Legislator Case Law & Legislation
1993/2007 AI generated

1993/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1993/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 1η Οκτωβρίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Σουζάνας Κουφιάδου, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 31.3.1995 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 7436/1996 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 10747/1998, 1040/2001, 758/2002 και 5203/2002 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας ζητά ο αναιρεσείων με την από 6 Σεπτεμβρίου 2004 αίτησή του.

Legislator headnote

AI generated

1993/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 73 του ΚΠολΔ, η έλλειψη της διαδικαστικής αυτής προϋποθέσεως ερευνάται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο σε κάθε στάση της δίκης, γιατί η τήρηση της διατάξεως του άρθρου 111 § 2 εδαφ. στ του π.δ. 410/1995, που αποσκοπεί στην όσο το δυνατόν αποτροπή διεξαγωγής ανώφελων δικών, ανάγεται στη δημόσια τάξη.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1993 / 2007 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1993/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A1΄ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Λοβέρδο, Αντιπρόεδρο, Δημήτριο Δαλιάνη, Χαράλαμπο Δημάδη, Γεώργιο Γιαννούλη- Εισηγητή και Γεώργιο Χρυσικό, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 1η Οκτωβρίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Σουζάνας Κουφιάδου, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Δήμου Αθηναίων που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, τον οποίο εκπροσώπησε ο πληρεξούσιος δικηγόρος του Γεώργιος Τζίμας, χωρίς να καταθέσει προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1).........., 2) ..........., 3) .........., 4) ........... και 5) ........., τους οποίους εκπροσώπησε ο πληρεξούσιος δικηγόρος τους Λουκά Παπαγγελής.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 31.3.1995 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 7436/1996 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 10747/1998, 1040/2001, 758/2002 και 5203/2002 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας ζητά ο αναιρεσείων με την από 6 Σεπτεμβρίου 2004 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Γιαννούλης ανέγνωσε την από 6.9.2006 έκθεσή του κωλυομένου να μετάσχει στην σύνθεση του Δικαστηρίου αυτού Αρεοπαγίτη Διονύσιου Γιαννακόπουλου με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 111 § 2 εδαφ. στ του π.δ. 410/1995 κωδικοποίηση σε ενιαίο κείμενο νόμου, με τίτλο "Δημοτικός και Κοινοτικός Κώδικας", των ισχυουσών διατάξεων του Δημοτικού και Κοινοτικού Κώδικα, όπως αυτές τροποποιήθηκαν και συμπληρώθηκαν, η οποία είναι εδώ εφαρμοστέα, κατά τη διαχρονικού δικονομικού δικαίου διάταξη του άρθρου 24 του ΕισΝΚΠολΔ, ως ισχύουσα κατά το χρόνο δημοσιεύσεως της προσβαλλόμενης απόφασης, η δημαρχιακή επιτροπή αποφασίζει για την άσκηση όλων των ενδίκων βοηθημάτων και των ενδίκων μέσων, καθώς και για την επιβολή, την αντεπιβολή και τη δόση όρκου.

Εξ άλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 114 § 1 εδαφ. α του ως άνω π.δ. 410/1995, ο δήμαρχος εκπροσωπεί το δήμο στα δικαστήριο και σε κάθε δημόσια αρχή και δίνει τους όρκους, που επιβάλλονται στο δήμο, κατά δε τη § 2 του αυτού άρθρου, κατ' εξαίρεση, σε περίπτωση που δημιουργείται προφανής κίνδυνος ή ζημία των δημοτικών συμφερόντων από την αναβολή, ο δήμαρχος μπορεί να λάβει μέτρα για θέματα που ανήκουν στη αρμοδιότητα της δημαρχιακής επιτροπής, οφείλει, όμως, να υποβάλει αμέσως τις ενέργειες του στην έγκρισή της.

Από τις εκτεθείσες διατάξεις σαφώς προκύπτει, ότι, για το τυπικά παραδεκτό της άσκησης, εκτός άλλων, και του ένδικου μέσου της αιτήσεως αναιρέσεως από το δήμαρχο ως νόμιμο εκπρόσωπο του Δήμου, απαιτείται απαραιτήτως η ύπαρξη άδειας της δημαρχιακής επιτροπής, η οποία λαμβάνεται με απόφαση αυτής, επί της άδειας δε αυτής θεμελιώνεται και η αντιπροσωπευτική εξουσία του δημάρχου για διεξαγωγή της δίκης ως αντιπροσώπου του δήμου.

Η εν λόγω αρμοδιότητα της δημαρχιακής επιτροπής και η ύπαρξη αδείας αυτής για την άσκηση ενδίκων μέσων δεν θίχτηκε από τη διάταξη του άρθρου 19 § 25 του ν. 2.386/1996 με τίτλο "Ρυθμίσεις θεμάτων εθνικών κληροδοτημάτων, δημοσίων και ανταλλαξίμων τμημάτων και άλλες διατάξεις", με την οποία ορίστηκε, ότι "όπου σε διατάξεις της κειμένης νομοθεσίας προβλέπεται εντολή ή έγκριση ή ειδική πληρεξουσιότητα του εκπροσωπούντος το Δημόσιο κατά περίπτωση οργάνου ή του οργάνου που διοικεί ή εκπροσωπεί νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, για την άσκηση αντίστοιχα αγωγής προσφυγής, έγκλησης, ενδίκου μέσου ή βοηθήματος και γενικά οποιαδήποτε διαδικαστικής ενέργειας, η έλλειψη της παρέχουσας την εντολή ή την έγκριση ή της πληρεξουσιότητα σχετικής απόφασης, δεν επηρεάζει το κύρος όποιων πράξεων από τις παραπάνω γίνονται χωρίς αυτή ή έγιναν πριν από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου και δεν έχει εκδοθεί επ" αυτών αμετάκλητη δικαστική απόφαση".

Τούτο δε, διότι η διάταξη αυτή είναι γενική και αναφέρεται στην ισχύουσα νομοθεσία, που προβλέπει εντολή ή έγκριση ή ειδική πληρεξουσιότητα του εκπροσωπούντος το Δημόσιο κατά περίπτωση οργάνου ή του οργάνου που διοικεί ή εκπροσωπεί γενικά νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου και όχι στη νομοθεσία που άφορα ειδικώς τους Οργανισμούς Τοπικής Αυτοδιοικήσεως (ΟΤΑ) και ειδικότερα τη δημαρχική επιτροπή, η οποία, όπως προκύπτει μάλιστα και από τη διάταξη του άρθρου 111 του π.δ. 410/1995, δεν αποτελεί όργανο εκπροσωπήσεως του δήμου.

Αν ο νομοθέτης ήθελε πράγματι το αντίθετο, να συμπεριλαμβάνονται δηλαδή στην επικαλούμενη ρύθμιση και οι ΟΤΑ, θα εκφραζόταν περί τούτου ρητώς, ενόψει, μάλιστα, και του γεγονότος ότι μόλις προς έτους (1995) από τη θέση σε ισχύ του ανωτέρω ν. 2386/1996 είχε τεθεί σε ισχύ το π.δ. 410/1995, που προβλέπει ως απαραίτητη προδικασία για την άσκηση ενδίκου μέσου από τους ΟΤΑ την λήψη αδείας από τα δημαρχιακή επιτροπή.

Επιπροσθέτως, επακολούθησε εσχάτως και ο ν. 3.463/2006 με τίτλο "Κύρωση του Δημοτικού και Κοινοτικού Κώδικα", στο άρθρο 103 του οποίου ο κοινός νομοθέτης περιέλαβε τη διάταξη του άρθρου 111 § 2 εδαφ. στ του π.δ. 410/1995, και μάλιστα τροποποιημένη με την απάλειψη του δεύτερου μέρους της που προέβλεπε απόφασή της "για την επιβολή, την αντεπιβολή και την επαγωγή όρκου", διαπίστωση από την οποία συνάγεται ότι η διατήρησή της στο Δημοτικό και Κοινοτικό Κώδικα δεν οφειλόταν σε αβλεψία, αλλά σε ηθελημένη ενέργεια του νομοθέτη λόγω τη μη καταργήσεώς της ρητώς ή σιωπηρώς.

Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 73 του ΚΠολΔ, η έλλειψη της διαδικαστικής αυτής προϋποθέσεως ερευνάται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο σε κάθε στάση της δίκης, γιατί η τήρηση της διατάξεως του άρθρου 111 § 2 εδαφ. στ του π.δ. 410/1995, που αποσκοπεί στην όσο το δυνατόν αποτροπή διεξαγωγής ανώφελων δικών, ανάγεται στη δημόσια τάξη.

Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 573 § 1 του ΚΠολΔ, όπως αυτή συμπληρώθηκε με το άρθρο 6 § 11 του ν. 2.479/1997, που ορίζει ότι, στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 233 έως 236, 242 § 2, 245, 246, 252 έως 261, 286 έως 308, 310 και 312 έως 334, συνάγεται εξ αντιδιαστολής ότι στην αναιρετική δίκη δεν εφαρμόζονται, αφενός μεν η διάταξη του άρθρου 227 του ΚΠολΔ, που προβλέπει την αναπλήρωση τυπικών παραλείψεων μετά τη συζήτηση, με κλήση του πληρεξουσίου ή του διαδίκου, εφόσον παρίσταται αυτοπροσώπως, τασσόμενης προς τούτο εύλογης προθεσμίας, αφετέρου δε η διάταξη του άρθρου 67 του ίδιου Κώδικα, κατά την οποία το δικαστήριο αναβάλλει την πρόοδο της δίκης και ορίζει προθεσμία για τη συμπλήρωση ελλείψεων σχετικά με την ικανότητα των διαδίκων για δικαστική παράσταση με το δικό τους όνομα ή σχετικά με τη νόμιμη εκπροσώπησή τους και την άδεια ή εξουσιοδότηση που απαιτείται για τη διεξαγωγή της δίκης, στις περιπτώσεις δε αυτές ανήκει και η άδεια της δημαρχιακής επιτροπής για την άσκηση αιτήσεως αναιρέσεως από το δήμαρχο ως νόμιμο εκπρόσωπο του δήμου.

Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 577 §§ 1 και 2 του ΚΠολΔ, το δικαστήριο πρώτα συζητεί για το παραδεκτό της αναίρεσης, αν δε η αναίρεση δεν ασκήθηκε νόμιμα ή λείπει κάποια προϋπόθεση για να είναι παραδεκτή, ο Άρειος Πάγος την απορρίπτει και αυτεπαγγέλτως. Στην προκειμένη περίπτωση, ο Δήμος Αθηναίων, νομίμως εκπροσωπούμενος από το Δήμαρχο αυτού, άσκησε την από 6. 9.2004 αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ' αριθ. 5.203/2002 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, πλην όμως για την παραδεκτή άσκηση αυτής δεν επικαλείται, ούτε προσκομίζει, απόφαση της Δημαρχιακής Επιτροπής του Δήμου Αθηναίων, η οποία να του παρέχει την άδεια ασκήσεως του ένδικου αυτού μέσου.

Επομένως, μη όντας, κατά τα προεκτεθέντα, δυνατής της συμπληρώσεως της ελλείψεως αυτής, η εν λόγω αναίρεση είναι απαράδεκτη και ως τέτοια πρέπει να απορριφθεί αυτεπαγγέλτως, αλλά και κατά στη σχετική περί τούτου ένσταση των αναιρεσίβλητων.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 6.9.2004 αίτηση του Δήμου Αθηναίων για αναίρεση της υπ' αριθ. 5.203/2002 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, τα οποία ορίζει σε χίλια εκατόν εβδομήντα (1170) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 29 Οκτωβρίου 2007. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 19 Νοεμβρίου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ