Legislator Case Law & Legislation
1994/2022 AI generated

Supreme Court allows appeal against insurance company due to insufficient reasoning on timely notice of claim.

Case Number 1994/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece allowed the appeal against a lower court's decision regarding an insurance dispute. The appellant argued that the lower court failed to clearly determine whether the insured's notification of the claim was timely, creating ambiguity in the reasoning. The court found this defect in the lower court's justification sufficient to overturn the decision on that specific issue and remanded the case for further examination.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559, 580 of the Code of Civil Procedure; A decision is voidable if the reasoning fails to clearly establish whether a procedural requirement, such as the timely notification of a claim, was met.

Keywords

AI generated
timely notice of claim insufficient reasoning remand for retrial insurance contract dispute appeal admissibility

Cited Legislation

AI generated
Articles 495, 552, 553, 556, 558, 564 paragraph 3, 566 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 577 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 577 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 561 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 559 paragraph 19 of the Code of Civil Procedure
Article 580 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 189 of the Code of Civil Procedure
Article 495 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1994 / 2022 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1994/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Παναγιώτη Βενιζελέα, Βρυσηίδα Θωμάτου και Βαρβάρα Πάπαρη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 26 Σεπτεμβρίου 2022, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ηλία Αγγελακόπουλο.

Του αναιρεσιβλήτου: Α. Τ. του Γ., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Ραρρή.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14-11-2014 αγωγή προσώπου που δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη και την από 25-11-2015 ανακοίνωση δίκης - προσεπίκληση σε αναγκαστική παρέμβαση - παρεμπίπτουσα αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Κοζάνης και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 60/2018 του ίδιου Δικαστηρίου και 27/2020 του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 10-10-2020 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1.Η κρινόμενη από 10-10-2020 (αριθμ. καταθ. 18/2020) αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 27/2020 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων με την τακτική διαδικασία, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495, 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3, 566 παρ. 1 του ΚΠολΔ).Είναι, συνεπώς, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς τους λόγους της (άρθρ 577 παρ.3 ΚΠολΔ).

2.Από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης που παραδεκτά επισκοπούνται κατ' άρθρ. 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. από το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου, προκύπτουν επί της διαδικαστικής πορείας της υποθέσεως τα ακόλουθα: Η A. (Α.) B. (Μ.) άσκησε κατά του ήδη αναιρεσιβλήτου στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Κοζάνης την με αριθμό κατάθεσης 46/2014 αγωγή της, με την οποία αυτή, επικαλούμενη σωματική βλάβη και αναπηρία της (οξεία παραπάρεση) προκληθείσα από ιατρικά αμελή συμπεριφορά του αναιρεσιβλήτου, ιατρού αναισθησιολόγου, κατά την πραγματοποίηση επισκληριδίου αναισθησίας σε αυτήν κατά τη διάρκεια του τοκετού της στην κλινική του δευτέρου εναγομένου στην Πτολεμαΐδα στις 6-12-2010, ζητούσε να αναγνωρισθεί η υποχρέωσή του να της καταβάλει, εις ολόκληρον με τον δεύτερο εναγόμενο, αποζημίωση βάσει του άρθρου 931 ΑΚ ποσού 250.000 ευρώ και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης βάσει του άρθρου 932 ΑΚ ποσού 199.956 ευρώ, κατά τα εκεί ειδικότερα διαλαμβανόμενα.

Εξάλλου, ο αναιρεσίβλητος άσκησε εναντίον της ήδη αναιρεσείουσας ασφαλιστικής εταιρίας στο ίδιο ως άνω Δικαστήριο την από 25.11.2015 ανακοίνωση δίκης - προσεπίκληση και παρεμπίπτουσα αγωγή του, με την οποία αυτός, επικαλούμενος σύμβαση ασφάλισης επαγγελματικής αστικής ευθύνης καταρτισθείσα μεταξύ τους, που ίσχυε από 25-11-2010 έως 25-5-2011, την προσεπικάλεσε ως δικονομική εγγυήτρια στην παραπάνω δίκη και ζήτησε, για την περίπτωση ευδοκίμησης της άνω αγωγής της κυρίως ενάγουσας σε βάρος του, να αναγνωρισθεί η υποχρέωσή της να του καταβάλει, μέχρι το ύψος της ασφαλιστικής του κάλυψης (€ 150.000,00), κάθε ποσό που αυτός θα υποχρεωνόταν να καταβάλει στην κυρίως ενάγουσα κατ' αποδοχή της προαναφερθείσας αγωγής της.

Το Πολυμελές Πρωτοδικείο Κοζάνης, το οποίο συνεκδίκασε την κύρια αγωγή με την ως άνω προσεπίκληση και την ενωμένη σ' αυτή παρεμπίπτουσα αγωγή, εξέδωσε την υπ' αριθμ. 60/2018 οριστική απόφασή του, με την οποία έκανε εν μέρει δεκτή την αγωγή της κυρίως ενάγουσας και αναγνώρισε ότι ο αναιρεσίβλητος υποχρεούται, σε ολόκληρο με τον δεύτερο εναγόμενο, να καταβάλει σε αυτήν το ποσό των 170.000,00 €(100.000+70.000) νομιμότοκα και τη δικαστική δαπάνη της, ενώ επιπλέον τούτο έκανε εν μέρει δεκτή και την άνω προσεπίκληση και παρεμπίπτουσα αγωγή του αναιρεσιβλήτου εναντίον της αναιρεσείουσας ασφαλιστικής εταιρίας και αναγνώρισε την υποχρέωσή της να του καταβάλει, μέχρι του ποσού των 150.0000 €, ό,τι αυτός καταβάλει στην κυρίως ενάγουσα, νομιμότοκα από την καταβολή του και τη δικαστική δαπάνη του.

Κατά της απόφασης αυτής, ειδικά κατά το κεφάλαιό της, με το οποίο έκανε εν μέρει δεκτή την προσεπίκληση και παρεμπίπτουσα αγωγή του αναιρεσιβλήτου εναντίον της, η αναιρεσείουσα άσκησε την από 9.11.2018 και με αριθμό κατάθεσης 18/2018 έφεσή της, ζητώντας την εξαφάνιση της εκκαλούμενης απόφασης και την απόρριψη της άνω προσεπίκλησης και παρεμπίπτουσας αγωγής του αναιρεσιβλήτου στο σύνολό της, ο δε αναιρεσίβλητος, αλλά και η κυρίως ενάγουσα, άσκησαν κατά της εκκαλούμενης απόφασης τις από 16.11.2018 και με αριθμούς κατάθεσης 21/2018 και 20/2018 εφέσεις τους αντίστοιχα, ζητώντας και αυτοί την εξαφάνιση της εκκαλούμενης απόφασης και η μεν κυρίως ενάγουσα την αποδοχή της αγωγής της στο σύνολό της, ο δε αναιρεσίβλητος την απόρριψη αυτής.

Επί των εφέσεων αυτών εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη με αριθμό 27/2020 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας, που απέρριψε τις εφέσεις της κυρίως ενάγουσας και του αναιρεσιβλήτου και αφού έκανε εν μέρει δεκτή την έφεση της αναιρεσείουσας, εξαφάνισε την απόφαση του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου μόνο κατά το κεφάλαιό της, ως προς το οποίο αυτή είχε κάνει εν μέρει δεκτή την προσεπίκληση και παρεμπίπτουσα αγωγή του αναιρεσιβλήτου εναντίον της και μόνο για ένα μέρος από το πρωτοδίκως επιδικασθέν ποσό, ύψους 70.000 €, που αφορούσε στην επιδικασθείσα στην κυρίως ενάγουσα χρηματική παροχή κατά το άρθρο 931 Α.Κ., ενώ κατά τα λοιπά απέρριψε την έφεσή της, επικυρώνοντας έτσι την απόφαση του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου κατά το κεφάλαιό της, με το οποίο αυτή αναγνώρισε την υποχρέωσή της να καταβάλει το ποσό των 100.000,00 € στον αναιρεσίβλητο, που αφορούσε στην επιδικασθείσα στην κυρίως ενάγουσα χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης κατ' άρθρο 932 Α.Κ.

3. Με τη διάταξη του άρθρου 7 παρ. 1 εδ. α` του Ν. 2496/1997 ορίζεται ότι, ο λήπτης της ασφάλισης υποχρεούται εντός 8 ημερών από τότε που έλαβε γνώση της επέλευσης της ασφαλιστικής περίπτωσης, να ειδοποιήσει τον ασφαλιστή, ενώ με την παρ. 2 του ίδιου άρθρου ορίζεται ότι, η υπαίτια παράβαση από τον λήπτη της ασφάλισης των υποχρεώσεών του από την παρ. 1 του άρθρου αυτού παρέχει το δικαίωμα στον ασφαλιστή να ζητήσει την αποκατάσταση της ζημίας του.

Ακολούθως, με την παρ. 5 του ίδιου άρθρου ορίζεται ότι ο ασφαλιστής απαλλάσσεται της υποχρέωσης να καταβάλει ασφάλισμα, αν η επέλευση της ασφαλιστικής περίπτωσης οφείλεται, στη μεν ασφάλιση ζημιών σε δόλο ή σε βαριά αμέλεια, στη δε ασφάλιση προσώπων μόνο σε δόλο του λήπτη της ασφάλισης ή του ασφαλισμένου ή του δικαιούχου του ασφαλίσματος ή των λοιπών αναφερόμενων στην παράγραφο αυτή προσώπων, ενώ με την παρ. 6 εδ.

α` του ίδιου και πάλι άρθρου ορίζεται ότι, με την ασφαλιστική σύμβαση μπορεί να διευρυνθούν οι περιπτώσεις απαλλαγής του ασφαλιστή, αν ο λήπτης της ασφάλισης ή ο ασφαλισμένος ενεργούν στην ασφάλιση για κάλυψη επαγγελματικών κινδύνων. Η υποχρέωση ειδικότερα του λήπτη της ασφάλισης να ειδοποιήσει εμπρόθεσμα τον ασφαλιστή για την επέλευση της ασφαλιστικής περίπτωσης συνιστά ασφαλιστικό βάρος, στο οποίο οφείλει αυτός να ανταποκριθεί, διαφορετικά δεν απαλλάσσεται μεν ο ασφαλιστής από την υποχρέωση καταβολής του ασφαλίσματος, δημιουργείται όμως σε βάρος του λήπτη της ασφάλισης, εφόσον η παράλειψή του οφείλεται σε υπαιτιότητά του, υποχρέωση προς αποκατάσταση της ζημίας, που προκάλεσε η παράλειψή του στον ασφαλιστή (ΟλΑΠ 1805/1986).

Εξάλλου, η δυνατότητα διεύρυνσης με την ασφαλιστική σύμβαση των περιπτώσεων απαλλαγής του ασφαλιστή, αν ο ασφαλισμένος ή ο λήπτης της ασφάλισης ενεργούν για την "κάλυψη επαγγελματικών κινδύνων", πρέπει να νοηθεί στο ρυθμιστικό πλαίσιο της διάταξης του άρθρου 33 παρ. 1 του ως άνω Νόμου, κατά την οποία, κάθε δικαιοπραξία που περιορίζει τα δικαιώματα του λήπτη της ασφάλισης, του ασφαλισμένου ή του δικαιούχου του ασφαλίσματος είναι άκυρη, εκτός αν ορίζεται κάτι άλλο ειδικά στον παρόντα Νόμο ή αν πρόκειται για ασφάλιση μεταφοράς πραγμάτων, πίστωσης ή εγγύησης, καθώς και θαλάσσια ή αεροπορική ασφάλιση Ζημιών.

Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι, το σύνολο των διατάξεων του Ν.2496/1997 αποτελούν ρυθμίσεις "ημιαναγκαστικού" κατ` αρχήν δικαίου, με την έννοια ότι, αν δεν ορίζεται κάτι άλλο ειδικά στο Νόμο αυτό, δεν μπορούν να περιοριστούν με την ασφαλιστική σύμβαση τα δικαιώματα των καλυπτομένων προσώπων, παρά μόνο να διευρυνθούν.

Εκδηλώνεται έτσι, για λόγους γενικότερου συμφέροντος, η προστατευτική παρέμβαση του Νομοθέτη προς το ασθενέστερο στη σύμβαση ασφάλισης μέρος, που είναι κατά κανόνα το πρόσωπο που συμβάλλεται με τον ασφαλιστή για λόγους μη επαγγελματικούς, αφού στην ιδιωτική ασφάλιση, η οποία αποτελεί καταναλωτικό αγαθό ευρείας χρήσης, είναι εμφανής στην περίπτωση αυτή η ανάγκη τέτοιας προστατευτικής παρέμβασης υπέρ του ασφαλισμένου, ενόψει του ότι ελλείπει τότε η διαπραγματευτική ισοδυναμία των μερών, με κίνδυνο η παρεχομένη ασφαλιστική κάλυψη να φαλκιδευτεί στην περίπτωση αυτή, μέσω της ασκούμενης υπό άνισους όρους συμβατικής ελευθερίας (ΟλΑΠ 14/2013).

Αντίθετα, στις περιπτώσεις της ασφαλιστικής κάλυψης επαγγελματικών κινδύνων, δηλαδή κινδύνων από την επαγγελματική δραστηριότητα του ασφαλισμένου ή του λήπτη της ασφάλισης, δεν είναι αναγκαία εξ ορισμού η ως άνω προστατευτική παρέμβαση του νομοθέτη και μπορούν κατά περίπτωση να διαμορφωθούν ελεύθερα οι όροι των ασφαλιστικών συμβάσεων, όταν μεταξύ των μερών μπορεί να λειτουργήσει η ιδιωτική αυτονομία με όρους διαπραγματευτικής ισοδυναμίας.

Ο Νομοθέτης, δηλαδή, δεν έχει επιτρέψει την ελεύθερη διαμόρφωση των όρων της ασφαλιστικής σύμβασης σε κάθε περίπτωση ασφάλισης επαγγελματικών κινδύνων, αλλά μόνο σε όσες περιπτώσεις είτε ειδικά αναφέρονται στη διάταξη του άρθρου 33 παρ. 1 του Ν.2496/1997 είτε γίνεται με τη διάταξη αυτή παραπομπή σε άλλες διατάξεις του ίδιου νόμου, υπό την έννοια ότι, ναι μεν δεν κατονομάζονται ρητά στην εν λόγω διάταξη, καλύπτονται όμως από την περιεχόμενη σ` αυτή γενική επιφύλαξη ότι τα δικαιώματα του λήπτη της ασφάλισης, του ασφαλισμένου ή του δικαιούχου του ασφαλίσματος δεν επιτρέπεται να περιοριστούν συμβατικά, εκτός αν κάτι άλλο ειδικά ορίζεται στο Ν.2496/1997.

Τέτοια ειδική ρύθμιση είναι και αυτή του άρθρου 7 παρ. 6 του Ν. 2496/1997, η οποία έχει ευρεία διατύπωση, είναι ενταγμένη στο πρώτο τμήμα του Νόμου αυτού (2496/1997), που περιέχει γενικές διατάξεις για τις ασφαλιστικές συμβάσεις και μπορεί έτσι να γίνει ασφαλώς δεκτό, ότι η προβλεπόμενη με τη ρύθμιση αυτή δυνατότητα διεύρυνσης με την ασφαλιστική σύμβαση των περιπτώσεων απαλλαγής του ασφαλιστή, όταν ο ασφαλισμένος ή ο λήπτης της ασφάλισης ενεργούν για την κάλυψη επαγγελματικών κινδύνων, αφορά ποικίλες κατ' αρχήν απαλλακτικές ρήτρες για όλα τα είδη των ασφαλιστικά καλυπτόμενων ζημιών (ΟλΑΠ 19/2015, ΟλΑΠ 18/2015, ΟλΑΠ 14/2013,ΑΠ 957/2021, ΑΠ 854/2014).

Συνεπώς, ως απαλλακτική ρήτρα μπορεί να συμφωνηθεί έγκυρα και η διαμορφωμένη στη διεθνή ασφαλιστική πρακτική στερεότυπη ρήτρα "claims made policy" (αξιώσεις που θα προβληθούν), σύμφωνα με την οποία δεν αρκεί για τη γέννηση υποχρέωσης του ασφαλιστή προς καταβολή του ασφαλίσματος μόνον η πραγματοποίηση του κινδύνου κατά τη διάρκεια της ασφαλιστικής περιόδου, αλλά πρέπει και να προβληθούν κατά τη διάρκειά της οι αξιώσεις αποζημίωσης κατά του ασφαλιστή ή, κατά επιεικέστερη παραλλαγή, να αναγγελθεί απλώς στον ασφαλιστή κατά τη διάρκειά της η επέλευση της ασφαλιστικής περίπτωσης, που θα πρέπει έτσι να ανακαλυφθεί κατά τη διάρκεια της ασφαλιστικής περιόδου (ρήτρα ανακάλυψης της ζημίας).

Η υποχρέωση αυτή αναγγελίας δεν συνιστά απλό ασφαλιστικό βάρος κατά την έννοια του άρθρου 7 παρ. 1 Ν.2496/1997, ώστε και σε περίπτωση έλλειψης συμμόρφωσης του ασφαλισμένου να δικαιούται αυτός εξακολουθητικά, όπως ήδη αναφέρθηκε, το ασφάλισμα, αλλά συνιστά προϋπόθεση, από την πλήρωση της οποίας εξαρτάται η γέννηση της ίδιας της αξίωσής του προς αποζημίωση (ΑΠ 1026/2008).

Επομένως, η απαλλακτική αυτή ρήτρα, παρεχόμενη από το άρθρο 7 παρ. 6 Ν.2496/1997, δεν αποκλείεται από τη διάταξη του άρθρου 33 παρ. 1 του νόμου αυτού. Εξάλλου, η ίδια ρήτρα δεν παραβλέπει εξ ορισμού τα εύλογα συμφέροντα του ασφαλισμένου, ώστε να αντιτίθεται αφ' εαυτής στη ρύθμιση του άρθρου 2 παρ. 8 του ίδιου Νόμου, κατά την οποία όλοι οι όροι του ασφαλιστηρίου πρέπει να λαμβάνουν υπόψη τα εύλογα συμφέροντα του λήπτη της ασφάλισης και του ασφαλισμένου, ούτε υπερβαίνει τέλος το εύρος της διάταξης του άρθρου 13 παρ. 3 του αυτού ασφαλιστικού Νόμου, κατά την οποία στην ασφάλιση ζημιών μπορεί με το ασφαλιστήριο να συμφωνηθεί η διεύρυνση των εξαιρέσεων κάλυψης, εφόσον υπαγορεύεται από δικαιολογημένες τεχνικές ανάγκες του ασφαλιστή, αφού και χωρίς την προϋπόθεση αυτή ισχύει στις ασφαλίσεις επαγγελματικών κινδύνων η δυνατότητα απαλλαγής του ασφαλιστή κατά το άρθρο 7 παρ. 6 του παραπάνω Νόμου (ΑΠ 1343/2017).

Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 16 παρ.1 Ν. 1569/1985, όπως αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 36 παρ. 4 του Ν.2496/1997 "1. Ασφαλιστικός σύμβουλος είναι το φυσικό ή νομικό πρόσωπο, το οποίο μελετά την αγορά, παρουσιάζει και προτείνει έναντι προμήθειας λύσεις ασφαλιστικής κάλυψης των αναγκών των πελατών με ασφαλιστικές συμβάσεις για λογαριασμό ασφαλιστικών επιχειρήσεων η ασφαλιστικών πρακτόρων ή μεσιτών ή συντονιστών ασφαλιστικών συμβούλων, για την πρόσκτηση εργασιών.

Η σχέση που συνδέει τον ασφαλιστικό σύμβουλο με την ασφαλιστική επιχείρηση ή τον ασφαλιστικό πράκτορα ή τον μεσίτη ασφαλίσεων είναι σύμβαση έργου. Ο ασφαλιστικός σύμβουλος δεν έχει δικαίωμα υπογραφής ασφαλιστηρίων, ούτε εκπροσώπησης ασφαλιστικής επιχείρησης ή ασφαλιστικού πράκτορα ή μεσίτη. Κάθε αντίθετη συμφωνία είναι άκυρη" (ΑΠ 768/2021).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 167 ΑΚ, η δήλωση της βούλησης έχει νομική ενέργεια μόνο αφότου περιέλθει στο πρόσωπο στο οποίο απαιτείται να απευθυνθεί. Υιοθετεί δηλαδή ο Αστικός Κώδικας τη θεωρία της παραλαβής ή λήψεως, κατά την οποία η δήλωση θεωρείται ότι συντελέστηκε και παράγει τη νομική ενέργεια της όχι απλώς από την αποτύπωση της στον εξωτερικό κόσμο (θεωρία της εκδηλώσεως) ούτε αναγκαίως από τη γνώση του περιεχομένου της από αυτόν προς τον οποίο απευθύνεται (θεωρία της γνώσεως), αλλά από την παραλαβή της απ' αυτόν.

Κατά την έννοια δε της παραλαβής, η δήλωση θεωρείται ότι περιήλθε σε αυτόν, προς τον οποίον απευθύνεται (παραλήπτη), όταν διαβιβάστηκε κατά τρόπο που αυτός μπορούσε και έπρεπε να λάβει γνώση εγκαίρως, οπότε η δήλωση θεωρείται ότι έγινε εγκαίρως, ασχέτως αν από λόγους που τον αφορούν καθυστέρησε ο τελευταίος να λάβει γνώση.

Περιέλευση δηλαδή στο λήπτη της δήλωσης υπάρχει, αφότου η δήλωση βούλησης περιέλθει στον κύκλο επιρροής του λήπτη και αυτός έχει τη δυνατότητα, κατά τις αντιλήψεις των συναλλαγών και κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, να λάβει γνώση του περιεχομένου της (ΑΠ 739/2019, ΑΠ 1411/2011, ΑΠ 1579/2008, ΑΠ 431/2004).Ο επικαλούμενος την περιέλευση της δήλωσης βούλησης βαρύνεται με την απόδειξή της καθώς και το χρονικό σημείο αυτής.

Περαιτέρω, με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, με βάση τα αναιρετικώς ανέλεγκτα γενόμενα απ' αυτό δεκτά ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, δεν εφαρμόσει τον κανόνα δικαίου, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή, αν εφαρμόσει αυτόν, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμόσει αυτόν εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη ή μη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στον κανόνα δικαίου.

Η παραβίαση δηλαδή από τη διάταξη αυτή πρέπει να προκύπτει από την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού (Ολ ΑΠ 4/2018, Ολ ΑΠ 6/2017, ΑΠ 148/2020, ΑΠ 50/2020). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Ο αναιρετικός αυτός λόγος ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία).

Αντιθέτως, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων, και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως, κατ` άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το αποδεικτικό πόρισμα και για το λόγο αυτό καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος (Ολ ΑΠ 2/2019, Ολ ΑΠ 8/2018,ΑΠ 955/2021, ΑΠ 272/2020, ΑΠ 5/2020). 4.

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Η παρεμπιπτόντως εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία (αναιρεσείουσα) δυνάμει του ... ασφαλιστηρίου συμβολαίου αστικής και επαγγελματικής ευθύνης ιατρών - φαρμακοποιών, που καταρτίστηκε μεταξύ αυτής και του πρώτου κυρίως εναγόμενου - παρεμπιπτόντως ενάγοντος (αναιρεσιβλήτου), είχε αναλάβει την κάλυψη του ασφαλιστικού κινδύνου της αστικής ευθύνης για ατυχήματα σε βάρος τρίτων κατά την άσκηση των επαγγελματικών καθηκόντων του, ως ιατρού αναισθησιολόγου, μέχρι το ποσό των 150.000,00 ευρώ ανά ζημιογόνο γεγονός και μέχρι το ποσό των 300.000,00 ευρώ αθροιστικά για όλη τη διάρκεια της ασφαλιστικής κάλυψης, που είχε οριστεί για ένα έτος και συγκεκριμένα για το χρονικά διάστημα από 25-11-2010 έως 25-11-2011.

Η αποπληρωμή των ασφαλίστρων συμφωνήθηκε να πραγματοποιηθεί σε δύο ισόποσες εξαμηνιαίες δόσεις. Ο παρεμπιπτόντως ενάγων κατέβαλε στις 26-11-2010 την πρώτη δόση, με αποτέλεσμα την ενεργοποίηση της ασφαλιστικής σύμβασης για το χρονικό διάστημα από 25-11-2010 μέχρι 25-5- 2011, πλην όμως δεν κατέβαλε τη δεύτερη δόση, οπότε η ισχύς της ασφαλιστικής σύμβασης έπαυσε στις 25-5-2011, χωρίς να υπάρξει συμφωνία ανανέωσης ή παράτασης μεταξύ των διαδίκων.

Εξάλλου, υπό τον όρο με τίτλο "ειδικές πρόσθετες συμφωνίες" της επίμαχης ασφαλιστικής σύμβασης συμφωνήθηκε μεταξύ των διαδίκων, της παρεμπίπτουσας αγωγής, ότι καλύπτονται ζημίες που θα συμβούν μόνο κατά την περίοδο της ασφάλισης και θα δηλωθούν και έως ένα (1) χρόνο μετά τη λήξη του συμβολαίου. Ο όρος αυτός (ρήτρα "claims made"), ο οποίος συνιστά λόγο εξαίρεσης από την ασφαλιστική κάλυψη και όχι ασφαλιστικό βάρος, κρίνεται συμβατός με το νόμο,...

δεδομένου ότι επρόκειτο για ασφαλιστική κάλυψη επαγγελματικών κινδύνων.

Συνεπώς βάσει της εν λόγω ρήτρας ο παρεμπιπτόντως ενάγων όφειλε να δηλώσει στην παρεμπιπτόντως εναγομένη, για την τυχόν επέλευση της ασφαλιστικής περίπτωσης, μέχρι και 25-5-2012. Αποδείχθηκε δε ότι αυτός ενημέρωσε την ασφαλιστική εταιρεία έγκαιρα, και συγκεκριμένα εντός της ενιαύσιας προθεσμίας από τη λήξη της ασφαλιστικής κάλυψης.

Ειδικότερα αποδείχθηκε ότι εντός του μηνός Ιουνίου του έτους 2011, οπότε ο παρεμπιπτόντως ενάγων κλήθηκε να παράσχει εξηγήσεις ενώπιον του Σώματος Επιθεωρητών Υπηρεσιών Υγείας Πρόνοιας (Σ.Ε.Υ.Υ.Π.), ενημέρωσε τηλεφωνικά τον ασφαλιστικό σύμβουλο με το επώνυμο Δ., ο οποίος του είχε προτείνει το επίμαχο ασφαλιστικό πρόγραμμα και είχε μεσολαβήσει για τη σύναψη της επίμαχης σύμβασης με την παρεμπιπτόντως εναγομένη, της οποίας τα προϊόντα προωθούσε μεταξύ άλλων, για το ιατρικό περιστατικό της ενάγουσας Α.

Μ.. Η ενημέρωση αυτή κατέτεινε και αποσκοπούσε στο να λάβει γνώση η παρεμπιπτόντως εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία για το επίμαχο συμβάν, ο δε παρεμπιπτόντως ενάγων αποτάθηκε στον ασφαλιστικό σύμβουλο, διότι είναι το πρόσωπο με το οποίο συνδιαλεγόταν, κάτι άλλωστε που είναι σύνηθες σε αυτού του είδους τη συναλλακτική πρακτική, αφού ο ασφαλισμένος ενημερώνει συνήθως τον ασφαλιστικό του σύμβουλο, τον οποίο και μόνο γνωρίζει και όχι απευθείας την ασφαλιστική εταιρεία.

Στην τελευταία απευθύνονται συνήθως οι ασφαλισμένοι μόνο με σχετική υπόδειξη του ασφαλιστή τους, διαφορετικά έχουν τη δικαιολογημένη εμπιστοσύνη ότι θα προβεί αυτός στην αναγγελία της ασφαλιστικής περίπτωσης, εφόσον τον ενημέρωσαν, ως αντιπρόσωπο αυτών και όχι ως αποδέκτη της δήλωσης αντιπροσωπεύοντας την εταιρεία.

Η τηλεφωνική αυτή επικοινωνία αποδείχθηκε ότι έλαβε χώρα μεταξύ των παραπάνω προσώπων, τόσο από τη μαρτυρία του μάρτυρα του παρεμπιπτόντως ενάγοντος, που κατέθεσε στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου (για την εν λόγω παρεμπίπτουσα αγωγή), όσο και από την μαρτυρία της Ε. Μ. στην 3455/20-12-2017 ένορκη βεβαίωσή της και οι οποίοι ήταν αμφότεροι παρόντες κατά την τηλεφωνική συνομιλία.

Επίσης, ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου η μάρτυρας της παρεμπιπτόντως εναγομένης, έμπειρη υπάλληλος με δεκαπενταετή προϋπηρεσία, προϊσταμένη στον συγκεκριμένο κλάδο, σε ερώτηση για το εάν η επαφή, μετά από ένα περιστατικό που μπορεί να αποτελεί αντικείμενο ασφαλιστικής κάλυψης, γίνεται μέσω του ασφαλιστικού συμβούλου ή απευθείας με την ασφαλιστική εταιρεία, απάντησε αυτολεξεί: "...οι ασφαλιστικοί σύμβουλοι συνήθως μας παίρνουν τηλέφωνο και μας λένε ότι υπάρχει ένα περιστατικό μιλήστε με το γιατρό και επικοινωνούμε με το γιατρό.

Όμως οι γιατροί συνήθως επικοινωνούνε κι εκείνοι απευθείας μαζί μας. Υπάρχουν και οι δύο περιπτώσεις. Οι γιατροί επειδή είναι πολύ εξειδικευμένο το αντικείμενο δεν μιλάνε στους συμβούλους τους", ενώ στη συνέχεια κατέθεσε ότι ο ασφαλιστικός σύμβουλος Δ. της ανέφερε ότι κάποια φορά έλαβε ένα τηλεφώνημα από τον παρεμπιπτόντως ενάγοντα για την υπόθεση της Α.

Μ.. Έτσι ναι μεν οι ασφαλιστικοί σύμβουλοι δεν αντιπροσωπεύουν την ασφαλιστική εταιρεία, όταν πρόκειται να υπογράψουν ασφαλιστήρια συμβόλαια, πλην όμως σε αυτήν την περίπτωση ο εν λόγω ασφαλιστικός σύμβουλος δεν δέχτηκε τη δήλωση από τον ασφαλισμένο ως αντιπρόσωπος της εταιρείας, όπως προαναφέρθηκε και αβάσιμα διατείνεται η εταιρεία, αλλά ως αντιπρόσωπος, πλέον, του παρεμπιπτόντως ενάγοντος.

Η ενημέρωση αυτή προς την ασφαλιστική εταιρεία, που αποτελεί οιονεί δικαιοπραξία, δύναται να γίνει με οποιοδήποτε τύπο ακόμη και σιωπηρά, εφόσον δεν συνομολογήθηκε κάτι άλλο στην επίμαχη σύμβαση ("θα δηλωθούν..." ορίζεται στην σύμβαση), και συνεπώς μπορεί να γίνει και διά αντιπροσώπου. Εξάλλου η διαβίβαση της δήλωσης από τον ασφαλιστικό σύμβουλο, για λογαριασμό του ασφαλισμένου, παρεμπιπτόντως ενάγοντα έγινε εμπρόθεσμα προς την ασφαλιστική εταιρεία και συνεπώς αποτελεί εκπλήρωση της υποχρέωσης που αναλήφθηκε στο ασφαλιστήριο συμβόλαιο για τη δήλωση της ζημίας και είναι αβάσιμα όσα αντίθετα υποστηρίζει η παρεμπιπτόντως εναγομένη.

Ο ισχυρισμός της ότι ο εν λόγω ασφαλιστικός σύμβουλος αρνείται ότι διαβίβασε τη δήλωση του ασφαλισμένου, δεν αποδεικνύεται από την κατάθεση της μάρτυρα της ασφαλιστικής εταιρείας, καθώς έρχεται σε αντίθεση τόσο με την κατάθεση της ίδιας υπαλλήλου ότι υπήρξε κάποια ενημέρωση, όσο και με τις καταθέσεις των παραπάνω δύο προσώπων, που άκουσαν τη συνομιλία του παρεμπιπτόντως ενάγοντος με τον ασφαλιστικό σύμβουλο, ο οποίος τον καθησύχασε ότι θα πράξει τα δέοντα, τα οποία και έπραξε, εφόσον αποδείχθηκε ότι ενημέρωσε την ασφαλιστική εταιρεία.

Άλλωστε πιο εξειδικευμένη ενημέρωση δεν μπορούσε να έχει γίνει, ούτε να ανοίξει φάκελος από την παρεμπιπτόντως εναγομένη ήταν δυνατό, αφού ούτε έγκληση (27-4-2012) ούτε αγωγή (14-11-2014) είχε ακόμη ασκηθεί εναντίον του ασφαλισμένου. Ούτε το γεγονός ότι ο παρεμπιπτόντως ενάγων δεν δήλωσε σε νέα αίτηση που υπέβαλε για την όμοιο ασφάλισή του ότι δεν συνέβη κανένα περιστατικό που να γεννά ευθύνη του για αποζημίωση πελάτη την τελευταία πενταετία, οδηγεί σε αντίθετη κρίση το Δικαστήριο, καθώς τότε που έκανε το συμβόλαιο το έτος 2013, δεν υπήρχε σε βάρος του ούτε αγωγή ούτε είχε ενημερωθεί για την ποινική διαδικασία, για την οποία κλήθηκε στα τέλη Ιουνίου του έτους 2013 από τον πταισματοδίκη Εορδαίας να παράσχει έγγραφες εξηγήσεις και συνεπώς δεν ήταν ψευδής η δήλωση αυτή, ούτε αποδεικνύει εμμέσως ότι δεν είχε δηλωθεί η επίμαχη περίπτωση εμπρόθεσμα στην ασφαλιστική εταιρεία...".

Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας κατά της αποφάσεως του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, που είχε αποφανθεί ομοίως, ως προς το κεφάλαιό της, με το οποίο αυτή αναγνώρισε την υποχρέωσή της να καταβάλει το ποσό των 100.000,00 € στον αναιρεσίβλητο, που αφορούσε στην επιδικασθείσα στην κυρίως ενάγουσα χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης κατ' άρθρο 932 Α.Κ., ως ουσιαστικά αβάσιμη.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο, στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή το από νόμιμη βάση, καθόσον διέλαβε ασαφείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες, που καθιστούν ανέφικτο το αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των διατάξεων ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 7 παρ.3 και 33 παρ.1 του Ν.2496/1997, 240, 241, 242, 243 και 167 του ΑΚ.

Και τούτο, διότι α) ενώ δέχεται ότι ο αναιρεσίβλητος όφειλε να δηλώσει στην αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρεία, την τυχόν επέλευση της ασφαλιστικής περίπτωσης, μέχρι και 25-5-2012 και ότι εντός του μηνός Ιουνίου του έτους 2011 αυτός ενημέρωσε τηλεφωνικά τον ασφαλιστικό σύμβουλό του, δέχεται ακολούθως ότι ο τελευταίος διαβίβασε τη δήλωση αυτή προς την αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρεία, για λογαριασμό του αναιρεσιβλήτου ασφαλισμένου, εμπρόθεσμα, χωρίς όμως να αναφέρεται το ακριβές χρονικό σημείο, δηλαδή πότε ακριβώς ο, ενεργών ως αντιπρόσωπος του αναιρεσιβλήτου, ασφαλιστικός σύμβουλός του, διαβίβασε στην ασφαλιστική εταιρεία την ανωτέρω δήλωσή του, και β) εξ αιτίας της ανωτέρω έλλειψης προκαλείται ασάφεια σχετικά και με την έτερη παραδοχή της προσβαλλόμενης απόφασης, ότι ο αναιρεσίβλητος "ενημέρωσε την ασφαλιστική εταιρεία έγκαιρα, και συγκεκριμένα εντός της ενιαύσιας προθεσμίας", αφού δεν προκύπτει με σαφήνεια, τι τελικώς δέχεται το δικαστήριο ως προς του ουσιώδες ζήτημα του εμπροθέσμου της αναγγελίας επέλευσης της ασφαλιστικής περίπτωσης στην αναιρεσείουσα εντός έτους από τη λήξη της ασφαλιστικής σύμβασης, αν δηλαδή η επίμαχη δήλωση ήταν εμπρόθεσμη, ειδικά, κατά το χρόνο της διαβίβασής της στην αναιρεσείουσα ή, αντιθέτως, κατά το χρόνο, που ο αναιρεσίβλητος ενημέρωσε τηλεφωνικά τον αντιπρόσωπό του.

Μόνη η αναφορά της εκκαλούμενης απόφασης, ότι η διαβίβαση της κατά τα άνω δήλωσης του αναιρεσιβλήτου προς την αναιρεσείουσα περί επέλευσης της ένδικης ζημίας έγινε εμπρόθεσμα, δεν αρκεί για την πληρότητα της αιτιολογίας της, αφού το σχετικό πόρισμα του Δικαστηρίου της ουσίας πρέπει να είναι το αποτέλεσμα της υπαγωγής των πραγματικών περιστατικών, που αποδείχθηκαν κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, στις ως άνω εφαρμοζόμενες εν προκειμένω διατάξεις.

Επομένως, ο συναφής πρώτος, από τον αρ. 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, λόγος της αίτησης αναίρεσης, είναι βάσιμος. 5.Κατόπιν αυτού, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, ως προς το κεφάλαιο της παρεμπίπτουσας αγωγής χωρίς να ερευνηθούν οι λοιποί λόγοι αναίρεσης, η εξέταση των οποίων παρέλκει γιατί καλύπτονται από την αναιρετική εμβέλεια του λόγου αυτού.

Στη συνέχεια πρέπει κατά την παρ. 3 του άρθρ. 580 ΚΠολΔ να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από δικαστές διαφορετικούς από αυτούς που εξέδωσαν την απόφαση αυτή, ενώ ο αναιρεσίβλητος που νικήθηκε πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, (άρθρα 176, 183, 189 ΚΠολΔ).

Τέλος, πρέπει να διαταχθεί κατά την παρ. 3 του άρθρ. 495 ΚΠολΔ η απόδοση στην αναιρεσείουσα του παραβόλου που καταβλήθηκε απ` αυτήν.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ` αριθ. 27/2020 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας (τακτική διαδικασία) ως προς το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί όμως από δικαστές άλλους από αυτούς που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση.

Διατάσσει την απόδοση στην αναιρεσείουσα του παραβόλου που καταβλήθηκε απ' αυτήν. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες (2.000) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 14 Νοεμβρίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 30 Νοεμβρίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ