Legislator Case Law & Legislation
1993/2008 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on property division, ruling interpretation rules were not violated.

Case Number 1993/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Athens Court of Appeal's decision regarding a property dispute. The appellant argued the lower court violated interpretation rules by failing to address ambiguities in a 1950 contract concerning vertical ownership. The court found no such ambiguity existed, as the lower court explicitly determined the appellant had transferred vertical ownership rights to her sister under the 1929 law, rendering the appeal unfounded.

Legislator headnote

AI generated

Art. 2 para. 1 & 3 of Law 690/1948; Art. 1, 2 para. 1, 3, 4, 5, 8 para. 1, 9 & 13 of Law 3741/1929; Art. 1 & 19 of Art. 559 of Civil Procedure Code: A property division agreement is valid even if it creates non-compliant plots, provided it does not involve prohibited transfers of ownership, and appellate courts must not claim violation of interpretation rules when the lower court has already clearly resolved the matter without needing such rules.

Keywords

AI generated
property division vertical ownership interpretation rules appeal dismissal non-compliant plots Civil Procedure Code contract ambiguity

Cited Legislation

AI generated
Art. 2 para. 1 & 3 of Law 690/1948
Art. 1, 2 para. 1, 3, 4, 5, 8 para. 1, 9 & 13 of Law 3741/1929
Art. 1 & 19 of Art. 559 of Civil Procedure Code
Art. 176 & 183 of Civil Procedure Code

Cited Case Law

AI generated
OLAP 606/1976
AP 1740/2005
AP 172/2004
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1993 / 2008 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1993/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Μίμη Γραμματικούδη, Ιωάννη Σίδερη και Δημήτριο Μαζαράκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 15 Οκτωβρίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Χ, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Βλαμάκη.

Του αναιρεσιβλήτου: Ψ ως εκ διαθήκης κληρονόμου της αρχικής ενάγουσας ...., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αντώνιο Καπελαρίδη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6-8-2002 αγωγή της αρχικής διαδίκου ...., που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1940/2004 του ίδιου Δικαστηρίου και 1344/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 13-11-2007 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Μαζαράκης ανέγνωσε την από 6-10-2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, κατά μεν την παράγραφο 1 του άρθρου 2 του ν.δ. 690/1948, η οποία καταργήθηκε με το άρθρο 3 παρ. 1 του α.ν. 625/1968 και επαναφέρθηκε σε ισχύ με το άρθρο 6 παρ. 1 του ν. 651/1977, "απαγορεύεται η μεταβίβαση της κυριότητας οικοπέδων επαγομένη την δημιουργία οικοπέδων μη αρτίων, είτε κατά το ελάχιστον εμβαδόν, είτε κατά το ελάχιστον πρόσωπον ή βάθος", κατά δε την παρ. 3 του ίδιου άρθρου "πάσα δικαιοπραξία εν ζωή ή αιτία θανάτου, έχουσα αντικείμενον απαγορευμένην κατά τας προηγουμένας παραγράφους μεταβίβασιν κυριότητος, είναι αυτοδικαίως και εξ υπαρχής απολύτως άκυρος". Από τις τελευταίες αυτές διατάξεις προκύπτει ότι μόνο η δικαιοπραξία με την οποία μεταβιβάζεται οικόπεδο και εξ αιτίας της οποίας δημιουργούνται μη άρτια οικόπεδα είναι άκυρη.

Συνεπώς, δεν αποκλείεται από τις διατάξεις αυτές η απόκτηση από τρίτο της κυριότητας οικοπέδου με χρησικτησία, έστω και αν αυτή επάγεται τη δημιουργία οικοπέδων μη αρτίων, αφού στην περίπτωση αυτή δεν πρόκειται για μεταβίβαση με δικαιοπραξία (Ολ.ΑΠ 606/1976, ΑΠ 1740/2005, ΑΠ 172/2004). Περαιτέρω, όπως προκύπτει από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1, 2παρ.1, 3, 4, 5, 8 παρ.1, 9 και 13 του ν. 3741/1929, 1, 2παρ.1 του ν.δ. 1024/1971, 1002 και 1117 του ΑΚ, με τη συστατική της, οριζοντίως ή καθέτως διαιρεμένης, ιδιοκτησίας πράξη επιτρέπεται να επιφυλαχθεί, υπέρ ενός ή περισσοτέρων ιδιοκτητών οριζοντίως ή καθέτως διαιρεμένων ιδιοκτησιών, το δικαίωμα επεκτάσεως της οικοδομής προς τα άνω, προς τα κάτω και προς τα πλάγια.

Στην περίπτωση αυτή, οι οικοδομές που θα ανεγερθούν στο μέλλον ανήκουν στην αποκλειστική κυριότητα εκείνου υπέρ του οποίου έγινε η επιφύλαξη του δικαιώματος επεκτάσεως της οικοδομής. Το κύρος της πράξης, με την οποία συνιστάται νομοτύπως επί ενός ακινήτου διαιρεμένη οριζοντίως ή καθέτως ιδιοκτησία δεν εξαρτάται από τη συμφωνία αυτής προς τις κείμενες πολεοδομικές διατάξεις, ούτε από την ύπαρξη ή μη, κατά το χρόνο της καταρτίσεως της συμφωνίας, διαιρεμένων υπό την ανωτέρω έννοια ιδιοκτησιών, δεδομένου ότι είναι επιτρεπτή κατά νόμο η σύσταση αυτοτελών καθέτως ή οριζοντίως διαιρεμένων ιδιοκτησιών και επί μερών της οικοδομής που πρόκειται να κατασκευαστούν μελλοντικά, η δε κατά παράβαση των ισχυουσών πολεοδομικών διατάξεων σύσταση τέτοιων ιδιοκτησιών επισύρει μόνο τις προβλεπόμενες από τις οικείες πολεοδομικές διατάξεις κυρώσεις και δεν επηρεάζει το κύρος της νομοτύπως καταρτισθείσας σχετικής συστατικής συμφωνίας (ΑΠ 121/2003, ΑΠ 878/1995).

Προϋπόθεση δε της κτήσεως της κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1045 ΑΚ, είναι η άσκηση νομής επί συνεχή εικοσαετία, με τη δυνατότητα αυτού που χρησιδεσπόζει να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και την όμοια νομή του δικαιοπαρόχου του (άρθρο 1051 ΑΚ). Εξάλλου, ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδάφ.

α' ΚΠολΔ προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, τούτο δε συμβαίνει αν δεν εφαρμόστηκε, ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμόστηκε, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμόστηκε εσφαλμένα (Ολ.ΑΠ 4/2005), η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006).

Κατά δε το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Έλλειψη νόμιμης βάσης υπάρχει όταν τα αναφερόμενα στην ελάσσονα σκέψη του δικανικού συλλογισμού πραγματικά γεγονότα εκτίθενται τόσο ατελώς ή ασαφώς, ώστε να μη μπορεί να διαπιστωθεί αν αυτά ανταποκρίνονται ή μη στο πραγματικό του εφαρμοζόμενου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ή κατ' άλλη έκφραση, αν έγινε ορθή ή λαθεμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στον εφαρμοζόμενο κανόνα ουσιαστικού δικαίου (Ολ.ΑΠ 1/1999).

Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται σαφώς (Ολ.ΑΠ 24/1992). Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα: Με το ... συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Γεωργίου Σταματάκου, ο ...

μεταβίβασε στην εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα ένα οικόπεδο εκτάσεως 304,07 τ.μ. ή 540,57 τ.τ. πήχεων, που βρίσκεται στη θέση .... των ..., όπως αυτό λεπτομερώς περιγράφεται. Το τίμημα για την αγορά του οικοπέδου στην πραγματικότητα καλύφθηκε από τις διαδίκους αδελφές, τον αδελφό τους ... και τη μητέρα τους, προκειμένου να οικοδομήσουν σ' αυτό με κοινά χρήματα ένα διαμέρισμα για την ήδη αναιρεσείουσα και πάνω σε αυτό στον πρώτο όροφο ένα διαμέρισμα για την ενάγουσα αδελφή της, στο υπόλοιπο δε μέρος του οικοπέδου να οικοδομήσουν κατοικία για τους υπολοίπους.

Πράγματι, με κοινές δαπάνες των ανωτέρω προσώπων στις αρχές του έτους 1944 οικοδομήθηκε στο πίσω μέρος του οικοπέδου ένα υπερυψωμένο δωμάτιο 12,25 τ.μ. και ένα υπόγειο δωμάτιο ιδίων διαστάσεων, εξωτερική τουαλέτα και νιπτήρας. Στον οικίσκο αυτό έμεναν η μητέρα τους, η ενάγουσα και ο αδελφός τους ..... Το 1950 έκτισαν για την αναιρεσείουσα στο μπροστινό τμήμα του οικοπέδου που εφάπτεται της οδού ...

ένα διαμέρισμα 95 τ.μ. Πριν να παντρευτεί η αναιρεσείουσα, το 1950, πραγματοποιώντας τη συμφωνία που είχε κάνει με την οικογένειά της, μεταβίβασε στην αδελφή της με το προαναφερθέν συμβόλαιο το δικαίωμα της επέκτασης καθ' ύψος επί του ήδη υπάρχοντος πρώτου ορόφου, με σκοπό να αποτελέσει διακεκριμένη ιδιοκτησία κατά το σύστημα του ν. 3741/1929, συγχρόνως δε της μεταβίβασε και ανάλογο ποσοστό επί του τμήματος των 360 τ.τ.πήχεων που αντιστοιχούσε σε 150 τ.τ.πήχεις εξ αδιαιρέτου, ενώ η ίδια κράτησε το υπόλοιπο ποσοστό επί του τμήματος αυτού που αντιστοιχούσε σε 210 τ.τ.

πήχεις και το οποίο το 1955 μεταβίβασε στην ..... Έτσι από το συμβόλαιο 3673/1950 δεν προκύπτει, εκτός από τη σύσταση οριζόντιας ιδιοκτησίας, και η σύσταση διαιρεμένης ιδιοκτησίας επί του οικοπέδου του συνολικού εμβαδού των 540,57 τ.τ.πήχεων, δηλαδή η διαίρεση αυτού αφενός στο εμπρόσθιο τμήμα έκτασης 360 τ.τ.πήχεων που περιλάμβανε το αυτοτελές οικοδόμημα της ισόγειας κατοικίας της αναιρεσείουσας και της μέλλουσας να ανεγερθεί οριζόντιας ιδιοκτησίας της ενάγουσας και αφετέρου στο οπίσθιο τμήμα του οικοπέδου έκτασης 180,57 τ.τ.πήχεων, επί του οποίου είχε ανεγερθεί το υπόγειο και το υπερυψωμένο δωμάτιο των 12,25 τ.μ.

Το οπίσθιο αυτό τμήμα των 180,57 τ.τ.π. με το επ' αυτού κτίσμα αποτελεί το επίδικο ακίνητο. Περαιτέρω, το Εφετείο δέχθηκε ότι στον επίδικο οικίσκο κατοικούσαν η ενάγουσα αναιρεσίβλητη και η μητέρα της από το 1946 έως το 1955, από δε το 1960 έως το 1964 και ο αδελφός τους ..... Από το 1964 το επίδικο τμήμα ακινήτου με τον οικίσκο νεμόταν η ενάγουσα.

Έτσι αυτή με τη θέληση να το εξουσιάζει ως κυρία έκτισε σ' αυτό μια μικρή κουζίνα, έριξε δύο μέτρα μπετόν για να στερεώσει τον οικίσκο, κατασκεύασε ξύλινο μπαλκόνι, τοποθέτησε δικά της έπιπλα και τηλεόραση και συνέδεσε το ηλεκτρικό ρεύμα με το διαμέρισμά της του πρώτου ορόφου της παρακείμενης οικοδομής.

Επίσης κατά τους σεισμούς του 1981 που ο οικίσκος υπέστη βλάβες, μόνη της προέβη σε επισκευή με τεχνίτες που πλήρωσε η ίδια και γενικά φρόντιζε το επίδικο, συντηρώντας τον οικίσκο, ενώ φύτευε στην αυλή του διάφορα άνθη τα οποία περιποιούταν. Τις παραπάνω διακατοχικές πράξεις ασκούσε αυτή με διάνοια κυρίου μέχρι την άσκηση της ένδικης αγωγής το 2002.

Με βάση αυτά, το Εφετείο δέχθηκε ότι με την παρέλευση από το έτος 1964 μέχρι το έτος 2002 υπερεικοσαετούς νομής η αρχικώς ενάγουσα έγινε κυρία του επίδικου ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία κατ' άρθρο 1045 ΑΚ . Ακολούθως το Εφετείο δέχθηκε ότι το γεγονός πως η εναγόμενη μεταβίβασε στην ενάγουσα αδελφή της το δικαίωμα ανέγερσης πρώτου ορόφου και ποσοστό συγκυριότητας μόνο επί του τμήματος του οικοπέδου των 360 τ.τ.

πήχεων, μη συμπεριλαμβάνοντας και το πίσω τμήμα των 180,57 τ.τ. πήχεων, που είχε συμφωνηθεί να μείνει στα υπόλοιπα μέλη της οικογένειας, συνηγορεί υπέρ της μη χρησιμοποίησης του επιίδικου οικίσκου από την εναγόμενη αναιρεσείουσα. Επίσης, κατά την πώληση της οριζόντιας ισόγειας ιδιοκτησίας της το 1955 η τελευταία δεν συμπεριέλαβε και τον επίδικο οικίσκο με το τμήμα του οικοπέδου εμβαδού 180,57 τ.τ.

πήχεων, με δεδομένο μάλιστα ότι αυτός δεν είχε άμεση πρόσβαση σε δρόμο αλλά επικοινωνούσε κανείς με αυτόν μέσω μιας εισόδου που διερχόταν κάτω από το κλιμακοστάσιο που οδηγούσε στον πρώτο όροφο της ενάγουσας αναιρεσίβλητης. Κατόπιν τούτων το Εφετείο δέχθηκε την αγωγή ως εν όλω κατ' ουσίαν βάσιμη. Το Εφετείο με τις κρίσεις του αυτές, στις οποίες στήριξε την παραδοχή της αγωγής, αναγνωρίζοντας ότι η αρχικώς ενάγουσα κατέστη κυρία διαιρετού τμήματος οικοπέδου 180,57 τ.τ.

πήχεων ή 101,57 τ.μ. με έκτακτη χρησικτησία, διότι δεν αποκλείεται η απόκτηση από τρίτο της κυριότητας τμήματος οικοπέδου με χρησικτησία, έστω και αν αυτή επάγεται τη δημιουργία οικοπέδων μη αρτίων, αφού στην περίπτωση αυτή δεν πρόκειται για μεταβίβαση με δικαιοπραξία, και ότι από το ανωτέρω 3673/1950 συμβόλαιο δεν προκύπτει, εκτός από τη σύσταση οριζόντιας ιδιοκτησίας, και η σύσταση διαιρεμένης ιδιοκτησίας, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 2 παρ. 1 και 3 του ν.δ. 690/1948 και των άρθρων 1, 2παρ.1, 3, 4, 5, 8παρ.1, 9 και 13 ν.3741/1929, των άρθρων 1, 2παρ.1 ν.δ. 1024/1971, 1002, 1117 και 1045 ΑΚ.

Δεν στέρησε δε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού διέλαβε σ' αυτή πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες. Επομένως οι συναφείς πρώτος, τρίτος και τέταρτος λόγοι αναίρεσης από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι. Επειδή, οι ερμηνευτικοί κανόνες των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ, που εκφράζουν γενικότερες ερμηνευτικές αρχές, εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση κατά την οποία υπάρχει κενό στην ερμηνευόμενη σύμβαση ή αμφιβολία ως προς τις δηλώσεις βούλησης των συμβληθέντων .

Εξάλλου, κατά τις διατάξεις των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκαν, ευθέως ή εκ πλαγίου οι ερμηνευτικοί ως άνω κανόνες των δικαιοπραξιών. Το δικαστήριο παραβιάζει τους ερμηνευτικούς αυτούς κανόνες όταν, καίτοι ανελέγκτως διαπιστώνει, έστω και εμμέσως, την ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας στις δηλώσεις βούλησης των δικαιοπρακτούντων και εντεύθεν την ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας τους, παραλείπει να προσφύγει, για τη συμπλήρωση ή ερμηνείας τους, στις διατάξεις των πιο πάνω άρθρων ή προσφεύγει στην εφαρμογή των διατάξεων αυτών και τη συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, καίτοι δέχεται, επίσης ανελέγκτως, ότι η δικαιοπραξία είναι πλήρης και σαφής και δεν έχει ανάγκη συμπληρώσεως ή ερμηνείας.

Στην προκείμενη περίπτωση με τον δεύτερο λόγο της αναίρεσης από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η αναιρεσείουσα ψέγει το Εφετείο για παραβίαση, ευθέως και εκ πλαγίου, των ερμηνευτικών κανόνων των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ, διότι το δικαστήριο αυτό της ουσίας, μολονότι διαπίστωσε, όπως η ίδια διατείνεται, έστω και έμμεσα, ασάφεια στις δηλώσεις βουλήσεως των συμβληθέντων που περιέχονται στο 3673/1950 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Ν.

Σιαμπάνη, αναφορικά με το αν συστήθηκε ή όχι με το συμβόλαιο αυτό κάθετη ιδιοκτησία η οποία ανήκε στην αναιρεσείουσα, παρέλειψε να προσφύγει στους πιο πάνω ερμηνευτικούς κανόνες. Όμως το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, δεν διαπίστωσε, έστω και έμμεσα, την ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας στις προαναφερόμενες δηλώσεις βουλήσεως των συμβληθέντων.

Αντιθέτως ρητώς δέχθηκε ότι η ήδη αναιρεσείουσα, πραγματοποιώντας τη συμφωνία που είχε κάνει με την οικογένειά της, με το ως άνω συμβόλαιο, μεταβίβασε στην ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη αδελφή της το δικαίωμα της επέκτασης καθ' ύψος επί του ήδη υπάρχοντος πρώτου ορόφου, με σκοπό να αποτελέσει διακεκριμένη ιδιοκτησία κατά το σύστημα του ν. 3741/1929, συγχρόνως δε της μεταβίβασε και ανάλογο ποσοστό συγκυριότητας και ότι από το παραπάνω συμβόλαιο δεν προκύπτει, εκτός από τη σύσταση οριζόντιας ιδιοκτησίας και η σύσταση καθέτως διαιρεμένης ιδιοκτησίας επί του οικοπέδου, δεδομένου μάλιστα ότι η σύσταση κάθετης ιδιοκτησίας δεν επιτρεπόταν πριν το έτος 1971.

Έτσι, κατά τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, το Εφετείο δεν ήταν ανάγκη να προσφύγει στους προαναφερόμενους ερμηνευτικούς κανόνες και επομένως ο εξεταζόμενος λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος, ως στηριζόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 13-11-2007 αίτηση της Χ για αναίρεση της 1344/2005 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων διακοσίων (1200) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 2 Δεκεμβρίου 2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 30 Δεκεμβρίου 2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ