Legislator Case Law & Legislation
1995/2008 AI generated

1995/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1995/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 15 Οκτωβρίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

1995/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Το επίδικο αποτελεί μια άγονη βραχώδη εδαφική έκταση, εν μέρει καλυπτόμενη από αστιβή και θυμάρι, που βρίσκεται στη θέση "..." .... της πρώην Κοινότητας ... και ήδη Δήμου ..... Έχει εμβαδόν 3.093 τ.μ., απεικονίζεται υπό στοιχεία ""Ζ,Α',Β',Γ',Δ',Ε',Ζ',Η,Θ ,Γ,Κ',Κ"Ι,Θ,Η,Ζ" στο από 22-11-96 τοπογραφικό διάγραµµα του Πολιτικού µηχ/κού ...

Keywords

AI generated
agricultural use space property right rural land ownership territorial scope of the Treaty exhaustion of resources ownerless property
AI generated
1148/2023
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9-12-2016 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου και την από 1-2-2017 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο .... Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 127ΤΜ/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 22/2021 του Μονομελούς Εφετείου Αιγαίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 31-5-2021 αίτησή του.
629/2024
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από … αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιά.
462/2019
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Πέτρο Σαλίχο-Εισηγητή, Ιωάννη Φιοράκη, Παρασκευή Καλαϊτζή και Γεώργιο Παπανδρέου, Αρεοπαγίτες.
12/2023
Στο σημείο αυτό, ο πληρεξούσιος των ως άνω αναιρεσιβλήτων, αφού έλαβε το λόγο από την Πρόεδρο, δήλωσε ότι: α) η υπό στοιχείο 1 αναιρεσίβλητη, απεβίωσε στις …, σύμφωνα με την προσκομισθείσα υπ' αριθμόν … ληξιαρχική πράξη θανάτου του ληξιάρχου του Δήμου … , και την παρούσα δίκη συνεχίζουν οι μοναδικοί εξ αδιαθέτου κληρονόμοι αυτής, υπό στοιχείο 2, 3, 4, 5, και 6 αναιρεσίβλητες, οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον ίδιο ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο και κατέθεσαν προτάσεις, β) η υπό στοιχείο 17 αναιρεσίβλητη, απεβίωσε στις …, σύμφωνα με την προσκομισθείσα υπ' αριθμόν … ληξιαρχική πράξη θανάτου του ληξιάρχου του Δήμου… , και την παρούσα δίκη συνεχίζουν οι μοναδικοί εξ αδιαθέτου κληρονόμοι αυτής, υπό στοιχείο 18 και 19 αναιρεσιβλήτοι, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον ίδιο ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο και κατέθεσαν προτάσεις.
850/2019
Supreme Court dismisses appeal against tax land ruling, upholding burden of proof allocation to the State.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1995 / 2008 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1995/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Μίμη Γραμματικούδη, Ιωάννη Σίδερη και Δημήτριο Μαζαράκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 15 Οκτωβρίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Χ, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Τριανταφύλλου.

Του αναιρεσίβλητου: Ελληνικού Δημοσίου, νόμιμα εκπροσωπουμένου από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιό του Παναγιώτη Αθανασούλη Πάρεδρο Ν.Σ.Κ. με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-8-2000 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Σύρου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 93/2001 του ίδιου Δικαστηρίου που παρέπεμψε την υπόθεση στο Μονομελές Πρωτοδικείο Σύρου λόγω αρμοδιότητας, 120ΤΜ/2002 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σύρου και 124/2006 του Εφετείου Αιγαίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 6-7-2007 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Μαζαράκης ανέγνωσε την από 6-10-2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, κατά το άρθρο 1033 ΑΚ για τη μεταβίβαση της κυριότητας ακινήτου απαιτείται συμφωνία μεταξύ του κυρίου και εκείνου που την αποκτά, ότι μετατίθεται σ' αυτόν η κυριότητα για κάποια νόμιμη αιτία. Η συμφωνία γίνεται με συμβολαιογραφικό έγγραφο και υποβάλλεται σε μεταγραφή. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι μεταξύ των προϋποθέσεων που απαιτούνται για την απόκτηση της κυριότητας ακινήτου με σύμβαση, που αποτελεί παράγωγο τρόπο κτήσης της κυριότητας, είναι, ότι ο μεταβιβάσας ήταν κύριος του ακινήτου που μεταβιβάστηκε.

Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1710, 1846, 1193, 1196, 1198 και 1199 προκύπτει ότι παράγωγο τρόπο κτήσης της κυριότητας ακινήτου αποτελεί και η κληρονομική διαδοχή. Συνακόλουθα, επί διεκδικητικής αγωγής ακινήτου, εφόσον γίνεται επίκληση κτήσης της κυριότητας με παράγωγο τρόπο πρέπει το επίδικο ακίνητο να ταυτίζεται με το ακίνητο που περιγράφεται στον μεταβιβαστικό τίτλο.

Εξάλλου, κατά το άρθρο 1045 ΑΚ, εκείνος που έχει στη νομή του για μια εικοσαετία πράγμα κινητό ή ακίνητο γίνεται κύριος με έκτακτη χρησικτησία, κατά δε το άρθρο 974 του ίδιου Κώδικα όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα (κατοχή) είναι νομέας, αν ασκεί την εξουσία αυτή με διάνοια κυρίου. Σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές για την κτήση της κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία απαιτείται άσκηση νομής επί συνεχή εικοσαετία, με τη δυνατότητα εκείνου που απέκτησε τη νομή του πράγματος με καθολική ή με ειδική διαδοχή να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και το χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του (άρθρο 1051 ΑΚ).

Άσκηση νομής, προκειμένου για ακίνητο, συνιστούν εμφανείς υλικές ενέργειες επάνω σ' αυτό που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του, με τις οποίες εκδηλώνεται η βούληση του νομέα να το εξουσιάζει. Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις των νόμων 8 παρ. 1 Κώδ. (7.39), 9 παρ. 1 Πανδ. (50.14), 2 παρ. 20 Πανδ. (41.4), 6 Πανδ. (44.3), 76 παρ. 1 Πανδ. (18.1) και 7 παρ. 3 Πανδ. (23.3) του προϊσχύσαντος βυζαντινορωμαϊκού δικαίου, μπορούσε να αποκτηθεί η κυριότητα ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία, κατόπιν άσκησης νομής πάνω σ' αυτό με καλή πίστη και διάνοια κυρίου επί μια συνεχή τριακονταετία, με τη δυνατότητα εκείνου που χρησιδέσποζε να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και το χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του, εφόσον είχε γίνει με νόμιμο τρόπο καθολικός ή ειδικός διάδοχος αυτού.

Για την ειδική δε διαδοχή και μάλιστα για τη μεταβίβαση της νομής του ακινήτου χρειαζόταν δικαιοπραξία, υποβαλλόμενη στον τύπο του συμβολαιογραφικού εγγράφου, σύμφωνα με το νόμο Τη' της 26/10-6/11-1856 "Περί μεταγραφής κ.λ.π.". Οι εν λόγω διατάξεις του Β.Ρ. δικαίου δεν καταργήθηκαν με το νόμο της 21-6/3-7-1837 "περί διακρίσεως δημοσίων κτημάτων", στο άρθρο 21 του οποίου ορίστηκε ότι "ως προς τον τρόπο κτήσεως και διατηρήσεως της ιδιοκτησίας των δημοσίων κτημάτων, εφαρμόζονται οι εν τω πολιτικώ νόμω διατάξεις".

Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων συνάγεται ότι η έκτακτη χρησικτησία χωρεί με τις προϋποθέσεις που εκτέθηκαν και σε δημόσια κτήματα, εφόσον όμως η τριακονταετής νομή αυτών είχε συμπληρωθεί μέχρι τις 11-9-1915, όπως αυτό προκύπτει από τις διατάξεις του ν. ΔΞΗ/1912 και τα αλλεπάλληλα διατάγματα "περί δικαιοστασίου", που εκδόθηκαν σε εκτέλεσή του, σε συνδυασμό με το άρθρο 21 του ν.δ. 22-4/26-5-1926 "περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης", αφού έκτοτε είχε ανασταλεί η λήξη κάθε παραγραφής δικαιωμάτων και του χρόνου χρησικτησίας, από δε τις 26-5-1926, που ακόμη ίσχυε η αναστολή αυτή, απαγορεύτηκε η παραγραφή των εμπραγμάτων δικαιωμάτων σε ακίνητα του Δημοσίου και συνεπώς δεν είναι δυνατή η απόκτηση από άλλον κυριότητας σε αυτά με χρησικτησία (Ολ.

ΑΠ 75/1987). Τέλος, κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση όταν στο αιτιολογικό που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα που έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε.

Αντιθέτως, η απόφαση δεν στερείται νόμιμης βάσης όταν οι πιο πάνω ελλείψεις αφορούν την εκτίμηση των αποδείξεων (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ ) και ειδικότερα αναφέρονται στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του πορίσματος, που εξάγεται από αυτές, αρκεί μόνο το πόρισμα να εκτίθεται με σαφήνεια (Ολ.ΑΠ 24/1992). Ως ζητήματα, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση της, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, δηλαδή εκείνοι, που τείνουν στη θεμελίωση ή την κατάλυση του δικαιώματος, που ασκήθηκε ως επιθετικό ή αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα απλά πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που σενέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τις οποίες η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατομένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναιρέσεως (ΑΠ 1345/2005).

Αντιφατικότητα των αιτιολογιών υπάρχει όταν, εξαιτίας της, δεν προκύπτει ποια πραγματικά περιστατικά δέχθηκε το δικαστήριο για να στηρίξει το διατακτικό, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί αν σωστά εφάρμοσε το νόμο (ΑΠ 164/1994). Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς περί πραγμάτων κρίση του τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά :

Το επίδικο αποτελεί μια άγονη βραχώδη εδαφική έκταση, εν μέρει καλυπτόμενη από αστιβή και θυμάρι, που βρίσκεται στη θέση "..." .... της πρώην Κοινότητας ... και ήδη Δήμου ..... Έχει εμβαδόν 3.093 τ.μ., απεικονίζεται υπό στοιχεία ""Ζ,Α',Β',Γ',Δ',Ε',Ζ',Η,Θ ,Γ,Κ',Κ"Ι,Θ,Η,Ζ" στο από 22-11-96 τοπογραφικό διάγραµµα του Πολιτικού µηχ/κού ...

και συνορεύει µε ιδιοκτησίες Ζ, ..., .... και ενάγουσας. Το όµορο και νοτιοδυτικά του επιδίκου, κείµενο αγροτικό ακίνητο της ενάγουσας χωρίζεται από το επίδικο κατά την πλευρά "ΑΈΤ ΔΈ'ΖΉ'ΘΊΚ'Κ'" του παραπάνω τοπογραφικού διαγράµµατος µε ξερολιθιά, γεγονός το οποίο υποδηλώνει την ανέκαθεν διαφορετική χρήση γης στα ακίνητα αυτά και συγκεκριµένα του καλλιεργήσιµου του ακινήτου της ενάγουσας και του άγονου και χρησιµεύοντος για τη βοσκή ζώων ήδη επιδίκου ακινήτου.

Το εν λόγω ακίνητο στις 3-6-97 µε την 1579 πράξη της Δ/νσεως Δασών του Νοµού Κυκλάδων χαρακτηρίσθηκε ως χορτολοβαδική έκταση του άρθρου 3 παρ. 6 περ. β' του ν. 998/1979, χαρακτηρισµός που κατέστη τελεσίδικος κατόπιν απορρίψεως, µε την 341/1998 απόφαση της Πρωτοβάθµιας Επιτροπής Επιλύσεως Δασικών Αµφισβητήσεων του Νοµού Κυκλάδων, που συγκροτήθηκε δυνάµει του άρθρου 10 παρ. 3 ν. 998/1979, της µε ηµεροµηνία 11-6-1997 προσφυγής της ενάγουσας κατά του παραπάνω χαρακτηρισµού του επιδίκου ακινήτου.

Προηγουµένως η ίδια Διεύθυνση Δασών µε το 680/5- 3-1997 έγγραφό της ενηµέρωνε την ενάγουσα, απαντώντας συγχρόνως στην από 22-11-1996 αίτησή της, ότι στο εν λόγω ακίνητο, ενόψει της προαναφερόµενης εδαφικής µορφολογίας του, ασκεί την δασοληπτική εποπτεία και διαχείριση. Η ενάγουσα ισχυρίζεται, συνεχίζει το Εφετείο, ότι είναι κυρία του εν λόγω ακινήτου δυνάµει του ...

συµβολαίου δωρεάς του συµβ/φου Σύρου Ι. Πρίντεζη, που έχει νόµιµα µεταγραφεί, το οποίο είχε μεταβιβάσει σ' αυτήν ο φερόµενός ως αληθής προκτήτοράς της και σύζυγός της Φ, στον οποίο, επίσης φέρεται ότι είχε περιέλθει (µαζί µε άλλα ακίνητα) από κληρονοµική διαδοχή του πατέρα του Ξ, δυνάµει της ... δηµόσιας διαθήκης του, που συντάχθηκε στον συµβολαιογράφο Ερµούπολης Μ.

Προβελέγγιο και η οποία νόµιµα δηµοσιεύθηκε, σε συνδυασµό µε την 330/86 συµβολαιογραφική πράξη δηλώσεως αποδοχής της εν λόγω κληρονοµίας (από τον Φ) στον συµβολαιογράφο Ερµούπολης Σύρου Μ. Προβελέγγιο που έχει νόµιµα µεταγραφεί. Στον Ξ το πιο πάνω ακίνητο φέρεται να έχει µεταβιβασθεί (µαζί µε άλλα ακίνητα), µε το ....

προικοσυµβόλαιο του συµβολαιογράφου Ερµούπολης Σύρου Σ. Ανδρούτσου, νοµίµως µεταγραφέvτoς από τον Φ. Τέλος, όπως η ενάγουσα ισχυρίζεται, στον Ξ το ίδιο ακίνητο, φέρεται να είχε περιέλθει από τον Φ, µε το ... προικοσύµφωνο του συµβολαιογράφου Π. Πολυδώρου, νοµίµως µεταγραφέvτoς. Από την επισκόπηση όµως των προαναφερόµενων και προσκοµιζόµενων, εκτός του υπ' αρ. ..

προικοσυµφώνου, κτητικών τίτλων κυριότητας, επί των οποίων η ενάγουσα στηρίζει τον παράγωγο τρόπο κτήσεως της κυριότητάς της επί του εν λόγω ακινήτου, δεν προκύπτει κατά τρόπο σαφή και βέβαιο ότι τούτο εµπεριέχεται στους τίτλους αυτούς. Ειδικότερα, στον απώτερο τίτλο που επικαλείται η ενάγουσα, δηλαδή στο προσκοµιζόµενο ...

προικοσυµβόλαιο του συµβολαιογράφου Ερµούπολης Σύρου Σ. Ανδρούτσου, ο φερόµενος ως απώτερος δικαιοπάροχός της, Ξ, απέκτησε ως προίκα, µεταξύ άλλων, από το Φ, στη θέση "..." .., τρία χωράφια οπωσδήποτε καλλιεργήσιµα, συνολικής εκτάσεως τριών στρεµµάτων, ένα σκληροχώραφο εκτάσεως ενός στρέµµατος και ένα "τεµάχιον σκληρής και πετρώδες", χωρίς να προσδιορίζεται η έκτασή του.

Τα ακίνητα αυτά δεν φέρεται να συνορεύουν µεταξύ τους. Στον αµέσως επόµενο τίτλο, που αποτελείται από την επίσης προσκοµιζόµενη 27680/1971 δηµόσια διαθήκη του Ξ ενώπιον του συµβολαιογράφου Ερµούπολης Σύρου Μ. Προβελέγγιου, ο παραπάνω προικολήπτης κληρονοµεί στο γιο του Φ, "ένα χωράφιον στη θέση ..., εκτάσεως 3 στρεµµάτων, µία σκληρή στην ίδια θέση παραπλεύρως του άνω χωραφιού, εκτάσεως 3 στρεµµάτων και ετέρα σκληρή κειµένη στην άλλη πλευρά του άνω χωραφιού, εκτάσεως 3 στρεµµάτων στην ίδια θέση ....", χωρίς ειδικότερη µνεία των ορίων των δύο σκληρών.

Με τον τίτλο κυριότητας της ενάγουσας και συγκεκριµένα με το προσκοµιζόµενο ... δωρητήριο συµβόλαιο του συµβολαιογράφου Σύρου Ι. Πρίντεζη, µεταβιβάζεται σ'αυτή "χωράφι εκτάσεως 3 στρεµµάτων και µία σκληρή δίπλα στο αναφερόµενο παραπάνω χωράφι, εκτάσεως, σύµφωνα µε νεώτερη καταµέτρηση, 6.406 τ.µ.", Από την ανάγνωση και την αντιπαραβολή των ως άνω τίτλων προκύπτει ότι το επίδικο περιλαµβάνεται µόνο στον τελευταίο απ' αυτούς και όχι στους προγενέστερους.

Συγκεκριµένα, σ' όλους τους προηγούµενους του .... δωρητήρίου συµβολαίου, τίτλους, το εµβαδόν του "χωραφιού" προσδιορίζεται στα τρία στρέµµατα, το εµβαδόν της µιας "σκληρής", στον µεν πρώτο τίτλο ( .... προικοσυµβόλαιο) ορίζεται στο ένα στρέµµα και της άλλης "σκληρής" το εµβαδόν µένει απροσδιόριστο. Στην .... δηµόσια διαθήκη, η έκταση του "χωραφιού" παραµένει η ίδια (τρία στρέµµατα), η έκταση της µιας "σκληρή;" τριπλασιάζεται (τρία στρέµµατα) και για πρώτη φορά ορίζεται το εµβαδόν της άλλης "σκληρής" στα τρία στρέµµατα, ως µοναδικό δε όριο αυτής τίθεται η πλευρά του "χωραφιού" που βρίσκεται απέναντι της πλευράς που συνορεύει µε την άλλη "σκληρή", µε εξαγόµενο λογικό συµπέρασµα το γεγονός της µη συνεχόµενης εκτάσεως των δύο "σκληρών".

Τέλος στο .... δωρητήριο συµβόλαιο, χωρίς κάποια δικαιολογία, διπλασιάζεται η επιφάνεια του ενός "σκληροχώραφου" στα 6.406 τ.µ. χωρίς όµως, να προκύπτει, όπως προαναφέρθηκε, το ενιαίο της εν λόγω εδαφικής εκτάσεως. Από τα παραπάνω συνάγεται, συνεχίζει το Εφετείο, ότι το τελευταίο "σκληροχώραφο" που περιγράφεται στον ως άνω τίτλο της ενάγουσας δεν ταυτίζεται µε τη "σκληρή" που περιγράφεται στους προγενέστερους τίτλους και συνεπώς, δεν είναι δυνατή η συναγωγή αποδεικτικού συµπεράσµατος για το κρίσιµο περιστατικό της κτήσεως από την ενάγουσα της κυριότητας του επίδικου εδαφικού τµήµατος των 3.093 τ.µ., όπως αυτό οριοθετείται παραπάνω, µε τον παράγωγο τρόπο που αυτή επικαλείται και ο οποίος στηρίζεται στους προµνηµονευόµενους νόµιµους τίτλους, αφού µε βάση και τον κανόνα του Βυζαντινορωµαϊκού Δικαίου που ισχύει, κανείς δεν µπορεί να µεταφέρει περισσότερο δίκαιο απ' ό,τι αυτός έχει.

Επισηµαίνεται ότι εξαιτίας της µη προσκοµιδής του .... προικοσυµφώνου του συµβολαιογράφου Π. Πολυδώρου, το οποίο αποτελεί τον τίτλο κτήσεως του απώτερου δικαιοπαρόχου της ενάγουσας Ξ, του οποίου άλλωστε η επίκληση ως "σχετικού", όπως συµβαίνει µε τους υπόλοιπους νόµιµους της ενάγουσας τίτλους, παραλείπεται από την ίδια µε τις από 5-12-2005 έγγραφες προτάσεις της, δεν µπορεί να συναχθεί συµπέρασµα, περί του εάν το επίδικο ακίνητο περιλαµβάνεται σ' αυτό, ώστε στη συνέχεια να ερευνηθεί τυχόν νοµότυπη κτήση τούτου από τον Ξ, ασχέτως του χαρακτηρισµού του, ως δηµόσιου κτήµατος, µε την επί τριακονταετία και έως την 11-9-1915, διάνοια κυρίου και καλή πίστη νοµή του, δηλαδή µε τις προϋποθέσεις της έκτακτης χρησικτησίας του Βυζαντινορωµαϊκού Δικαίου και των άρθρων 18, 21 του ν.

της 21.6/3-7-1837, 21 του νδ της 22.4/16-5-1926, 60 του ν. ΣΟΖ/1855 και 12 παρ. 1 του ν. ΔΝΖ/1912. Περαιτέρω, το Εφετείο δέχθηκε ότι δεν αποδείχθηκε ότι την ως άνω επίδικη εδαφική έκταση νεµήθηκαν διαδοχικά µε διάνοια κυρίου και µε την άδολη και ειλικρινή πεποίθηση ότι δεν προσβάλλουν επικρατέστερα δικαιώµατα τρίτων, δηλαδή µε καλή πίστη, οι µνηµονευόµενοι πιο πάνω άµεσος και απώτεροι δικαιοπάροχοι της ενάγουσας, ενεργώντας επ' αυτής τις πράξεις που αρµόζουν στη φύση και προορισµό της, συνεχώς και αδιαλείπτως από το 1923 έως την άσκηση της αγωγής, δεδοµένου µάλιστα ότι η εδαφική αυτή έκταση, όπως και παρατηρείται από τις εκατέρωθεν προσκοµιζόµενες φωτογραφίες, δεν εµφάνιζε ποτέ ίχνη καλλιέργειάς της, όπως άλλωστε προκύπτει και από την επισυναπτόµενη στην από 4-3-97 έκθεση αυτοψίας της δασολόγου ...

και του δασοπόνου ...., έκθεση φωτοερµηνείας της υπόψη εδαφικής περιοχής, µε ζεύγη φωτογραφιών της εν λόγω εδαφικής εκτάσεως, των ετών 1945 και 1988, αλλά ούτε ήταν δυνατόν οποιαδήποτε στοιχειώδης καλλιέργειά της, εφόσον το έδαφός της ήταν πετρώδες µε χορτολιβαδική βλάστηση, προσφερόµενη µόνο για βόσκηση ζώων.

Αντιθέτως, και όπως προαναφέρθηκε, καλλιεργήσιµο ήταν το όµορο ακίνητο της ενάγουσας, το οποίο είχε περισσότερο χώµα και από το οποίο το επίδικο ακίνητο διαχωριζόταν με πρόχειρη ξερολιθιά και ότι συνακόλουθα και η επικληθείσα από την ενάγουσα κτήση της κυριότητας του επίμαχου ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία δεν αποδεικνύεται.

Ακολούθως το Εφετείο, με βάση τις πιο π'πανω παραδοχές, απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας και επικύρωσε την πρωτόδικη 120ΤΜ/2002 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σύρου που είχε δεχθεί τα ίδια και είχε απορρίψει ως κατ' ουσίαν αβάσιμη την ένδικη αγωγή. Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς το κρίσιμο ζήτημα της μη κτήσεως κυριότητας επί του επίδικου ακινήτου εκ μέρους της ενάγουσας ούτε με παράγωγο ούτε με πρωτότυπο τρόπο, καθώς επίσης και ως προς τον από το αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο χαρακτηρισμό του ως χορτολιβαδικής εδαφικής εκτάσεως, εποπτευόμενης και διαχειριζόμενης από το ίδιο.

Ειδικότερα, σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις είναι οι αιτιολογίες της προσβαλλόμενης απόφασης : α') ότι δεν είναι συνεχόμενη η έκταση των δύο "σκληρών", αφού δέχτηκε ότι και κατά το επικαλούμενο και προσκομιζόμενο από την αναιρεσείουσα τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού ... το επίδικο χωρίζεται από την ιδιοκτησία της αναιρεσείουσας με ξερολιθιά, λόγω δε του άγονου του εδάφους χρησιμοποιείτο για τη βοσκή ζώων, β') ότι μόνο το επίδικο από τα δύο "σκληροχώραφα" με σχετική πράξη της Διεύθυνσης Δασών Νομού Κυκλάδων χαρακτηρίστηκε ως χορτολιβαδική έκταση, ενόψει της μορφολογίας του ως άγονη βραχώδη εδαφική έκταση εν μέρει καλυπτόμενη από αστιβή και θυμάρι, με αποτέλεσμα η Διεύθυνση Δασών να ασκεί την δασοληπτική εποπτεία και διαχείριση, γ') ότι η "σκληρή" δηλαδή το επίδικο που περιγράφεται στο επικαλούμενο και προσκομιζόμενο από την αναιρεσείουσα ...

δωρητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Σύρου Ι. Πρίντεζη δεν ταυτίζεται με τη σκληρή που περιγράφεται στους προγενέστερους τίτλους, αφού δέχθηκε ότι στο τελευταίο αυτό συμβόλαιο διπλασιάζεται η επιφάνεια της μιας σκληρής. Επομένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, και κατά τα τρία μέρη αυτού, με τον οποίο προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση αιτιάσεις από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.

Επειδή, κατά το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, για την ίδρυση του λόγου αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν πράγματι λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν από τους διαδίκους με επίκληση, τα οποία έχει το δικαστήριο υποχρέωση να λαμβάνει υπόψη του σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 340 και 346 ΚΠολΔ (ΑΠ 643/2001).

Εξάλλου, δεν θεμελιώνει λόγο αναίρεσης η παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας να μνημονεύσει στην απόφασή του ποια αποδεικτικά μέσα χρησιμοποιήθηκαν για άμεση και ποια για έμμεση απόδειξη ή να καθορίσει τη βαρύτητα που αποδόθηκε στο καθένα από αυτά ή τη σχέση και επιρροή εκάστου στα προς απόδειξη θέματα, από δε την αναφορά στην απόφαση μερικών από τα προσκομιζόμενα έγγραφα, γιατί έχουν ιδιαίτερη σημασία, δεν συνάγεται αναγκαστικά ότι δεν εκτιμήθηκαν και τα μη αναφερόμενα.

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο της αναίρεσης προβάλλεται κατά της προσβαλλόμενης απόφασης αιτίαση από τον αριθ. 11 περ. γ' άρθρου 559 ΚΠολΔ ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη παρά το νόμο τα ακόλουθα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκόμισε η αναιρεσείουσα με επίκληση, ήτοι α') την 2101/19 - 3 - 2002 βεβαίωση του Δημοτικού Διαμερίσματος ...

και β') την 22923/19 - 2 - 2002 ένορκη βεβαίωση μαρτύρων που λήφθηκε νομότυπα από το συμβολαιογράφο Ερμούπολης Μαξ. Ταλασλή. Ο λόγος αυτός της αναίρεσης είναι αβάσιμος, διότι από την υπάρχουσα στην προσβαλλόμενη απόφαση ρητή διαβεβαίωση, κατά την οποία το δικαστήριο έλαβε υπόψη "όλα ανεξαιρέτως τα εκατέρωθεν επικαλούμενα και προσκομιζόμενα έγγραφα" και από όλο το παραπάνω περιεχόμενο της απόφασης αυτής, καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη για τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος και συνεκτίμησε με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα και το παραπάνω έγγραφο του Δημοτικού Διαμερίσματος ...., ενώ έκανε ειδική μνεία ότι έλαβε υπόψη την 22923/19 - 2 - 2002 ένορκη βεβαίωση μαρτύρων.

Επειδή, κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 περ. β' ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως πράγματα νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος ( Ολ.ΑΠ 25/2003 ) καθώς και οι λόγοι έφεσης που αφορούν αυτοτελείς ισχυρισμούς.

Δεν αποτελούν πράγματα οι αιτιολογημένες αρνήσεις της αγωγής έστω και αν στηρίζουν λόγο έφεσης και επομένως δεν ιδρύεται ο λόγος της αναίρεσης αν δεν ληφθούν υπόψη. Επίσης ο αναιρετικός λόγος δεν ιδρύεται αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιοδήποτε τυπικό ή ουσιαστικό λόγο ( Ολ.ΑΠ 12/1991).

Στην προκείμενη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με τον τρίτο λόγο αναίρεσης μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλεια από τον αριθ. 8 περ. β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, γιατί το Εφετείο δεν δέχτηκε τον ισχυρισμό της ότι το σύνολο της ιδιοκτησίας της στην οποία εμπεριέχεται και η επίδικη έκταση ανήκε πάντοτε στους δικαιοπαρόχους της.

Ο λόγος αυτός της αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, εφόσον, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο έλαβε υπόψη τον πιο πάνω ισχυρισμό της αναιρεσείουσας και τον εξέτασε, αλλά τον απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμο. Επειδή, από τις διατάξεις του άρθρου 368 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η διάταξη πραγματογνωμοσύνης για συγκεκριμένο ζήτημα εναπόκειται στην κυριαρχική και μη ελεγχόμενη αναιρετικώς κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο ελεύθερα εκτιμά την ανάγκη της χρησιμοποιήσεως του αποδεικτικού αυτού μέσου, με εξαίρεση την περίπτωση κατά την οποία κάποιος από τους διάδικους ζητήσει την διεξαγωγή πραγματογνωμοσύνης και το δικαστήριο κρίνει ότι χρειάζονται όχι απλώς ειδικές αλλά, όπως προκύπτει από την αρχική στην καθαρεύουσα διατύπωση του πιο πάνω άρθρου, ιδιάζουσες γνώσεις επιστήμης ή τέχνης, κρίση που επίσης είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη.

Επομένως, αν δεν υπάρχει παραδοχή του δικαστηρίου ότι πρόκειται να κριθούν ζητήματα που απαιτούν για να γίνουν αντιληπτά ιδιάζουσες γνώσεις επιστήμης ή τέχνης, το να μη διατάξει τη διεξαγωγή πραγματογνωμοσύνης δεν δημιουργεί κανένα λόγο αναίρεσης από τους περιοριστικά προβλεπόμενους στο άρθρο 559 ΚΠολΔ. (ΑΠ 980/2007).

Συνεπώς, ο τέταρτος λόγος αναίρεσης κατά το μέρος που με αυτόν η αναιρεσείουσα υπό την επίκληση πλημμέλειας από το άρθρο 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ παραπονείται διότι το Εφετείο προκειμένου να κρίνει τη βασιμότητα του αγωγικού ισχυρισμού της ότι έγινε κυρία κατά τρόπο παράγωγο και πρωτότυπο του επίδικου ακινήτου δεν διέταξε πραγματογνωμοσύνη σχετικά με το θέμα κατά πόσο το επίδικο ακίνητο περιλαμβάνεται στο ..... προικοσύμφωνο του συμβολαιογράφου Π. Πολυδώρου, το οποίο όμως δεν προσκομίστηκε ούτε έγινε επίκλησή του στο δικαστήριο της ουσίας, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος ενόψει του ότι, όπως προκύπτει από το αναιρετήριο αλλά και από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, δεν υπάρχει παραδοχή του Εφετείου ότι για το εν λόγω ζήτημα απαιτούνται ιδιάζουσες γνώσεις επιστήμης ή τέχνης. Εξάλλου, ο ίδιος λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος κατά το μέρος που με αυτόν η αναιρεσείουσα υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ πλήττει την εκτίμηση από το Εφετείο. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), μειωμένα όμως κατά το άρθρο 22 ν. 3693/1957.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 6-7-2007 αίτηση της Χ για αναίρεση της 124/2006 αποφάσεως του Εφετείου Αιγαίου.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 2 Δεκεμβρίου 2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 30 Δεκεμβρίου 2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ