1995/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΜε την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η υπ' αριθ. 2098/2103 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, που εκδόθηκε κατά την τακτική διαδικασία ερήμην του πρώτου των εφεσιβλήτων και αντιμωλία των λοιπών διαδίκων. Με την απόφαση αυτή έγινε δεκτή η από 29.6.2011 έφεση της αναιρεσίβλητης και αφού εξαφανίστηκε η εκκαλούμενη υπ' αριθ. 15219/2011 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης ως προς τους ήδη αναιρεσείοντες και τότε δεύτερο, τρίτη και τέταρτο των εφεσιβλήτων, ως προς τους οποίους είχε με την απόφαση αυτή απορριφθεί η από 30.4.2009 αγωγή της αναιρεσίβλητης, ενώ έγινε δεκτή ως προς τον πρώτο των μετέπειτα εφεσιβλήτων και υποχρεώθηκε αυτός να καταβάλει νομιμοτόκως στην αναιρεσίβλητη το ποσό των 177.333,75 ευρώ, που αφορά ασφάλιστρα, τα οποία αν και εισέπραξε αυτός για λογαριασμό της, αρνήθηκε να της τα αποδώσει και παράνομα τα ιδιοποιήθηκε, δέχθηκε ακολούθως η εφετειακή απόφαση την ένδικη αγωγή κατά την κύρια βάση της και ως προς τους ήδη αναιρεσείοντες και υποχρέωσε αυτούς, που έκρινε ότι ευθύνονται κατά το άρθρ. 479 ΑΚ για το παραπάνω χρέος του πρώτου των εφεσιβλήτων, να καταβάλουν εις ολόκληρο μ' αυτόν στην αναιρεσίβλητη το εν λόγω χρέος μέχρι του ποσού μεν των 125.000 ευρώ καθένας από τους δυο πρώτους των αναιρεσειόντων και μέχρι του ποσού των 70.000 ευρώ ο τρίτος αυτών.
Legislator headnote
AI generated1995/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Καθιερώνεται έτσι με το παραπάνω άρθρο αναγκαστική από το νόμο σωρευτική αναδοχή των χρεών κατά την έννοια του άρθρ. 477 του ΑΚ και δημιουργείται συνεπώς παθητική εις ολόκληρο ενοχή μεταξύ του μεταβιβάζοντος και του αποκτώντος, από τους οποίους ο μεν πρώτος ευθύνεται απεριόριστα, ο δε δεύτερος περιορισμένα, μέχρι την αξία των μεταβιβαζόμενων περιουσιακών στοιχείων κατά τον χρόνο της μεταβίβασης.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1995 / 2014 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1995/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Ζευγώλη, Γεώργιο Λέκκα, Πηνελόπη Ζωντανού και Αλτάνα Κοκκοβού, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 22 Σεπτεμβρίου 2014, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Χ. Ο. του Σ., 2) Κ. Μ. του Ι., 3) Ι. Μ. του Σ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Σαραντόπουλο και κατέθεσαν προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Εταιρείας Περιορισμένης Ευθύνης με την επωνυμία "ΓΝΩΜΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΕΣ ΠΡΑΚΤΟΡΕΥΣΕΙΣ Ε.Π.Ε.", που εδρεύει στο Πανόραμα Θεσσαλονίκης και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ηλία Αγγελακόπουλο και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30/4/2009 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 15219/2011 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2098/2013 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης, όπως αυτή διορθώθηκε με την 1331/2014 απόφαση του ιδίου Δικαστηρίου, ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 20/12/2013 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Αλτάνα Κοκκοβού ανέγνωσε την από 24/4/2014 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του παρόντος Δικαστηρίου Αρεοπαγίτη Δημητρίου Κράνη, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης κατά της υπ' αριθμ. 2098/2013 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης, να απορριφθούν οι λοιποί λόγοι της αίτησης αυτής και να αναιρεθεί η ως άνω απόφαση.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η υπ' αριθ. 2098/2103 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, που εκδόθηκε κατά την τακτική διαδικασία ερήμην του πρώτου των εφεσιβλήτων και αντιμωλία των λοιπών διαδίκων. Με την απόφαση αυτή έγινε δεκτή η από 29.6.2011 έφεση της αναιρεσίβλητης και αφού εξαφανίστηκε η εκκαλούμενη υπ' αριθ. 15219/2011 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης ως προς τους ήδη αναιρεσείοντες και τότε δεύτερο, τρίτη και τέταρτο των εφεσιβλήτων, ως προς τους οποίους είχε με την απόφαση αυτή απορριφθεί η από 30.4.2009 αγωγή της αναιρεσίβλητης, ενώ έγινε δεκτή ως προς τον πρώτο των μετέπειτα εφεσιβλήτων και υποχρεώθηκε αυτός να καταβάλει νομιμοτόκως στην αναιρεσίβλητη το ποσό των 177.333,75 ευρώ, που αφορά ασφάλιστρα, τα οποία αν και εισέπραξε αυτός για λογαριασμό της, αρνήθηκε να της τα αποδώσει και παράνομα τα ιδιοποιήθηκε, δέχθηκε ακολούθως η εφετειακή απόφαση την ένδικη αγωγή κατά την κύρια βάση της και ως προς τους ήδη αναιρεσείοντες και υποχρέωσε αυτούς, που έκρινε ότι ευθύνονται κατά το άρθρ. 479 ΑΚ για το παραπάνω χρέος του πρώτου των εφεσιβλήτων, να καταβάλουν εις ολόκληρο μ' αυτόν στην αναιρεσίβλητη το εν λόγω χρέος μέχρι του ποσού μεν των 125.000 ευρώ καθένας από τους δυο πρώτους των αναιρεσειόντων και μέχρι του ποσού των 70.000 ευρώ ο τρίτος αυτών.
Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566§1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577§1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς τους λόγους της (άρθρ. 577§3 ΚΠολΔ ). 2. Κατά το άρθρ. 479 του ΑΚ, αν με σύμβαση μεταβιβάστηκε περιουσία ή επιχείρηση, αυτός που αποκτά ευθύνεται απέναντι στο δανειστή έως την αξία των μεταβιβαζόμενων στοιχείων για τα χρέη που ανήκουν στην περιουσία ή στην επιχείρηση, εξακολουθεί όμως να υπάρχει και η ευθύνη αυτού που μεταβιβάζει, ενώ αντίθετη συμφωνία μεταξύ των συμβαλλομένων, που βλάπτει τους δανειστές, είναι άκυρη απέναντί τους.
Καθιερώνεται έτσι με το παραπάνω άρθρο αναγκαστική από το νόμο σωρευτική αναδοχή των χρεών κατά την έννοια του άρθρ. 477 του ΑΚ και δημιουργείται συνεπώς παθητική εις ολόκληρο ενοχή μεταξύ του μεταβιβάζοντος και του αποκτώντος, από τους οποίους ο μεν πρώτος ευθύνεται απεριόριστα, ο δε δεύτερος περιορισμένα, μέχρι την αξία των μεταβιβαζόμενων περιουσιακών στοιχείων κατά τον χρόνο της μεταβίβασης.
Ως περιουσία νοείται το σύνολο των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων που είναι δυνατόν να αποτιμηθούν και συνιστούν το ενεργητικό της, πρέπει δε αυτή να μεταβιβάζεται στο σύνολό της για να έχει εφαρμογή το άρθρ. 479 του ΑΚ, με εξαίρεση τα ασήμαντης αξίας στοιχεία της. Μεταβίβαση περιουσίας κατά την έννοια του άρθρου αυτού αποτελεί και η μεταβίβαση μεμονωμένου στοιχείου, εφόσον αυτό είναι όλο το ενεργητικό της ή το σημαντικότερο ποσοστό της.
Σε κάθε περίπτωση πρέπει κατά το χρόνο της μεταβίβασης να γνωρίζει ο αποκτών ότι του μεταβιβάζεται η όλη περιουσία ή το σημαντικότερο ποσοστό της, θεωρείται δε ότι υπάρχει η γνώση αυτή και όταν ενόψει των συνθηκών, υπό τις οποίες έγινε η μεταβίβαση, γνώριζε ο αποκτών την εν γένει περιουσιακή κατάσταση του μεταβιβάζοντος και μπορούσε να αντιληφθεί ότι η μεταβιβαζόμενη περιουσία αποτελούσε το σύνολο αυτής ή το σημαντικότερο ποσοστό της.
Αντίθετα δεν απαιτείται να γνώριζε αυτός τα ανήκοντα στην περιουσία χρέη κατά το χρόνο της μεταβίβασής της ούτε απαιτείται αυτά να είχαν αναγνωριστεί μέχρι τότε δικαστικώς σε δίκη μεταξύ του μεταβιβάζοντος οφειλέτη και του δανειστή, νοούνται δε ως χρέη της περιουσίας που μεταβιβάστηκε, όλα πλην των προσωποπαγών, δηλαδή ανεξάρτητα από τη φύση τους ως συμβατικών χρεών ή από αδικοπραξία, αρκεί η γενεσιουργός νομική αιτία τους να υπήρχε κατά το χρόνο της μεταβίβασης.
Με την έννοια αυτή περιλαμβάνονται στα χρέη της περιουσίας και όσα κατά το χρόνο της μεταβίβασης τελούν υπό προθεσμία ή αίρεση, καθώς και εκείνα που προέρχονται από μεταβολή ή επέκταση της ενοχής, εφόσον αυτή υπήρχε κατά το χρόνο τη μεταβίβασης. Η ρύθμιση του άρθρ. 479 του ΑΚ ισχύει και όταν ολόκληρη η περιουσία ή η επιχείρηση του οφειλέτη μεταβιβάζεται σε άλλον όχι με μία πράξη, αλλά με περισσότερες μεταβιβαστικές πράξεις και μάλιστα είτε συγχρόνως είτε διαδοχικά, με την προϋπόθεση, όμως, στην τελευταία περίπτωση, οι πράξεις να αποτελούν μεταξύ τους ενότητα, δηλαδή να βρίσκονται σε στενή χρονική και οικονομική σχέση.
Όταν όμως το σύνολο της περιουσίας ή της επιχείρησης μεταβιβάζεται τμηματικά σε περισσότερα διαφορετικά πρόσωπα, δεν εφαρμόζεται το άρθρ. 479 του ΑΚ, εκτός αν εκείνοι που αποκτούν γνωρίζουν ότι οι περισσότερες συμβάσεις έγιναν με τον αυτό σκοπό της μεταβίβασης της περιουσίας ή της επιχείρησης ως συνόλου, οπότε συνευθύνονται κατά το μέτρο της αξίας του τμήματος περιουσίας που αποκτούν ( ΑΠ 1129/1983, ΝοΒ 1984.667? 377/1987, ΝοΒ 1988.562? 829/2003? 909/2010? 910/2010 ?451/2011).
Τέλος, κατά την έννοια του λόγου αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει συνεπώς εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (Ολ ΑΠ 1/1999, ΕλλΔνη 1999.270? 26/2004? ΑΠ 2267/2013).
Δηλαδή, ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται μόνον όταν η πλημμέλεια αφορά παράβαση κανόνων ουσιαστικής φύσης και όχι δικονομικών διατάξεων, που ρυθμίζουν τη διαδικασία. Αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση, στην παρακώλυση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας κατ' αυτό τον τρόπο την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στην ένδικη περίπτωση είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (Ολ ΑΠ 15/2006, ΕλλΔνη 2006.1324).
Δηλαδή δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Συνακόλουθα τα επιχειρήματα ή οι κρίσεις του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματός του και επομένως αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 1266/2011).
Σε κάθε περίπτωση ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι ορισμένος, εφόσον στο αναιρετήριο αναφέρεται σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια ή η αντιφατικότητα των αιτιολογιών της απόφασης, δηλαδή εφόσον προσδιορίζεται ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις σε σχέση με νόμιμο ισχυρισμό, που παραδεκτά προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, ώστε από το ίδιο το αναιρετήριο να προκύπτει η αποδιδόμενη στην απόφαση νομική πλημμέλεια (Ολ ΑΠ 20/2005, ΕλλΔνη 2005.710).
Στη συγκεκριμένη περίπτωση προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρ. 561§2 ΚΠολΔ) ότι αυτή, διαβεβαιώνοντας ότι έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, που προσκόμισαν με επίκληση οι διάδικοι, δέχθηκε, μεταξύ άλλων, ως προς την ουσία της υπόθεσης και τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Δυνάμει της καταρτισθείσης την 24.5.2005 στην Θεσσαλονίκη μεταξύ της ενάγουσας εταιρείας (ήδη αναιρεσίβλητης) και του πρώτου των εναγομένων Ν.
Μ. συμβάσεως, αυτή (ασφαλιστική πράκτορας) ανέθεσε σ' αυτόν την έναντι προμήθειας διαμεσολάβηση για την κατάρτιση ασφαλιστικών συμβάσεων στην περιφέρεια της νήσου Λέρου, την είσπραξη των ποσών των ασφαλίστρων και την απόδοσή τους στην ενάγουσα μετ' αφαίρεση του αναλογούντος ποσοστού της προμήθειάς του.
Η σύμβαση λειτούργησε μέχρι την 12.2.2009, οπότε η ενάγουσα την κατήγγειλε δια της επιδοθείσης στον πρώτο εναγόμενο από 9.2.2009 εξωδίκου δηλώσεώς της, επικαλούμενη μη απόδοση των εισπραττόμενων ασφαλίστρων... Το ποσό των ασφαλίστρων, το οποίο εισέπραξε και δεν απέδωσε στην ενάγουσα εταιρεία... ο πρώτος εναγόμενος είναι 177.333,75 ευρώ...
Ο εναγόμενος αυτός... προέβη την 26.1.2009 στην πώληση και μεταβίβαση κατά κυριότητα δυο ακινήτων, κειμένων εντός του οικισμού Δρυμώνα της νήσου Λέρου, αποτελούντων αρχικώς ένα ενιαίο ακίνητο, συνολικής εκτάσεως 2.784,40 m2... Ειδικότερα ο ως άνω οφειλέτης δυνάμει του υπ' αριθ. .../26.1.2009 συμβολαίου της συμβολαιογράφου Λέρου Ειρήνης Χρυσοβαλλάντη - Ταχλιαμπούρη...
μεταβίβασε στον δεύτερο και στην τρίτη των εναγομένων κατ' ισομοιρίαν, έναντι πιστωθέντος τιμήματος 57.558,98 ευρώ, ένα οικόπεδο εμβαδού 2.130,60 m2, μετά των επ' αυτού δυο διωρόφων οικιών στο στάδιο της τοιχοποι?ας... Η αντικειμενική αξία του ακινήτου αυτού προσδιορίστηκε σε 62.681,88 ευρώ, ενώ η εμπορική του αξία κατά το χρόνο της μεταβιβάσεώς του υπολογίζεται σε 250.000 ευρώ περίπου.
Επίσης, δυνάμει του υπ' αριθ. 1457/26.1.2009 συμβολαίου της αυτής συμβολαιογράφου ο πρώτος εναγόμενος μεταβίβασε στον τέταρτο των εναγομένων, πατέρα της τρίτης αυτών, το εμβαδού 473,80 m2 οικόπεδο εκ του προδιαληφθέντος αρχικώς ενιαίου οικοπέδου..., μετά του επ' αυτού ισογείου κτίσματος, έναντι πιστωθέντος τιμήματος 11.113,52 ευρώ και αντικειμενικής αξίας 13.266,92 ευρώ, πραγματικής όμως εμπορικής αξίας 70.000 ευρώ.
Τα ως άνω ακίνητα αποτελούσαν τα μόνα ακίνητα στην περιουσία του οφειλέτη και το σύνολο του ενεργητικού αυτής, άλλως το πλέον σημαντικό τμήμα αυτής, λαμβανομένου υπόψη ότι και ο ίδιος ο οφειλέτης δεν αρνήθηκε ότι εστερείτο ετέρου περιουσιακού στοιχείου για την ικανοποίηση της επίδικης αξιώσεως της ενάγουσας...
Περαιτέρω οι δεύτερος, τρίτη και τέταρτος των εναγομένων, κάτοικοι άπαντες του οικισμού Δρυμώνα νήσου Λέρου, γνώριζαν ότι κατά το χρόνο των μεταβιβάσεων, την 26.1.2009, αποκτούσαν το σύνολο του ενεργητικού της περιουσίας του οφειλέτη, καθόσον τα προπεριγραφόμενα ακίνητα ήταν τα μόνα εγγεγραμμένα στη μερίδα του στο Υποθηκοφυλακείο της Λέρου και τα μόνα γνωστά σ' αυτούς, ενώ δεν απεδείχθη ότι είχαν έστω και πληροφορία κατά το χρόνο της μεταβιβάσεως για την ύπαρξη μη εμφανών, αλλά ίσης αξίας περιουσιακών στοιχείων στην κυριότητα του πωλητή.
Πρέπει επίσης να λεχθεί ότι οι επίδικες μεταβιβάσεις διενεργήθηκαν μεταξύ φίλων και συγγενών, με δυο ταυτόχρονες ενώπιον της ίδιας συμβολαιογράφου πράξεις και με πίστωση του τιμήματος... Οι αγοραστές τελούσαν σε γνώση ότι μεταβιβάστηκε σ' αυτούς η όλη περιουσία του οφειλέτη ή το πλέον σημαντικό τμήμα του ενεργητικού αυτής, η οποία γνώση θεωρείται ότι υπάρχει και εν όψει των συνθηκών υπό τις οποίες διενεργήθηκε η μεταβίβαση, οι δε εναγόμενοι αγοραστές γνώριζαν την εν γένει περιουσιακή κατάσταση του μεταβιβάζοντος οφειλέτη, είχαν ενιαίο δόλο κατά το χρόνο της προς αυτούς μεταβιβάσεως και μπορούσαν να αντιληφθούν ότι τα δυο ακίνητα...
αποτελούσαν όλο το ενεργητικό της περιουσίας του. Απεδείχθη επίσης ότι επί του εμβαδού 2.130,60 m2 οικοπέδου ενεγράφησαν την 27.5.2009 δυο προσημειώσεις υποθήκης για το ποσό των 69.070 και 225.600 ευρώ προς ασφάλιση απαιτήσεως της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος λόγω στεγαστικού δανείου, χορηγηθέντος στους δεύτερο και τρίτη των εναγομένων (συζύγους)....".
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο έκρινε ότι ο δεύτερος, η τρίτη και ο τέταρτος των εναγομένων και ήδη αναιρεσείοντες ευθύνονται εις ολόκληρο με τον πρώτο των εναγομένων για το χρέος του προς την αναιρεσίβλητη, ύψους 177.333,75 ευρώ. Ακολούθως το Εφετείο, αφού εξαφάνισε ως προς αυτούς την πρωτόδικη απόφαση που είχε κρίνει διαφορετικά, δέχθηκε ως προς τους ίδιους την ένδικη αγωγή κατά την κύρια βάση της από το άρθρ. 479 ΑΚ, ενώ δεν ασχολήθηκε κατά τα λοιπά με την επικουρική βάση της αγωγής με αίτημα αυτής τη διάρρηξη ως καταδολιευτικών των επίδικων μεταβιβάσεων, αφού παρείλκε πλέον η έρευνα της βάσης αυτής.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού διέλαβε σ' αυτή ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς το αποδεικτικό του πόρισμα ότι οι αναιρεσείοντες γνώριζαν ή μπορούσαν έστω να αντιληφθούν με βάση τις συνθήκες υπό τις οποίες ο Ν. Μ. πώλησε σ' αυτούς τα επίδικα ακίνητά του ότι αυτά αποτελούσαν κατά το χρόνο της μεταβίβασής τους το σύνολο ή το σημαντικότερο τμήμα της περιουσίας του .Ειδικότερα το Εφετείο στήριξε τη γνώση αυτή των αναιρεσειόντων στις αιτιολογίες ότι τα ακίνητα που αγόρασαν από το Ν.
Μ. ήταν τα μόνα εγγεγραμένα στη μερίδα του στο Υποθηκοφυλακείο της Λέρου και τα μόνα γνωστά σ' αυτούς, ότι δεν είχαν έστω και πληροφορία κατά το χρόνο της μεταβίβασης για την ύπαρξη μη εμφανών, αλλά ίσης αξίας περιουσιακών στοιχείων στην κυριότητα του πωλητή, ότι οι επίδικες μεταβιβάσεις διενεργήθηκαν μεταξύ φίλων και συγγενών, καθώς και στις ιδιαίτερες συνθήκες υπό τις οποίες διενεργήθηκαν οι μεταβιβάσεις.
Στις αιτιολογίες όμως αυτές δεν αναφέρονται με πληρότητα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου του άρθρου 479 ΑΚ και συγκεκριμένα σχετικά με τη θετική γνώση αυτών ως προς το γεγονός ότι τα ακίνητα που τους πώλησε ο Ν. Μ. αποτελούσαν κατά το χρόνο της μεταβίβασης το σύνολο ή το σημαντικότερο μέρος της περιουσίας του ή και τις ειδικές συνθήκες υπό τις οποίες έγιναν οι μεταβιβάσεις και μπορούσαν εξ αυτών εύλογα να αντιληφθούν την ποσοτική σχέση των μεταβιβαζομένων προς το σύνολο της άνω περιουσίας.
Η αναφορά ότι δεν υπήρχαν άλλα ακίνητα του Ν. Μ. στο Υποθηκοφυλακείο της Λέρου δεν αρκεί για την πληρότητα της αιτιολογίας, διότι από το γεγονός αυτό και μόνον δεν μπορούσαν οι αναιρεσείοντες να αντιληφθούν ότι με τις προς αυτούς μεταβιβάσεις εξαντλείτο η περιουσία του πωλητή, καθόσον δεν σημαίνει οπωσδήποτε ότι δεν υπήρχαν ακίνητά του σε άλλα μέρη κατά το χρόνο της μεταβίβασης και περαιτέρω δεν αποκλείει την ύπαρξη γενικώς περιουσίας και μάλιστα αφανούς η έλλειψη σχετικής πληροφόρησης των αναιρεσειόντων.
Ούτε εξάλλου η αόριστη επίκληση απλώς φιλικών σχέσεων αρκεί για τη δικαιολόγηση της απαιτούμενης, κατά τα άνω, γνώσης αυτών. Οι αναφερόμενες δε σχέσεις συγγενείας εντοπίζονται μεταξύ των αναιρεσειόντων και όχι μεταξύ αυτών και του πωλητή. Τέλος ούτε οι περιλαμβανόμενες στην προσβαλλόμενη απόφαση ειδικές συνθήκες υπό τις οποίες το Εφετείο υπονοεί ότι έγιναν οι μεταβιβάσεις αρκούν, διότι αυτές που ενδιαφέρουν εν προκειμένω, ως αναγόμενες στο χρόνο της μεταβίβασης, αφορούν στη συμπεριφορά και στις σχέσεις του πωλητή (οφειλέτη) και της αναιρεσίβλητης (δανειστού) και αναφέρονται σε υπόσχεση χάριν καταβολής του χρέους του πρώτου με την έκδοση εκ μέρους αυτού επιταγών σε διαταγή της δεύτερης και όχι σε ειδικές συνθήκες από τις οποίες προκύπτει δυνατότητα των αναιρεσειόντων να αντιληφθούν ότι τα μεταβιβαζόμενα ακίνητα αποτελούσαν το σύνολο ή το σημαντικότερο τμήμα της περιουσίας του πωλητή .
Συνεπώς είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός ο σχετικός πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Συνακόλουθα πρέπει η αίτηση αναίρεσης να γίνει δεκτή και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, ενώ παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων της αναίρεσης που αφορούν πλημμέλειες από του αριθμούς 8β και 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Στη συνέχεια πρέπει η υπόθεση να παραπεμφθεί για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές από αυτούς που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση κατά την παρ. 3 του άρθρου 580 ΚΠολΔ, όπως η παράγραφος αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 65 του ν. 4139/2013. Περαιτέρω, πρέπει να διαταχθεί ,κατά την παρ. 4 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, που προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ. 2 του ν. 4055/2012, η απόδοση στους αναιρεσείοντες του παραβόλου των τριακοσίων (300) ευρώ, που καταβλήθηκε απ' αυτούς με τα υπ' αριθ. 1620393, 1620394, 1620395, 9571, 9572 και 9573 παράβολα του Δημοσίου, όπως αυτά αναφέρονται στην υπ' αριθ. 288/23-12-2013 έκθεση κατάθεσης της αίτησης αναίρεσης που συντάχθηκε από τη γραμματέα του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Τέλος, τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, που δεν κατέθεσαν προτάσεις, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος της αναιρεσίβλητης, λόγω της ήττας της, κατά το σχετικό περί τούτου αίτημα αυτών, όπως στο διατακτικό ειδικότερα ( αρθ. 176,183,189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθ. 2098/2013 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, όπως διορθώθηκε με την υπ' αριθ. 1331/2014 απόφαση του ίδιου δικαστηρίου.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο παραπάνω Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές από αυτούς που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση.
Διατάσσει την απόδοση στους αναιρεσείοντες του παραβόλου των τριακοσίων (300) ευρώ, που καταβλήθηκε από αυτούς με τα υπ' αριθ. 1620393, 1620394, 1620395, 9571, 9572 και 9573 παράβολα του Δημοσίου.
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων (2000) ευρώ
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Οκτωβρίου 2014.
Δημοσιεύτηκε στο ακροατήριό του σε δημόσια συνεδρίαση στις 3 Νοεμβρίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ