Supreme Court dismisses appeal on grounds of erroneous application of burden of proof rules regarding payment evidence.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court rejected the appeal filed by three appellants against the Court of First Instance of Piraeus regarding a property sale dispute. The appellants argued the lower court erred in applying burden of proof rules by failing to recognize a presumption of payment based on prior contracts, despite the absence of direct evidence. The court held that such references do not create a legal presumption but are subject to free evaluation, and the appellants failed to prove the payment occurred.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(13) and 138 of the Code of Civil Procedure; The court may freely evaluate references to prior contracts without creating a legal presumption of fact, and an appeal based on erroneous application of burden of proof rules is inadmissible when the lower court correctly assessed the evidence.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1994 / 2009 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1994/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Μίμη Γραμματικούδη, Ιωάννη Σίδερη και Δημήτριο Μαζαράκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 29 Απριλίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειουσών: 1...., 2.... και 3...., οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τους πληρεξούσιους δικηγόρους τους Δημήτριο Ρίζο και Χρήστο Μήλιο.
Του αναιρεσιβλήτου: ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αυγούστα Μαλικούτη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-5-2004 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1866/2006 του ίδιου Δικαστηρίου και 710/2007 του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 14-12-2007 αίτησή τoυς. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Μαζαράκης ανέγνωσε την από 16-4-2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης. Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσειουσών ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, από τη διάταξη του άρθρου 513 ΑΚ προκύπτει ότι ουσιώδη στοιχεία της πωλήσεως, είναι το πράγμα, το τίμημα και η περί τούτων συμφωνία, η έλλειψη δε και ενός εκ των στοιχείων αυτών καθιστά άκυρη την πώληση. Εξάλλου, κατά το άρθρο 138 ΑΚ δήλωση βουλήσεως που δεν έγινε στα σοβαρά παρά μόνο φαινομενικά είναι άκυρη, η υπό την εικονική δε αυτή δικαιοπραξία άλλη είναι έγκυρη αν τα μέρη την ήθελαν και συντρέχουν οι όροι που απαιτούνται για τη σύστασή της.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 1033 ΑΚ για τη μεταβίβαση της κυριότητος ακινήτου απαιτείται συμφωνία μεταξύ του κυρίου και εκείνου που την αποκτά, ότι μετατίθεται σ' αυτόν η κυριότητα για κάποια νόμιμη αιτία. Από το συνδυασμό των άνω διατάξεων συνάγεται ότι σε περίπτωση καταχωρισμένης σε συμβολαιογραφικό έγγραφο συμβάσεως πώλησης και, εξαιτίας της πώλησης, μεταβίβασης της κυριότητας ακινήτου από τον κύριο του ακινήτου σε άλλον, αν οι αντίστοιχες για την πώληση δηλώσεις βούλησης αφενός του πωλητή και αφετέρου του αγοραστή ήταν εικονικές υπό την έννοια ότι δεν έγιναν στα σοβαρά παρά έγιναν μόνο φαινομενικά, διότι οι βουλήσεις εκείνων ήταν είτε να μην υπάρχουν η υποχρέωση του πωλητή να μεταβιβάσει την κυριότητα και παραδώσει το πωλούμενο και η υποχρέωση του αγοραστή να πληρώσει το τίμημα, είτε να μην υπάρχει η μία μόνο από αυτές τις εκατέρωθεν υποχρεώσεις, η σύμβαση πώλησης είναι, λόγω της εικονικότητας, άκυρη, θεωρούμενη γι' αυτό ως μη γενόμενη, αυτή δε η ακυρότητα επισύρει την ακυρότητα της σύμβασης μεταβίβασης της κυριότητας, λόγω του αιτιώδους χαρακτήρα της τελευταίας.
Ειδικότερα, το τίμημα, ήτοι η αντιπαροχή που οφείλεται από τον αγοραστή για την παροχή του πράγματος ή του δικαιώματος πρέπει να είναι αληθινό, δηλαδή η περί αυτού συμφωνία να είναι ειλικρινής και σπουδαία, διότι ναι μεν η μη καταβολή του δεν επηρεάζει το κύρος της συμβάσεως, αφού η ενοχή προς καταβολή του μπορεί να αφεθεί ή κατ' άλλο τρόπο να αποσβεσθεί, πλην όμως μπορεί το στοιχείο τούτο, κατά την έρευνα περί της συναλλακτικής προθέσεως των συμβληθέντων, να αποτελέσει, κατά τις περιστάσεις, τεκμήριο περί της εικονικότητας και έτσι, εάν η συμφωνία που αφορά το τίμημα έγινε κατά το φαινόμενο μόνο, υπάρχει εικονικότητα κατά την έννοια του άρθρου 138 παρ. 1 ΑΚ, η οποία επιφέρει την ακυρότητα της υποσχετικής συμβάσεως της πωλήσεως, κατ' επέκταση δε και της εμπράγματης μεταβιβαστικής της κυριότητας του πωληθέντος πράγματος, εάν αφορά ακίνητο, αφού αυτή κατ' άρθρο 1033 ΑΚ είναι αιτιώδης.
Στην περίπτωση δε εικονικότητας μιας σύμβασης, ουσιώδες στοιχείο είναι η γνώση και συμφωνία όλων των, κατά τον χρόνο της κατάρτισής της, συμβληθέντων, ότι η συναφθείσα σύμβαση είναι εικονική και δεν παράγει έννομες συνέπειες. Για την εικονικότητα δηλαδή της δικαιοπραξίας αρκεί το γεγονός ότι η δηλωθείσα βούληση των δικαιοπρακτούντων βαρύνεται με ελάττωμα, που συνίσταται στο ότι δεν αποσκοπεί πράγματι στην παραγωγή των έννομων αποτελεσμάτων της δικαιοπραξίας που καταρτίζεται.
Ως εκ τούτου, δεν είναι ανάγκη να προκύπτει και ο σκοπός για τον οποίο έγινε η ελαττωματική αυτή δήλωση, εκτός αν υποκρύπτει άλλη δικαιοπραξία (ΑΠ 713/2006, Α.Π. 1247/ 2003). Η πώληση επομένως ακινήτων, η οποία έγινε χωρίς τον σκοπό της μεταβίβασης της κυριότητος για την αιτία αυτή, είναι άκυρη και δεν παράγει έννομο αποτέλεσμα, γιατί λείπει σοβαρή συναλλακτική πρόθεση.
Η δε εικονικότητα δεν εμποδίζεται και όταν η δήλωση βούλησης έγινε ενώπιον συμβολαιογράφου, αφού αυτός είναι εντεταλμένος απλώς να πιστοποιεί την δήλωση των δικαιοπρακτούντων, όπως αυτή εμφανίζεται εξωτερικά και όχι να συμπράττει με τη βούλησή του στην δικαιοπραξία. Εξάλλου, ο από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, όταν δεν προκύπτουν επαρκώς από τις παραδοχές της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης τα περιστατικά που είναι αναγκαία στη συγκεκριμένη περίπτωση για την κρίση του δικαστηρίου περί της συνδρομής των νόμιμων όρων και προϋποθέσεων της διάταξης που εφαρμόστηκε ή περί της μη συνδρομής τούτων, η οποία αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες σχετικά με τον χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, όχι δε όταν υφίστανται ελλείψεις αναγόμενες στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται σαφώς (Ολ.
ΑΠ 1/1999, Ολ. ΑΠ 24/1992). Δεν ιδρύεται επίσης ο λόγος αυτός αναίρεσης από την αναφορά ή μη στην επιχειρηματολογία των διαδίκων ή από την επιχειρηματολογία του δικαστηρίου ( ΑΠ 16/2005 ). Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, σχετικά με τον αγωγικό ισχυρισμό ότι οι συμβάσεις πωλήσεως που έγιναν με τα αναφερόμενα τρία συμβόλαια είναι άκυρες ως εικονικές, δέχτηκε, ύστερα από ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, τα ακόλουθα:
Με τα ..., ... και .... συμβόλαια της συμβολαιογράφου Πειραιώς Ελένης Οικονομάκη - Σταμοπούλου ο ενάγων πώλησε και μεταβίβασε προς τις εναγόμενες, τα εξής ακίνητα αποτελούντα αυτοτελείς διηρημένες ιδιοκτησίες: Προς την πρώτη εναγόμενη ένα ισόγειο κατάστημα εμβαδού 125,69 τετρ. μέτρων της επί των οδών ..., και ...
της εντός του ρυμοτομικού σχεδίου του Δήμου ... πολυκατοικίας κατ' επικαρπία και μία αποθήκη εμβαδού 61,90 τετρ. μέτρων εντός του υπογείου της ιδίας πολυκατοικίας, επίσης κατ' επικαρπία, αντί συνολικού τιμήματος ποσού 7.135.552 δραχμών, προς την δεύτερη εναγομένη τα προαναφερόμενα ακίνητα κατά ψιλή κυριότητα αντί συνολικού τιμήματος ποσού 10.703.328 δραχμών και ένα διαμέρισμα του πρώτου ορόφου της ιδίας πολυκατοικίας εμβαδού 109,04 τετρ.
μέτρων και τον χώρο σταθμεύσεως αυτοκινήτων εντός του υπογείου της ιδίας πολυκατοικίας εμβαδού 62,14 τετρ. μέτρων κατ' ιδανικό μερίδιο ημίσεος εξ αδιαιρέτου, κατά πλήρη κυριότητα, αντί συνολικού τιμήματος ποσού 12.379.684 δραχμών και προς την τρίτη εναγομένη ένα διαμέρισμα του πέμπτου ορόφου και ένα διαμέρισμα του έκτου ορόφου εμβαδού αντιστοίχως 129,27 και 105,51 τετρ.
μέτρων της ιδίας πολυκατοικίας, τον προαναφερόμενο χώρο σταθμεύσεως κατ' ιδανικό μερίδιο ημίσεος εξ αδιαιρέτου και δύο ισόγεια καταστήματα εμβαδού 32,40 και 32,76 τετρ. μέτρων της επί των οδών ... και ..., της εντός του ρυμοτομικού σχεδίου του Δήμου .... πολυκατοικίας αντί συνολικού τιμήματος ποσού 40.952.221 δραχμών.
Περαιτέρω αποδεικνύεται ότι είχε συμφωνηθεί μεταξύ των διαδίκων ότι οι εν λόγω μεταβιβάσεις κατά φαινόμενο γίνονται λόγω πωλήσεως, πράγματι δε σκοπείται η διασφάλιση της περιουσίας του εφεσιβλήτου από πιθανή αναγκαστική εκτέλεση προς ικανοποίηση των απαιτήσεων των δανειστών του και ιδίως του Δημοσίου της ...
από την λειτουργία των εκεί επιχειρήσεών του βιομηχανικής ζαχαροπλαστικής παραγωγής. Ο ισχυρισμός των εναγομένων ότι οι εν λόγω συμβάσεις δεν ήταν εικονικές και ότι ο ενάγων, ο οποίος είχε ανάγκη χρημάτων λόγω κακής πορείας των επιχειρήσεών του, πώλησε πράγματι προς αυτές τα ως άνω ακίνητα δεν ανταποκρίνεται προς την πραγματικότητα.
Συνεχίζει δε το Εφετείο ότι αποδεικνύεται περαιτέρω ότι, παρά τις γενόμενες δηλώσεις των διαδίκων ενώπιον της προαναφερθείσας συμβολαιογράφου περί προηγούμενης καταβολής του τιμήματος εκάστης πωλήσεως εκτός του συμβολαιογραφικού γραφείου, όπως προκύπτει από τα ως άνω αγοραπωλητήρια συμβόλαια, το τίμημα δεν έχει πράγματι καταβληθεί.
Ούτε οι εναγόμενες προσκομίζουν τα σχετικά αποδεικτικά καταβολής προς τον εφεσίβλητο, τα οποία έχει κατατεθεί από τον μάρτυρα ανταποδείξεως ..., σύζυγο της πρώτης και πατέρα των λοιπών, ότι κατέχουν, ούτε η μεταφορά ποσού 80.900.000 δραχμών στις 11η Μαρτίου 1999 από τον τηρούμενο κοινό λογαριασμό της Εμπορικής Τράπεζας (Κατάστημα Καμινίων Πειραιώς) επ' ονόματι του ενάγοντος, της πρώτης εναγομένης και του ...
προς άλλο λογαριασμό επ' ονόματι αποκλειστικώς του ενάγοντος καταδεικνύει προηγουμένη εξόφληση ισόποσου μέρους του τιμήματος, αφού το εν λόγω ποσό προέρχεται από την λήξη ίσης ονομαστικής αξίας εντόκων γραμματίων του Ελληνικού Δημοσίου, των οποίων είχε καταστεί δικαιούχος ο ενάγων δι' ιδίων κεφαλαίων, μη προερχομένων από καταβολή του τιμήματος των ως άνω εικονικών αγοραπωλησιών και την εξόφληση είχε συνδέσει προς τον εν λόγω τηρούμενο προς εξυπηρέτησή του εν όψει της διαρκούς απουσίας του από την Ελλάδα κοινό λογαριασμό.
Με βάση τις πραγματικές αυτές παραδοχές το Εφετείο κατέληξε στο συμπέρασμα ότι οι προαναφερόμενες συμβάσεις πωλήσεως, που καταρτίσθηκαν με τα ως άνω συμβόλαια, είναι άκυρες ως εικονικές και συνεπώς οι εναγόμενες με τις συμβάσεις αυτές δεν απέκτησαν την κυριότητα των επίδικων οριζοντίων ιδιοκτησιών, στη συνέχεια δε απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεσή τους, επικυρώνοντας έτσι την εκκληθείσα απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, το οποίο, κρίνοντας ομοίως, είχε δεχθεί ως βάσιμη την αγωγή του ενάγοντος περί εικονικότητας των επίμαχων συμβάσεων πωλήσεως.
Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε τις προεκτεθείσες διατάξεις των άρθρων 138 παρ. 1, 513 και 1033 του ΑΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, ούτε στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση εξαιτίας ασαφών και ανεπαρκών αιτιολογιών, αφού, αναφορικά με το ουσιώδες ζήτημα της εικονικότητας των πιο πάνω συμβάσεων πωλήσεως εξέθεσε με πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδεικνυόμενα και που ήταν αναγκαία για την εφαρμογή των παραπάνω ουσιαστικών διατάξεων του ΑΚ.
Ειδικότερα σε σχέση με την εικονικότητα των δηλώσεων βούλησης, για τη μεταβίβαση των επίδικων ακινήτων, που καταχωρίσθηκαν στα επίμαχα συμβόλαια πώλησης, το Εφετείο δέχθηκε ότι οι καταρτισθείσες με αυτά συμβάσεις πωλήσεως πραγματοποιήθηκαν μόνο φαινομενικά και όχι σπουδαία και σοβαρά, ύστερα από αμοιβαία συμφωνία του ενάγοντος πωλητή και των εναγόμενων αγοραστριών.
Επομένως, ο τρίτος λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, που υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.
Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως και 340 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, χωρίς να επιβάλλεται να γίνεται ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, αρκεί να καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο από όλο το περιεχόμενο της απόφασης, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που με επίκληση προσκομίστηκαν από τους διαδίκους, ήτοι αρκεί η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π.) που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο (Ολ.
ΑΠ 42/2002). Η επίκληση των αποδεικτικών μέσων γίνεται με τις προτάσεις της συζητήσεως, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση. Ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν ιδρύεται, όταν η παράλειψη του δικαστηρίου αφορά στη μη αξιολόγηση συγκεκριμένων αποδεικτικών μέσων, που έλαβε υπόψη, σε συνδυασμό με τα άλλα ληφθέντα υπόψη αποδεικτικά μέσα ή αν το δικαστήριο δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο την αποδεικτική βαρύτητα που υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι αυτό έχει, διότι με την αιτίαση αυτή πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).
Πάντως, για τη θεμελίωση του λόγου αυτού, αρκεί και αμφιβολία για το αν λήφθηκαν υπόψη τα επικαλούμενα έγγραφα. Στην προκείμενη περίπτωση οι αναιρεσείουσες με τον πρώτο λόγο αναίρεσης προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμό 11 περ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη και δεν συνεκτίμησε με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα έγγραφα, τα οποία νόμιμα είχαν προσκομίσει και επικαλεστεί προς απόδειξη του ουσιώδους ισχυρισμού τους ότι οι επίμαχες συμβάσεις δεν ήταν εικονικές και προς αντίκρουση αντίθετων ισχυρισμών του ενάγοντος, και δη ότι το κρίσιμο χρονικό διάστημα είχαν αναλάβει από Τράπεζες και κατέβαλαν τα συμφωνηθέντα ποσά του τιμήματος αγοράς των ακινήτων, ήτοι:1) το 657519/31-5-1993 ένταλμα της Εμπορικής Τράπεζας, κατά το οποίο η πρώτη αναιρεσείουσα την παραπάνω ημερομηνία εισέπραξε το ποσό των 30.200.000 δραχμών, 2) το 657518/31-5-1993 ένταλμα της ίδιας Τράπεζας, κατά το οποίο εισέπραξε το ποσό των 26.000.000 δραχμών, 3) το 362711/1993 ένταλμα της ίδιας Τράπεζας, κατά το οποίο εισέπραξε το ποσό των 9.500.000 δραχμών, 4) αντίγραφα τεσσάρων από 18-10-1994 βεβαιώσεων της ίδιας Τράπεζας, με τις οποίες βεβαιώνεται ότι κατά τα έτη 1992 και 1993 έλαβε ως τόκους το ποσό των 22.064.325 δραχμών, 5) αντίγραφα των εκκαθαριστικών σημειωμάτων της Δ.Ο.Υ.
για τα εισοδήματα της πρώτης αναιρεσείουσας και του συζύγου της για τα οικονομικά έτη 1994, 1995, 1996, 1997, 1998 και 1999, 6) επικυρωμένα αντίγραφα τριών αποδείξεων της Εμπορικής Τράπεζας, της Εθνικής Τράπεζας και της Διεθνικής εταιρείας διαχείρισης αμοιβαίων κεφαλαίων, προς απόδειξη ότι κατά το έτος 2005 η πρώτη αναιρεσείουσα είχε κατατεθειμένα σε προθεσμιακές καταθέσεις συνολικά 284.274 ευρώ, 7) αντίγραφο της 148/18-2-2003 επιστολής της Εμπορικής Τράπεζας προς την πρώτη αναιρεσείουσα, σχετικά με μεταφορά εντόκων γραμματίων του Ελληνικού Δημοσίου αποκλειστικά στο όνομα του αναιρεσιβλήτου ενάγοντος, 8) αντίγραφο δημοσιεύματος μαζί με τη μετάφρασή του της σουηδικής εφημερίδας ...
της 20-11-1997, από το οποίο προκύπτει ότι μόλις το 1997 κρίθηκε προφυλακιστέος στη ... ο ενάγων. Από την προσβαλλόμενη όμως απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο περιεχόμενο σ' αυτήν αποδεικτικό πόρισμα ως προς τους κρίσιμους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, έλαβε υπόψη του και "τα μετ' επικλήσεως νομίμως προσκομιζόμενα έγγραφα".
Από τη γενική αυτή ρητή διαβεβαίωση, σε συνδυασμό και με το όλο πιο πάνω περιεχόμενο της απόφασης, καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο και δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία ότι το Εφετείο προς σχηματισμό της κρίσεώς του έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε μαζί με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα και τα ανωτέρω έγγραφα, τα οποία σε σχέση με την ημερομηνία έκδοσής τους και τον χρόνο καταρτίσεως των ως εικονικών κριθέντων μεταβιβάσεων (29-12-1994) δεν κρίθηκαν ουσιώδη, σε συνδυασμό και με την παραδοχή του Εφετείου ότι οι εναγόμενες δεν προσκομίζουν τα σχετικά αποδεικτικά καταβολής του τιμήματος προς τον ενάγοντα.
Επομένως, είναι απορριπτέα ως αβάσιμα τα αντίθετα υποστηριζόμενα με τον πρώτο λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 11 περ. γ' ΚΠολΔ .
Επειδή, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 513, 1033, 369 και 138 ΑΚ, προκύπτει, σύμφωνα και με τα εκτεθέντα ανωτέρω στην πρώτη νομική σκέψη της παρούσας, ότι η εικονικότητα επί πωλήσεως ακινήτου δεν εμποδίζεται και όταν η δήλωση βούλησης έγινε ενώπιον συμβολαιογράφου, αφού αυτός είναι εντεταλμένος απλώς να πιστοποιεί την δήλωση των δικαιοπρακτούντων, όπως αυτή εμφανίζεται εξωτερικά και όχι να συμπράττει με τη βούλησή του στην δικαιοπραξία.
Έτσι, όταν στο σχετικό πωλητήριο συμβόλαιο αναφέρεται ότι το τίμημα καταβλήθηκε εκτός του συμβολαιογραφείου, δεν στοιχειοθετείται περί της καταβολής του τιμήματος άμεση κατά το άρθρο 438 εδ. α' ΚΠολΔ απόδειξη, αλλά τούτο εκτιμάται ελεύθερα, διότι η τέτοια αναφορά δεν συνιστά τεκμήριο (ΑΠ 269/2007). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 13 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο εσφαλμένα εφάρμοσε τους ορισμούς του νόμου ως προς το βάρος απόδειξης.
Κατά την έννοια της ως άνω διάταξης ο λόγος αυτός ιδρύεται όχι μόνο όταν έγινε εσφαλμένη κατανομή του υποκειμενικού βάρους απόδειξης με έκδοση προδικαστικής απόφασης, αλλά και όταν, κατ' εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου ως προς το αντικειμενικό βάρος απόδειξης, ο διάδικος υπέρ του οποίου υπάρχει τεκμήριο απόδειξης βαρύνεται με τις συνέπειες της μη απόδειξης πραγματικών περιστατικών, για τα οποία υπάρχει τέτοιο τεκμήριο (ΑΠ 1383/2008, ΑΠ 820/1988).
Στην προκείμενη περίπτωση, οι αναιρεσείουσες με τον δεύτερο και τελευταίο εξεταζόμενο λόγο αναίρεσης προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την από την ως διάταξη αναιρετική πλημμέλεια ότι το Εφετείο εσφαλμένα εφάρμοσε τους ορισμούς του νόμου ως προς το βάρος της απόδειξης, με το να δεχτεί, καίτοι υφίστατο νόμιμο υπέρ αυτών τεκμήριο περί της καταβολής του συμφωνηθέντος συνολικού τιμήματος των 71.170.785 δραχμών λόγω της αναφοράς στα προαναφερθέντα συμβόλαια ότι το τίμημα καταβλήθηκε εκτός γραφείου της συμβολαιογράφου, ότι "παρά τις γενόμενες δηλώσεις των διαδίκων ενώπιον της προαναφερθείσας συμβολαιογράφου περί προηγούμενης καταβολής του τιμήματος εκάστης πωλήσεως εκτός του συμβολαιογραφικού γραφείου, όπως προκύπτει από τα ως άνω αγοραπωλητήρια συμβόλαια, το τίμημα δεν έχει πράγματι καταβληθεί.
Ούτε οι εναγόμενες προσκομίζουν τα σχετικά αποδεικτικά καταβολής προς τον εφεσίβλητο (ενάγοντα), ούτε η μεταφορά ποσού 80.900.000 δραχμών στις 11η Μαρτίου 1999 από τον τηρούμενο κοινό λογαριασμό της Εμπορικής Τράπεζας (Κατάστημα Καμινίων Πειραιώς) επ' ονόματι του ενάγοντος, της πρώτης εναγομένης και του ... προς άλλο λογαριασμό επ' ονόματι αποκλειστικώς του ενάγοντος καταδεικνύει προηγουμένη εξόφληση ισόποσου μέρους του τιμήματος, αφού το εν λόγω ποσό προέρχεται από την λήξη ίσης ονομαστικής αξίας εντόκων γραμματίων του Ελληνικού Δημοσίου, των οποίων είχε καταστεί δικαιούχος ο ενάγων δι' ιδίων κεφαλαίων, μη προερχομένων από καταβολή του τιμήματος των ως άνω εικονικών αγοραπωλησιών και την εξόφληση είχε συνδέσει προς τον εν λόγω τηρούμενο προς εξυπηρέτησή του εν όψει της διαρκούς απουσίας του από την Ελλάδα κοινό λογαριασμό".
Όμως, όπως εκτέθηκε στη μείζονα σκέψη, η ως άνω αναφορά στα συμβόλαια περί καταβολής του τιμήματος "εκτός του συμβολαιογραφείου" δεν δημιουργεί τεκμήριο υπέρ των εναγομένων, αλλά εκτιμάται ελεύθερα. Επομένως, ο εξεταζόμενος λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η αναίρεση και να καταδικαστούν οι αναιρεσείουσες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 14-12-2007 αίτηση των 1) ..., 2) ... και 3) ... για αναίρεση της 710/2007 αποφάσεως του Εφετείου Πειραιώς.
Καταδικάζει τις αναιρεσείουσες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Ιουλίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 23 Σεπτεμβρίου 2009 .
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ