες, επιτάσσονταν να καταβάλλουν στην εναγομένη το συνολικό ποσό των 221.406,89 ευρώ, πλέον τόκων από 1/1/2015 και τόκων επί των τόκων ανά εξάμηνο και εξόδων, ευθυνόμενες, όμως, οι ενάγουσες αλληλεγγύως και εις ολόκληρον η κάθε μια με την πιστούχο και τους άλλους εγγυητές, μόνο μέχρι του ποσού των 110.000 ευρώ, για το οποίο σύμφωνα με τα παραπάνω αυτές (ενάγουσες) εγγυήθηκαν υπέρ της πιστούχου πρωτοφειλέτριας.

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι δυνάμει της υπ' αριθμ. ... σύμβασης πίστωσης με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό η συνεταιριστική τράπεζα "..." χορήγησε στον Χρήστο Χριστόπουλο, πατέρα των εναγουσών, ως πιστούχο, πίστωση μέχρι του ποσού των 15.000.000 δρχ. (44.020,54 ευρώ), με εγγυήτρια την Ι. Χ., σύζυγό του και μητέρα των εναγουσών.

Την ίδια ημέρα, με την υπ' αριθμ. ... πρόσθετη πράξη που υπέγραφαν οι αρχικώς συμβαλλόμενοι, τροποποιήθηκαν και συμπληρώθηκαν οι όροι αυτής. Με την υπ' αριθμ. 5934,1/23-8-2001 πρόσθετη πράξη, την οποία υπέγραφαν οι ίδιοι ως άνω συμβαλλόμενοι, αυξήθηκε το ποσό της πίστωσης κατά 29.347,03 ευρώ. Στη συνέχεια, δυνάμει της υπ' αριθμ. ...

πρόσθετης πράξης, αυξήθηκε το όριο της χορηγηθείσας, με την αρχική σύμβαση πίστωσης κατά 86.632,43 ευρώ και έτσι ανήλθε συνολικά στο ποσό των 160.000 ευρώ. Στην ως άνω πρόσθετη πράξη συμβλήθηκαν, πέραν των αρχικώς συμβαλλομένων, και οι ενάγουσες, καθώς και ο αδελφός τους Ι. Χ. του Χ., ως εγγυητές, όπως προκύπτει από το κείμενο της ως άνω πράξης, όπου αναφέρονται τα ονόματά τους και υπάρχουν οι υπογραφές όλων των συμβαλλόμενων.

Επίσης, όπως αναφέρεται στην ως άνω πράξη, συμβλήθηκαν με τους ίδιους όρους της αρχικής σύμβασης, όπως αυτή είχε τροποποιηθεί και ίσχυε και της πρόσθετης πράξης αύξησης του ποσού της πίστωσης, τους οποίους άπαντες οι συμβαλλόμενοι αναγνώρισαν και αποδέχθηκαν ανεπιφύλακτα, οι δε ενάγουσες, εγγυήθηκαν ως αυτοφειλέτριες, παραιτούμενες του δικαιώματος διζήσεως, για όλο το ποσό των 160.000 ευρώ.

Την ίδια ημέρα υπογράφηκε το υπ' αριθμ. ... πρόσθετο σύμφωνο τροποποίησης της αρχικής σύμβασης πίστωσης, ενώ την 1η/7/2005 υπογράφηκε από τους αρχικώς συμβαλλόμενους το πρόσθετο σύμφωνο της αρχικής σύμβασης πίστωσης. Τέλος, με την υπ' αριθμ. ... πρόσθετη πράξη, στην οποία δεν συμβλήθηκαν οι ενάγουσες, αυξήθηκε το ποσό της πίστωσης.

Στην συνέχεια, επειδή η ανωτέρω σύμβαση παροχής πίστωσης δεν εξυπηρετείτο, η εναγομένη προέβη σε καταγγελία αυτής, έκλεισε τον υπ' αριθμ. ... λογαριασμό και μετέφερε το υπόλοιπο αυτού στον υπ' αριθμ. ... λογαριασμό οριστικής καθυστέρησης, με συνολικό υπόλοιπο 50.955,20 ευρώ, πλέον τόκων από 18/10/2014 και εξόδων, κάλεσε δε τους συμβληθέντες, μεταξύ των οποίων και τις ενάγουσες, όπως εντός 5 ημερών εκφράσουν τυχόν αντιρρήσεις και να εξοφλήσουν το παραπάνω ποσό.

Την ανωτέρω καταγγελία γνωστοποίησε στις ενάγουσες η εναγομένη την 31η/10/2014 με την από 17/10/2014 εξώδικη δήλωση-καταγγελία, ενώ τους επέδωσε και αντίγραφα των καρτελών κίνησης των ως άνω λογαριασμών, (βλ. τις υπ' αριθμ. ...και ... εκθέσεις επίδοσης της ιδίας ως άνω δικαστικής επιμελήτριας). Ακολούθως, κατόπιν αίτησης της εναγόμενης και βάσει της προαναφερομένης υπ' αριθμ. ...

σύμβασης πίστωσης και των προσθέτων αυτής πράξεων εκδόθηκε η υπ' αριθμ... διαταγή πληρωμής της Δικαστού του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών, με την οποία άπαντες οι συμβαλλόμενοι, δηλαδή τόσο ο πιστούχος όσο και όλοι οι προαναφερόμενοι εγγυητές, μεταξύ των οποίων και οι ενάγουσες, επιτάσσονταν να καταβάλλουν στην εναγόμενη το συνολικό ποσό των 51.957,31 ευρώ, πλέον τόκων από 1/1/2015 και τόκων επί των τόκων ανά εξάμηνο και εξόδων, ευθυνόμενες, όμως, οι ενάγουσες αλληλεγγύως και εις ολόκληρον η κάθε μία με τον πιστούχο και τους άλλους εγγυητές μόνο μέχρι του ποσού των 160.000 ευρώ, για το οποίο σύμφωνα με τα παραπάνω αυτές (ενάγουσες) εγγυήθηκαν υπέρ του πιστούχου πρωτοφειλέτη.

Με βάση τα ανωτέρω γενόμενα δεκτά ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά προέκυψε ότι στις υπ' αριθμ. ... και ... συμβάσεις πίστωσης με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό που καταρτίστηκαν μεταξύ της Τράπεζας με την επωνυμία "..." και ήδη τελούσας υπό καθεστώς ειδικής εκκαθάρισης εναγομένης τράπεζας, ως δανείστριας, και των Ι.

Χ. συζ. Χ. Χ. (η πρώτη) και Χ. Χ., του Ι. (η δεύτερη), ως πιστούχων, δυνάμει των οποίων η εναγομένη Τράπεζα χορήγησε στους τελευταίους πιστώσεις επιχειρηματικών δανείων με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό που στη συνέχεια αυξήθηκαν διαδοχικά με τις προαναφερόμενες πρόσθετες (συμπληρωματικές) πράξεις, οι ενάγουσες συνέπραξαν ως εγγυήτριες υπέρ των ως άνω πιστούχων (πρωτοφειλετών) και εγγυήθηκαν ως αυτοφειλέτριες το χρέος αυτών μέχρι του ποσού των 110.000 ευρώ αναφορικά με την πρώτη σύμβαση πίστωσης και τις πρόσθετες αυτής πράξεις και μέχρι του ποσού των 160.000 ευρώ όσον αφορά τη δεύτερη σύμβαση πίστωσης και τις πρόσθετες αυτής πράξεις και εκάστη εκ των εναγουσών (εγγυητριών) έθεσε την υπογραφή της επί των προαναφερομένων προσθέτων πράξεων των αρχικών συμβάσεων πίστωσης αποτελούσες αναπόσπαστο μέρος και ένα ενιαίο σύνολο με αυτές, ενώ η εναγομένη Τράπεζα αποδέχθηκε τις δηλώσεις αυτές των εναγουσών (εγγυητριών).

Συνακολούθως, εφόσον αποδείχθηκε η ύπαρξη των γενεσιουργών στοιχείων που θεμελιώνουν τις μεταξύ των εναγουσών και της εναγομένης καταρτισθείσες συμβάσεις εγγύησης, τις οποίες μάχονται οι ενάγουσες ζητώντας την αναγνώριση της ανυπαρξία τους, καθώς και η εκ των υπόψη συμβάσεων εγγυήσεως ευθύνη των εναγουσών έναντι της εναγομένης, η αγωγή ως προς το πρώτο αίτημά της πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη.

Επομένως, το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο το οποίο με την εκκαλούμενη απόφασή του οδηγήθηκε στην ίδια κρίση και απέρριψε την αγωγή ως προς το πρώτο αίτημά της, έστω και με διαφορετική και εν μέρει εσφαλμένη αιτιολογία η οποία αντικαθίσταται και συμπληρώνεται με αυτήν της παρούσας απόφασης (άρθρο 534 Κ.Πολ.Δ.), δεν έσφαλε και πρέπει ακολούθως ο πρώτος (σχετικός) λόγος της έφεσης να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος.

Περαιτέρω, ο δεύτερος λόγος της έφεσης με τον οποίο οι εκκαλούσες παραπονούνται για το ό,τι το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο εσφαλμένα εκτίμησε ένσταση πλαστότητας τον προβαλλόμενο με τις έγγραφες προτάσεις τους ισχυρισμό περί άρνησης, δηλαδή έλλειψης της γνησιότητας των προσκομιζομένων από την εναγομένη ιδιωτικών εγγράφων των επιδίκων συμβάσεων πίστωσης μετά των προσθέτων αυτών πράξεων, επί των οποίων φέρεται να έχουν τεθεί οι υπογραφές τους υπό την ιδιότητα των εγγυητριών (άρθρο 457 παρ. 1 ΚΠολΔ) και ακολούθως τον απέρριψε ως απαράδεκτο ελλείψει ειδικής πληρεξουσιότητας (άρθρο 98 ΚΠολΔ) προς τον παραστάντα δικηγόρο τους αντί να διατάξει τη συμπλήρωση της έλλειψης αυτής και στη συνέχεια να τον ερευνήσει στην ουσία του και να λάβει υπόψη του και τη σχετική γραφολογική έκθεση που προσκόμισαν προς απόδειξη της βασιμότητάς του, όπως όφειλε για τον σχηματισμό της δικανικής του κρίσης, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Και τούτο, διότι, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο των εγγράφων προτάσεων των εναγουσών ενώπιον του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου αυτές, κατ' εκτίμηση ισχυρίστηκαν ότι οι φερόμενες ως τεθείσες από αυτές υπογραφές επί των ενδίκων συμβάσεων πίστωσης και των προσθέτων πράξεων αυτών δεν έχουν τεθεί από αυτές τις ίδιες (υπονοώντας ότι έχουν τεθεί από τρίτο πρόσωπο), ισχυρισμός ο οποίος συνιστά ένσταση πλαστότητάς των επί των εγγράφων αυτών φερομένων υπογραφών τους ως εγγυητριών ο οποίος ορθώς απορρίφθηκε από το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ως απαράδεκτος ελλείψει ειδικής πληρεξουσιότητας του παραστάντος δικηγόρου τους διά του οποίου εκπροσωπήθηκαν, αφού οι ίδιες δεν παρέστησαν στο Δικαστήριο (ΕΘ 2193/1987 Αρμ. 1988. 437), ενώ πρέπει να σημειωθεί πως ο περιεχόμενος σε αυτόν (ως άνω ισχυρισμό) ελάσσων ισχυρισμός περί αρνήσεως της γνησιότητας των επί των σχετικών εγγράφων υπογραφών τους ως εγγυητριών (ΑΠ 1610/1983 Δ16.236) ερευνήθηκε από το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ως στοιχείο θεμελιωτικό της ιστορικής βάσης του πρώτου αγωγικού αιτήματος και απορρίφθηκε, ενώ ως προς το αίτημα αυτό η υπόθεση μεταβιβάστηκε με ένδικη έφεση στο παρόν Δικαστήριο, από το οποίο επανακρίθηκε στην ουσία της με βάση τα όσα εκτέθηκαν ανωτέρω...".

Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, αφού αντικατέστησε τις αιτιολογίες της πρωτόδικης απόφασης, με την οποία είχε απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμη η αγωγή των αναιρεσειουσών, απέρριψε την έφεση αυτών κατά της ανωτέρω απόφασης. Όπως προκύπτει από το ως άνω περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο απέρριψε τον ισχυρισμό των αναιρεσειουσών περί μη γνησιότητας της υπογραφής τους ως εγγυητριών στις ένδικες συμβάσεις πίστωσης, και συγκεκριμένα α) στο με αριθ. 5933Β/19.6.2003 πρόσθετο σύμφωνο τροποποίησης σύμβασης πίστωσης με ανοιχτό αλληλόχρεο λογαριασμό και β)την πρόσθετη πράξη Νο 5934.2 από 19.6.2003 αύξησης του ποσού της σύμβασης Νο 5934 από 1/4/1999 χορήγησης πίστωσης ανοιχτού λογαριασμού, χωρίς να προβεί σε οποιαδήποτε μνεία ή σχολιασμό του νομίμως προσκομισθένος από τις αναιρεσείουσες στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο εγγράφου της από Μαΐου 2016 ιδιωτικής γνωμοδότησης της δικαστικής γραφολόγου Ι.

Τ., σύμφωνα με την οποία οι φερόμενες ως υπογραφές των εγγυητριών και νυν αναιρεσειουσών στα προαναφερόμενα έγγραφα δεν έχουν τεθεί από τα αναιρεσείουσες, αλλά από άλλο άτομο, δεχόμενο, χωρίς άλλη ειδικότερη παραδοχή, ότι "εκάστη εκ των εναγουσών (εγγυητριών) έθεσε την υπογραφή της επί των προαναφερομένων προσθέτων πράξεων των αρχικών συμβάσεων πίστωσης".

Έτσι όμως, και παρά τη διαλαμβανόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση γενική βεβαίωση αυτής ότι το Δικαστήριο έλαβε υπόψη όλα τα έγγραφα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, δεν καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο αλλά καταλείπονται ικανές αμφιβολίες, αν το Εφετείο για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα σχετικά με τον ισχυρισμό των αναιρεσειουσών περί μη γνησιότητας των ανωτέρω εγγράφων και την εγγυητική ευθύνη αυτών στις προαναφερόμενες συμβάσεις, έλαβε υπόψη και την ως άνω ιδιωτική γνωμοδότηση, αφού το εν λόγω έγγραφο είναι κρίσιμο αποδεικτικό στοιχείο και θα μπορούσε να είχε επηρεάσει το δικανικό συλλογισμό του Εφετείου επί των πιο πάνω ουσιωδών ζητημάτων, ενόψει και του γεγονότος ότι το βάρος απόδειξης της γνησιότητος των υπογραφών φέρει η εναγομένη/αναρεσίβλητη.

Επομένως, το Εφετείο, με το να μη λάβει υπόψη το ως άνω έγγραφο και να μην το συνεκτιμήσει (μαζί με τα άλλα αποδεικτικά μέσα), υπέπεσε στην πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ.11 περ.γ' ΚΠολΔ της παρά το νόμο μη λήψης υπόψη νομίμως προσκομισθέντος και επικληθέντος αποδεικτικού μέσου και, ως εκ τούτου, ο σχετικός τρίτος λόγος αναίρεσης, είναι βάσιμος.

Κατ' ακολουθίαν τούτων, παρελκούσης της έρευνας των λοιπών λόγων, οι οποίοι καλύπτονται από την αναιρετική εμβέλεια του ως άνω κριθέντος ως βασίμου λόγου, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση στο σύνολό της, να παραπεμφθεί η υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο δικαστήριο που εξέδωσε την απόφαση, συντιθέμενο από άλλους δικαστές (άρθρο 580 § 3 ΚΠολΔ), να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου στις αναιρεσείουσες και να καταδικαστεί η ηττηθείσα αναιρεσίβλητη στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσειουσών (άρθρα 176, 183, 189 § 1 και 191 § 2 ΚΠολΔ) κατά τα στο διατακτικό εκτιθέμενα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την αίτηση των: 1) Γ. Χ. και 2) Π. Χ. για αναίρεση της υπ' αριθ. 303/2017 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πατρών.

Αναιρεί την 96/2020 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πατρών.

Παραπέμπει την υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές.

Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου στις αναιρεσείουσες. Και

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσειουσών εκ ποσού τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Νοεμβρίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 30 Νοεμβρίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ