1994/2013 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Σεπτεμβρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 13/7/2006 αίτηση καθορισμού οριστικής τιμής μονάδος αποζημιώσεως από αναγκαστική απαλλοτρίωση των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Εφετείο Θεσσαλονίκης.
Legislator headnote
AI generated1994/2013 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Κατά την διάταξη δε του άρθρου 9§4 του αυτού νόμου, όποιος δεν κλητεύθηκε, ούτε έλαβε μέρος στη δίκη για τον καθορισμό της αποζημίωσης δικαιούται να ασκήσει με αίτηση την αξίωση του για καθορισμό μεγαλύτερης οριστικής αποζημίωσης, κατά το άρθρο 21 του παρόντος νόμου, μέσα σε πέντε έτη από την συντέλεση της απαλλοτρίωσης και σε περίπτωση που αποδεδειγμένα έλαβε γνώση, μέσα σε έξι μήνες από τότε που αυτός έλαβε γνώση.
Full text
Απόφαση 1994 / 2013 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1994 /2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Νικόλαο Λεοντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασιλική Θάνου-Χριστοφίλου, Δημητρούλα Υφαντή, Ιωάννα Πετροπούλου και Μαρία Χυτήρογλου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Σεπτεμβρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1. Α. Μ. του Χ. 2 Α. χήρας Χ. Γ., 3) Κ. Ν. του Α., β) Σ. Ν. του Α., ) Α. Ν. του Α., 4 Α. Δ. του Α., 5. Δ. Τ. του Α., 6) Ζ. χήρας Η. Γ. το γένος Δ. Ρ., ) Χ. Γ. του Η. και ) Α. Γ. του Η., ως μοναδικών νομίμων και εξ αδιαθέτου κληρονόμων του Η. Γ. του Α. και 7. Ν. Π. του Δ., κατοίκων ... οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν δια του πληρεξουσίου δικηγόρου τους Κων/νο Μιχαηλίδη, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις. Ο ως άνω πληρεξούσιος γνωστοποίησε με την από 4-11-2010 κλήση των αναιρεσειόντων για εκ νέου συζήτηση και τις από 14-11-2012 προτάσεις του τα ακόλουθα:1. Τη διόρθωση του υπό στοιχείο 5 αναιρεσείοντος από το λανθασμένο Α. στο ορθό Δ. Τ. του Α. και 2. Τον θάνατο του υπό στοιχείο 6 των αρχικώς αιτούντων, Η. Γ. του Α., που απεβίωσε την 16-1-2007 και την δίκη συνεχίζουν οι νόμιμοι κληρονόμοι του α) Ζ. χήρας Η. Γ. το γένος Δ. Ρ., ) Χ. Γ. του Η. και ) Α. Γ. του Η., οι οποίοι εκπροσωπούνται από τον ανωτέρω πληρεξούσιο και κατέθεσαν προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Eλληνικού Δημοσίου που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε δια του πληρεξουσίου Παρέδρου του ΝΣΚ Ευάγγελο Μαρίνη και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 13/7/2006 αίτηση καθορισμού οριστικής τιμής μονάδος αποζημιώσεως από αναγκαστική απαλλοτρίωση των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Εφετείο Θεσσαλονίκης.
Εκδόθηκε η 869/2007 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, την αναίρεση της οποίας ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 14/2/2008 αίτησή τους.
Εκδόθηκε η 2170/2009 απόφαση του Αρείου Πάγου, που κήρυξε απαράδεκτη την συζήτηση της υπόθεσης. Την επανέφεραν για εκ νέου συζήτηση οι αναιρεσείοντες με την από 30-11-2011 κλήση τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης, Μαρία Χυτήρογλου, ανέγνωσε την από 19-3-2009 έκθεση της ήδη αποχωρήσασας από την υπηρεσία Αρεοπαγίτου Σοφίας Καραχάλιου, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 62 εδ. α' 73,159 αρ. 2, 160 παρ. 1 και 556 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, ενόψει και του άρθρου 35 ΑΚ, που ορίζει ότι το πρόσωπο παύει να υπάρχει με το θάνατο του, προκύπτει ότι αναίρεση μπορεί να ασκήσει, υπό τους όρους του άρθρου 556 παρ. 1 ΚΠολΔ το φυσικό πρόσωπο που βρίσκεται ακόμη στη ζωή κατά το χρόνο άσκησης του ενδίκου αυτού μέσου, πράγμα που σημαίνει ότι δικόγραφο αναίρεσης το οποίο φέρει ως αναιρεσείοντα πρόσωπο που έχει πεθάνει πριν από την κατάθεση του, με την οποία συντελείται κατά το άρθρο 495 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ η άσκηση του ενδίκου μέσου, είναι άκυρη και η ακυρότητα αυτή αναγόμενη σε έλλειψη της κατά το άρθρο 62 εδ.
α' ΚΠολΔ διαδικαστικής προϋπόθεσης, δηλαδή της ικανότητας του προσώπου να είναι διάδικος, απαγγέλλεται από το δικαστήριο και αυτεπαγγέλτως. Στην προκειμένη περίπτωση οι εκ των καλούντων, Ζ. χήρα Η. Γ. Χ. Γ. και Α. Γ. με την από 30-11-2011 κλήση των που επιδόθηκε νομότυπα στο αναιρεσίβλητο όπως προκύπτει από την με αριθμό .../9-2-2012 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο πρωτοδικείο Αθηνών …, δήλωσαν ότι ο εκ των αρχικώς αναιρεσειόντων, Η.
Γ. του Α. , ο οποίος ήταν σύζυγος της πρώτης και πατέρας της δεύτερης και τρίτης απεβίωσε την 16-1-2007 και συνεχίζουν την δίκη που άνοιξε με την άσκηση της από 14-2-08 και με αύξοντα αρθμό κατάθεσης 81/4-3-08 αίτησης αναιρέσεως της 869/07 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Από την ανωτέρω όμως δήλωση των προκύπτει ότι όταν ασκήθηκε η ένδικη αναίρεση (κατάθεση αυτής την 4-3-08) ο αρχικώς αναιρεσείων Η.
Γ. του Α. είχε ήδη αποβιώσει (χρόνος θανάτου του η 16-1-2007) με αποτέλεσμα το ένδικο μέσο της αναιρέσεως κατά το μέρος που τον αφορά να είναι άκυρο και εντεύθεν απορριπτέο κατά την αυτεπάγγελτο περί τούτου έρευνα του δικαστηρίου.
Περαιτέρω , κατά την διάταξη του άρθρου 7§1 εδ. α' του Ν. 2882/2001, η οποία ταυτίζεται με την διάταξη του άρθρου 7§1 του προϊσχύσαντος Ν.Δ 797/1971, η αναγκαστική απαλλοτρίωση συντελείται με την καταβολή στον δικαστικώς αναγνωρισθέντα ή στον αληθινό δικαιούχο της αποζημίωσης που προσδιορίσθηκε προσωρινά ή οριστικά κατά τον παρόντα νόμο ή με την δημοσίευση στην εφημερίδα της Κυβερνήσεως γνωστοποίησης, ότι η αποζημίωση κατατέθηκε στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων, κατά το επόμενο άρθρο 8.
Κατά την διάταξη δε του άρθρου 9§4 του αυτού νόμου, όποιος δεν κλητεύθηκε, ούτε έλαβε μέρος στη δίκη για τον καθορισμό της αποζημίωσης δικαιούται να ασκήσει με αίτηση την αξίωση του για καθορισμό μεγαλύτερης οριστικής αποζημίωσης, κατά το άρθρο 21 του παρόντος νόμου, μέσα σε πέντε έτη από την συντέλεση της απαλλοτρίωσης και σε περίπτωση που αποδεδειγμένα έλαβε γνώση, μέσα σε έξι μήνες από τότε που αυτός έλαβε γνώση.
Οι παραπάνω προθεσμίες των πέντε (5) ετών και έξι (6) μηνών επιβλήθηκαν από λόγους δημοσίου συμφέροντος που επιβάλλουν την άρση της αβεβαιότητας και την εντός ευλόγου χρόνου εκκαθάριση των δημιουργούμενων από την αναγκαστική απαλλοτρίωση σχέσεων. Ο σκοπός αυτός δεν αντίκειται στις διατάξεις των άρθρων 17 του Συντάγματος που προστατεύει την ιδιοκτησία ούτε του άρθρου 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ που προστατεύει την περιουσία ούτε του άρθρου 6 παρ. 1 της ίδιας Συμβάσεως που διασφαλίζει το δικαίωμα προσβάσεως και απονομής της Δικαιοσύνης (βλ.
Ολ.ΑΠ 17/2006). Εξ άλλου, κατά την μεταβατική διάταξη του άρθρου 29 του ιδίου νόμου, οι διατάξεις περί παραγραφής και προθεσμιών του παρόντος εφαρμόζονται και επί απαλλοτριώσεων που κηρύχθηκαν από 1-2-1971 και εφεξής, εφ' όσον οι σχετικές αξιώσεις έχουν γεννηθεί αλλά δεν έχουν παραγραφεί, κατά την έναρξη της ισχύος αυτού.
Εάν ο χρόνος της παραγραφής και των προθεσμιών που ορίζεται από τις διατάξεις του παρόντος είναι βραχύτερος εκείνου που ορίζεται από τις λοιπές διατάξεις, τότε από την έναρξη ισχύος του παρόντος ισχύει ο βραχύτερος και αρχίζει από αυτή. Αν ο χρόνος της παραγραφής και των προθεσμιών με βάση τις παλαιές διατάξεις συμπληρώνεται νωρίτερα από τον βραχύτερο χρόνο που ορίζεται από τις διατάξεις του παρόντος, η παραγραφή ή προθεσμία συμπληρώνεται με την πάροδο του χρόνου που ορίζεται από τις παλαιές διατάξεις.
Από τον συνδυασμό των διατάξεων αυτών, προκύπτει, ότι οι περί παραγραφής και προθεσμιών διατάξεις του Ν. 2882/2001, εν όψει του ότι από τον προϊσχύσαντα Ν. 797/1971 δεν προβλέπετο προθεσμία ασκήσεως της αιτήσεως για τον καθορισμό της οριστικής αποζημιώσεως, εφαρμόζονται και για τις απαλλοτριώσεις που έχουν κηρυχθεί από 1-2-1971 και εφεξής, ο δε χρόνος ενάρξεως είναι εκείνος που ορίζεται από τις νέες διατάξεις και στην προκειμένη περίπτωση, που δεν προεβλέπετο τέτοια προθεσμία και επομένως δεν μπορεί να γίνει λόγος για βραχύτερο ή μακρύτερο χρόνο, από της ισχύος του Ν. 2882/2001, δηλαδή από 7-5-2001.
Επομένως, για απαλλοτριώσεις που έχουν κηρυχθεί μετά την 1-2-1971 και η συντέλεση έλαβε χώρα προ της ενάρξεως της ισχύος του Ν. 2882/2001, η προθεσμία για την άσκηση της αξιώσεως για τον καθορισμό μεγαλύτερης αποζημιώσεως εκείνου που δεν έλαβε μέρος, ούτε κλήθηκε στη δίκη για τον καθορισμό της αποζημιώσεως είναι πενταετής και αρχίζει από 7-5-2001 και στην περίπτωση κατά την οποία αποδεικνύεται ότι έχει λάβει γνώση είναι εξάμηνη και αρχίζει πάλι από 7-5- 2001, εκτός εάν η γνώση ανάγεται σε χρόνο μετά την χρονολογία αυτή, οπότε αρχίζει από της γνώσεως (Ολ.ΑΠ 17/2006).
Όμως, η ανωτέρω αυτοτελής προθεσμία, προς άσκηση της αιτήσεως, για τον καθορισμό μεγαλύτερης αποζημιώσεως, ισχύει σε κάθε περίπτωση. Επομένως, η εξάμηνη προθεσμία, από της γνώσεως του καθορισμού της αποζημιώσεως, προς άσκηση της αιτήσεως, ισχύει μόνον στην περίπτωση που δεν παρήλθε πενταετία από την συντέλεση της απαλλοτριώσεως από της ενάρξεως ισχύος του Ν. 2882/2001 (7-5-2001), κατά τα ανωτέρω.
Τούτο έχει την έννοια ότι, αν ο αιτών έλαβε γνώση του καθορισμού της αποζημιώσεως προ του χρόνου συμπληρώσεως της πενταετούς προθεσμίας, η αίτηση όμως ασκήθηκε μετά την συμπλήρωση της προθεσμίας αυτής, τότε η άσκηση της είναι εκπρόθεσμος (βλ. ΑΠ 174/2009, ΑΠ 2173/2009). Περαιτέρω, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 1 του Κ.Πολ.Δ., ιδρύεται λόγος αναιρέσεως και αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, εσωτερικού ή διεθνούς.
Ο κανόνας παραβιάζεται, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, είτε με ψευδή ερμηνεία, η οποία υπάρχει, όταν αποδίδεται στον κανόνα δικαίου διαφορετική έννοια από την αληθινή, είτε με μη ορθή εφαρμογή, η οποία συντελείται όταν εφαρμόζεται κανόνας, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή όταν δεν εφαρμόζεται, ενώ έπρεπε να εφαρμοσθεί ή όταν εφαρμόσθηκε εσφαλμένως.
Στηγ προκειμένη περίπτωση το Εφετείο Θεσσαλονίκης κρίνοντας επί αιτήσεως των λοιπών ήδη αναιρεσειόντων για τον καθορισμό πρόσθετης αποζημιώσεως για την απαλλοτριωθείσα έκταση ιδιοκτησίας της και ιδιαίτερης αποζημιώσεως για την εναπομείνασα έκταση δέχθηκε ανελέγκτως ως προκύψαντα από τις αποδείξεις τα ακόλουθα "Όι αιτούντες στην κρινόμενη αίτηση τους εκθέτουν ότι δεν κλήθηκαν, ούτε παρέστησαν κατά τον καθορισμό της τιμής μονάδος αποζημίωσης και ζητούν να καθορισθεί απ' ευθείας από το Εφετείο η οριστική τιμή μονάδος αποζημίωσης των απαλλοτριωθέντων, δυνάμει της με αριθμό 1124308/8768/0010/23-12-1997 κοινής απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και ΠΕΧΩΔΕ αναφερομένων ακινήτων τους και των επ' αυτών επικειμένων καθώς, επίσης, να τους επιδικασθεί ιδιαίτερη αποζημίωση για τα εναπομείναντα εκτός απαλλοτρίωσης τμήματα αυτών. .
Στην προκειμένη περίπτωση η απαλλοτρίωση των επιδίκων ακινήτων είχε συντελεσθεί πριν την έναρξη ισχύος του Ν. 2882/2001 με την κατ' άρθρο 7 του Ν.Δ. 797/1971 δημοσίευση στα προσκομιζόμενα ΦΕΚΦ9/Δ/2-2-1999 και 146/Δ/28-2-2001 της ειδοποίησης για την παρακατάθεση της αποζημίωσης που καθορίστηκε με την με αριθμό 28844/1998 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων, υπέρ των δικαστικώς αναγνωρισθησομένων ως δικαιούχων της αποζημιώσεως Περαιτέρω η κρινόμενη αίτηση ασκήθηκε με την κατάθεση της (ΟλΑΠ 27/2006 και 32/2007)/στις 13-7-2006 κι επομένως κατά το χρόνο άσκησης των είχε ήδη παρέλθει η προθεσμία των πέντε ετών από την ημερομηνία έναρξης ισχύος του Ν. 2882/2001. Κατά συνέπεια, σύμφωνα με τα παραπάνω αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη της παρούσας, πρέπει η κρινόμενη αίτηση ν' απορριφθεί, ως απαράδεκτη".
Έτσι, που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε τις προαναφερόμενες διατάξεις τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε. Επομένως ο πρώτος λόγος αναιρέσεως με τον οποίο αποδίδεται στην απόφαση πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος. Σε κάθε δε περίπτωση οι περιεχόμενες στο αναιρετήριο αιτιάσεις ότι η αναιρεσείουσα έλαβε γνώση του καθορισμού της αποζημιώσεως την 14-3-2006, δηλαδή τέσσερις περίπου μήνες πριν από την άσκηση της αιτήσεως ενώπιον του Εφετείου πρέπει να απορριφθούν πάλι ως αλυσιτελείς ενόψει των παραδοχών της αποφάσεως, ότι η αίτηση ενώπιον του Εφετείου ασκήθηκε μετά τη συμπλήρωση της πενταετούς προθεσμίας αρχομένης από 7.5.2001. Κατ' ακολουθία όλων των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως, όπως αυτή παραδεκτά διορθώθηκε στο ορθό ως προς το ονοματεπώνυμο του εκ των αναιρεσειόντων Δ. Τ. του Α., και. καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου Ελληνικού Δημοσίου που δεν κατέθεσε προτάσεις (183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 14-2-08 και αριθμό κατάθεσης στα οικεία βιβλία του Εφετείου Θεσσαλονίκης 81/4-3-08 αίτηση για αναίρεση της 869/07 τελεσίδικης αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 30 Οκτωβρίου 2013
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 5 Νοεμβρίου 2013
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ