1992/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, και Πέτρο Σαλίχο, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1992/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Με την από 8-5-2017 κλήση του ορίζεται εκ νέου δικάσιμος η σημερινή προς συζήτηση της υπόθεσης.
Full text
Απόφαση 1992 / 2017 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1992/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, και Πέτρο Σαλίχο, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 1 Νοεμβρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος-καλούντος: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "..." ως καθολικού διαδόχου του Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "...", που εδρεύει στη … και εκπροσωπείται νόμιμα, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Παρασκευή Ρήγα, με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Της αναιρεσίβλητης-καθης η κλήση: Β. συζ. Α. Κ., θυγ. Ν. Κ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Αριστείδη Φατούρο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26/7/2010 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αποδοτίας.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2/2011 του ίδιου Δικαστηρίου και 7/2014 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Μεσολογγίου.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε ο αναιρεσείων Δήμος με την από 24/3/2014 αίτησή του.
Εκδόθηκε η απόφαση του Αρείου Πάγου που κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση. Με την από 7-6-2016 κλήση ο αναιρεσείων Δήμος επανέφερε την υπόθεση προς συζήτηση στη δικάσιμο της 3-5-2017, όπου και ματαιώθηκε.
Με την από 8-5-2017 κλήση του ορίζεται εκ νέου δικάσιμος η σημερινή προς συζήτηση της υπόθεσης.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ασπασία Μαγιάκου ανέγνωσε την από 19/11/2014 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στην σύνθεση του δικαστηρίου τούτου Αρεοπαγίτου Ερωτόκριτου Καλούδη, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης ως προς τον πρώτο λόγο και την απόρριψη του δεύτερου λόγου.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί το αντίδικο μέρος στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 1 ΚΠολΔ στη δικαιοδοσία των τακτικών πολιτικών δικαστηρίων υπάγονται: α) οι διαφορές του ιδιωτικού δικαίου, εφόσον ο νόμος δεν τις έχει υπαγάγει σε άλλα δικαστήρια, β) οι υποθέσεις εκούσιας δικαιοδοσίας που ο νόμος έχει υπαγάγει σε αυτά, γ)οι υποθέσεις δημοσίου δικαίου που ο νόμος έχει υπαγάγει σε αυτά και δ)οι διοικητικές διαφορές που δεν υπάγονται στη δικαιοδοσία διοικητικών δικαστηρίων, κατά δε το άρθρο 2 ιδίου κώδικα, τα πολιτικά δικαστήρια απαγορεύεται να επεμβαίνουν σε διοικητικές διαφορές ή υποθέσεις που υπάγονται στα διοικητικά δικαστήρια ή αρχές, όπως επίσης απαγορεύεται τα διοικητικά δικαστήρια ή αρχές να επεμβαίνουν σε διαφορές ή υποθέσεις ιδιωτικού δικαίου και επιτρέπεται μόνο η εξέταση των ζητημάτων που ανακύπτουν παρεμπιπτόντως.
Περαιτέρω, με τα άρθρα 94 παρ. 1,3 του Συντάγματος και 1 παρ. 1 και 2 στοιχ. η’ του ν. 1406/1983 ορίζεται αντιστοίχως ότι: "Η εκδίκαση των ιδιωτικών διαφορών ουσίας ανήκει στα υφιστάμενα τακτικά διοικητικά δικαστήρια. Στα πολιτικά δικαστήρια υπάγονται όλες οι ιδιωτικές ...". "Υπάγονται στη δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων όλες οι διοικητικές διαφορές ουσίας που δεν έχουν μέχρι σήμερα υπαχθεί σ’ αυτή.
Στις διαφορές περιλαμβάνονται ιδίως αυτές που αναφύονται κατά την εφαρμογή της νομοθεσίας που αφορά την ευθύνη του Δημοσίου, των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου προς αποζημίωση, σύμφωνα με τα άρθρα 105 και 106 του ΕισΝΑΚ". Επίσης με τα άρθρα 104, 105 εδ.α’ ΕισΝΑΚ, 914 ΑΚ ορίζεται αντιστοίχως ότι: "Για πράξεις και παραλείψεις των οργάνων του δημοσίου που ανάγονται στις έννομες σχέσεις του ιδιωτικού δικαίου ή σχετικές με την ιδιωτική του περιουσία, το Δημόσιο ευθύνεται κατά τις διατάξεις του Αστικού Κώδικα για τα νομικά πρόσωπα". "Για παράνομες πράξεις των οργάνων του Δημοσίου κατά την άσκηση της δημόσιας εξουσίας που του έχει ανατεθεί, το Δημόσιο ενέχεται σε αποζημίωση εκτός εάν η πράξη ή η παράλειψη έγινε κατά παράβαση διάταξης που υπάρχει για χάρη του γενικού συμφέροντος". "Όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει".
Από το περιεχόμενο των διατάξεων αυτών, σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 71 ΑΚ προκύπτει ότι μπορεί μεν να δημιουργηθεί ευθύνη του δημοσίου προς αποζημίωση κατά το άρθρο 105 ΕισΝΑΚ και από υλική πράξη οργάνου του, κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του, και συνεπώς να δημιουργηθεί εντεύθεν διοικητική διαφορά υπαγόμενη στη δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων, μόνον όμως όταν η πράξη αυτή ενέχει άσκηση δημόσιας εξουσίας είτε γιατί εντάσσεται σε έννομη σχέση του δημοσίου δικαίου μεταξύ κράτους και πολίτη, την οποία πραγματώνει ή επ’ ευκαιρία της οποίας τελείται, είτε γιατί συνιστά καθεαυτή δραστηριότητα που αναπτύσσεται υπό καθεστώς νομοθετικής υπεροχής έναντι των πολιτών που αρμόζει αποκλειστικά στο κράτος ή στα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου ως φορείς δημόσιας εξουσίας.
Συνεπώς, κάθε αγωγή αποζημιώσεως κατά του Δημοσίου, των δήμων, των κοινοτήτων και των άλλων νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου και για παράνομες πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων τους, που συνδέονται μαζί τους είτε με σχέση δημοσίου δικαίου είτε με σχέση ιδιωτικού δικαίου, όπως είναι και οι υλικές ενέργειες οι οποίες τελέσθηκαν σε συνάρτηση προς την οργάνωση και τη λειτουργία της δημόσιας ή δημοτικής ή κοινοτικής υπηρεσίας, αντίστοιχα, ή εξαιτίας τους και δεν συνδέονται με την ιδιωτική διαχείριση της περιουσίας του Δημοσίου, των δήμων κλπ., ούτε οφείλονται σε προσωπικό πταίσμα οργάνου, που ενήργησε εκτός του κύκλου των υπηρεσιακών καθηκόντων του, υπάγεται στη δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων, ως αφορώσα διοικητική διαφορά ουσίας (ΑΕΔ 5/1995, ΑΠ 1395/2009, ΑΠ 503/2009, ΑΠ 932/2005, ΑΠ 1781/2005).
Αντίθετα, αν η υλική πράξη δεν συνδέεται αιτιωδώς με έννομη σχέση του δημοσίου δικαίου μεταξύ κράτους και πολίτη, ούτε καλύπτεται καθεαυτή από εξαιρετική νομοθετική ρύθμιση, δημιουργική σχέσεως υπεροχής έναντι των πολιτών, τότε η πηγάζουσα από αυτή ευθύνη του δημοσίου προς αποζημίωση θεμελιώνεται αναγκαίως στις διατάξεις ιδιωτικού δικαίου και, συνεπώς, η ανακύπτουσα διαφορά είναι ιδιωτική.
Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 106 ΕισΝΑΚ οι διατάξεις του προηγούμενου άρθρου (105) εφαρμόζονται και για την ευθύνη των δήμων, των κοινοτήτων ή των άλλων νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου από πράξεις ή παραλείψεις των που βρίσκονται στην υπηρεσία τους (ΑΕΔ 5/1995, ΟλΑΠ 15/1993). Εξάλλου, με τη διάταξη του άρθρου 560 παρ.3 ΚΠολΔ, προβλέπεται ότι κατ’ αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων επιτρέπεται αναίρεση, μεταξύ άλλων, και αν το δικαστήριο έχει υπερβεί τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων ή δεν είχε καθ’ ύλην αρμοδιότητα.
Ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται και αν ακόμη δεν έγινε επίκληση της έλλειψης δικαιοδοσίας ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας, αφού η παραπάνω έλλειψη αφορά τη δημόσια τάξη (άρθρο 562 παρ.2 εδ. γ’ ΚΠολΔ). Στην προκειμένη περίπτωση η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη με την από 26/7/2010 ένδικη αγωγή της ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αποδοτίας, το περιεχόμενο της οποίας επιτρεπτώς εκτιμάται από τον Άρειο Πάγο για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου (άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.), εξέθετε ότι κατέστη κυρία του επίδικου ακινήτου (οικοπέδου) με παράγωγο τρόπο (κληρονομική διαδοχή) και ότι ο εναγόμενος Δήμος, κατά μήνα Σεπτέμβριο του έτους 2008, με τη συνδρομή τοπικού δημοτικού συμβούλου, προέβη εντός της ιδιοκτησίας της, η οποία ήταν προστατευμένη με περίφραξη, στη διαπλάτυνση, κατά 1,50 μέτρα, και τσιμεντοστρωση εφαπτόμενης με την ιδιοκτησία της διόδου, αφού προηγουμένως κατέστρεψε την υπάρχουσα περίφραξη, προσβάλλοντας με τον τρόπο αυτό αυθαίρετα την κυριότητα της στο επίδικο ακίνητο.
Ζήτησε δε, μεταξύ άλλων, να υποχρεωθεί ο εναγόμενος Δήμος να αποκαταστήσει τη ζημιά που υπέστη από τις παραπάνω παράνομες πράξεις των οργάνων του, επαναφέροντας, όπως ειδικότερα διαλαμβάνεται στην αγωγή, το οικόπεδο της στη θέση που ήταν πριν από το ζημιογόνο γεγονός, άλλως να επιτραπεί στην ίδια να το πράξει, με δαπάνη του εναγομένου.
Με αυτό το ιστορικό και ειδικότερο αίτημα η σωρευόμενη αγωγή αποζημίωσης, ως προς τον εναγόμενο και ήδη αναιρεσείοντα Δήμο, υπάγεται στη δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων, διότι, κατά τα εκτιθέμενα σε αυτή, οι πιο πάνω παράνομες υλικές ενέργειες των οργάνων του Δήμου τελέστηκαν σε συνάρτηση με τη λειτουργία τους ως δημοτικής υπηρεσίας και εξαιτίας αυτής και δεν συνδέονται με την ιδιωτική διαχείριση της περιουσίας του, ούτε οφείλονται σε προσωπικό πταίσμα οργάνων του που ενήργησαν εκτός του κύκλου των υπηρεσιακών τους καθηκόντων και, έτσι, η σωρευόμενη αυτή αγωγή αποζημίωσης είναι, κατά τούτο, απορριπτέα ως απαράδεκτη, ελλείψει δικαιοδοσίας των πολιτικών δικαστηρίων.
Όμως, το Μονομελές Πρωτοδικείο Μεσολογγίου που δίκασε ως Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφαση του κατέληξε σε αντίθετη κρίση και δέχθηκε ως κατ’ ουσία βάσιμη την παραπάνω αγωγή της ενάγουσας ως προς τη σωρευόμενη στο ίδιο δικόγραφο αγωγή αποζημίωσης, μετά την παραδοχή της έφεσης της τελευταίας και την εξαφάνιση της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου που είχε κρίνει αντίθετα, υποχρεώνοντας τον εναγόμενο Δήμο να αποκαταστήσει τη ζημιά της ενάγουσας, κατά τον αναφερόμενο στην απόφαση αυτή τρόπο.
Κρίνοντας έτσι το Μονομελές Πρωτοδικείο υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 560παρ.3 ΚΠολΔ, κατά το βάσιμο συναφή πρώτο λόγο αναίρεσης, ο οποίος και πρέπει να γίνει δεκτός. Επομένως, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το μέρος που αφορά στην ένδικη αγωγή αποζημίωσης, στη συνέχεια δε, να κρατηθεί η υπόθεση και να εκδικασθεί, κατά το μέρος αυτό, η από 7/11/2011 έφεση της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης από το παρόν Δικαστήριο, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 580 παρ. 3 του ΚΠολΔ, αφού δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση, δεδομένου ότι, λόγω της ενέργειας της παρούσας απόφασης που είναι δεσμευτική για το Μονομελές Πρωτοδικείο που δίκασε ως Εφετείο, δεν υπάρχει δικονομικό έδαφος για περαιτέρω εκδίκαση της υπόθεσης, αλλά υπολείπεται μόνον η κατά το περιεχόμενο διατύπωση του διατακτικού της απόφασης που θα εκδοθεί (ΑΠ353/2015, ΑΠ1162/2013).
Τέλος, πρέπει να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος Δήμου σε βάρος της αναιρεσίβλητης, λόγω της ήττας της (άρθρα 176,183,191 παρ.2 ΚΠολΔ), τα οποία όμως πρέπει να καταλογιστούν μειωμένα, σύμφωνα με το άρθρο 22 παρ. 1 και 3 του Ν.3693/1957 (που κατά το άρθρο 276 του Ν. 3463/2006 εφαρμόζεται και επί Δήμων), το οποίο διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αρ. 18 του ΕισΝ ΚΠολΔικ, και όπως τούτο ισχύει μετά την υπ’ αριθμ 134423/8-12-1992 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ β’ 11/20-1-1993) που εκδόθηκε κατ’ εξουσιοδότηση του άρθρου 5 παρ. 12 του Ν. 1738/1987.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί, κατά το μέρος που αναφέρεται στο σκεπτικό της παρούσας, την υπ’ αριθμ. 7/2014 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Μεσολογγίου που δίκασε ως Εφετείο.
Κρατεί την υπόθεση και δικάζει την από 7/11/20111 έφεση της Β. Κ. κατά της υπ’ αριθμ. 2/2011 απόφασης του Ειρηνοδικείου Αποδοτίας, κατά το μέρος που αναφέρεται στη σωρευομενη αγωγή αποζημίωσης κατά του ΝΠΔΔ "Δήμου Ναυπακτίας".
Απορρίπτει την έφεση, κατά το μέρος αυτό.
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των εξακοσίων (600) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Νοεμβρίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 6 Δεκεμβρίου 2017.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ