1995/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 4 Οκτωβρίου 2006, με την παρουσία και της γραμματέως Γραμματικής Κονταξή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated1995/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Εξάλλου κατά το άρθρο 559 αριθ.8 εδ.β΄Κ.Πολ.Δ., ιδρύεται λόγος αναιρέσεως αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο λόγος αυτός δεν στοιχειοθετείται αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη τον προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό.
Full text
Απόφαση 1995 / 2006 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1995/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Νικόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Καπερώνη, Σταύρο Γαβαλά, Ιωάννη Ιωαννίδη και Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 4 Οκτωβρίου 2006, με την παρουσία και της γραμματέως Γραμματικής Κονταξή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ..... που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημητρίου Κλειτσάκη.
Των αναιρεσίβλητων: 1) ..... και 2) Δήμου Αλιβερίου και ήδη Δήμου Ταμυνέων, που εκπροσωπείται νόμιμα. Δεν εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-11-1995 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσα, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Χαλκίδος. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 305/1996 του ίδιου Δικαστηρίου που παρέπεμψε την υπόθεση στο Μονομελές Πρωτοδικείο λόγω αρμοδιότητας,671/1999 μη οριστική 4/2002 οριστική του Μονομελούς πρωτοδικείου Χαλκίδας και 75/2004 του Εφετείου Αθηνών(Μεταβατική έδρα Χαλκίδας). Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 6-9-2004 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο η αναιρεσείουσα όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Μιχαήλ Θεοχαρίδης ανέγνωσε την από 25-9-2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης της 75/2004 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσα ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη των αντιδίκου στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
ΕΠΕΙΔΗ, από τις υπ' αριθμ. 9956/13-4-2006 και 9950/13-4-2006 εκθέσεις επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Χαλκίδας ....., προκύπτει ότι αντίγραφο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως με την πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση για συζήτηση επιδόθηκαν νομίμως και εμπροθέσμως, με επιμέλεια της αναιρεσείουσας που επισπεύδει τη συζήτηση, στους αναιρεσιβλήτους, οι οποίοι δεν εμφανίσθηκαν στο ακροατήριο κατά τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας και κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του οικείου πινακίου, ούτε υπέβαλαν την από το άρθρο 242 ΚΠολΔ δήλωση μη παραστάσως στο ακροατήριο. Επομένως πρέπει η συζήτηση να προχωρήσει σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι ( άρθρο 576 παρ. 1-2 ΚΠολΔ).
ΕΠΕΙΔΗ, κατά το άρθρο 520 του Κ.Πολ.Δ. το δικόγραφο της έφεσης πρέπει να περιέχει τα απαιτούμενα κατά τα άρθρα 118-120 του ίδιου Κώδικα στοιχεία και τους λόγους εφέσεως. Αν δεν υπάρχει λόγος έφεσης σαφής και ορισμένος το δικόγραφο αυτής κηρύσσεται άκυρο και αυτεπαγγέλτως και επομένως η έφεση απορρίπτεται. Συνίστανται δε οι λόγοι έφεσης σε ορισμένες αιτιάσεις κατά της εκκαλούμενης απόφασης , που αναφέρονται είτε σε παραλείψεις του εκκαλούντος, είτε σε νομικά ή πραγματικά σφάλματα του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου.
Στα τελευταία ανάγεται και η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, η οποία επαρκώς προσδιορίζεται όταν αναφέρεται στο εφετήριο ότι συνεπεία αυτής το πρωτοβάθμιο δικαστήριο οδηγήθηκε σε εσφαλμένο πόρισμα και διατακτικό, χωρίς να είναι αναγκαία η εξειδίκευση των σχετικών με την εκτίμηση των αποδείξεων σφαλμάτων, αφού το Εφετείο, λόγω του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της εφέσεως [άρθρο 522 Κ.Πολ.Δ.], είναι υποχρεωμένο να κρίνει την ορθότητα του διατακτικού με βάση την καθολική επανεκτίμηση της ουσίας της υποθέσεως και όχι με βάση τα τυχόν αποδιδόμενα ειδικότερα σφάλματα εκτιμήσεως.
Εξάλλου κατά το άρθρο 559 αριθ.8 εδ.β΄Κ.Πολ.Δ., ιδρύεται λόγος αναιρέσεως αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο λόγος αυτός δεν στοιχειοθετείται αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη τον προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό.
Στην προκειμένη περίπτωση από τα προσκομιζόμενα διαδικαστικά έγγραφα προκύπτει ότι με την υπ' αριθμ. 4/2004 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας έγινε εν μέρει δεκτή η από 20-11-1995 αγωγή της αναιρεσείουσας περί διεκδικήσεως των σ' αυτή ακινήτων, αναγνωρίσθηκε αυτή συγκυρία τούτων κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου και διατάχθηκαν οι εναγόμενοι , ήδη αναιρεσίβλητοι , να της αποδώσουν , κατά το εν λόγω ιδανικό μερίδιο, τα ακίνητα αυτά.
Κατά της ως άνω απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου άσκησαν από κοινού οι αναιρεσίβλητοι την από 22-7-2002 έφεση και τους από 25-7-2002 πρόσθετους λόγους αυτής. Με την έφεση αυτή , επί της οποίας εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, παρατίθεται στην αρχή το εσφαλμένο κατά τους εκκαλούντες-αναιρεσιβλήτους πόρισμα της εκκληθείσης αποφάσεως και ακολούθως πλήττεται η απόφαση αυτή, μεταξύ άλλων, διότι " έσφαλε επειδή δέχθηκε πράγματα αναπόδεικτα ως αποδειχθέντα και με εσφαλμένη κρίση περί την απόδειξη ...
δεν έκανε δεκτούς τους ισχυρισμούς των εκκαλούντων , αν και αυτοί αποδείχθηκαν με μάρτυρες και έγγραφα, ενώ αντίθετα αν είχε εκτιμήσει και αξιολογήσει σωστά το αποδεικτικό υλικό έπρεπε να απορρίψει στο σύνολό της την αγωγή της εφεσίβλητης".Ο λόγος αυτός εφέσεως είναι σαφής και ορισμένος και δεν καθίσταται ασαφής από το ότι δεν διαλαμβάνει ποιές συγκεκριμένα αποδείξεις δεν εκτιμήθηκαν σωστά και σε τι έγκειται η εσφαλμένη εκτίμησή τους, διότι, όπως εκτέθηκε, το Εφετείο μετά επανεκτίμηση της υποθέσεως ως συνόλου στην ουσία κρίνει την ορθότητα του διατακτικού της εκκαλούμενης αποφάσεως.
Επομένως το Εφετείο, κρίνοντας παραδεκτή την έφεση των αναιρεσιβλήτων, ως περιέχουσα τον πιο πάνω σαφή και ορισμένο λόγο έφεσης , και απορρίπτοντας έτσι τον προβληθέντα από την αναιρεσείουσα με τις προτάσεις της ισχυρισμό περί απαραδέκτου της έφεσης ,λόγω αοριστίας των λόγων της α)δεν παρέλειψε παρά το νόμο να λάβει υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και β) δεν παρέλειψε παρά το νόμο να κηρύξει ακυρότητα ή απαράδεκτο του δικογράφου της έφεσης, οι δε πρώτος και δεύτερος λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως, με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση αντίστοιχες από το άρθρο 559 αριθ. 8 και 14 του Κ.Πολ.Δ.
αιτιάσεις, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.
ΕΠΕΙΔΗ, επί διεκδικητικής αγωγής ακινήτου, στηριζόμενης σε παράγωγο τρόπο κτήσεως της κυριότητας, για το ορισμένο αυτής ,δεν απαιτείται να καθορίζεται στο δικόγραφο της αγωγής και ο τρόπος με τον οποίο έγινε κύριος ο δικαιοπάροχος του ενάγοντος. Εάν όμως ο εναγόμενος αμφισβητήσει ,με τις προτάσεις της πρώτης πρωτοβάθμιας συζήτησης της υποθέσεως, την κυριότητα του αμέσου δικαιοπαρόχου του ενάγοντος , τότε ο ενάγων υποχρεούται , κατ'επιτρεπτή, σύμφωνα με το άρθρο 224 ΚΠολΔ, συμπλήρωση της αγωγής, να καθορίσει με τις προτάσεις του της ίδιας πρώτης συζήτησης τον τρόπο κτήσης της κυριότητας από τον άμεσο δικαιοπάροχό του και αν είναι αναγκαίο, ενόψει των προβαλλομένων από τον εναγόμενο αμφισβητήσεων, και τον τρόπο κτήσης από τους απώτερους δικαιοπαρόχους του εωσότου φθάσει σε εκείνον που απέκτησε την κυριότητα με πρωτότυπο τρόπο, όπως η χρησικτησία.
Περαιτέρω κατά το άρθρο 1045 Α.Κ. εκείνος που έχει στη νομή του για μία εικοσαετία πράγμα κινητό ή ακίνητο γίνεται κύριος με έκτακτη χρησικτησία, κατά δε το άρθρο 974 του ίδιου Κώδικα όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα(κατοχή) είναι νομέας, αν ασκεί την εξουσία αυτή με διάνοια κυρίου. Σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές για την κτήση της κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία απαιτείται άσκηση νομής επί συνεχή εικοσαετία, με τη δυνατότητα εκείνου που απέκτησε τη νομή του πράγματος με καθολική ή με ειδική διαδοχή να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και το χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του .[άρθρο 1051 Α.Κ.].
Άσκηση νομής, προκειμένου για ακίνητο, συνιστούν εμφανείς υλικές ενέργειες επάνω σ'αυτό που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του, με τις οποίες εκδηλώνεται η βούληση του νομέα να το εξουσιάζει .Εξάλλου κατά τις διατάξεις των άρθρων 1041, 1042 και 1044 του Α.Κ. για την κτήση κυριότητας ακινήτου με τακτική χρησικτησία απαιτούνται φυσική εξουσίαση αυτού με διάνοια κυρίου (νομή) ,καλή πίστη, που πρέπει να υπάρχει κατά την κτήση της νομής, νόμιμος τίτλος και παρέλευση δεκαετίας στη νομή του πράγματος, για τη συμπλήρωση της οποίας (δεκαετίας) ο χρησιδεσπόζων μπορεί να συνυπολογίσει και το χρόνο χρησικτησίας του δικαιοπαρόχου του.
Ενόψει των προεκτεθέντων, για το ορισμένο, σύμφωνα με τα άρθρα 111παρ.1,118 εδ.4 και 216 παρ.1Κ.Πολ.Δ.,της διεκδικητικής ακινήτου αγωγής, η οποία στηρίζεται σε πρωτότυπο τρόπο κτήσης της κυριότητας και ειδικότερα σε κτήση αυτής με τακτική και με έκτακτη χρησικτησία πρέπει να αναφέρονται στην αγωγή οι προπαρατιθέμενες για καθεμιά από αυτές προϋποθέσεις, μεταξύ των οποίων και συγκεκριμένες υλικές πράξεις νομής επάνω στο ακίνητο τόσο του ενάγοντος , όσο και των δικαιοπαρόχων του , εφόσον το χρόνο χρησικτησίας τους συνυπολογίζει αυτός στο δικό του χρόνο για τη συμπλήρωση στο πρόσωπό του του απαιτούμενου από το νόμο για τη χρησικτησία (τακτική ή έκτακτη) χρόνου.
Τέλος από τις διατάξεις των άρθρων 511,520,522 και 536 του ΚΠολ.Δ προκύπτει ότι με την άσκηση της έφεσης μεταβιβάζεται η υπόθεση στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, μέσα στα όρια που καθορίζονται από την έφεση και τους πρόσθετους λόγους και το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έχει ως προς την αγωγή την ίδια με το πρωτοβάθμιο δικαστήριο εξουσία , δηλαδή την εξουσία να ερευνήσει αυτεπαγγέλτως τα θέματα που εξετάζει αυτεπαγγέλτως και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, όπως είναι το ορισμένο της αγωγής, την οποία επομένως μπορεί να απορρίψει ως αόριστη, για έλλειψη των κατά νόμο απαιτουμένων για τη θεμελίωσή της στοιχείων, χωρίς ειδικό παράπονο, πριν εξαφανίσει την εκκαλούμενη απόφαση κατά παραδοχή κάποιου λόγου της έφεσης, αρκεί να ζητούσε την απόρριψη της αγωγής ο εκκαλών και να μη γίνεται επιβλαβέστερη η θέση του.
Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα με την ένδικη αγωγή της εξέθεσε ότι αυτή και η αδελφή της ..... έγιναν συγκύριες και συννομείς, η καθεμιά κατά το 1/2 εξ αδιαιρέτου, των περιγραφομένων στην αγωγή τριών αυτοτελών οικοπέδων ,εμβαδού 6.269, 4.699 και 4.900 τ.μ., αντίστοιχα, με γονική παροχή από τη μητέρα τους ....., δυνάμει του υπ' αριθμ. 2079/4-5-1983 συμβολαίου της συμβολαιογράφου Ταμυνέων Αναστασίας Μίτσικα-Παπασταματίου, που μεταγράφηκε νόμιμα.
Ότι στη δικαιοπάροχο μητέρα της είχαν περιέλθει τα οικόπεδα αυτά, ως ένα ενιαίο ακίνητο, λόγω συστάσεως υπέρ αυτής προίκας, δυνάμει του υπ' αριθμ. 1149/1940 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Ταμυνέων Κλέωνος Παλαιολόγου, που μεταγράφηκε νόμιμα. Ότι η εν λόγω δικαιοπάροχός της νεμόταν και κατείχε το ενιαίο ακίνητο με καλή πίστη και νόμιμο τίτλο ,συνεχώς και αδιαλείπτως, ενεργώντας όλες τις πράξεις που αρμόζουν στη φύση και τον προορισμό του, δια δε της υπ' αριθμ.2078/4-5-83 συμβολαιογραφικής πράξεως κατατμήσεως της ίδιας ως άνω συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε νόμιμα, κατέτμησε τούτο και έτσι δημιουργήθηκαν τα ανωτέρω τρία αυτοτελή οικόπεδα, τα οποία ακολούθως μεταβίβασε με γονική παροχή σ' αυτήν και την αδελφή της.
Ότι η ίδια (ενάγουσα) και η αδελφή της από της ανωτέρω μεταβιβάσεως των οικοπέδων προς αυτές (4-5-1983) συνέχισαν να νέμονται αυτά με καλή πίστη και νόμιμο τίτλο , όπως και η δικαιοπάροχός τους, ενεργώντας όλες τις πράξεις που ταιριάζουν στη φύση και τον προορισμό των ακινήτων και συγκεκριμένα οικοδόμησαν εντός αυτών εξοχική κατοικία, φύτεψαν διάφορα οπωροφόρα δένδρα, τοποθέτησαν δίκτυο σωληνώσεων άρδευσης και κατασκεύασαν κοινή και για τα τρία οικόπεδα είσοδο και ότι η άσκηση επ' αυτών της νομής τους ήταν αδιατάρακτη μέχρι τον Απρίλιο του έτους 1992, οπότε, κατά την εκτέλεση εργασιών διαπλάτυνσης δημοτικής οδού, οι εναγόμενοι, από τους οποίους ο πρώτος ,που ήταν ο εργολάβος του έργου, τελούσε υπό τις εντολές του δευτέρου, κατέλαβαν από τα εν λόγω οικόπεδά τους τα περιγραφόμενα στην αγωγή εδαφικά τμήματα αυτών, εμβαδού 385,50, 488 και 1593τ.μ., αντίστοιχα, τα οποία και κατέχουν έκτοτε.
Με βάση το ιστορικό αυτό ζήτησε η αναιρεσείουσα να αναγνωρισθεί η κυριότητά της ,κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου, στα επίδικα τμήματα ακινήτων και να υποχρεωθούν οι αναιρεσίβλητοι να της τα αποδώσουν κατά το εν λόγω ιδανικό μερίδιο. Η αγωγή έχοντας το παραπάνω περιεχόμενο είναι αόριστη, τόσο κατά τη βάση της από παράγωγο τρόπο κτήσης της συγκυριότητας των επιδίκων από την ενάγουσα, όσο και κατά τη βάση τη στηριζόμενη στον πρωτότυπο τρόπο κτήσης της συγκυριότητας από την ενάγουσα , δηλαδή με τακτική και έκτακτη χρησικτησία.
Ειδικότερα ως προς τη βάση τη στηριζόμενη στον επικαλούμενο πρωτότυπο τρόπο κτήσης της συγκυριότητας η αγωγή είναι αόριστη, αφού, το μεν χρονικό διάστημα από 4-5-1983 μέχρι τον Απρίλιο του έτους 1992 κατά το οποίο , όπως ιστορείται σ' αυτήν, η ενάγουσα νεμήθηκε τα επίδικα ακίνητα από κοινού με την αδελφή της, με διάνοια κυρίου, καλή πίστη και νόμιμο τίτλο, ενεργώντας επ' αυτών τις λεπτομερώς αναφερόμενες στην αγωγή διακατοχικές πράξεις, είναι μικρότερο τόσο της απαιτούμενης από το άρθρο 1045 Α.Κ.
εικοσαετίας για την με έκτακτη χρησικτησία κτήση κυριότητας, όσο και της απαιτούμενης από το άρθρο 1041 Α.Κ. δεκαετίας για την με τακτική χρησικτησία κτήση της κυριότητας ακινήτου, ενώ για την άμεση δικαιοπάροχο της ενάγουσας ..... δεν αναφέρεται στο δικόγραφο της αγωγής καμιά συγκεκριμένη πράξη νομής της μέχρι την 4-5-1983 που αυτή κατέτμησε το αρχικό ακίνητο και μεταβίβασε τη νομή των επιδίκων τμημάτων στην ενάγουσα και την αδελφή της, δηλαδή δεν προσδιορίζεται στην αγωγή στοιχείο το οποίο είναι αναγκαίο για την επικληθείσα προσμέτρηση στο χρόνο χρησικτησίας της ενάγουσας του χρόνου χρησικτησίας της άμεσης δικαιοπαρόχου της και τη συμπλήρωση έτσι στο πρόσωπο της ενάγουσας του απαιτούμενου από καθεμία από τις παραπάνω διατάξεις του Α.Κ.
χρόνου χρησικτησίας (δεκαετία και εικοσαετία ,αντίστοιχα). Περαιτέρω σε σχέση με τη βάση της αγωγής τη στηριζόμενη στον επικαλούμενο παράγωγο τρόπο κτήσης της συγκυριότητας από την ενάγουσα, από τα προσκομιζόμενα διαδικαστικά έγγραφα προκύπτουν τα ακόλουθα: Κατά την ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου πρώτη συζήτηση της αγωγής οι εναγόμενοι με τις από 7-3-1996 προτάσεις τους αμφισβήτησαν την κυριότητα της ενάγουσας και της δικαιοπαρόχου της στα επίδικα ακίνητα και ισχυρίσθηκαν ότι αποκλειστικός κύριος τούτων είναι ο δεύτερος εξ αυτών Δήμος Ταμυνέων ( πρώην Αλιβερίου), ο οποίος τα νεμόταν συνεχώς από το έτος 1914 μέχρι το έτος 1992, εκμισθώνοντας αυτά σε τρίτους για χορτονομή και επιβλέποντάς τα από τους καταπατητές, μεταξύ των οποίων ήταν και η δικαιοπάροχος μητέρα της ενάγουσας.
Ενόψει της ρητής αυτής αμφισβητήσεως από τους εναγομένους της κυριότητας της δικαιοπαρόχου της ενάγουσας στα επίδικα, έπρεπε αυτή, για την πληρότητα του δικογράφου της αγωγής της, με τις προτάσεις της να προσδιορίσει τον τρόπο κτήσης της κυριότητας από την άμεση δικαιοπάροχό της, αναγόμενη σε πρωτότυπο τρόπο κτήσης της κυριότητας από την τελευταία.
Η ενάγουσα με την αγωγή της καθ' υποφορά αλλά και τις πρωτόδικες προτάσεις της, αναγόμενη σε πρωτότυπο τρόπο κτήσης της κυριότητας των επιδίκων από τη ρηθείσα άμεση δικαιοπάροχό της, επικαλείται τη χρησικτησία επί των επιδίκων από την εν λόγω δικαιοπάροχό της, χωρίς όμως να προσδιορίζει συγκε -κριμένες πράξεις νομής αυτής, στοιχείο που είναι αναγκαίο για τη με χρησικτησία κτήση κυριότητας και έτσι κατέλειπε αόριστη την αγωγή και κατά τη βάση της από παράγωγο τρόπο κτήσης της κυριότητας επί των επιδίκων.
Συνεπώς το Εφετείο που με την ίδια αιτιολογία έκρινε με την προσβαλλόμενη απόφασή του, ότι η αγωγή, καθόλες τις παραπάνω αναφερόμενες βάσεις της, είναι αόριστη και άκυρη ως δικόγραφο α) δεν αξίωσε περισσότερα ή διαφορετικά στοιχεία από όσα απαιτούν οι προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 974, 1033, 1041, 1045 και 1051 του ΑΚ για τη θεμελίωση του ενδίκου δικαιώματος κυριότητας της ενάγουσας σε παράγωγη κτήση ή στην τακτική και την έκτακτη χρησικτησία β) έλαβε υπόψη όλους τους αγωγικούς ισχυρισμούς της ενάγουσας και γ) ορθώς κήρυξε άκυρη την αγωγή, ως δικόγραφο. Επομένως ο τρίτος λόγος, μέρος πρώτο, δεύτερο και τρίτο, αναιρέσεως , με τον οποίο αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι από τους αριθ. 1,8 και 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., αντίστοιχα, πλημμέλειες, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
ΕΠΕΙΔΗ ο τρίτος λόγος, μέρος τέταρτο, αναιρέσεως , με τον οποίο προβάλλεται πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ.19 του Κ.Πολ.Δ., πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, αφού προϋπόθεση για να ιδρυθεί ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι να εισήλθε το δικαστήριο στην εξέταση της ουσίας της υποθέσεως, ενώ στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο απέρριψε την αγωγή ως αόριστη (ολ.Α.Π.44/90) . ΕΠΕΙΔΗ, ο από το άρθρο 559 αριθ.20 ΚΠολΔ αναιρετικός λόγος της παραμορφώσεως εγγράφου ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας αποδίδει στο έγγραφο περιεχόμενο καταδήλως διαφορετικό από το αληθινό και καταλήγει σε πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα. Ως έγγραφα, η παραμόρφωση του περιεχομένου των οποίων θεμελιώνει τον παραπάνω λόγο αναιρέσεως, νοούνται αυτά που προβλέπονται ως αποδεικτικά μέσα στα άρθρα 339 και 432 του Κ.Πολ.Δ. και συνεπώς δεν θεωρούνται έγγραφα με την εν λόγω έννοια τα διαδικαστικά , όπως είναι τα δικόγραφα της αγωγής, ανταγωγής ή εφέσεως και οι προτάσεις. Επομένως ο τρίτος λόγος, μέρος πέμπτο, αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αριθ.20 Κ.Πολ.Δ πλημμέλεια, ότι το εκδόσαν αυτήν Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο της αγωγής της, των προτάσεών της και των προτάσεων των αναιρεσιβλήτων, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 6-9-2004 αίτηση αναιρέσεως της ..... κατά της υπ' αριθμ. 75/2004 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Δεκεμβρίου 2006.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 20 Δεκεμβρίου 2006.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ