Supreme Court dismisses appeal on inadmissibility grounds due to res judicata established by prior final judgment.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the First Instance Court's rejection of her claim and intervention. The appellant argued for a new trial, but the court found that a final judgment from the same court had already resolved the main claim and intervention previously. Consequently, the court ruled that the legal issue was barred by res judicata, rendering the appeal inadmissible regardless of the First Instance Court's reasoning error.
Legislator headnote
AI generatedArt. 579 para. 1 C.P.D.; Art. 559 no. 14 C.P.D.; Art. 578 C.P.D.: An appeal against a decision rejecting a claim as inadmissible is inadmissible if the underlying claim has already been finally adjudicated by the same court, as the principle of res judicata precludes re-examination of the same matter.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1993 / 2006 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1993/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές:Βασίλειο Νικόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Καπερώνη, Σταύρο Γαβαλά, Ιωάννη Ιωαννίδη και Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 4 Οκτωβρίου 2006, με την παρουσία και της γραμματέως Γραμματικής Κονταξή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ..... χήρας Χ1, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Τζούβαλη.
Των αναιρεσιβλήτων: 1. ....., 2. Χ2 θυγατέρας Χ1 και 3. Χ3 του Χ1. Εκπροσωπήθηκε ο πρώτος από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θεόδωρο Φραράκη, οι δεύτερη και τρίτος δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο. Μετά την εκφώνηση των ονομάτων των διαδίκων, οι οποίοι παραστάθηκαν όπως ανωτέρω σημειώνεται, o δικηγόρος του αναιρεσείοντος ζήτησε την αναβολή της υπόθεσης, διότι, όπως δήλωσε, ο δικηγόρος που χειρίζεται την υπόθεση κ. Σημαντήρας έχει ένα προσωπικό κώλυμα και δεν μπορεί να παρευρίσκεται σήμερα εδώ. Για το ανωτέρω ζήτημα έλαβε το λόγο και o πληρεξούσιος του αντιδίκου ο οποίος δεν συναίνεσε στο αίτημα της αναβολής.
Το Δικαστήριο διασκέφτηκε μυστικά επί της έδρας και δια του προέδρου του δημοσίως στο ακροατήριο απέρριψε το αίτημα αναβολής, προχώρησε στη συζήτηση της υπόθεσης.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την 20-6-1986 αγωγή του ήδη πρώτου αναιρεσίβλητου και την από 11-1-1987 παρέμβαση της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ρόδου και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 90/91 ίδιου Δικαστηρίου και 263/97 προδικαστική και 61/99 οριστική του Εφετείου Δωδεκανήσου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε η αναιρεσείουσα με την 21-4-1999 αίτησή της, επί της οποίας εκδόθηκε η 725/2001 απόφαση του Αρείου Πάγου που κήρυξε την συζήτηση απαράδεκτη. Την υπόθεση επανέφερε η καλούσα με την από 16-5-2001 κλήση της, επί της οποία εκδόθηκε η 1379/2002 απόφαση του Αρείου Πάγου που παρέπεμψε την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο Εφετείο Δωδεκανήσου. Το Εφετείο εκείνο εξέδωσε τις 238/2003 και 171/2004 αποφάσεις του, την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 16-11-2004 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Μιχαήλ Θεοχαρίδης, ανέγνωσε την από 25 Σεπτεμβρίου 2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης. Ο πληρεξούσιος δικηγόρος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και ο πληρεξούσιος του παραστάντος αναιρεσιβλήτου την απόρριψη της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στην δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
ΕΠΕΙΔΗ, κατά το άρθρο 579 παρ.1 ΚΠολΔ, αν αναιρεθεί η απόφαση οι διάδικοι επανέρχονται στη κατάσταση που υπήρχε πριν από την απόφαση που αναιρέθηκε και η διαδικασία πριν από την απόφαση αυτή ακυρώνεται μόνο εφόσον στηρίζεται στην παράβαση για την οποία έγινε δεκτή η αναίρεση, κατά δε το άρθρο 581 παρ.1 του ίδιου Κώδικα, στο δικαστήριο της παραπομπής η υπόθεση εισάγεται και συζητείται με κλήση.
Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 321 ΚΠολΔ, οι οριστικές αποφάσεις των πολιτικών δικαστηρίων που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση, δηλαδή οι τελεσίδικες δημιουργούν δεδικασμένο, το οποίο κατά το άρθρο 332 του ίδιου Κώδικα λαμβάνεται υπόψη από το δικαστήριο και αυτεπαγγέλτως σε κάθε στάση της δίκης και το οποίο εμποδίζει το δικαστήριο να ερευνήσει πάλι την ίδια υπόθεση, χάριν του δημοσίου συμφέροντος και προς αποφυγή εκδόσεως αντιφατικών αποφάσεων μεταξύ των αυτών διαδίκων.
Στην προκειμένη περίπτωση από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δικογραφίας προκύπτουν τα ακόλουθα: Ο πρώτος αναιρεσίβλητος ..... άσκησε ,ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ρόδου, κατά του αρχικώς εναγομένου Χ1 την από 20-6-1986 αγωγή περί διεκδικήσεως του αναφερομένου σ' αυτήν ακινήτου. Κατά την πρωτοβάθμια δίκη που ανοίχθηκε με την ως άνω αγωγή η τώρα αναιρεσείουσα άσκησε κύρια παρέμβαση, απευθυνόμενη κατά των διαδίκων της κυρίας δίκης, με την οποία ζήτησε να αναγνωρισθεί αυτή κυρία κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου του περιγραφομένου στην παρέμβαση ακινήτου.
Έπειτα από συνεκδίκαση της αγωγής και της κύριας παρέμβασης εκδόθηκε η 90/1991 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ρόδου , με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή του πρώτου αναιρεσιβλήτου και έγινε δεκτή η κύρια παρέμβαση της αναιρεσείουσας. Μετά την άσκηση της από 12/8/1991 (αριθ. εκθ.248/91) έφεσης κατά της απόφασης αυτής από τον αναιρεσίβλητο ενάγοντα, απεβίωσε ο αρχικώς εναγόμενος Χ1, κληρονομηθείς από την παρεμβαίνουσα σύζυγό του (αναιρεσείουσα) και τα τέκνα του Χ2 και Χ3, ήδη δεύτερη και τρίτο αναιρεσιβλήτους, κατά τα νόμιμα ποσοστά της εξ αδιαθέτου διαδοχής.
Εν συνεχεία εκδόθηκε η 61/1999 απόφαση του Εφετείου Δωδεκανήσου, με την οποία τούτο κήρυξε καταργημένη τη δίκη επί της παρεμβάσεως, λόγω συγχύσεως, κατά το μέρος κατά το οποίο η παρεμβαίνουσα υπεισήλθε στη θέση του αποβιώσαντος διαδίκου ως καθολική διάδοχός του, και , αφού δέχθηκε την έφεση του αναιρεσιβλήτου ενάγοντος και εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, απέρριψε την κύρια παρέμβαση ως απαράδεκτη, ήτοι ως αφορώσα διαφορετικό αντικείμενο από εκείνο της κυρίας δίκης, και έκανε δεκτή την ένδικη αγωγή , ως κατ' ουσίαν βάσιμη.
Κατά της εν λόγω απόφασης του Εφετείου Δωδεκανήσου ασκήθηκε από την και τώρα αναιρεσείουσα η από 21-4-1999 αίτηση αναιρέσεως και εκδόθηκε η 1379/2002 απόφαση του Αρείου Πάγου , με την οποία αναιρέθηκε στο σύνολό της η απόφαση αυτή του Εφετείου. Ακολούθως με την από 2-8-2002 κλήση του εκκαλούντος πρώτου αναιρεσιβλήτου ,με την οποία αυτός κάλεσε την αναιρεσείουσα και τους λοιπούς αναιρεσιβλήτους "για συζήτηση της παρεμβάσεως", εισήχθη η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο δικαστήριο της παραπομπής ( Εφετείο Δωδεκανήσου), το οποίο με την 238/2003 απόφασή του, που δημοσιεύθηκε στις 15-9-2003,αφού δέχθηκε την έφεση του πρώτου αναρεσιβλήτου και εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση , απέρριψε την κύρια παρέμβαση ως αβάσιμη και έκανε δεκτή την αγωγή, ως κατ' ουσίαν βάσιμη.
Η αναιρεσείουσα, ενώ η υπόθεση είχε ήδη εισαχθεί για περαιτέρω εκδίκαση στο Εφετείο της παραπομπής με την πραναφερόμενη κλήση του πρώτου αναιρεσιβλήτου, κατέθεσε και αυτή στο ίδιο Εφετείο τη με αριθμό εκθ. 138/9-4-2003 κλήση της για συζήτηση ενώπιόν του της ίδιας αγωγής και της ίδιας κυρίας παρεμβάσεως. Επί της τελευταίας κλήσεως της αναιρεσείουσας, για την οποία ορίσθηκε δικάσιμος η 6-2-2004, εκδόθηκε η προσβαλλόμενη (171/2004) απόφαση του ως άνω Εφετείου που απέρριψε την κλήση αυτή ως απαράδεκτη ,με την αιτιολογία ότι η εκκρεμοδικία επί της αγωγής και της κυρίας παρεμβάσεως, η οποία είχε αναβιώσει από την έκδοση της 1379/2002 απόφασης του Αρείου Πάγου, που ανήρεσε την 61/1999 απόφαση του Εφετείου, έπαψε να υπάρχει με την έκδοση στις 15-9-2003 από το δικαστήριο της παραπομπής της 238/2003 οριστικής απόφασής του , με την οποία απορρίφθηκε η κύρια παρέμβαση και έγινε δεκτή η αγωγή, και συνεπώς δεν ήταν επιτρεπτή η εκ νέου συζήτηση της υπόθεσης από το δικαστήριο της παραπομπής.
Όμως από την ρηθείσα 238/2003 τελεσίδικη απόφαση του δικαστηρίου της παραπομπής ( Εφετείου), η οποία είχε εκδοθεί στις 15-9-2003, δηλαδή πριν από τη συζήτηση κατά τη δικάσιμο της 6-2-2004 της κλήσεως της αναιρεσείουσας, δημιουργήθηκε μεταξύ των διαδίκων δεδικασμένο, το οποίο εμπόδιζε το δικαστήριο της παραπομπής να επιληφθεί πάλι της υποθέσεως και να ερευνήσει την ίδια αγωγή του πρώτου αναιρεσιβλήτου και την ίδια κύρια παρέμβαση της αναιρεσείουσας.
Με αυτά τα δεδομένα η ανωτέρω κλήση της αναιρεσείουσας για νέα συζήτηση της υπόθεσης στο Εφετείο ήταν απορριπτέα ως απαράδεκτη, λόγω του δεδικασμένου που απέρρεε από την 238/2003 τελεσίδικη απόφαση του ίδιου Εφετείου και όχι λόγω ανυπαρξίας εκκρεμοδικίας.
Συνεπώς, εφόσον το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε την κλήση της αναιρεσείουσας, ως απαράδεκτη , έστω και με εσφαλμένη αιτιολογία,δεν κήρυξε παρά το νόμο απαράδεκτο, ο δε περί του αντιθέτου μοναδικός λόγος της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθ.14 ΚΠολ.Δ, πρέπει, σύμφωνα με το άρθρο 578 ΚΠολΔ, να απορριφθεί ως αβάσιμος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 16-1-2004 αίτηση αναιρέσεως της ..... κατά της υπ' αριθμ. 171/2004 αποφάσεως του Εφετείου Δωδεκανήσου.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων τα οποία ορίζει σε χίλια εκατόν εβδομήντα (1170) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Δεκεμβρίου 2006.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 20 Δεκεμβρίου 2006.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ