Legislator Case Law & Legislation
1994/2006 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on property ownership and admissibility of evidence grounds.

Case Number 1994/2006
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court rejected the appeal filed against the Athens Court of Appeal's decision regarding property ownership. The appellants argued that the lower court failed to consider an out-of-court admission contained in a notarial deed and violated procedural rules. The court ruled the appeal inadmissible because the appellants never proposed this specific admission during the trial and failed to cite it in their appeal petition.

Legislator headnote

AI generated

Articles 1, 6, 7, 12, 13 of Law 2636/1940; Article 1 of Law 4506/1966; Article 34 of Law 1534/1938; Article 1054 of the Civil Code: Enemy assets are not subject to seizure by third parties unless explicitly stated otherwise, and procedural appeals require strict adherence to proposed evidence and cited grounds.

Keywords

AI generated
enemy property seizure out-of-court admission admissibility of appeal property ownership transfer procedural requirements

Cited Legislation

AI generated
Articles 1, 6, 7, 12, 13 of Law 2636/1940
Article 1 of Law 4506/1966
Article 34 of Law 1534/1938
Article 1054 of the Civil Code
Article 559, paragraphs 1 and 11, section g of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1994 / 2006 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1994/2006

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές:Βασίλειο Νικόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Καπερώνη, Σταύρο Γαβαλά, Ιωάννη Ιωαννίδη και Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 4 Οκτωβρίου 2006, με την παρουσία και της γραμματέως Γραμματικής Κονταξή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1. .... και 2. .... , οι οποίοι παραστάθηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Χαρανά.

Των αναιρεσιβλήτων: 1. .... και 2. ..... , οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ανδρέα Αγγελίδη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την 12-2-1996 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 10804/1996 απόφαση του ίδιου δικαστηρίου η οποία παρέπεμψε την υπόθεση στο Μονομελές Πρωτοδικείο λόγω αρμοδιότητας, 968/1998 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και 5194/2004 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 3-1-2005 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Μιχαήλ Θεοχαρίδης, ανέγνωσε την από 25 Σεπτεμβρίου 2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης. Ο πληρεξούσιος δικηγόρος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψη της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

ΕΠΕΙΔΗ, από τις διατάξεις των άρθρων 1,6,7,12,13 του α.ν.2636/1940 "Περί δικαιοπραξιών εχθρών και μεσεγγυήσεως εχθρικών περιουσιών", 1 του ν.4506/1966, 34 του α.ν. 1534/1938 και 1054 του ΑΚ συνάγεται ότι οι "εχθρικές" περιουσίες που έχουν τεθεί υπό μεσεγγύηση αυτοδικαίως από την έναρξη της ισχύος του άνω α.ν.2636/1940, δηλαδή περιουσίες που κείνται στην Ελλάδα και ανήκουν σε πρόσωπα χαρακτηριζόμενα κατά το άρθρο 1 του ίδιου α.ν.

ως " εχθρός", μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται ,σύμφωνα με το β.δ. της 10/10-11-1940, και τα πρόσωπα που έχουν ιθαγένεια αλβανική ή έχουν την κατοικία τους ή τη μόνιμη διαμονή τους στην Αλβανία, απαγορεύεται να διατεθούν από τον "εχθρό" δικαιούχο ( άρθρο 6 του α.ν.2636/1940), αλλ' όμως δεν καθίστανται κατά τη διάρκεια της μεσεγγύησής τους ανεπίδεκτες χρησικτησίας, τακτικής ή έκτακτης, εκ μέρους τρίτων μη εχθρών.

Τούτο δε διότι ανεπίδεκτα χρησικτησίας είναι, κατά το άρθρο 1054 ΑΚ, μόνο τα εκτός συναλλαγής πράγματα, ενώ αντιθέτως τα πράγματα των οποίων απαγορεύεται από το νόμο η διάθεση (άρθρο175ΑΚ), όπως είναι και οι "εχθρικές" περιουσίες, των οποίων απαγορεύεται η διάθεση από τον "εχθρό" δικαιούχο, δεν είναι κατ' αρχήν ανεπίδεκτα χρησικτησίας, εκτός αν προκύπτει άμεσα ή έμμεσα το αντίθετο από τη διάταξη που θεσπίζει την απαγόρευση διαθέσεως.

Όμως, από καμιά διάταξη του ως άνω α.ν. 2636/1940, αλλά και των μεταγενεστέρων που τροποποίησαν και συμπλήρωσαν αυτόν, δεν προκύπτει ότι η θέση υπό μεσεγγύηση "εχθρικής" περιουσίας συνεπάγεται απολίθωση της νομικής κατάστασής της στο χρόνο έναρξης της μεσεγγύησης , ούτε καθιστά τα δικαιώματα του "εχθρού" επί των στοιχείων της "εχθρικής περιουσίας" απαράγραπτα και τα περιλαμβανόμενα σ' αυτήν κινητά ή ακίνητα πράγματα οιονεί εκτός συναλλαγής και ανεπίδεκτα χρησικτησίας. (Ολ.

ΑΠ 5/2006). Περαιτέρω κατά τις διατάξεις των άρθρων 1045,1051 ΑΚ για την κτήση της κυριότητας ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία απαιτείται άσκηση νομής επί μία εικοσαετία, με τη δυνατότητα εκείνου που απέκτησε τη νομή του πράγματος με καθολική ή με ειδική διαδοχή να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και το χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του, κατά δε τις διατάξεις των άρθρων 1041,1042,1044 ΑΚ για την κτήση κυριότητας ακινήτου με τακτική χρησικτησία απαιτούνται φυσική εξουσίαση αυτού με διάνοια κυρίου (νομή), καλή πίστη που πρέπει να υπάρχει κατά την κτήση της νομής, νόμιμος τίτλος και παρέλευση δεκαετίας στη νομή του ακινήτου, για τη συμπλήρωση της οποίας ο χρησιδεσπόζων μπορεί να συνυπολογίσει και το χρόνο χρησικτησίας του δικαιοπαρόχου του (άρθρο1051ΑΚ).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε ως αποδειχθέντα τα ακόλουθα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά: Με το υπ' αριθμ. .... συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών ...., που μεταγράφηκε νόμιμα, ο πατέρας των εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων Χ1 απέκτησε την κυριότητα του επιδίκου αγρού, λόγω πωλήσεως τούτου προς αυτόν από την αληθή κυρία .... .

Αυτός απεβίωσε στις 29-6-1961 και κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από τους ενάγοντες γιούς του, οι οποίοι και αποδέχθηκαν την κληρονομία του με τις υπ' αριθμ. .... και .... πράξεις αποδοχής κληρονομίας της συμβολαιογράφου Αθηνών .... , που μεταγράφηκαν νόμιμα. Ο ανωτέρω πριν από το θάνατό του και συγκεκριμένα το έτος 1954 πώλησε ατύπως το επίδικο ακίνητο, αντί τιμήματος 4000 δραχμών, στη μητέρα των εναγομένων και ήδη αναιρεσιβλήτων .... , στην οποία και παρέδωσε έκτοτε τη νομή του επιδίκου.

Αυτή από το έτος 1954, που της παραδόθηκε ατύπως η νομή του επιδίκου από τον πατέρα των εναγόντων, και μέχρι το έτος 1985, κατά το οποίο μεταβίβασε το επίδικο στις εναγόμενες θυγατέρες της, λόγω γονικής παροχής, με το υπ' αριθμ. .... συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών .... , που μεταγράφηκε νόμιμα, νεμόταν συνεχώς αυτό , ασκώντας με διάνοια κυρίου όλες τις διακατοχικές πράξεις που προσιδιάζουν στο νομέα αγροτικού ακινήτου και συγκεκριμένα προέβη στην περίφραξη του επιδίκου, το οποίο χρησιμοποιούσε ως τμήμα της συνεχόμενης ιδιοκτησίας της, στη συνέχεια δε το δενδροφύτευσε με αμυγδαλιές, ελιές, ,μουριές ,συκιές και λεμονιές ,ανά δύο για κάθε είδος, και κατασκεύασε εντός αυτού στεγανό βόθρο για την εξυπηρέτηση της παρακείμενης ιδιοκτησίας της.

Τις ίδιες ως άνω πράξεις νομής συνέχισαν και οι εναγόμενες μετά την προς αυτές γενόμενη, με το 7004/1986 συμβόλαιο γονικής παροχής, μεταβίβασή του επιδίκου ακινήτου. Ειδικότερα οι εναγόμενες νεμήθηκαν το επίδικο με καλή πίστη και δυνάμει του νομίμου αυτού τίτλου συνεχώς από τις 7-3-1985 και μέχρι την κατά το έτος 1996 έγερση της ένδικης αγωγής, ασκώντας επ' αυτού όλες τις πράξεις νομής που προσιδιάζουν στη φύση του, αφού αυτές εξακολούθησαν να συλλέγουν τους καρπούς των δένδρων, να φυτεύουν άνθη και να διατηρούν εντός του επιδίκου ορνιθώνα.

Με βάση τα παραπάνω το Εφετείο δέχθηκε ότι οι εναγόμενες απέκτησαν την κυριότητα του επιδίκου ακινήτου με τακτική και με έκτακτη χρησικτησία, καθόσον η δικαιοπάροχος αυτών μητέρα τους νεμόταν το επίδικο από το έτος 1954 μέχρι το έτος 1985 που το μεταβίβασε σ' αυτές και στη συνέχεια από της εν λόγω μεταβιβάσεως το νέμονταν οι ίδιες με νόμιμο τίτλο και με καλή πίστη συνεχώς και αδιαλείπτως μέχρι της κατά το έτος 1996 ασκήσεως της αγωγής και ότι συνεπώς οι ενάγοντες δεν κατέστησαν κύριοι του επιδίκου, κατά ποσοστό1/2 εξ αδιαιρέτου ο καθένας, με τον επικαλούμενο στην αγωγή παράγωγο τρόπο της κληρονομικής εξ αδιαθέτου διαδοχής του πατέρα τους Χ1 που απεβίωσε το έτος 1961, αφού αυτό δεν ανήκε κατά τα ανωτέρω στην εν λόγω πατρική κληρονομία.

Ακόμη το Εφετείο δέχθηκε ότι ο ισχυρισμός των εναγόντων ότι το επίδικο ακίνητο ήταν ανεπίδεκτο χρησικτησίας από μέρους των εναγομένων και της δικαιοπαρόχου τους , λόγω του ότι αυτό ανήκε στον πατέρα τους που ήταν Αλβανός υπήκοος και ως " εχθρική περιουσία" είχε τεθεί υπό μεσεγγύηση, σύμφωνα με το άρθρο 6 του α.ν.2634/1940, είναι μη νόμιμος και απορριπτέος, καθόσον η κατά το άρθρο αυτό θέση υπό μεσεγγύηση της "εχθρικής περιουσίας" δεν καθιστά τα περιλαμβανόμενα σ' αυτήν κινητά ή ακίνητα πράγματα εκτός συναλλαγής και ανεπίδεκτα χρησικτησίας.

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο έκρινε ότι είναι αβάσιμη η ένδικη αγωγή των αναιρεσειόντων περί αναγνωρίσεως της κυριότητάς τους επί του επιδίκου ακινήτου και συνακόλουθα απέρριψε την έφεσή τους κατά της πρωτόδικης απόφασης που είχε κρίνει ομοίως. Κρίνοντας έτσι το Εφετείο ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις αναφερόμενες στην αρχή ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του α.ν.2634/1940, του ν.4506/1966 και των άρθρων1041-1045,1051,1054 του ΑΚ, ενώ δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού διέλαβε σ' αυτήν πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες στο ουσιώδες ζήτημα της κτήσεως κυριότητας επί του επιδίκου από τις εναγόμενες με τον στην ένστασή τους αναφερόμενο πρωτότυπο τρόπο, δηλαδή με τακτική και με έκτακτη χρησικτησία.

Επομένως ο περί του αντιθέτου από το άρθρο 559 αριθ.1 και 19 ΚΠολΔ πρώτος λόγος αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. ΕΠΕΙΔΗ, κατά το άρθρο 559 αριθ.11 εδ.γ΄ ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Για να είναι παραδεκτός ο λόγος αυτός αναιρέσεως στην περίπτωση της μη λήψης υπόψη από το δικαστήριο εξώδικης ομολογίας , πρέπει να έχει προταθεί αυτή από τον αντίδικο εκείνου που ομολόγησε στο δικαστήριο της ουσίας κατά τη συζήτηση, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, και να γίνεται επίκληση αυτής της προτάσεως με το αναιρετήριο.

Στην προκειμένη περίπτωση οι αναιρεσείοντες με το δεύτερο λόγο της αναίρεσης προβάλλουν αιτίαση από το άρθρο 559 αριθ. 11 εδ.γ ΚΠολΔ, ισχυριζόμενοι ότι το εκδόσαν την προσβαλλόμενη απόφαση Εφετείο δεν έλαβε υπόψη εξώδικη ομολογία των αναιρεσιβλήτων που περιεχόταν στο υπ' αριθμ..... συμβόλαιο του συμβολαιογράφου ...., με το οποίο μεταβιβάσθηκε στις αναιρεσίβλητες από τη δικαιοπάροχο μητέρα τους, λόγω γονικής παροχής, ακίνητο της τελευταίας, όμορο προς το επίδικο.

Συγκεκριμένα ισχυρίζονται ότι, ενώ στο προσκομισθέν απ' αυτούς με επίκληση ως άνω συμβόλαιο περιέχεται δήλωση των αναιρεσιβλήτων ότι "το μεταβιβαζόμενο σ' αυτές ακίνητο συνορεύει νοτίως ,επί πλευράς 25 μέτρων, με ακίνητο ιδιοκτησίας του δικαιοπαρόχου των αναιρεσειόντων Χ1", από την οποία και προκύπτει ομολογία των αναιρεσιβλήτων για το ότι η δικαιοπάροχος μητέρα τους δεν είχε αγοράσει ατύπως κατά το έτος 1954 από το δικαιοπάροχό τους το επίδικο και για το ότι αυτή μέχρι το έτος 1985 και στη συνέχεια εκείνες δεν ασκούσαν τη νομή επί του επιδίκου, το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη την εξώδικη αυτή ομολογία των αναιρεσιβλήτων.

Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος ,διότι, όπως προκύπτει από τις προτάσεις που υπέβαλαν οι αναιρεσείοντες ενώπιον του Εφετείου κατά τη συζήτηση της υποθέσεως μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, αυτοί δεν πρότειναν την ανωτέρω εξώδικη ομολογία των αναιρεσιβλήτων, αλλ' ούτε και γίνεται επίκληση στο αναιρετήριο τέτοιας πρότασής τους.

Τέλος η μνεία στον ίδιο δεύτερο λόγο αναιρέσεως και του αριθ.8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ δεν μπορεί να θεμελιώσει ορισμένο λόγο αναιρέσεως, αφού δεν γίνεται επίκληση περιστατικών που να πληρούν το πραγματικό του προβλεπόμενου από τη διάταξη αυτή λόγου αναίρεσης.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 3-1-2005 αίτηση αναιρέσεως των .... και .... κατά της υπ' αριθμ. 5194/2004 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων τα οποία ορίζει χίλια εκατόν εβδομήντα (1.170) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Δεκεμβρίου 2006.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 20 Δεκεμβρίου 2006.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ