1994/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 1η Οκτωβρίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Σουζάνας Κουφιάδου, για να δικάσει μεταξύ : Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29.12.1999 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Έδεσσας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 22/2001 προδικαστική και 17/2003 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 1544/2005 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητά ο αναιρεσείων με την από 19.4.2006 αίτησή του.
Legislator headnote
AI generated1994/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο ίδιος λόγος, κατά το μέρος του, με το οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την κρίση της ως προς τη μη ύπαρξη πιθανότητας πραγματοποίησής διαφυγόντος κέρδους, είναι απαράδεκτος, καθόσον η εν λόγω κρίση του δικαστηρίου δεν ελέγχεται αναιρετικά (άρθρο 561 § 1 ΚΠολΔ). Μετά ταύτα, η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της.
Full text
Απόφαση 1994 / 2007 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1994/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1΄ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Λοβέρδο, Αντιπρόεδρο, Βασίλειο Ρήγα, Δημήτριο Δαλιάνη, Γεώργιο Γιαννούλη - Εισηγητή και Γεώργιο Χρυσικό, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 1η Οκτωβρίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Σουζάνας Κουφιάδου, για να δικάσει μεταξύ :
Της αναιρεσείουσας: ............, την οποία εκπροσώπησε ο πληρεξούσιος δικηγόρος της Θεόδωρος Μερτζανίδης. Του αναιρεσίβλητου: .........., ο οποίος δεν εμφανίσθηκε ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29.12.1999 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Έδεσσας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 22/2001 προδικαστική και 17/2003 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 1544/2005 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητά ο αναιρεσείων με την από 19.4.2006 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο η αναιρεσείουσα όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Γιαννούλης ανέγνωσε την από 21.9.2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος δικηγόρος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, εκ των διατάξεων των άρθρων 576 § 2, 568 §§ 1 και 4 και 498 § 1 ΚΠολΔ συνάγεται, ότι ο Άρειος Πάγος οφείλει να εξετάσει αυτεπαγγέλτως, αν εκλήθη νομίμως και εμπροθέσμως ο μη εμφανισθείς αντίδικος του επισπεύσαντος τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως και σε καταφατική περίπτωση να προχωρήσει στη συζήτηση παρά την απουσία του. Στην προκειμένη περίπτωση, από την προσκομιζόμενη υπ' αριθ. ......... έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Εδέσσης .........., αποδεικνύεται ότι, μετά από έγγραφη παραγγελία του πληρεξουσίου δικηγόρου της αναιρεσείουσας, ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, με τις πράξεις καταθέσεως και ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση αυτής κατά τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσης αποφάσεως, επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως στον αναιρεσίβλητο. Επομένως, εφόσον αυτός δεν εμφανίσθηκε κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του πινακίου, ούτε εκπροσωπήθηκε με οποιοδήποτε νόμιμο τρόπο κατά την προκειμένη δικάσιμο, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της αιτήσεως παρά την απουσία του, ως εάν ήταν και αυτός παρών.
Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 340, 341 και 346 του ΚΠολΔ συνάγεται, ότι ο δικαστής, για να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, άλλως η παράβαση της υποχρεώσεως αυτής ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11γ του ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως.
Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 11 ΚΠολΔ δεν αποτελούν αποδεικτικά μέσα η απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και οι προτάσεις που υποβλήθηκαν κατά τη συζήτηση της υποθέσεως στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο. Ο λόγος αναιρέσεως αυτός είναι αβάσιμος, εφόσον από την απόφαση αποδεικνύεται, ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, που προσκομίστηκαν με επίκληση.
Αρκεί προς τούτο η γενική αναφορά στην προσβαλλόμενη απόφαση του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολόγησης καθενός και χωρίς διάκριση από ποια από αυτά προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη, αν από την αιτιολογία της προσβαλλομένης αποφάσεως δεν καταλείπεται αμφιβολία περί του ότι λήφθηκε υπόψη συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο.
Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως ψέγεται την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, διότι δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που προσκόμισε σε αυτό με επίκληση, μεταξύ των οποίων η απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και οι προτάσεις, που η ίδια υπέβαλε στο πρωτόδικο δικαστήριο.
Ο λόγος αυτός αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 11γ του ΚΠολΔ είναι, σύμφωνα με τα πιο πάνω εκτεθέντα, αβάσιμος, κατά το μέρος μεν που αναφέρεται στη μη λήψη υπόψη της πρωτόδικης απόφασης και των προτάσεων, διότι τα διαδικαστικά αυτά έγγραφα δεν αποτελούν αποδεικτικά μέσα, κατά τα λοιπά δε, διότι, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, για τη θεμελίωση του πορίσματός του, έλαβε υπόψη, μεταξύ άλλων, τις καταθέσεις των μαρτύρων, που περιέχονται στην υπ' αριθ. 9/2001 εισηγητική έκθεση του Εισηγητή Δικαστή του Πρωτοδικείου Έδεσσας, και όλα ανεξαιρέτως τα από τους διαδίκους με επίκληση νομίμως προσκομισθέντα έγγραφα, μεταξύ των οποίων και τα από την ίδια προσκομισθέντα α) από ........
έγγραφο της εταιρίας με την επωνυμία "ΑΣΠΙΣ ΣΤΕΓΑΣΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΕ", και β) από ....... έγγραφο της ΑΧΕ με την επωνυμία "ΓΕΝΕΣΙΣ ΑΧΕΠΕΥ", πράγμα για το οποίο, από το όλο περιεχόμενο και τις ειδικότερες αιτιολογίες της αποφάσεως σε σχέση με την αγορά 1830 νέων μετοχών της εταιρίας με την επωνυμία "ΑΣΠΙΣ ΣΤΕΓΑΣΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΕ", δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία.
Επειδή, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσης ιδρύεται, όταν από τις αιτιολογίες της αποφάσεως δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου, στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί της συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων της διατάξεως που εφαρμόσθηκε ή περί της μη συνδρομής τούτων, που αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 28/1997, ΟλΑΠ 30/1997).
Εξάλλου, η διάταξη του άρθρ. 298 ΑΚ, που ορίζει ότι η αποζημίωση περιλαμβάνει τη μείωση της υπάρχουσας περιουσίας του δανειστή (θετική ζημία), καθώς και το διαφυγόν κέρδος, ως τέτοιο δε λογίζεται εκείνο που προσδοκά κανείς με πιθανότητα, σύμφωνα με τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις και ιδίως τα προπαρασκευαστικά μέτρα που έχουν ληφθεί είναι δικονομικού χαρακτήρα, καθόσον, προκειμένου περί του διαφυγόντος κέρδους, το οποίο, κατά κανόνα δεν είναι επιδεκτικό πλήρους δικανικής πεποίθησης, επιτρέπεται στο δικαστή να αρκεσθεί στην πιθανότητα, η οποία υφίσταται, όταν συνυπάρχουν ικανοί λόγοι, που συνηγορούν υπέρ της αλήθειας και δεν προκύπτει το αντίθετο.
Κατά τα λοιπά, όμως, η παραπάνω διάταξη είναι ουσιαστικού περιεχομένου, αφού καθορίζει τα στοιχεία, στα οποία βασίζεται η αξίωση για το διαφυγόν κέρδος, το οποίο πρέπει να τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με το ζημιογόνο γεγονός, όπως και η θετική ζημία (ΟλΑΠ 79/1966). Ωστόσο, η τυχόν εσφαλμένη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς το αν συντρέχει ή όχι πιθανότητα για την ύπαρξη ή μη διαφυγόντος κέρδους δεν ελέγχεται αναιρετικά από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ για έλλειψη νόμιμης βάσης.
Στην κρινόμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο ως προς το αιτούμενο από την αναιρεσείουσα διαφυγόν κέρδος δέχθηκε ότι: "Αν ο αναιρεσίβλητος μεταβίβαζε νομότυπα στην αναιρεσείουσα τις 1830 μετοχές που είχε αγοράσει για λογαριασμό της, η συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων δεν θα ήταν να αγοράσει η δεύτερη άλλες 1830 μετοχές της ίδιας πιο πάνω εταιρίας "ΑΣΠΙΣ BANK" και στη συνέχεια να πωλήσει αυτές το Σεπτέμβριο του 1999, ώστε να θεωρηθεί ως διαφυγόν κέρδος της η διαφορά της αξίας των μετοχών αυτών συνολικού ποσού 14.135.313 δραχμών (τιμή κτήσεως 3.660.000 δραχμές, τιμή εκποιήσεως 17.795.313 δραχμές, διαφυγόν κέρδος 17.795.313 δρχ - 3.660.000 δρχ = 14.135.313 δρχ).
Το αν η αναιρεσείουσα αγόραζε η όχι και άλλες μετοχές της ίδιας εταιρίας και το αν η αξία των μετοχών αυτών θα αυξάνονταν ραγδαία μέσα σε μικρό χρονικό διάστημα δεν ήταν κάτι αναμενόμενο με πιθανότητα σύμφωνα με τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, αλλά εξαρτιόταν από πολλούς και αστάθμητους παράγοντες και ακριβώς η ίδια πιθανότητα υπήρχε να μη αγοράσει η ίδια άλλες μετοχές, αλλά να πωλήσει και να καρπωθεί την αξία των παλαιών, ενόψει και της υπάρχουσας πιθανότητας του ίδιου βαθμού να μειωθεί και όχι να αυξηθεί στο μέλλον η αξία των εν λόγω μετοχών, όπως συνέβη το ίδιο χρονικό διάστημα, με την αξία μετοχών άλλων εταιριών εισηγμένων στο χρηματιστήριο.
Εξάλλου, δεν αποδείχθηκαν συγκεκριμένα περιστατικά και ειδικές περιστάσεις, που να φανερώνουν ότι η αναιρεσείουσα, με βάση την κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων πιθανότητα, θα προέβαινε στις παραπάνω ενέργειες (αγορά νέων 1830 μετοχών και πώληση αυτών τον Σεπτέμβριο του 1999). Ούτε συνιστά τέτοιο περιστατικό το γεγονός και μόνο ότι ο αναιρεσίβλητος, διακινδυνεύοντας δικά του χρήματα, προέβη σ' αυτή την ενέργεια και τελικά αποκόμισε κέρδος από την τυχαία και όχι βέβαια και με πιθανότητα προσδοκώμενη, αύξηση της αξίας των μετοχών, που αγόρασε, αφού η συνήθης πορεία των πραγμάτων ως προς την αξία των εισηγμένων στο χρηματιστήριο μετοχών των διαφόρων εταιριών, όπως και της συγκεκριμένης, δεν ήταν μονό να αυξηθεί αυτή, αλλά και (τις περισσότερες ίσως φορές) να μειωθεί ή να μείνει στάσιμη για μεγάλα χρονικά διαστήματα.
Επιπλέον, δεν αποδείχθηκε ότι η αναιρεσείουσα έλαβε οποιοδήποτε προπαρασκευαστικό μέτρο που να φανερώνει την πρόθεση της, ότι μετά τη μεταβίβαση σ' αυτή των 1830 παλαιών μετοχών, θα προέβαινε στην αγορά και άλλων 1830 μετοχών σε συγκεκριμένο χρόνο και στη συνέχεια στην πώληση αυτών σε συγκεκριμένο επίσης χρόνο.
Είναι χαρακτηριστικό, ότι και στις δυο εξώδικες δηλώσεις που απηύθυνε αυτή προς τον αναιρεσίβλητο, με τις οποίες ζητούσε τη μεταβίβαση σ' αυτή των παλαιών 1830 μετοχών, δεν έκανε απολύτως καμία μνεία για πρόθεση της να αγοράσει και άλλες μετοχές της ίδιας εταιρίας και μόνο με την κρινόμενη αγωγή της, όταν πλέον ήταν αποδεδειγμένη η αύξηση της αξίας των μετοχών της ως άνω εταιρίας κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, ανέφερε για πρώτη φορά, και εκ του ασφαλούς πλέον, την ύπαρξη προθέσεως της να αγοράσει και πωλήσει και άλλες 1830 μετοχές της παραπάνω εταιρίας".
Επομένως, με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο ως προς την έλλειψη συγκεκριμένων περιστατικών, ειδικών περιστάσεων και ιδίως τη μη λήψη προπαρασκευαστικών μέτρων, από τα οποία θα προσδιοριζόταν, με πιθανότητα σύμφωνα με τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, η προσδοκία διαφυγόντος κέρδους και στη συνέχεια, αφού έκανε δεκτή την έφεση και εξαφάνισε αντιθέτως κρίνασα πρωτόδικη απόφαση, απέρριψε το αίτημα της αγωγής για την επιδίκαση διαφυγόντος κέρδους, διέλαβε πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες και δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσεως, γι' αυτό και είναι αβάσιμος ο από το άρθρο 559 αριθ. 19 του Κ.Πολ.Δ δεύτερος και τελευταίος λόγος αναιρέσεως κατά το μέρος του, με το οποίο υποστηρίζεται το αντίθετο.
Ο ίδιος λόγος, κατά το μέρος του, με το οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την κρίση της ως προς τη μη ύπαρξη πιθανότητας πραγματοποίησής διαφυγόντος κέρδους, είναι απαράδεκτος, καθόσον η εν λόγω κρίση του δικαστηρίου δεν ελέγχεται αναιρετικά (άρθρο 561 § 1 ΚΠολΔ). Μετά ταύτα, η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 19 Απριλίου 2006 αίτηση του ......... περί αναιρέσεως της υπ' αρ. 1.544/2006 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 22 Οκτωβρίου 2007. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 19 Νοεμβρίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ