1994/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ και Αλεξάνδρα Κακκαβά, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1994/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο πληρεξούσιος του παραστάντος αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1994 / 2017 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1994/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ και Αλεξάνδρα Κακκαβά, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 3 Μαρτίου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην …, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Ευάγγελο Μαρίνη, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, που δεν κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Α. Γ. Ξ., το γένος Κ. Μ. (...), 2) Γ. Σ. του Ν. (...), 3) Γ. Κ. του Α. (...) και 4) Γ. συζ. Λ. Κ. (L. K.), το γένος Π. Λ. (...), εκ των οποίων ο 3ος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Μαλαφέκα, ενώ οι λοιποί δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16-10-2007 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 18698/2012 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 416/2014 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 22-2-2016 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Αλεξάνδρα Κακκαβά, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο το αναιρεσείον και ο 3ος των αναιρεσιβλήτων όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο πληρεξούσιος του παραστάντος αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από την υπ’ αριθμ. .../25-10-2016 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητού στο Εφετείο Πειραιώς Ι. Α., προκύπτει, ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως κατά της υπ’ αριθμ 416/2014 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την κάτω από αυτή πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσης δικάσιμο, επιδόθηκε, με επιμέλεια των αναιρεσιβλήτων, κατόπιν έγγραφης παραγγελίας του πληρεξουσίου δικηγόρου τους Χ.
Α., προς το αναιρεσείον νομότυπα και εκπρόθεσμα. Όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά συνεδριάσεως του Δικαστηρίου τούτου, κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά το οικείου πινακίου και τη συζήτησή της, το αναιρεσείον εκπροσωπήθηκε διά δηλώσεως του πληρεξουσίου δικηγόρου του Ε.
Μ., κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, ενώ από τους αναιρεσιβλήτους παρέστη μόνο ο τρίτος Γ. Κ., εκπροσωπηθείς από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Μαλαφέκα, οι δε λοιποί δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν με δήλωση του αυτού ή άλλου πληρεξουσίου δικηγόρου. Κατόπιν αυτών, πρέπει να συζητηθεί η υπόθεση σαν να ήταν και αυτοί παρόντες (άρθρο 576 παρ. 1 ΚΠολΔ), αφού και αυτοί επέσπευσαν τη συζήτηση της προκείμενης δίκης.
Με τις διατάξεις του άρθρου 1 του Ν. 653/1977 "περί υποχρεώσεως των παρόδιων ιδιοκτητών διά την διάνοιξιν εθνικών οδών κ.λπ.", οι οποίες, κατά το άρθρο 62 παρ. 9 του Ν. 947/1979 "περί οικιστικών περιοχών" εφαρμόζονται και για βελτιωτικές υφιστάμενων οδών νέες χαράξεις ή διαπλατύνσεις αυτών ή τμημάτων τους, ορίζονται τα ακόλουθα: "Προκειμένου περί διανοίξεως εκτός σχεδίου πόλεων εθνικών οδών πλάτους καταλήψεως μέχρι τριάκοντα μέτρων (το οποίο με το άρθρο 14 παρ 1 του Ν. 1349/1983 σε συνδυασμό με το άρθρο 6 παρ. 14 του Ν. 2052/1992 αυξήθηκε σε πενήντα μέτρα), οι ωφελούμενοι παρόδιοι ιδιοκτήται εκάστης πλευράς υποχρεούνται εις αποζημίωσιν ζώνης πλάτους δεκαπέντε μέτρων (που αυξήθηκε με τα αυτά άρθρα 14 παρ. 1 του Ν. 1349/1983 και 6 παρ. 14 του Ν. 2052/1992 σε εικοσιπέντε μέτρα), διά συμμετοχής των εις τας δαπάνας απαλλοτριώσεως των καταλαμβανόμενων υπό των οδών τούτων ακινήτων, η δε επιβάρυνσις αύτη δεν δύναται να υπερβαίνει το ήμισυ του εμβαδού του βαρυνομένου ακινήτου (παρ. 1)...
Ωφελούμενοι παρόδιοι ιδιοκτήται διά την εφαρμογήν του παρόντος άρθρου θεωρούνται εκείνοι των οποίων τα ακίνητα αποκτούν πρόσωπον επί των διανοιγομένων οδών (παρ. 3)... Οσάκις οι δικαιούχοι αποζημιώσεως διά την απαλλοτρίωσιν είναι και υπόχρεοι διά την πληρωμήν αυτής, επέρχεται συμψηφισμός δικαιωμάτων και υποχρεώσεων (παρ. 4)...".
Εισάγεται έτσι με τη διάταξη ειδικότερα της παρ. 3 του ως άνω άρθρου τεκμήριο ωφέλειας για τους ιδιοκτήτες ακινήτων, τα οποία με τη διάνοιξη εθνικής οδού αποκτούν πρόσωπο σ’ αυτή. Το τεκμήριο αυτό κρίθηκε αρχικά ως αμάχητο, που σημαίνει ότι οι παρόδιοι ιδιοκτήτες δεν μπορούν να το ανατρέψουν, αποδεικνύοντας την έλλειψη ωφέλειάς τους από τη διάνοιξη εθνικής οδού.
Ήδη το τεκμήριο ρητά χαρακτηρίζεται ως μαχητό από τη διάταξη του άρθρου 33 παρ. 1 του Ν. 2971/2001 και κρίνεται, μετά την κήρυξη της απαλλοτρίωσης, από το αρμόδιο για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης Εφετείο, κατά την ειδική διαδικασία του άρθρου αυτού (Ολ.ΑΠ 11/2011). Από το συνδυασμό των διατάξεων των παραγράφων 1 και 4 του ως άνω νόμου, προκύπτει, ότι τα στοιχεία για την ωφέλεια ή μη του ακινήτου διευρύνονται και ότι εκτός από πρόσοψη επί της διανοιγόμενης οδού, που προέβλεπε ο ως άνω νόμος 653/1977, ορίζονται (ενδεικτικά) και η δυνατότητα πρόσβασης του ακινήτου στο έργο, που περιλαμβάνεται στη ζώνη απαλλοτρίωσης, η δημιουργία επιπτώσεων στις χρήσεις του ακινήτου και η, κατά τις ισχύουσες διατάξεις, αρτιότητα και οικοδομησιμότητα του ακινήτου.
Έτσι, ο ισχυριζόμενος ότι το απομένον τμήμα του ακινήτου του δεν ωφελείται, αλλά αντιθέτως ζημιώνεται από την απαλλοτρίωση, μπορεί, αποδεικνύοντας το αντίθετο της τεκμαιρομένης ωφέλειας, δηλαδή την επικαλούμενη ζημία του και ανατρέποντας το ως άνω μαχητό τεκμήριο, να αποζημιωθεί και για την αυτοαποζημιούμενη έκτασή του και να ζητήσει τον καθορισμό οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης και γι’ αυτή (ΑΠ 203/2012, ΑΠ 1009/2011).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006, 4/2005).
Με το λόγο αναιρέσεως από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (παραβίαση κανόνα ταυ ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ., ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ’ ουσίαν (Ολ.ΑΠ 27 και 28/1998).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος απ’ αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.ΑΠ 1/1999).
Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 19 λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσης με την έννοια της ανεπαρκούς αιτιολογίας αφορά ελλείψεις αναγόμενες αποκλειστικά στη διατύπωση του αιτιολογικού πορίσματος αναφορικά με τη συνδρομή ή μη γεγονότων, που στη συγκεκριμένη περίπτωση συγκροτούν το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, έτσι ώστε, από την ανεπαρκή ή αντιφατική έκθεσή τους, να μην μπορεί να κριθεί αν η απόφαση στηρίζεται ή όχι νομικώς (Ολ.ΑΠ 13/1995).
Η ύπαρξη νόμιμης βάσης και η αντίστοιχη έλλειψή της πρέπει να προκύπτουν αμέσως από την προσβαλλόμενη απόφαση, ο δε Άρειος Πάγος διαπιστώνει την ύπαρξη ή την ανυπαρξία του προκειμένου λόγου αναιρέσεως ελέγχοντας μόνο την προσβαλλόμενη απόφαση και το αιτιολογικό της και όχι το περιεχόμενο άλλων εγγράφων ή αποφάσεων σε εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 551 παρ. 2 του ΚΠολΔ.
Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.
Στην προκείμενη περίπτωση το δικάσαν Μονομελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την προσβαλλόμενη υπ’ αριθμ. 416/2014 απόφασή του, δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του, τα ακόλουθα: "Με τη με αριθμό 1111563/ 7871/ΠΕ0010/12-11-1997 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων, που δημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (Φ. 925/7-9-1994, τ.
Δ’ ), κηρύχθηκε αναγκαστική απαλλοτρίωση για λόγους δημόσιας ωφέλειας, ειδικότερα για τη διάνοιξη της ..., τμήμα ..., βόρεια παράκαμψη ..., α) κόμβος ..., σύνδεση ... με υφιστάμενη εθνική οδό, μέσω του συνδετηρίου κλάδου Α, β) παραλλαγή στη θέση αρχαιολογικού χώρου (ΧΘ 12 + 320,00) συνολικής εκτάσεως 34.887 τ.μ., που βρίσκεται στο νομό Θεσσαλονίκης, όπως αυτή απεικονίζεται σε κλίμακα 1:1000 και 1:1500 στα από Ιανουαρίου 1997 και με αριθμό σχεδίων 1 σχετικά κτηματολογικά διαγράμματα και στους αντίστοιχους κτηματολογικούς πίνακες της Διεύθυνσης Μελετών Έργων Οδοποιίας και Συγκοινωνιακών Έργων (πρώην ...) του ΥΠΕΧΩΔΕ, που έχουν συντάξει α) η ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "...", β) Ν.
Μ. και Συνεργάτες ΕΠΕ, γ) Γ. Ρ. και δ) Ν. Α. και έχουν θεωρηθεί από το Διευθυντή Απαλλοτριώσεων και Τοπογραφήσεων του ίδιου Υπουργείου Κ. Δ., στις 7-5-1997. Η απαλλοτρίωση αυτή κηρύχθηκε υπέρ του εναγομένου και ήδη εκκαλούντος Ελληνικού Δημοσίου και με δαπάνες αυτού και των παρόδιων ιδιοκτητών, που ωφελούνται με τις προϋποθέσεις του νόμου από το σύνολο του έργου.
Ο αυτοκινητόδρομος για τη διάνοιξη του οποίου κηρύχθηκε η αναγκαστική απαλλοτρίωση, αποτελεί τμήμα του οδικού άξονα της ..., η οποία διέρχεται από τις κτηματικές περιφέρειες των τέως κοινοτήτων ... του νομού Θεσσαλονίκης, που αποτελούν ενιαίο γεωμορφολογικό και αναπτυξιακό σύνολο. Στην ανωτέρω αναγκαστικώς απαλλοτριωθείσα έκταση περιλαμβάνονται και τα υπ’ αριθμ. ..., ...
ακίνητα. Για τα ακίνητα αυτά καθορίστηκε προσωρινή τιμή μονάδας από το Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης με την 28532/1999 οριστική απόφασή του, που δίκασε κατά την ειδική διαδικασία των άρθρων 18 και 18Α του ΝΔ 797/1971. Το Ελληνικό Δημόσιο (ήδη εναγόμενο), υπέρ του οποίου και με δαπάνες αυτού και των παρόδιων ιδιοκτητών απαλλοτριώθηκαν αναγκαστικά για λόγους δημόσιας ωφελείας τα ως άνω ακίνητα, παρακατάθεσε το σύνολο της προσωρινής αποζημίωσης, που καθορίστηκε με την ως άνω απόφαση, στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων (κατάστημα Θεσσαλονίκης) και η οικεία ανακοίνωση της παρακατάθεσης αυτής (.../25-1-2000), δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ 120/7-3-2000 (τεύχος Δ) και με τον τρόπο αυτό συντελέστηκε έκτοτε η εν λόγω κατεπείγουσα απαλλοτρίωση (άρθρο 7 παρ. 1 ΝΔ 797/1971), δηλαδή προ της από 19-1-2002 ισχύος του Ν. 2971/2001...
Όλα τα ακίνητα (..., ...) βρίσκονται στην κτηματική περιοχή του δ.δ. ..., πρώην Δήμου ... και ήδη Δήμου ... Θεσσαλονίκης, εκτός σχεδίου πόλεως, κάτω από τη διανοιχθείσα Εγνατία οδό, πλησίον της παλαιάς εθνικής οδού .... Η περιοχή δεν εμφανίζει οικιστική, τουριστική ή επαγγελματική ανάπτυξη και τα περισσότερα ακίνητα τα οποία βρίσκονται εκτός σχεδίου, αξιοποιούνται κυρίως για γεωργικές δραστηριότητες.
Και τα τέσσερα ακίνητα, πριν από την απαλλοτρίωση ήταν αγροτεμάχια και κύρια χρήση τους, ήταν η γεωργική εκμετάλλευση, απέχουν δε 100-150 μέτρα από την παλαιά εθνική οδό ... και για το κάθε ένα από αυτά αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: To ακίνητο με αριθμό .... Πρόκειται για εκτός σχεδίου πόλεως αγροτική έκταση, καλυπτόμενη από ελαιόδενδρα, χωρίς κτίσματα.
Απαλλοτριώθηκε το υπό στοιχεία ... τμήμα εμβαδού 651 τ.μ., εκ του οποίου τμήμα 523 τ.μ. υπό στοιχεία ..., θεωρήθηκε αυτοαποζημιούμενο, επειδή η εναπομείνασα εκτός απαλλοτρίωσης έκταση εμβαδού 2.202 τ.μ., απέκτησε πρόσωπο στην οδό Β (δευτερεύουσα οδό του συνδετηρίου κλάδου Α). Το ακίνητο αυτό είχε αρχική έκταση 2.853 τ.μ., με τραπέζιο σχήμα, δεν είχε πρόσωπο επί εθνικής ή επαρχιακής οδού αλλά επί αγροτικής οδού.
Το επίδικο δεν εξυπηρετείτο από δίκτυα κοινής ωφέλειας (ηλεκτρισμού και ύδρευσης) και η κατά προορισμό χρήση του ήταν ανέκαθεν αγροτική. Και μετά την απαλλοτρίωση, εξακολουθεί να είναι καλυμμένο με ελαιόδενδρα (βλ. φωτογραφία στην Τεχνική Έκθεση του Ν. Α.). Το άνω ακίνητο ήταν, λόγω της εκτάσεώς του, μη άρτιο και μη οικοδομήσιμο, καθόσον κατά τους ισχύοντες όρους δόμησης το ελάχιστο εμβαδόν για την αρτιότητα και οικοδομησιμότητά του ήταν 4.000 τ.μ.
Το πιο πάνω ακίνητο κείται αριστερά της οδού ..., με κατεύθυνση από την παλαιά ΕΟ ... προς την Εγνατία οδό. Η πρώτη ενάγουσα, αναγνωρίστηκε δικαιούχος της αποζημίωσης με την 2851/2000 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης (ειδικής διαδικασίας απαλλοτριώσεων). Με την υπ’ αριθμ 3106/2002 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης καθορίστηκε η οριστική τιμή μονάδας της άνω απαλλοτριωθείσας έκτασης στο ποσό των 70 € ανά τετραγωνικό μέτρο.
Με την ίδια απόφαση καθορίστηκε και ιδιαίτερη αποζημίωση για την απομείνασα έκταση των 2.202 μ2, καθόσον κρίθηκε ότι αυτή υπέστη μείωση της αξίας της και δη σε ποσοστό 20%. Το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο κατέβαλε, σε εκτέλεση της άνω απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης περί οριστικής αποζημίωσης, στην πρώτη ενάγουσα, όπως η ίδια ομολογεί με την κρινόμενη αγωγή της, την αποζημίωση που αντιστοιχεί στην καθορισθείσα παραπάνω οριστική τιμή μονάδος απαλλοτρίωσης για την απαλλοτριωθείσα έκταση.
Ωστόσο δεν της κατέβαλε την αναλογούσα αποζημίωση για το απαλλοτριωθέν τμήμα εκτάσεως 523 μ2, διότι, κατά τους ισχυρισμούς του εναγομένου, η εν λόγω ενάγουσα είναι ωφελούμενη παρόδιος ιδιοκτήτης, βαρυνόμενη με συμμετοχή στις δαπάνες της απαλλοτρίωσης για την κατασκευή του συγκεκριμένου έργου, αυτοαποζημιούμενη για 523 μ2, καθόσον η απομείνασα μετά την απαλλοτρίωση έκταση ωφελήθηκε από το συγκεκριμένο έργο και γι’ αυτό δεν της κατέβαλε την αντίστοιχη αποζημίωση, επικαλούμενο συμψηφισμό τους, κατ’ εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 1 παρ. 4 του Ν. 653/1977.
Όπως προεκτέθηκε, από το ακίνητο αυτό, αρχικής έκτασης 2.853 μ2, απαλλοτριώθηκαν 651 μ2 και απέμεινε τμήμα έκτασης 2.202 μ2, το οποίο δεν έχει άμεση προσπέλαση στην Εγνατία οδό, ούτε σε παράπλευρη βοηθητική οδό, ούτε και στο συνδετήριο κλάδο Α, παρά μόνο στην οδό Β (δευτερεύουσα οδό του συνδετήριου κλάδου Α). Η πιο πάνω οδός Β χωροθετείται επί του ίχνους του προϋπάρχοντος αγροτικού δρόμου, μέσω του οποίου το επίδικο ακίνητο, είχε πρόσβαση στην παλαιά εθνική οδό ....
Η κατασκευή όμως της πιο πάνω οδού Β δεν έχει πραγματοποιηθεί, όπως θα εκτεθεί παρακάτω. Επιπλέον, το εναπομείναν από την απαλλοτρίωση εδαφικό τμήμα των 2.002 μ2, λόγω του αρχικού εμβαδού του, δεν ευνοήθηκε μετά την απαλλοτρίωση από τις παρεκκλίσεις του πδ 24/1985 για τη θέσπιση αρτιότητας και εξακολούθησε να παραμένει μη άρτιο και μη οικοδομήσιμο και συνεπώς το τμήμα αυτό μπορεί να χρησιμοποιηθεί μόνο για γεωργική εκμετάλλευση, όπως άλλωστε χρησιμοποιούνταν πριν την απαλλοτρίωση ολόκληρο το ακίνητο.
Συνεπώς, από την προσήκουσα αξιολόγηση και την ορθή εκτίμηση των προαναφερθέντων αποδεικτικών μέσων προέκυψε ότι το εναπομείναν μετά την απαλλοτρίωση τμήμα της επίδικης ιδιοκτησίας δεν ωφελείται από το προπεριγραφόμενο έργο. Το ακίνητο με αριθμό .... Πρόκειται για εκτός σχεδίου πόλεως αγροτική έκταση, καλυπτόμενη από ελαιόδενδρα, χωρίς κτίσματα.
Το ακίνητο αυτό είχε αρχική έκταση 1.984 μ2, με τραπέζιο σχήμα, δεν είχε πρόσωπο επί εθνικής ή επαρχιακής οδού, αλλά επί αγροτικής οδού. Το επίδικο δεν εξυπηρετείτο από δίκτυα κοινής ωφέλειας (ηλεκτρισμού και ύδρευσης) και η κατά προορισμό χρήση του ήταν ανέκαθεν αγροτική. Και μετά την απαλλοτρίωση, εξακολουθεί να είναι καλυμμένο με ελαιόδενδρα (βλ.
φωτογραφία στην Τεχνική Έκθεση του Ν. Α.). Το άνω ακίνητο ήταν, λόγω της εκτάσεώς του, μη άρτιο και μη οικοδομήσιμο, καθόσον, κατά τους ισχύοντες όρους δόμησης το ελάχιστο εμβαδόν για την αρτιότητα και οικοδομησιμότητά του ήταν 4.000 τ.μ. Το πιο πάνω ακίνητο κείται αριστερά της οδού ... με κατεύθυνση από την παλαιά ΕΟ ...
προς την Εγνατία οδό, απαλλοτριώθηκε δε απ’ αυτό (ακίνητο), με την επίδικη απαλλοτρίωση , έκταση 284 τ.μ. από το δυτικό του τμήμα με στοιχεία 4-5-16-17-18-4 και απέμεινε εκτός απαλλοτρίωσης έκταση 1.700 τ.μ. Από την απαλλοτριωθείσα συνολική έκταση των 284 μ2 θεωρήθηκε, με τον ως άνω Κτηματολογικό Πίνακα, ως αυτοαποζημιούμενη ολόκληρη η έκταση των 284 μ2, δηλαδή θεωρήθηκε εκ μέρους του εναγομένου Δημοσίου ότι, κατ’ εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 1 του Ν. 653/1977, αυτό (Δημόσιο) δεν έχει υποχρέωση αποζημίωσης.
Ο δεύτερος ενάγων, αναγνωρίστηκε δικαιούχος της αποζημίωσης με την 2851/2000 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης (ειδικής διαδικασίας απαλλοτριώσεων). Με την υπ’ αριθμ 3106/2002 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης καθορίστηκε η οριστική τιμή μονάδας της άνω απαλλοτριωθείσας έκτασης στο ποσό των 70 € ανά τετραγωνικό μέτρο.
Με την ίδια απόφαση καθορίστηκε και ιδιαίτερη αποζημίωση για την απομείνασα έκταση των 1.700 τ.μ., καθόσον κρίθηκε ότι αυτή υπέστη μείωση της αξίας της και δη σε ποσοστό 20%. Το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο κατέβαλε, σε εκτέλεση της άνω απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης περί οριστικής αποζημίωσης, στον δεύτερο ενάγοντα, όπως ο ίδιος ομολογεί με την κρινόμενη αγωγή του, την αποζημίωση που αντιστοιχεί στην καθορισθείσα παραπάνω οριστική τιμή μονάδος απαλλοτρίωσης για την απαλλοτριωθείσα έκταση.
Ωστόσο δεν του κατέβαλε την αναλογούσα αποζημίωση για το απαλλοτριωθέν τμήμα εκτάσεως 284 μ2, διότι, κατά τους ισχυρισμούς του εναγομένου, ο εν λόγω ενάγων είναι ωφελούμενος παρόδιος ιδιοκτήτης, βαρυνόμενος με συμμετοχή στις δαπάνες της απαλλοτρίωσης για την κατασκευή του συγκεκριμένου έργου, αυτοαποζημιούμενος για 284 μ2, καθόσον η απομείνασα μετά την απαλλοτρίωση έκταση ωφελήθηκε από το συγκεκριμένο έργο και γι’ αυτό δεν του κατέβαλε την αντίστοιχη αποζημίωση, επικαλούμενο συμψηφισμό τους, κατ’ εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 1 παρ. 4 του Ν. 653/1977.
Όπως προεκτέθηκε, από το ακίνητο αυτό, αρχικής έκτασης 1.984 μ2, απαλλοτριώθηκαν 284 μ2 και απέμεινε τμήμα έκτασης 1.700 μ2, το οποίο δεν έχει άμεση προσπέλαση στην Εγνατία οδό, ούτε σε παράπλευρη βοηθητική οδό, ούτε και στο συνδετήριο κλάδο Α, παρά μόνο στην οδό Β (δευτερεύουσα οδό του συνδετήριου κλάδου Α). Η πιο πάνω οδός Β χωροθετείται επί του ίχνους του προϋπάρχοντος αγροτικού δρόμου, μέσω του οποίου το επίδικο ακίνητο, είχε πρόσβαση στην παλαιά εθνική οδό ....
Η κατασκευή όμως της πιο πάνω οδού Β δεν έχει πραγματοποιηθεί, όπως θα εκτεθεί παρακάτω. Επιπλέον το εναπομείναν από την απαλλοτρίωση εδαφικό τμήμα των 1.700 μ2, λόγω του αρχικού εμβαδού του, δεν ευνοήθηκε μετά την απαλλοτρίωση από τις παρεκκλίσεις του πδ 24/1985 για τη θέσπιση αρτιότητας και εξακολούθησε να παραμένει μη άρτιο και μη οικοδομήσιμο και επομένως το τμήμα αυτό μπορεί να χρησιμοποιηθεί μόνο για γεωργική εκμετάλλευση, όπως άλλωστε χρησιμοποιούνταν πριν την απαλλοτρίωση ολόκληρο το ακίνητο.
Το ακίνητο με αριθμό .... Πρόκειται για εκτός σχεδίου πόλεως αγροτική έκταση, καλυπτόμενη από ελαιόδενδρα, χωρίς κτίσματα. Το ακίνητο αυτό είχε αρχική έκταση 4.296 μ2, με ορθογώνιο σχήμα, δεν είχε πρόσωπο επί εθνικής ή επαρχιακής οδού, αλλά επί αγροτικής οδού. Το επίδικο δεν εξυπηρετείτο από δίκτυα κοινής ωφέλειας (ηλεκτρισμού και ύδρευσης) και η κατά προορισμό χρήση του αν και ήταν άρτιο και οικοδομήσιμο, ήταν ανέκαθεν αγροτική.
Και μετά την απαλλοτρίωση, εξακολουθεί να είναι καλυμμένο με ελαιόδενδρα (βλ. φωτογραφία στην Τεχνική Έκθεση του Ν. Α.). To πιο πάνω ακίνητο κείται αριστερά της οδού ... με κατεύθυνση από την παλαιά ΕΟ ... προς την Εγνατία οδό, απαλλοτριώθηκε δε απ’ αυτό (ακίνητο), με την επίδικη απαλλοτρίωση, έκταση 2.738 τ.μ. από το δυτικό του τμήμα με στοιχεία ...
και απέμεινε εκτός απαλλοτρίωσης έκταση 1.558 τ.μ., με σχήμα τριγωνικό, και στοιχεία ..., το οποίο ευνοήθηκε μεν από τις παρεκκλίσεις του πδ 24/1985 για τη θέσπιση αρτιότητας, ως κατά παρέκκλιση άρτιο, λόγω του ότι η απομένουσα έκταση είναι μεγαλύτερη της ελάχιστης απαιτούμενης των 750 τ.μ., όχι όμως και οικοδομήσιμο, διότι λόγω του γεγονότος ότι καθίσταται παρόδιο σε οδό του Βασικού Εθνικού Οδικού Δικτύου, στην προκειμένη περίπτωση έχουν εφαρμογή οι απαγορευτικές ζώνες του άρθρου 2 του ΠΔ 209/98 περί απαγόρευσης δόμησης στα 40 μ.
από τον άξονα της οδού, οι οποίες ξεπερνούν το βάθος του επιδίκου τόσο από τον άξονα, όσο και από το όριο της απαλλοτρίωσης. Από την απαλλοτριωθείσα συνολική έκταση των 2.738 μ2 θεωρήθηκε, με τον ως άνω Κτηματολογικό Πίνακα, ως αυτοαποζημιούμενη έκταση 779 μ2 με στοιχεία ..., δηλαδή θεωρήθηκε εκ μέρους του εναγομένου Δημοσίου ότι, κατ’ εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 1 του Ν. 653/1977, αυτό (Δημόσιο) δεν έχει υποχρέωση αποζημίωσης.
Η τέταρτη ενάγουσα, αναγνωρίστηκε δικαιούχος της αποζημίωσης με την 2851/2000 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης (ειδικής διαδικασίας απαλλοτριώσεων). Με την υπ’ αριθμ 3106/2002 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης καθορίστηκε η οριστική τιμή μονάδας της άνω απαλλοτριωθείσας έκτασης στο ποσό των 70 € ανά τετραγωνικό μέτρο.
Με την ίδια απόφαση καθορίστηκε και ιδιαίτερη αποζημίωση για την απομείνασα έκταση των 1.558 τ.μ., καθόσον κρίθηκε ότι αυτή υπέστη μείωση της αξίας της και δη σε ποσοστό 40%. Το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο κατέβαλε, σε εκτέλεση της άνω απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης περί οριστικής αποζημίωσης, στην τέταρτη ενάγουσα, όπως η ίδια ομολογεί με την κρινόμενη αγωγή της, την αποζημίωση που αντιστοιχεί στην καθορισθείσα παραπάνω οριστική τιμή μονάδος απαλλοτρίωσης για την απαλλοτριωθείσα έκταση.
Ωστόσο δεν της κατέβαλε την αναλογούσα αποζημίωση για το απαλλοτριωθέν τμήμα εκτάσεως 779 μ2, διότι, κατά τους ισχυρισμούς του εναγομένου, η εν λόγω ενάγουσα είναι ωφελούμενη παρόδιος ιδιοκτήτης, βαρυνόμενη με συμμετοχή στις δαπάνες της απαλλοτρίωσης για την κατασκευή του συγκεκριμένου έργου, αυτοαποζημιούμενη για 779 μ2, καθόσον η απομείνασα μετά την απαλλοτρίωση έκταση ωφελήθηκε από το συγκεκριμένο έργο και γι’ αυτό δεν της κατέβαλε την αντίστοιχη αποζημίωση, επικαλούμενο συμψηφισμό τους, κατ’ εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 1 παρ. 4 του Ν. 653/1977.
Όπως προεκτέθηκε, από το ακίνητο αυτό, αρχικής έκτασης 4.296 μ2, απαλλοτριώθηκαν 2.738 μ2 και απέμεινε τμήμα έκτασης 1.558 μ2, το οποίο έχασε αφενός την οικοδομησιμότητά του και συνεπώς την εμπορική του εκμετάλλευση, αφετέρου δε η γεωργική εκμετάλλευσή του είναι πλέον δυσχερής λόγω του ακανόνιστου σχήματός του.
Επιπλέον το πιο πάνω ακίνητο δεν έχει άμεση προσπέλαση στην Εγνατία οδό, ούτε σε παράπλευρη βοηθητική οδό, ούτε και στο συνδετήριο κλάδο Α, παρά μόνο στην οδό Β (δευτερεύουσα οδό του συνδετηρίου κλάδου Α), η οποία όπως προαναφέρθηκε χωροθετείται επί του ίχνους του προϋπάρχοντος αγροτικού δρόμου, μέσω του οποίου το επίδικο ακίνητο, είχε πρόσβαση στην παλαιά εθνική οδό ....
Η κατασκευή όμως της πιο πάνω οδού Β δεν έχει πραγματοποιηθεί, όπως θα εκτεθεί παρακάτω. Στην προσκομιζόμενη από το εναγόμενο τεχνική έκθεση του Δ. Μ., αναφορικά με το πιο πάνω ακίνητο, εκτίθεται ότι, "για το ... ακίνητο συντρέχει το τεκμήριο ωφέλειας μετριασμένο κατά 33,33" Το ακίνητο με αριθμό .... Πρόκειται για εκτός σχεδίου πόλεως αγροτική έκταση, καλυπτόμενη από ελαιόδενδρα, χωρίς κτίσματα.
Το ακίνητο αυτό είχε αρχική έκταση 1.643,00 μ2, με ορθογώνιο σχήμα, εκ του οποίου απαλλοτριώθηκε εδαφικό τμήμα εμβαδού 305 τ.μ. με στοιχεία ..., το οποίο θεωρήθηκε αυτοαποζημιούμενο, επειδή η εναπομείνασα εκτός απαλλοτρίωσης έκταση εμβαδού 1.383 τ.μ., απέκτησε πρόσωπο στην οδό Β (δευτερεύουσα οδό του συνδετήριου κλάδου Α).
Το εν λόγω ακίνητο ήταν παρόδιο και πριν την κήρυξη της εν λόγω απαλλοτριώσεως, έχοντας πρόσοψη επί της οδού Γ, για τη χωροθέτηση της οποίας, με την υπ’ αριθμ 1129709/8872/0010/1997 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων, είχε ήδη απαλλοτριωθεί το βόρειο τμήμα του επιδίκου ακινήτου, εκτάσεως 1.590 τ.μ.
και το οποίο (ακίνητο), έφερε στον κτηματολογικό πίνακα, εκείνης της απαλλοτρίωσης, ... (βλ. προσκομιζόμενο και επικαλούμενο κτηματολογικό διάγραμμα και πίνακα). Ο τρίτος ενάγων και ήδη εκκαλών, αναγνωρίστηκε δικαιούχος της αποζημίωσης με την 2851/2000 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης (ειδικής διαδικασίας απαλλοτριώσεων).
Με την υπ’ αριθμ 3106/2002 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης καθορίστηκε η οριστική τιμή μονάδας της άνω απαλλοτριωθείσας έκτασης στο ποσό των 70 € ανά τετραγωνικό μέτρο. Το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο κατέβαλε, σε εκτέλεση της άνω απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης περί οριστικής αποζημίωσης, στον εκκαλούντα, όπως ο ίδιος ομολογεί με την κρινόμενη αγωγή του, την αποζημίωση που αντιστοιχεί στην καθορισθείσα παραπάνω οριστική τιμή μονάδος απαλλοτρίωσης για την απαλλοτριωθείσα έκταση.
Ωστόσο δεν του κατέβαλε την αναλογούσα αποζημίωση για το απαλλοτριωθέν τμήμα εκτάσεως 305 μ2, διότι, κατά τους ισχυρισμούς του εναγομένου, ο εν λόγω ενάγων είναι ωφελούμενος παρόδιος ιδιοκτήτης, βαρυνόμενος με συμμετοχή στις δαπάνες της απαλλοτρίωσης για την κατασκευή του συγκεκριμένου έργου, αυτοαποζημιούμενος για 305 μ2, καθόσον η απομείνασα μετά την απαλλοτρίωση έκταση ωφελήθηκε από το συγκεκριμένο έργο και γι’ αυτό δεν του κατέβαλε την αντίστοιχη αποζημίωση, επικαλούμενο συμψηφισμό τους, κατ’ εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 1 παρ. 4 του Ν. 653/1977.
Όπως προεκτέθηκε, από το ακίνητο αυτό, αρχικής έκτασης 1.688 μ2, απαλλοτριώθηκαν 305 μ2 και απέμεινε τμήμα έκτασης 1.383 μ2. Το επίδικο δεν εξυπηρετείτο από δίκτυα κοινής ωφέλειας (ηλεκτρισμού και ύδρευσης) και η κατά προορισμό χρήση του ήταν ανέκαθεν αγροτική. Το άνω ακίνητο ήταν, λόγω της εκτάσεώς του, μη άρτιο και μη οικοδομήσιμο, καθόσον κατά τους ισχύοντες όρους δόμησης το ελάχιστο εμβαδόν για την αρτιότητα και οικοδομησιμότητά του ήταν 4.000 τ.μ.
Περαιτέρω, δεν πρόκειται για ακίνητο, που το πρώτον απέκτησε πρόσωπο σε διανοιγόμενη οδό, αλλά για ακίνητο που είχε ήδη πρόσωπο στην υφιστάμενη οδό Γ, για την διάνοιξη της οποίας, όπως προαναφέρθηκε ήδη κλήθηκε να συνεισφέρει η πιο πάνω ιδιοκτησία, αυτοαποζημιούμενη για έκταση 1.318 τ.μ., κατά την κήρυξη της προαναφερθείσας υπ’ αριθμ .../1997 απαλλοτρίωσης.
Όσον αφορά την οδό Β, για τη διάνοιξη της οποίας και στα πλαίσια του έργου "σύνδεση της ... με υφιστάμενη ΕΟ μέσω του συνδετηρίου κλάδου Α" κηρύχθηκε η ένδικη υπ’ αριθμ .../1997 απαλλοτρίωση, και η οποία όπως προαναφέρθηκε χωροθετείται επί του ίχνους του προϋπάρχοντος αγροτικού δρόμου, μέσω του οποίου το επίδικο ακίνητο, είχε πρόσβαση στην παλαιά εθνική οδό ..., η κατασκευή της οδού Β, δεν έχει πραγματοποιηθεί.
Ειδικότερα, όπως προκύπτει από τις προσκομιζόμενες από τους ενάγοντες φωτογραφίες, η διάνοιξη της οδού Β, μέχρι και κατά την παρούσα συζήτηση, δεν έχει πραγματοποιηθεί και η παλαιά αγροτική οδός παραμένει στην ίδια κατάσταση που ήταν και πριν την απαλλοτρίωση δηλ. ένας ημιδιανοιγμένος χωματόδρομος, χωρίς ίχνος ασφαλτόστρωσης και τεχνικής διαμόρφωσης και χωρίς δυνατότητα σύνδεσης με το υπόλοιπο οδικό δίκτυο, διότι στο σημείο που η οδός αυτή καταλήγει στο συνδετήριο κλάδο Α, υπάρχουν μπάρες ασφαλείας και περίφραξη συρματοπλέγματος ύψους 2 μέτρων, με υψομετρική διαφορά του οδοστρώματος από το φυσικό έδαφος 1 - 1,50 μ.
Βάσει των ανωτέρω, τα επίδικα ακίνητα τα οποία, προ της απαλλοτριώσεως είχαν πρόσοψη επί αγροτικής οδού, σε επίπεδο χωρίς ιδιαίτερη κλίση και από την οποία (οδό) εξυπηρετούνταν ως προς τη γεωργική εκμετάλλευσή τους και μέσω της οποίας είχαν πρόσβαση στην παλαιά εθνική οδό ..., μετά την χωροθέτηση επί της πιο πάνω αγροτικής οδού, της οδού Β, απέκτησαν πρόσοψη επί μιας οδού, με τα ίδια τεχνικά χαρακτηριστικά με τον προϋπάρχοντα αγροτικό δρόμο, (ημιδιανοιγμένος χωματόδρομος), χωρίς επιπλέον να υπάρχει δυνατότητα σύνδεσής τους με το υπόλοιπο οδικό δίκτυο, λόγω της ύπαρξης μπαρών ασφαλείας και περίφραξης στο σημείο που η οδός Β ενώνεται με το συνδετήριο κλάδο Α.
Το μελλοντικό γεγονός της πιθανής διαμόρφωσης της απαλλοτριωθείσας έκτασης, κανένα πλεονέκτημα στα επίδικα ακίνητα δεν προσδίδει. Περαιτέρω, λόγω του μεγέθους των εναπομεινασών εκτάσεων των επιδίκων (..., ...) ακινήτων και της απόστασης αυτών από την Εγνατία Οδό δεν είναι δυνατή η εκμετάλλευσή των ούτε με εγκατάσταση διαφημιστικών πινακίδων (άρθρο 2 παρ. 1 εδ. 24 του Ν. 2669/1999/ ΚΟΚ), ενώ, ως προς τη φερόμενη ρύπανση λόγω του κονιορτού και της ηχορύπανσης πρέπει να σημειωθεί ότι το σύνολο μεν του έργου της ...
έχει κατασκευαστεί κατόπιν σύνταξης μελέτης περιβαλλοντικών επιπτώσεων, αρμοδίως εγκεκριμένη και σύμφωνη με το νομοθετικό πλαίσιο που κατ’ επιταγή των οδηγιών της Ευρωπαϊκής Ένωσης έγινε τμήμα της εθνικής νομοθεσίας, τα επίδικα δε, βρίσκονται πλησίον κόμβου ήπιας κυκλοφορίας, όπου η κίνηση των οχημάτων είναι μέτριας ταχύτητας, που αυξάνει τους αέριους ρύπους.
Το εκκαλούν Ελληνικό Δημόσιο ισχυρίζεται ότι τα επίδικα ακίνητα (..., ...) ωφελούνται από το γεγονός ότι απέκτησαν πρόσωπο στην οδό Β μέσω της οποίας, αν και χωματόδρομος έχουν πλήρη πρόσβαση σε όλο το οδικό δίκτυο με ασφάλεια, λόγω τοποθέτησης φωτεινών σηματοδοτών, επιπλέον δε ότι η Εγνατία οδός είναι μιας αυξημένης οικονομικής σημασίας οδός, μέσω της οποίας θα διακινούν ευχερέστερα και ταχύτερα τα εμπορεύματα και προϊόντα τους, και οι οποίες (επιχειρήσεις) θα είναι ευχερώς προσβάσιμες στους πελάτες τους.
Πλην όμως οι ισχυρισμοί αυτοί κρίνονται αβάσιμοι, καθόσον με την χωροθέτηση του κλάδου Α δυσχεράνθηκε, η προσβασιμότητα και προσπελασιμότητα των ανωτέρω ακινήτων και δεν βελτιώθηκε αυτή ποιοτικά και συνεπώς δεν μπορεί να γίνει λόγος για ωφέλεια που προέκυψε στην προσβασιμότητα και την προσπελασιμότητα των ανωτέρω ακινήτων εξ αιτίας της κατασκευής της ...
και τούτο διότι η συνδετήρια οδός Α στην οποία και καταλήγει η αδιαμόρφωτη εισέτι οδός Β, όπως προαναφέρθηκε, προστατεύεται από διπλό μεταλλικό στηθαίο, περίφραξη από συρματόπλεγμα και τσιμεντοπασσσάλους ύψους 2 μέτρων με υψομετρική διαφορά του οδοστρώματος από το φυσικό έδαφος των ομόρων ακινήτων, όπως εξ άλλου αποδεικνύεται και από την προσκομιζόμενη από τους ενάγοντες από Ιανουάριο 2012 τεχνική έκθεση, που συνέταξε ο Ν.
Α., αγρονόμος και τοπογράφος μηχανικός, αναφορικά με το ζήτημα της ύπαρξης ή όχι ωφέλειας των επιδίκων ακινήτων από την απαλλοτρίωση για την οδό Β, και από την ένορκη κατάθεση που ο ίδιος έδωσε στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου. Αντίθετα η μάρτυρας που εξετάστηκε ενώπιον του ίδιου πιο πάνω Δικαστηρίου με επιμέλεια του εναγόμενου, υπέπεσε σε αντιφάσεις στην κατάθεσή της, καθόσον ανέφερε ότι τα ακίνητα αποκτούν μεν ωφέλεια, αλλά και ότι η πρόσβαση είναι γρήγορη μέσω του συνδετηρίου κόμβου στην Εγνατία, ενώ συγχρόνως αναφέρει ότι "...
η οδός Β παραμένει χωματόδρομος". Σε κάθε περίπτωση ο ισχυρισμός του εναγομένου ότι τα επίδικα ακίνητα έχουν αποκτήσει πρόσβαση στο έργο με την διάνοιξη της οδού Β, ελέγχεται ως ανακριβής, καθώς όπως προκύπτει τόσο από τις προσκομιζόμενες μετ’ επικλήσεως φωτογραφίες όσο και από τις αεροφωτογραφίες, η πιο πάνω οδός δεν έχει διανοιχθεί και παραμένει χωματόδρομος όπως προϋπήρχε της απαλλοτρίωσης και συνεπώς τα επίδικα εναπομείναντα εδαφικά τμήματα των ακινήτων ..., ...
εξακολουθούν να έχουν πρόσβαση στον ίδιο αγροτικό δρόμο μεν, που υπήρχε της απαλλοτριώσεως, το γεγονός όμως της μη εκτέλεσης του έργου, όπως προεκτέθηκε και ειδικότερα της μη διαμόρφωσης της οδού Β, επηρεάζει αρνητικά την εμπορική αξία της γης, η οποία και απομειώνεται ενόψει του άγνωστου χρόνου της ασφαλτόστρωσης και πλήρους διάνοιξης της πιο πάνω οδού και της συνακόλουθα ασφαλέστερης εξόδου των επιδίκων σε οδική αρτηρία, η οποία προς το παρόν έχει αποκοπεί πλήρως.
Πρέπει να σημειωθεί ότι η όποια ωφέλεια απέκτησαν τα επίδικα από την κατασκευή της ..., είναι αυτή που απέκτησαν όλα γενικά τα ακίνητα της περιοχής και το ευρύτερο κοινό αυτής. Υπό τα ως άνω δεδομένα, κρίνεται από το παρόν Δικαστήριο ότι οι με αριθμό ..., ... και ... ιδιοκτησίες δεν μπορούν να θεωρηθούν κατά την έννοια του άρθρου 1 του Ν. 653/1977 ως ωφελούμενες παρόδιες ιδιοκτησίες και παρεπόμενα δεν πρέπει να συμμετάσχουν στις δαπάνες απαλλοτρίωσης του άνω έργου της ...
και να επιβαρυνθούν με αυτοαποζημίωση 523 μ2, 284 μ2 και 779 μ2 αντίστοιχα. Συνακόλουθα, πρέπει, σύμφωνα με το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, οι υπ’ αριθμ. ..., ... και ... ιδιοκτησίες να αποζημιωθούν για τα απαλλοτριούμενα 523 μ2, 284 μ2 και 779 μ2, αντίστοιχα. Η αποζημίωση δε αυτή, υπολογιζόμενη βάσει της οριστικής τιμής μονάδας των 70 € ανά μ2 που καθορίσθηκε για τα ακίνητα αυτά, προκειμένου να προσδιοριστεί το ποσό της οφειλόμενης ιδιαίτερης αποζημίωσης, με την 3106/2002 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου, ανέρχεται στο ποσό των (523 μ2 χ 70 € ανά μ2 =) 36.610 € για το ..., στο ποσό των (284 μ2 χ 70 € ανά μ2 =) 19.880 € για το ...
και στο ποσό των (779 μ2 χ 70 € ανά μ2 =) 54.350 € για το ... και τα ποσά αυτά το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο έχει υποχρέωση να καταβάλει στους ιδιοκτήτες τους, με νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που δέχθηκε τα παραπάνω και έκανε δεκτή την αγωγή, ορθά τις αποδείξεις εκτίμησε και πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος κατ’ ουσίαν ο σχετικός τρίτος λόγος της υπό στοιχ.
β έφεσης. Μετά τις σκέψεις αυτές και μη υπάρχοντος άλλου λόγου έφεσης, πρέπει η κρινόμενη υπό στοιχ. β έφεση να απορριφθεί ως αβάσιμη κατ’ ουσίαν. Περαιτέρω, αναφορικά με το υπ’ αριθμ. ... ακίνητο, ενόψει των αποδειχθέντων πιο πάνω περιστατικών, το δικαστήριο οδηγείται στη κρίση ότι το απαλλοτριωθέν ακίνητο ουδεμία ωφέλεια αποκόμισε από το εκτελεσθέν έργο, λαμβάνοντας υπόψη ότι για την όποια ωφέλεια αποκόμισε από την παροδιότητά του στην συνδετήρια οδό Γ, και την μέσω αυτής δυνατότητα εξόδου του ιδιοκτήτη του στον "κλειστό αυτοκινητόδρομο ...", με τον οποίο και υπάρχει ταχεία πρόσβαση στον αυτοκινητόδρομο της ..., έχει ήδη απαλλοτριωθεί και αυτοαποζημιωθεί για 1.318 τ.μ., με την προγενέστερη απαλλοτρίωση, και συνεπώς η υπ’ αριθμ ...
ιδιοκτησία δεν μπορεί να θεωρηθεί κατά την έννοια του άρθρου 1 του Ν. 653/1977 ως ωφελούμενη παρόδια ιδιοκτησία και παρεπόμενα δεν πρέπει να συμμετάσχει στις δαπάνες απαλλοτρίωσης του άνω έργου και δεν πρέπει συνεπώς να επιβαρυνθεί με αυτοαποζημίωση 305 μ2. Με τα δεδομένα αυτά πρέπει να γίνει δεκτή η αγωγή και στην ουσία της και ως προς την πιο πάνω ιδιοκτησία, να αναγνωρισθεί η ανυπαρξία ωφέλειας στο απαλλοτριωθέν ακίνητο και να υποχρεωθεί το εναγόμενο να καταβάλει στον τρίτο ενάγοντα το ποσό των 21.350 ευρώ [70 ευρώ χ 305 τ.μ.].
Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο αφού έκρινε διαφορετικά, με την εκκαλούμενη απόφαση, και απέρριψε την κρινόμενη αγωγή ως προς τον τρίτο ενάγοντα, εσφαλμένα το νόμο ερμήνευσε και εφάρμοσε και κακώς τις αποδείξεις εκτίμησε, όπως βάσιμα ισχυρίζεται ο εκκαλών, με το μοναδικό λόγο της έφεσής του. Πρέπει, επομένως, να γίνει δεκτός ο λόγος αυτός της έφεσης και συνακόλουθα και η υπό κρίση υπό στοιχ.
α έφεση, ως βάσιμη κατ’ ουσίαν, να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη απόφαση, κατά το μέρος που απέρριψε την αγωγή ως προς τον τρίτο ενάγοντα. Ακολούθως, πρέπει, να κρατηθεί και να δικασθεί η υπόθεση από το Δικαστήριο αυτό (άρθρο 535 παρ. 1 ΚΠολΔ), να γίνει δεκτή η ένδικη από 16-10-2007 και υπ’ αριθμό καταθέσεως .../19-10-2007 αγωγή κατά το μέρος της που αφορά τον τρίτο ενάγοντα και να υποχρεωθεί το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο να καταβάλει στον τρίτο ενάγοντα Γ.
Κ. το ποσό των 21.350 ευρώ, με το νόμιμο τόκο, για το χρονικό διάστημα από την επομένη της επίδοσης της αγωγής και μέχρι την εξόφληση". Με αυτά που έκρινε το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 1 του Ν. 653/1977 ως προς την ανατροπή του μαχητού πλέον τεκμηρίου ωφελείας. Διέλαβε δε στην απόφασή του σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς τα ζητήματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οι οποίες στηρίζουν το αποδεικτικό του πόρισμα, ώστε να καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος ως προς την ορθότητα ή μη της εφαρμογής των διατάξεων του ως άνω νόμου σχετικά με την ανυπαρξία ωφέλειας στα τμήματα των ιδιοκτησιών των αναιρεσιβλήτων που απέμειναν μετά τη απαλλοτρίωση.
Ειδικότερα, με κριτήρια καθοριστικά της έλλειψης ωφέλειας αυτών που αφορούν κυρίως την έλλειψη άμεσης προσπέλασης στη διανοιγόμενη Εγνατία οδό και τις επιπτώσεις της απαλλοτρίωσης στην οικοδομησιμότητα και εκμετάλλευση των απομεινάντων τμημάτων, κατέληξε στο σαφές και επαρκές αποδεικτικό του πόρισμα, ότι οι εν λόγω ιδιοκτησίες δεν απέκτησαν καμμία ωφέλεια από την απαλλοτρίωση και τη διάνοιξη της παραπάνω οδού.
Με τους: πρώτο, δεύτερο και πέμπτο λόγους της αναιρέσεως υπό τους αριθμούς ... (όπως διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο), αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τους αριθμούς 1 και 19 ΚΠολΔ, για τους λόγους ότι: 1) τα ανελέγκτως δεκτά γενόμενα περιστατικά δεν ήταν αρκετά για την ανατροπή του τεκμηρίου ωφελείας των ακινήτων, καθώς απαιτείτο να αποδειχθεί επί πλέον και η ζημία τους, 2) η ωφέλειά τους έπρεπε να κριθεί σύμφωνα με την μελέτη κατασκευής του έργου και ασχέτως του χρόνου αποπερατώσεώς του και όχι κατά το χρόνο ασκήσεως των ενδίκων βοηθημάτων, 3) στην κρίση τους, ότι λόγω του μεγέθους των εναπομεινασών εκτάσεων των επιδίκων (..., ...) και της απόστασής τους από την Εγνατία οδό δεν είναι δυνατή η εκμετάλλευσή τους ούτε με εγκατάσταση διαφημιστικών πινακίδων, παρέλειψε να προσδιορίσει την απόσταση των ακινήτων αυτών και το συγκεκριμένο λόγο, για τον οποίο, το μέγεθός τους καθιστά αδύνατη την εκμετάλλευσή τους, 4) αναφορικά με την φερόμενη ρύπανση λόγω του κονιορτού και της ηχορύπανσης, δεν προσδιορίζει και την απόσταση που απέχουν τα ακίνητα από τον κόμβο, 5) δεν διευκρινίζεται αν η αγροτική οδός ήταν δημόσια ή ιδιωτική, 6) ειδικά για το ...
ακίνητο: α) ότι περιέχει αντιφατικές αιτιολογίες, ότι αυτό απώλεσε, μετά την απαλλοτρίωση, την οικοδομησιμότητα και την εμπορική του εκμετάλλευση, αφού δέχεται ότι η κατά προορισμό χρήση του ήταν ανέκαθεν αγροτική και β) ότι δέχθηκε ότι μετά την απαλλοτρίωση, συνεπεία του ακανόνιστου σχήματος που απέκτησε είναι δυσχερής η γεωργική του εκμετάλλευση , κατ’ αντίφαση με την παραδοχή του ότι εξακολουθεί να είναι καλυμμένο με ελαιόδενδρα, γεγονός δηλωτικό της ευχερούς γεωργικής εκμετάλλευσής του.
Από τις περιεχόμενες στους ως άνω λόγους αιτιάσεις η δεύτερη είναι μη νόμιμη και απορριπτέα, οι δε λοιπές είναι απαράδεκτες, διότι με αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη ουσιαστική εκτίμηση, ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων από το Δικαστήριο της ουσίας. Εξάλλου, οι παραδοχές καθόσον αφορά το ακίνητο με αριθμό 8, ότι από την αρχική του έκταση των 4.296 τ.μ.
απέμεινε μετά την απαλλοτρίωση έκταση 1.558 τ.μ. και έτσι έχασε αφενός την οικοδομησιμότητά του και συνεπώς την εμπορική του εκμετάλλευση, αφετέρου δε η γεωργική του εκμετάλλευση είναι πλέον δυσχερής λόγω του ακανόνιστου σχήματός του δεν ενέχουν αντίφαση. Επίσης δεν ενέχει αντίφαση η τελευταία ως άνω παραδοχή με την παραδοχή ότι το εναπομένον τμήμα είναι καλυμμένο με ελαιόδενδρα.
Συνεπώς πρέπει να απορριφθούν, όπως και οι σχετικοί ως άνω λόγοι της αναιρέσεως.
Ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό του άρθρου 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το δικαστήριο, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ως "πράγματα", θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, ή λόγου έφεσης, όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις τους, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων (Ολ.ΑΠ 3/1997). Εξ άλλου, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναίρεσης όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό (πράγμα) και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ.ΑΠ 12/1997), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (Ολ.ΑΠ 11/1996, ΑΠ 1060/2015).
Με τον τρίτο, υπό τον αριθμό 5.1 αναιρετικό λόγο, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια της παραβάσεως του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, διότι, κατά το αναιρεσείον, το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του αυτοτελείς ισχυρισμούς (πράγματα) που προέβαλε με την έφεσή του και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ειδικότερα δε: α) περί μη υπάρξεως δημόσιας αγροτικής οδού έμπροσθεν των επιδίκων ακινήτων και β) περί άμεσης πρόσβασης των επιδίκων μέσω της οδού Β με κατεύθυνση βορειοδυτικά, στην ασφαλτοστρωμένη οδό Γ, από την οποία οι εποχούμενοι εισέρχονται στο συνδετήριο κλάδο Α... και στη συνέχεια στον κύριο άξονα της .... Ότι αν λαμβανόταν υπόψη οι ως άνω ισχυρισμοί, θα επηρέαζαν την κρίση του δικαστηρίου, διότι θα κρινόταν, ότι τα ακίνητα ωφελήθηκαν από το έργο της ένδικης απαλλοτρίωσης, αφού βρέθηκαν πλησίον και απέκτησαν πρόσωπο και πρόσβαση σε μεγάλο οδικό έργο. Ο ως άνω λόγος είναι απαράδεκτος, διότι σύμφωνα με τα εκτεθέντα στην αμέσως προηγηθείσα νομική σκέψη, οι ως άνω ισχυρισμοί δεν αποτελούν "πράγματα" υπό την εκτεθείσα έννοια. Ανεξάρτητα όμως από τα παραπάνω είναι αβάσιμος και απορριπτέος, διότι από τις προεκτεθείσες παραδοχές της αποφάσεως, προκύπτει, ότι το Δικαστήριο έλαβε υπόψη του τους ανωτέρω ισχυρισμούς και τους αξιολόγησε αρνητικά.
Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αρ. 11γ’ ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι. Για την ίδρυση του λόγου αυτού αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο.
Στην απόφαση δεν είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα. Το γεγονός ότι μνημονεύονται και εξαίρονται μερικά από αυτά, λόγω της κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου μεγαλύτερης σημασίας τους, δεν σημαίνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα υπόλοιπα, αρκεί βέβαια να γίνεται αδίστακτα βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι (ΑΠ 740/2009).
Ο λόγος αυτός ελέγχεται ως ουσιαστικά αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη του όλα τα επικληθέντα και προσκομισθέντα αποδεικτικά μέσα. Προς τούτο αρκεί η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κ.λπ.) που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο, χωρίς την ανάγκη ειδικής μνείας και αξιολόγησης καθενός (ΑΠ 1069/2015).
Στην προκείμενη περίπτωση με τον τέταρτο λόγο της αναιρέσεως, όπως αυτός διαλαμβάνεται στην υπ’ αριθμ. 5.2 παράγραφο του αναιρετηρίου, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της παραβάσεως της διατάξεως του άρθρου 559 αρ. 11γ’ ΚΠολΔ, διότι το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του, άλλως, από το περιεχόμενο και τις αιτιολογίες της προσβαλλομένης αποφάσεως υπάρχουν αμφιβολίες αν πράγματι έλαβε υπόψη του τα παρακάτω επικληθέντα και προσκομισθέντα από το ίδιο (αναιρεσείον) αποδεικτικά μέσα: 1) Το υπ’ αριθμ.
πρωτ. .../10-1-2014 έγγραφο του Τμήματος ... της Π.Κ.Μ., 2) το από τον Ιανουάριο του 1997 με αριθμό σχεδίου 1 κτηματολογικό διάγραμμα απαλλοτρίωσης, 3) τις φωτογραφίες με αριθμούς σχετικών στις προτάσεις του ... και 4) τις φωτογραφίες με αριθμούς σχετικών στις προτάσεις του ... Ο λόγος αυτός της αναιρέσεως είναι αβάσιμος και απορριπτέος, διότι, από τη ρητή αναφορά στην προσβαλλόμενη απόφαση, ότι το δικαστήριο, για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, έλαβε υπόψη του τις καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάσθηκαν ενόρκως στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη απόφαση πρακτικά συνεδριάσεώς του, όλα ανεξαιρέτως τα μετ’ επικλήσεως προσκομισθέντα έγγραφα, στα οποία συμπεριλαμβάνονται και οι φωτογραφίες των επιδίκων και της περιοχής, των οποίων δεν αμφισβητήθηκε η γνησιότητα, τις από τον Ιανουάριο του 2012 δύο τεχνικές εκθέσεις του Ν.
Α., αγρονόμου τοπογράφου μηχανικού, που συντάχθηκε κατ’ εντολή των εναγόντων που τις προσκόμισαν με επίκληση και την από 24-3-2009 τεχνική έκθεση του Δ. Μ., αγρονόμου τοπογράφου μηχανικού που συντάχθηκε κατ’ εντολή του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου και την προσκόμισε με επίκληση, εκτιμήθηκαν δε οι τεχνικές εκθέσεις ελεύθερα από το Δικαστήριο, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της αποφάσεως, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του και αξιολόγησε και τα ως άνω έγγραφα.
Αντικείμενο της προκείμενης δίκης είναι η αποκατάσταση της ζημίας των αναιρεσιβλήτων από τη μη καταβολή της αποζημίωσης που προσδιορίστηκε για τα απαλλοτριωμένα ακίνητά τους που εσφαλμένα αναφέρονται στον κτηματολογικό πίνακα (ΚΠ) ως "αυτοαποζημιούμενα", ενώ, παράλληλα, το ποσό της ζημίας τους αυτής ταυτίζεται με το ποσό της παραπάνω αποζημίωσης.
Στην ουσία δηλαδή πρόκειται για δίκη με αντικείμενο την καταβολή αποζημίωσης λόγω αναγκαστικής απαλλοτρίωσης. Επομένως, αναφορικά με τη δικαστική δαπάνη, θα εφαρμοσθούν οι διατάξεις που εφαρμόζονται στη δίκη της απαλλοτρίωσης, εκείνες δηλαδή των άρθρων 176, 189, 191 ΚΠολΔ, 18 παρ. 4 του Ν. 2882/2001 και 100, 107, 109 και 114 του "Κώδικα Δικηγόρων".
Αντίθετα δεν εφαρμόζονται και στη δίκη αυτή, όπως και στη δίκη της απαλλοτρίωσης, οι διατάξεις του άρθρου 22 παρ. 1 και 2 του Ν. 3693/1957, διότι έτσι φαλκιδεύεται η πλήρης αποζημίωση, με συνέπεια να παραβιάζεται το άρθρο 17 του Συντάγματος που την προβλέπει. Με την αντίθετη εκδοχή, αν μεν το δικαστικό στάδιο της απαλλοτριωτικής διαδικασίας είχε προχωρήσει ομαλά, στην αποζημίωση του δικαιούχου θα περιλαμβανόταν η πλήρης δικαστική δαπάνη του, ενώ, όταν αυτός αναγκάζεται, λόγω υπαιτιότητας του υπόχρεου, να διεκδικήσει, όχι με την απλούστερη απαλλοτριωτική διαδικασία, αλλά με την τακτική, την αποζημίωσή του, να περιορίζεται αυτή με τον κατακερματισμό της δικαστικής του δαπάνης (ΑΠ 1055/2017, 212/2017, 406/2015, 2120/2014, 2161/1993, αντιθ.
ΑΠ 1129/2014, 1333/2013). Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του, αναφορικά με τη δικαστική δαπάνη, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Κατά τη διάταξη του άρθρου 17 του Συντάγματος κανένας δεν στερείται την ιδιοκτησία του, παρά μόνο για δημόσια ωφέλεια και πάντοτε αφού προηγηθεί πλήρης αποζημίωση, που να ανταποκρίνεται στην αξία την οποία είχε το απαλλοτριούμενο κατά το χρόνο της σχετικής συζήτησης στο δικαστήριο.
Κατά δε την παρ. 4 εδ. τελευταίο του ιδίου άρθρου η αποζημίωση δεν υπόκειται ως τοιαύτη σε κανένα φόρο, κράτηση ή τέλος. Η τελευταία αυτή διάταξη αποσκοπεί στο να αποτρέψει κάθε επιβάρυνση του δικαιούχου της αποζημίωσης ώστε αυτή να μην φαλκιδευτεί και να περιέλθει στον ίδιο ακέραιη. Περαιτέρω δε με το άρθρο 17 παρ. 4 του ν. 797/1971, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 του ν.δ. 446/1974 η δικαστική δαπάνη βαρύνει τον υπόχρεο προς καταβολή της αποζημιώσεως και επιδικάζεται πάντοτε από το δικαστήριο με την ίδια απόφαση που επιδικάζει την αποζημίωση.
Όμοια ρύθμιση περιέχεται στο άρθρο 9 παρ. 5 του ν. 1093/19.80. Ενόψει όμως της παραπάνω συνταγματική αρχής η αποζημίωση πρέπει να είναι πλήρης, το δε ποσό αυτής πρέπει να περιέρχεται στο δικαιούχο ακέραιο και αλώβητο. Μέρος δε αυτής αποτελούν και τα δικαστικά έξοδα, αφού ο καθού η απαλλοτρίωση αναγκαίως υποβάλλεται σ’ αυτά για να επιτύχει τον καθορισμό της αποζημιώσεως που δικαιούται να λάβει.
Άρα, αυτά, στα οποία περιλαμβάνεται και η αμοιβή του πληρεξουσίου του δικηγόρου (άρθρ. 189 ΚΠολΔ) αποτελούν παρακολούθημα της αποζημίωσης, προσαυξάνουν το ποσό της και βαρύνουν, όπως εκείνη, τον υπόχρεο στην καταβολή της. Πρέπει συνεπώς να επιδικάζονται σε βάρος του υπόχρεου και να περιέρχονται στον δικαιούχο της αποζημίωσης.
Η δικηγορική αμοιβή του πληρεξουσίου δικηγόρου που πρέπει να επιδικασθεί και να περιέλθει σ’ αυτόν, συνίσταται στο ποσό που προκύπτει από την εφαρμογή των οικείων διατάξεων του κώδικα περί δικηγόρων , γιατί αυτό πρέπει να αποτελεί τη νόμιμη αμοιβή, άρα στην δαπάνη στην οποία αυτός αναγκαίως υποβάλλεται.
Για το λόγο αυτό, κατά τον καθορισμό της δικηγορικής αμοιβής, αφενός δεν λαμβάνεται υπόψη τυχόν ιδιαίτερη με το δικηγόρο συμφωνία (εργολαβικό δίκης) και αφετέρου το ποσό αυτής δεν υπόκειται σε συμψηφισμό (ΟλΑΠ 9/1996), ούτε σε μείωση ή περιορισμό κατά το άρθρο 22 του ν. 3693/1957, αφού έτσι ο δικαιούχος θα επιβαρυνόταν με τη διαφορά, με αποτέλεσμα τη φαλκίδευση του ποσού της αποζημίωσης (ΑΠ 1790/2011 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1913/05 Δνη 47.449).
Στην προκειμένη περίπτωση α) το εφεσίβλητο-εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο υπόχρεο σε καταβολή της άνω αποζημιώσεως λόγω της ανατροπής του τεκμηρίου ωφέλειας, λόγω της ήττας του (176, 183 ΚΠολΔ), πρέπει να καταδικασθεί στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του εκκαλούντος-ενάγοντος δικαιούχου της αποζημιώσεως, και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, χωρίς τους περιορισμούς των διατάξεων του Ν. 3693/1957, ενόψει του ότι η παρούσα υπόθεση αφορά καταβολή αποζημιώσεως από αναγκαστική απαλλοτρίωση (ΟλΑΠ 17/2000 Ελ.Δνη 41.958) η οποία υπολογίζεται σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 18 παρ. 4 του ν. 2882/2001, όπως τα εδάφια, πρώτο και τρίτο της παραγράφου αυτής, αντικαταστάθηκαν με τις διατάξεις του άρθρου 130 παρ. 1 και 2 αντίστοιχα του ν. 4070/2012 (ΦΕΚ Α82/10-4-2012) και λαμβανομένου υπόψη ότι κατά τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης για τα επίδικα ακίνητα με την άνω απόφαση του δικαστηρίου τούτου, δεν επιδικάσθηκαν δικαστικά έξοδα στον ήδη ενάγοντα, για το ήδη επιδικαζόμενο σ’ αυτόν ως άνω ποσό αποζημιώσεως λόγω απαλλοτριώσεως σύμφωνα και με όσα αναφέρονται στην αμέσως παραπάνω νομική σκέψη.
Έτσι τα έξοδα αυτά υπολογίζονται α) στην παράσταση της πληρεξουσίου δικηγόρου του και την αμοιβή της για την σύνταξη της αγωγής και των προτάσεών της στο πρωτοβάθμιο και στο παρόν Δικαστήριο. Η αμοιβή αυτή ανέρχεται, σε ποσοστό 3% επί της καθοριζομένης αποζημιώσεως, καθόσον αυτή δεν υπερβαίνει το ποσό των 200.000 ευρώ ( [21,350 χ 1,5% = 320,25 ευρώ] βλ.
άρθ. 63 παρ. 1 Κώδικα δικηγόρων όμως, θα επιδικασθεί μειωμένη κατά το ήμισυ, δηλαδή 1,5%, με βάση τον περιορισμό της δικαστικής δαπάνης επί απαλλοτριώσεων, όταν υπόχρεος για καταβολή της αποζημιώσεως είναι φορέας υπαγόμενος στη Γενική Κυβέρνηση, (βλ. άρθρο 1Β ν. 2362/1995), ο οποίος, περιορισμός, εισήχθη με τη διάταξη του άρθρου 130 παρ. 2 του ν. 4070/2012, που στο σημείο αυτό τροποποίησε τη σχετική διάταξη του άρθρου 18 παρ. 4 εδ.
γ’ του ΚΑΑΑ, και η οποία εφαρμόζεται, σύμφωνα με το άρθρο 146 παρ. 9 περ. δ’ των μεταβατικών διατάξεων του ίδιου νόμου και στις εκκρεμείς, κατά την έναρξη ισχύος του, απαλλοτριώσεις, η οποία συμπίπτει με τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, την 10-4-2012, (βλ. ΦΕΚ αριθ. 82/10.4.2012), κατά το άρθρο 188 του ίδιου νόμου.
β) Στην αμοιβή για την παράσταση μετά των εξόδων της εν λόγω δικηγόρου του εκκαλούντος-ενάγοντος ενώπιον του πρωτοβάθμιου και του παρόντος δικαστηρίου, συνολικού ποσού 600ευρώ, όπως στο διατακτικό". Έτσι, μετά την παραδοχή της αγωγής ως προς τον ενάγοντα Γ. Κ., καταδίκασε το αναιρεσείον στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του εκκαλούντος - ενάγοντος και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, τα οποία όρισε στο ποσό των 920,25 ευρώ (320,25 + 600).
Με αυτά που έκρινε το Εφετείο ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 18 παρ. 4 του Ν. 2882/2001 περί δικαστικής δαπάνης, ορθώς έκρινε ότι δεν υπέκειτο σε συμψηφισμό, μείωση ή περιορισμό κατ’ άρθρο 22 του Ν. 3693/1957 και νομίμως υπολόγισε στην αμοιβή του πληρεξουσίου δικηγόρου του αναιρεσείοντος Γ. Κ. και ποσοστό 1,5% (μειωμένη αμοιβή 3% κατά το ήμισυ) επί του ποσού της αποζημιώσεως.
Συνεπώς, δεν υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ πλημμέλεια, τα δε αντιθέτως υποστηριζόμενα από το αναιρεσείον με τον τελευταίο υπό στοιχείο Β λόγο της αναιρέσεως, ότι δεν έπρεπε να συμπεριλάβει στη δικαστική δαπάνη και το αναλογούν, στο ως άνω ποσοστό, ποσό, διότι επρόκειτο περί αγωγής που εκδικάσθηκε κατά την τακτική διαδικασία και όχι με την ειδική διαδικασία του απαλλοτριώσεων, είναι, σύμφωνα και με τις προεκτεθείσες νομικές σκέψεις, αβάσιμα και απορριπτέα.
Κατόπιν όλων των ανωτέρω, πρέπει, να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως στο σύνολό της και να καταδικασθεί το αναιρεσείον στη δικαστική δαπάνη του παρισταμένου αναιρεσιβλήτου Γ. Κ., που κατέθεσε προτάσεις (άρθρ. 176 και 183 ΚΠολΔ), μειωμένων όμως κατά το άρθρο 22 παρ. 1 του Ν. 3693/1957 σε συνδυασμό με τις διατάξεις του άρθρου 5 παρ. 12 του Ν. 1738/1982 και αριθμ. 2 της από 8-12-1992 κοινής απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ 11/Β/20-1-1993), όπως ορίζεται στο διατακτικό, ενώ δεν γίνεται λόγος για δικαστική δαπάνη, ως προς τους απολειπόμενους αναιρεσίβλητους, οι οποίοι αφού δεν παραστάθηκαν δεν υπέβαλαν σχετικό αίτημα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 22-2-2016 με αρ. καταθ. …2016 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 416/2014 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Και
Καταδικάζει το αναιρεσείον στη δικαστική δαπάνη του παρισταμένου αναιρεσιβλήτου Γ. Κ., την οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Νοεμβρίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 6 Δεκεμβρίου 2017.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ