Legislator Case Law & Legislation
1993/2017 AI generated

Supreme Court partially allowed appeal on lawyer fees, dismissing one party's appearance as inadmissible.

Case Number 1993/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the discussion regarding the first respondent but partially allowed the appeal against the first-instance judgment. The court found the lower court erred in setting the lawyers' fees for the intervening parties at 0.75% instead of the statutory 1% for representatives appearing via proposals. Consequently, the judgment was annulled regarding the fees for the remaining respondents, while the case was retained for the final determination of these costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 576(1)-(2) and 580(3)(a) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court must examine the legality of summons if a party is absent, and annul judgments that violate mandatory fee calculation rules for representatives appearing via proposals.

Keywords

AI generated
Code of Civil Procedure lawyer fees calculation intervening parties appeal admissibility mandatory fee rate proposals procedure costs allocation

Cited Legislation

AI generated
Article 576(1) and (2) of the Code of Civil Procedure
Article 580(3)(a) of the Code of Civil Procedure
Article 22(2)(b) of Law 3693/1957
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1993 / 2017 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1993/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ και Αλεξάνδρα Κακκαβά, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 3 Μαρτίου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: ΟΤΑ με την επωνυμία "...", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χαράλαμπο Πυροβολάκη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, που δεν κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: Α. 1) Α. Π., 2) Ε. συζ. Α. Π., το γένος Γ. Π., 3) Ν. Π. του Α., 4) Χ. Π. του Α., 5) Α. Π. του Ε., 6) Α. Κ. του Β., 7) Α. Κ. του Α., 8) Μ. Κ. του Α., κατοίκων ... και Β. 1) Α. Μ. του Σ., κατοίκου ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16-2-2010 αίτηση καθορισμού οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης απαλλοτρίωσης του ήδη αναιρεσείοντος (μετά την έκδοση της 582/2009 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου που καθόρισε προσωρινή τιμή μονάδος αποζημίωσης), που κατατέθηκε στο Εφετείο Κρήτης και συνεκδικάστηκε με την από 2-4-2014 (διά των προτάσεων) ανταίτηση - κύρια παρέμβαση των ήδη υπό στοιχ. Α των αναιρεσιβλήτων, καθώς και με την από 2-4-2014 (διά των προτάσεων) ανταίτηση του ήδη υπό στοιχ. Β αναιρεσιβλήτου.

Εκδόθηκε η 140/2015 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης, την αναίρεση της οποίας ζητεί ο αναιρεσείων με την από 10-12-2015 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Αλεξάνδρα Κακκαβά, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο ο αναιρεσείων όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ, προκύπτει, ότι αν κατά τη συζήτηση της αναιρέσεως δεν εμφανισθεί, ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος, με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιός επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολειπόμενος διάδικος, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, τότε ερευνάται αν ο απολειπόμενος ή ο μη παριστάμενος, με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, διάδικος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα.

Αν η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε ή επιδόθηκε, αλλά όχι νόμιμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήση. Στην αντίθετη περίπτωση, προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Στην προκείμενη περίπτωση, από τις προσκομιζόμενες και επικαλούμενες από τον αναιρεσείοντα ...

Κρήτης, που επισπεύδει την παρούσα συζήτηση, υπ’ αριθμ. ...19-10-2016 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητού του Εφετείου Ανατολικής Κρήτης Γ. Γ., προκύπτει, ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, με την κάτω από αυτή πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσης δικάσιμο, επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα προς τους:

δεύτερη, τρίτο, τέταρτη, πέμπτη, έκτο, έβδομη, ογδόη και ένατο των αναιρεσιβλήτων. Αυτοί όμως δεν εμφανίσθηκαν όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά του οικείου πινακίου και τη συζήτησή της, ούτε κατέθεσαν δηλώσεις (άρθρα 242 και 573 παρ. 1 ΚΠολΔ). Επομένως, η υπόθεση πρέπει να συζητηθεί σαν να ήταν παρόντες και οι ως άνω διάδικοι, σύμφωνα με το άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Αναφορικά με τον πρώτο αναιρεσίβλητο Α. Π., δεν προσκομίζεται έκθεση επιδόσεως, από την οποία να προκύπτει η επίδοση προς αυτόν της ένδικης αίτησης αναιρέσεως με κλήση προς συζήτηση, αλλά η υπ’ αριθμ. ... /19-10-2016 βεβαίωση του ίδιου ως άνω δικαστικού επιμελητού περί ματαιώσεως της επιδόσεως, επειδή ο καθ’ ου έχει αποβιώσει.

Δεν προσκομίζεται όμως ούτε ληξιαρχική πράξη θανάτου του ανωτέρω, ούτε επίδοση προς τους κληρονόμους του και επομένως, ως προς τον ανωτέρω αναιρεσίβλητο, πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως.

Κατά το άρθρο 20 παρ. 5 του Ν. 2882/2001 (ΚΑΑΑ) εάν ασκηθεί παραδεκτώς αίτηση, εκείνος κατά του οποίου στρέφεται δύναται να ασκήσει με τις προτάσεις, που κατατίθενται, με ποινή απαραδέκτου, πέντε τουλάχιστον ημέρες πριν από τη συζήτηση, αντίθετη αίτηση για τα ίδια ακίνητα, για τα οποία ζητείται με την αίτηση ο οριστικός προσδιορισμός της αποζημίωσης.

Από τη διάταξη αυτή προκύπτει σαφώς ότι, για να είναι παραδεκτή η αντίθετη αίτηση, πρέπει να αναφέρεται στα ίδια ακίνητα που αναφέρεται και η αίτηση προσδιορισμού της οριστικής τιμής μονάδας αποζημίωσης και όχι απαραιτήτως σε κεφάλαια της δίκης απαλλοτρίωσης. Έτσι, όταν το Ελληνικό Δημόσιο ζητεί τον καθορισμό της οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης των απαλλοτριωθέντων ακινήτων και των επικειμένων τους, μπορεί με αντίθετη αίτηση που κατατίθεται με τις προτάσεις, εντός της ανωτέρω προθεσμίας των πέντε ημερών πριν τη συζήτηση, να ζητηθεί ο καθορισμός τιμής μονάδος αποζημίωσης για απαλλοτριωθέν ακίνητο, για το οποίο δε ζητείται με την αίτηση του Δημοσίου, εφόσον ζητείται μ’ αυτήν ο καθορισμός τιμής μονάδος αποζημίωσης των επικειμένων σ’ αυτό.

Επίσης μπορεί να ζητηθεί να αναγνωρισθεί ο ανταιτών δικαιούχος της αποζημίωσης του απαλλοτριωθέντος ακινήτου, αν το Δημόσιο ζήτησε τον καθορισμό της οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης για το απαλλοτριωθέν ακίνητο. Και τούτο, διότι, σε όλες αυτές τις περιπτώσεις οι αντίθετες αιτήσεις αναφέρονται στο ίδιο ακίνητο που αναφέρεται στην κύρια αίτηση του Δημοσίου.

Αντίθετη ερμηνεία της ανωτέρω διατάξεως παραβιάζει το άρθρο 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, διότι εμποδίζει το δικαίωμα της ελεύθερης πρόσβασης στο δικαστήριο (βλ. απόφαση της 6-12-2011 ΕΔΔΑ υπόθεση Α. κατά Ελλάδας) (ΑΠ 877/2015). Στην προκείμενη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ’ αριθμ. 140/2015 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης, έγιναν δεκτά, κατά την ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου, τα ακόλουθα: "Προς εφαρμογή του σχεδίου πόλεως Ηρακλείου στην οδό ...

της περιοχής ..., μετά από την υπ’ αριθμ. ...2006 απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου Ηρακλείου, εκδόθηκε η υπ’ αριθμ. …2007 πράξη προσκυρώσεως, ρυμοτομήσεως και αναλογισμού αποζημιώσεως της Διεύθυνσης Πολεοδομικών Λειτουργιών του Δήμου …, απαλλοτριώθηκαν ιδιοκτησίες που βρίσκονται επί της οδού .... Η ανωτέρω πράξη κυρώθηκε με την υπ’ αριθμ. .../2-10-2007 απόφαση του Νομάρχη Ηρακλείου, η οποία κατέστη οριστική και αμετάκλητη (βλ.

την υπ’ αριθμ. ...11-1-2008 βεβαίωση της Διεύθυνσης Πολεοδομικών Λειτουργιών του ...)... Σύμφωνα με την ίδια ως άνω Πράξη Αναλογισμού Αποζημιώσεως, δικαιούχοι της αποζημιώσεως από την απαλλοτρίωση των εν λόγω ακινήτων είναι οι ανωτέρω ως εικαζόμενοι ιδιοκτήτες αυτών. Υπόχρεοι για την καταβολή της αποζημιώσεως είναι, σύμφωνα με την ίδια πράξη, ο αιτών ...

και όλοι οι λοιποί καθ’ ων διότι θεωρούνται ωφελούμενοι από τη ρυμοτόμηση..... Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι οι ιδιοκτησίες των ανταιτούντων στην από 2-4-2014 με τις προτάσεις ασκηθείσα ανταίτηση αυτοαποζημιώνονται. Ειδικότερα προκύπτει ότι από το με αρ. 1 ακίνητο της πράξης ρυμοτόμησης και αναλογισμού αποζημιώσεως αυτοαποζημιώνεται τμήμα εδάφους συνολικού εμβαδού 38,66 τ.μ.

Η ιδιοκτησία αυτή είναι οικόπεδο το οποίο βρίσκεται επί της συμβολής των οδών ... ... και ... και έχει πρόσβαση και στους δύο δρόμους. Εντός του οικοπέδου έχει ανεγερθεί διώροφη οικοδομή αποτελούμενη από ισόγειο και πρώτο πάνω από το ισόγειο όροφο. Από το με αρ. 4 ακίνητο της ίδιας πράξης ρυμοτόμησης, αυτοαποζημιώνεται τμήμα εδάφους συνολικού εμβαδού 15,20 τ.μ.

Το ακίνητο αυτό είναι επίσης οικόπεδο, εφάπτεται με την οδό ... και εντός αυτού έχει ανεγερθεί διώροφη οικοδομή αποτελούμενη από ισόγειο και πάνω από το ισόγειο όροφο. Με βάση τους όρους ανοικοδομήσεως και την πραγματική επιτόπια κατάσταση η πρόσοψη και η είσοδος των ανωτέρω ακινήτων θα παραμείνει και μετά την υλοποίηση της ρυμοτομίας προς την οδό ..., ενώ με την επίδικη απαλλοτρίωση θα ρυμοτομηθούν οι υπάρχουσες αυλές, οι οποίες χρησιμοποιούνται και ως χώρος στάθμευσης των αυτοκινήτων των ανταιτούντων και ο δρόμος θα έρχεται σε επαφή με τα κτίσματα, με αποτέλεσμα να στερείται χρήσιμος χώρος στις ιδιοκτησίες.

Συνεπώς η ωφέλειά τους εξαντλείται στο ότι με την διαπλάτυνση της υπάρχουσας οδού ..., αυξάνεται η ευκολία στην πρόσβαση. Επομένως, πρέπει, ως προς τους ανταιτούντες αυτούς, να αρθεί το τεκμήριο ωφέλειας των ιδιοκτησιών τους, να αναγνωρισθεί ότι δεν υφίσταται υποχρέωση αυτοαποζημιώσεως των ιδιοκτησιών τους, διατασσομένης της ανάλογης διορθώσεως στον οικείο πίνακα υποχρεώσεων.

Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η ιδιοκτησία του ανταιτούντος στην από 2-4-2014 με τις προτάσεις ασκηθείσα ανταίτηση Α. Μ., υποχρεούται να αποζημιώσει τον ανταιτούντα Α. Π. για έκταση 8,22 τ.μ. και τον ανταιτούντα Γ. Π. για έκταση 14,64 τ.μ. Η ιδιοκτησία βρίσκεται επί της οδού ..., επί της οποίας έχει πρόσωπο, και είναι απέναντι από τις ιδιοκτησίες των ανωτέρω.

Με βάση τους όρους ανοικοδομήσεως και της ιδιοκτησίας και την πραγματική επιτόπια κατάσταση, η πρόσοψη και η είσοδός του θα παραμείνει και μετά την υλοποίηση της ρυμοτομίας των ιδιοκτησιών των ανωτέρω προς την οδό ... και η ωφέλειά του εξαντλείται στη διαπλάτυνση της οδού, η οποία δεν θα καταστήσει ευχερέστερη την πρόσβαση στην ιδιοκτησία του.

Επομένως, πρέπει και ως προς τον ανταιτούντα αυτόν, να αρθεί το τεκμήριο ωφέλειας της ιδιοκτησίας του, να αναγνωρισθεί ότι δεν υφίσταται υποχρέωσή του προς αποζημίωση των δικαιούχων Α. Π. και Γ. Π., διατασσομένης της ανάλογης διορθώσεως στον οικείο πίνακα υποχρεώσεων. Κατόπιν των ανωτέρω, πρέπει να γίνουν εν μέρει δεκτές ως βάσιμες και κατ’ ουσία, η αίτηση και οι ασκηθείσες με τις προτάσεις ανταιτήσεις και η κύρια παρέμβαση, όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό".

Και με τις παραδοχές αυτές αναγνώρισε τους κυρίως παρεμβάντες συνδικαιούχους της αποζημιώσεως για τα με αριθμούς 1 και 4 ακίνητα κατά το ποσοστό συνιδιοκτησίας του καθενός, καθόρισε την οριστική τιμή μονάδος αποζημιώσεως στα αναφερόμενα σ’ αυτή ποσά και ήρε το τεκμήριο ωφελείας ως προς τις ιδιοκτησίες των καθ’ ων η αίτηση 1ου, 4ου και 8ου ανταιτούντων και αναγνώρισε ότι αυτές δεν έχουν ωφέλεια από την επίδικη απαλλοτρίωση, ούτε και υπέχουν αντίστοιχη υποχρέωση αυτοαποζημίωσης (του 1ου και 4ου των καθ’ ων) και αποζημιώσεως, ως παρόδιου ιδιοκτήτη (του 8ου των καθ’ ων), ενώ διέταξε και τη διόρθωση του κτηματολογικού πίνακα.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, καθόσον αναφορικά με την ανατροπή του τεκμηρίου ωφελείας των ανταιτούντων, νομίμως υποβλήθηκαν οι ανταιτήσεις με τις προτάσεις, εφόσον πρόκειται για τα ίδια ακίνητα, όπως απαιτεί ο νόμος και δεν είναι αναγκαίο να πρόκειται για τα ίδια κεφάλαια με την αίτηση, όπως αβάσιμα υποστηρίζει ο αναιρεσείων με τον πρώτο λόγο της αναιρέσεώς του κατά το πρώτο τμήμα του από τους αριθμούς 1 και 14 του ΚΠολΔ.

Κατά το δεύτερο τμήμα του ο ως άνω λόγος αλυσιτελώς προβάλλεται, διότι δεν περιέχονται στην απόφαση παραδοχές, ότι το αίτημα για άρση του τεκμηρίου ωφέλειας εισήχθη σωρευτικά με αυτοτελή αίτηση όπως αβάσιμα διατείνεται ο αναιρεσείων. Κατόπιν αυτών, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό του, ο παραπάνω πρώτος λόγος αναίρεσης.

Κατά το άρθρο 18 παρ. 4 του Ν. 2882/2001, α) η δικαστική δαπάνη βαρύνει τον υπόχρεο προς αποζημίωση και επιδικάζεται από το δικαστήριο με την ίδια απόφαση, β) η εκκαθάριση της δικαστικής δαπάνης γίνεται σύμφωνα με τις εκάστοτε ισχύουσες οικείες διατάξεις, γ) το άρθρο 22 του Ν. 3693/1957 δεν εφαρμόζεται, δ) η απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου, με την οποία καθορίζεται η προσωρινή τιμή μονάδος, αποτελεί, ως προς τη δικαστική δαπάνη, τίτλο εκτελεστό σε βάρος του υπόχρεου προς αποζημίωση, εάν και οι δύο διάδικοι αποδέχθηκαν την απόφαση, ή παρήλθε άπρακτη η προθεσμία άσκησης αίτησης οριστικού προσδιορισμού της αποζημίωσης και ε) σε περίπτωση άσκησης εμπροθέσμως αίτησης, το Εφετείο αποφαίνεται ενιαίως, τόσο για τη δικαστική δαπάνη της ενώπιον αυτού διαδικασίας, όσο και για τη δικαστική δαπάνη του προσωρινού προσδιορισμού της αποζημίωσης.

Ως ενιαία απόφαση του Εφετείου για τη δικαστική δαπάνη αμφοτέρων των διαδικασιών, προσωρινού και οριστικού προσδιορισμού της αποζημίωσης, είναι νοητέα η επιδίκαση των δικαστικών εξόδων του δικαιούχου και όχι η επιπρόσθετη επιδίκαση δικαστικών εξόδων για τη δίκη του προσωρινού προσδιορισμού της αποζημίωσης, δεδομένου ότι σε περίπτωση αίτησης στο Εφετείο για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης, η προσωρινώς καθορίσασα την αποζημίωση απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου καθίσταται, σύμφωνα με τα άρθρα 18 επ.

του Ν. 2882/2001, εν όλω ανίσχυρη, ο δε δικαιούχος της αποζημίωσης διάδικος, αφού μία φορά θα πληρώσει την αμοιβή του δικηγόρου του, ακόμη και σε περίπτωση διπλού, προσωρινού και οριστικού προσδιορισμού της αποζημίωσης, μία φορά πρέπει να λάβει την αμοιβή αυτή από τον αντίδικό του υπόχρεο. 2) Τα δικαστικά έξοδα περιλαμβάνουν:

α) τα γενόμενα για τη διεξαγωγή και υπεράσπιση της δίκης έξοδα, που ήταν απαραίτητα (άρθρο 189 παρ. 1 ΚΠολΔ), β) την αμοιβή του δικηγόρου του δικαιούχου για την ενώπιον του Εφετείου παράσταση, γ) την αμοιβή του δικηγόρου για τη σύνταξη της αίτησης ή ανταίτησης και των προτάσεων. Οι υπό στοιχεία β και γ δικηγορικές αμοιβές καθορίζονται πλήρεις, αφού δεν επιτρέπεται εν προκειμένω ο συμψηφισμός των δικαστικών εξόδων που προβλέπει η διάταξη του άρθρου 22 παρ. 1 του Ν. 2882/2001 (άρθρο 18 παρ. 4 αυτού).

Εξ άλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 17 παρ. 2 και 4 εδ. τελευταίο του Συντάγματος, 17 παρ. 4 του ΝΔ/τος 446/1974, 9 παρ. 1, 1α, 5 και 6 του Ν. 1093/1980, όπως αυτό διαμορφώθηκε μετά την τροποποίησή του από το άρθρο 22 παρ. 10 του Ν. 1868/1989, 57 επ. του Κώδικα Δικηγόρων (Ν. 4194/2013), συνάγεται ότι η αμοιβή την οποία καταβάλλει ο δικαιούχος της αποζημίωσης στο δικηγόρο του για τη σύνταξη αίτησης και προτάσεων ή ανταίτησης και προτάσεων, προκειμένου να επιτύχει τον καθορισμό και την είσπραξη της αποζημίωσης, αποτελεί παρακολούθημα της αποζημίωσης, προσαυξάνει το ποσό της, βαρύνει τον υπόχρεο αυτής και πρέπει να επιδικάζεται σε βάρος του υποχρέου και να περιέρχεται στο δικαιούχο, ώστε να μην επέρχεται φαλκίδευση της πλήρους αποζημίωσης (Ολ.ΑΠ 17/2000, ΑΠ 502/2005).

Η αμοιβή αυτή προκειμένου περί δίκης καθορισμού οριστικής αποζημίωσης ενώπιον του Εφετείου κατά τα άρθρ. 57 επ. του Κώδικα Δικηγόρων (Ν. 4194/2013) (που ίσχυαν και κατά τη συζήτηση της ένδικης αίτησης ενώπιον του Εφετείου, ήτοι την 8-4-2014), ανέρχονται: α) σε ποσοστό 2% της αποζημίωσης για τη σύνταξη αίτησης ή ανταίτησης με ιδιαίτερο δικόγραφο, β) σε ποσοστό 1% για τη σύνταξη προτάσεων επί της αίτησης ή ανταίτησης και κύριας παρέμβασης που ασκήθηκαν με ιδιαίτερο δικόγραφο και γ) σε ποσοστό 2% για την άσκηση ανταίτησης ή κύριας παρέμβασης με τις προτάσεις.

Όταν υπόχρεος προς αποζημίωση είναι φορέας που υπάγεται στη Γενική Κυβέρνηση κατά την έννοια του άρθρου 1Β του Ν. 2362/1995 (Α’ 247), η επιδικαζόμενη από τα Δικαστήρια αμοιβή του πληρεξουσίου δικηγόρου των δικαιούχων αποζημίωσης στις περιπτώσεις που υπολογίζεται με βάση την αξία του αντικειμένου της δίκης, καθορίζεται υποχρεωτικά έως το ήμισυ των νόμιμων αμοιβών του Κώδικα Δικηγόρων.

Εξ άλλου, κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 559 αρ. 1α’ ΚΠολΔ, ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου παραβιάζεται και έτσι ιδρύεται ο προβλεπόμενος από τη διάταξη αυτή λόγος αναιρέσεως, είτε με ψευδή ερμηνεία, η οποία υπάρχει, όταν αποδίδεται στον κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε με μη ορθή εφαρμογή, η οποία εκδηλώνεται όταν εφαρμόζεται κανόνας, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή όταν δεν εφαρμόζεται, ενώ έπρεπε να εφαρμοστεί ή όταν εφαρμόζεται εσφαλμένως.

Στην προκείμενη περίπτωση, καθόσον αφορά στο κεφάλαιο της προσβαλλομένης αποφάσεως που αφορά στα δικαστικά έξοδα, τα οποία επιδικάσθηκαν υπέρ των παρασταθέντων - καθ’ ων η αίτηση - παρεμβαινόντων - ανταιτούντων, ο αναιρεσείων, με το δεύτερο λόγο της αναιρέσεώς του αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια της παραβάσεως του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, με την αιτίαση, ότι το δικάσαν Εφετείο, με το να προσδιορίσει την επιδικασθείσα αμοιβή του πληρεξουσίου δικηγόρου των ανωτέρω παρασταθέντων σε ποσοστό 1,5% επί του συνολικού ποσού της καταβλητέας αποζημιώσεως, αντί ποσοστού 0,75% αυτής, παραβίασε ευθέως με εσφαλμένη εφαρμογή τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις.

Όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, κατά τη συζήτηση της από 16-2-2010 με αρ. καταθ. 152/2010 αίτησης του ... Κρήτης ενώπιον του Εφετείου Κρήτης, παραστάθηκαν, από τους καθ’ ων, ο πρώτος Α. Π. και ο τέταρτος Α. Κ. (πρώτος και έκτος αναιρεσίβλητοι, αντίστοιχα), διά της πληρεξουσίας δικηγόρου τους Μ. Φ., καθώς και ο όγδοος Α.

Μ. (ένατος αναιρεσίβλητος) μετά της πληρεξουσίας δικηγόρου του Σ. Μ.. Ως ανταιτούντες - κυρίως παρεμβαίνοντες παρέστησαν όλοι οι αναιρεσίβλητοι διά της αυτής ως άνω πληρεξουσίας δικηγόρου τους. Σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην απόφαση, οι οκτώ πρώτοι αναιρεσίβλητοι, στην παραπάνω αίτηση του αναιρεσείοντος Δήμου, άσκησαν με τις προτάσεις τους εμπρόθεσμα και παραδεκτά κυρία παρέμβαση - ανταίτηση, με την οποία ζητούσαν να καθορισθεί για τα απαλλοτριούμενα ακίνητα και τα επικείμενά τους οριστική τιμή μονάδος μεγαλύτερη της προσωρινής και εκείνης που ζητούσε ο ..., να αρθεί το τεκμήριο ωφέλειας των ιδιοκτησιών τους και να διορθωθεί ο κτηματολογικός πίνακας.

Ο όγδοος των καθ’ ων η αίτηση (ένατος αναιρεσίβλητος), με παραδεκτή και εμπρόθεσμη ανταίτηση που άσκησε με τις προτάσεις του, ζήτησε να καθορισθεί για τα απαλλοτριούμενα ακίνητα και τα επικείμενά τους, οριστική τιμή μονάδος αποζημιώσεως σε ποσό μικρότερο της προσωρινής και εκείνης που ζητούσε ο Δήμος, να αρθεί το τεκμήριο ωφέλειας της ιδιοκτησίας του και να διορθωθεί ο κτηματολογικός πίνακας.

Το δικάσαν Εφετείο, μετά την παραδοχή της κυρίας παρεμβάσεως και εν μέρει της αιτήσεως και των ανταιτήσεων, καταδίκασε τον αιτούντα ... στα δικαστικά έξοδα των παρισταμένων καθ’ ων η αίτηση - παρεμβαινόντων - ανταιτούντων που όρισε στο ποσό των πεντακοσίων (500) ευρώ, καθώς και στην αμοιβή της πληρεξουσίας δικηγόρου τους που θα ορισθεί σε ποσοστό 1,5% επί του συνολικού ποσού της καταβλητέας αποζημίωσης.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο, ειδικά ως προς το ποσοστό της αμοιβής της πληρεξουσίας δικηγόρου των ανταιτούντων στο ως άνω ποσοστό, αντί του ποσοστού 1%, αφού ο υπόχρεος ... Κρήτης υπάγεται στη Γενική Κυβέρνηση, και οι ως άνω ανταιτήσεις ασκήθηκαν με τις προτάσεις και όχι με ιδιαίτερο δικόγραφο, παραβίασε ευθέως τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις καθόσον, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα στη νομική σκέψη, η αμοιβή της πληρεξουσίας δικηγόρου τους, έπρεπε να καθορισθεί ενιαία και για τις δύο διαδικασίες σε ποσοστό 1% επί της οριστικώς προσδιορισθείσης αποζημιώσεως από το Εφετείο (ήτοι 2% μειούμενη κατά το ήμισυ) και όχι σε ποσοστό 0,75% που υποστηρίζει ο αναιρεσείων Δήμος.

Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, η ένδικη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή κατά το κεφάλαιο της αμοιβής των πληρεξουσίων δικηγόρων των αναιρεσιβλήτων, να αναιρεθεί κατά τούτο η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς τους: δεύτερη, τρίτο, τέταρτη, πέμπτη, έκτο, εβδόμη, ογδόη και ένατο αναιρεσιβλήτους (Ε.

συζ. Α. Π., Ν. Α. Π., Χ. Α. Π., Α. Ε. Π., Α. Β. Κ., Α. Α. Κ., Μ. Α. Κ. και Α. Σ. Μ.), ενόψει δε του ότι η υπόθεση δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση, να κρατηθεί η υπόθεση κατά το αναιρούμενο μέρος της (άρθρο 580 παρ. 3 εδ. α’ ΚΠολΔ) και να καθορισθεί η αμοιβή των τελευταίων και ειδικότερα για κάθε ομάδα που παραστάθηκε με χωριστό δικηγόρο, η οποία βαρύνει τον αναιρεσείοντα, στο νόμιμο ποσοστό 1% επί του ποσού της αποζημιώσεως.

Τέλος, τα δικαστικά έξοδα των διαδίκων της παρούσης αναιρετικής δίκης, πρέπει να συμψηφιστούν στο σύνολό τους, λόγω της εν μέρει νίκης και ήττας καθενός των διαδίκων, κατ’ άρθρο 22 παρ. 2 εδ. β’ του Ν. 3693/1957 (ΑΠ 1588/2010).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση ως προς τον πρώτο αναιρεσίβλητο Α. Π..

Αναιρεί κατά τα λοιπά την υπ’ αριθμ. 140/2015 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης, κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό κεφάλαιο της δικαστικής δαπάνης, ως προς τους λοιπούς διαδίκους.

Κρατεί και δικάζει την υπόθεση ως προς το κεφάλαιο αυτό.

Καθορίζει την αμοιβή των πληρεξουσίων δικηγόρων των αναφερομένων στο σκεπτικό αναιρεσιβλήτων (2ης έως και 9ου) που άσκησαν ανταιτήσεις και παρεμβάσεις με τις προτάσεις τους, για κάθε ομάδα που παραστάθηκε με χωριστό δικηγόρο, σε ποσοστό 1% επί του ποσού της αποζημιώσεως.

Και

Συμψηφίζει στο σύνολό τους τα δικαστικά έξοδα των διαδίκων της παρούσης αναιρετικής δίκης.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Νοεμβρίου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 6 Δεκεμβρίου 2017.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ