1992/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Μαΐου 2014, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12/10/1993 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1567/1995 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 986/1999 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε η ως άνω αναιρεσείουσα με την από 23/5/2000 αίτησή της επί της οποίας εκδόθηκε η 812/2001 απόφαση του Αρείου Πάγου που αναίρεσε την 986/1999 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και παρέπεμψε την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο συντιθέμενο από άλλους δικαστές.
Legislator headnote
AI generated1992/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Τρούσας ανέγνωσε την από 13/3/2006 έκθεση του ήδη αποχωρήσαντος από την Υπηρεσία Αρεοπαγίτη Αναστάσιου-Φιλήτα Περίδη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων αναιρέσεως.
Full text
Απόφαση 1992 / 2014 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1992/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Γιαννούλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χριστόφορο Κοσμίδη, Νικόλαο Τρούσα, Στυλιανή Γιαννούκου και Μιχαήλ Αυγουλέα (κωλυομένων των Αρεοπαγιτών Δημητρίου Μουστάκα και Ασπασίας Καρέλλου), Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Μαΐου 2014, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ε. χήρας Σ. Π., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Λεωνίδα Πανούση και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσίβλητου: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΨΥΧΙΑΤΡΙΚΟ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ ΑΤΤΙΚΗΣ" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Πολέμη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12/10/1993 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1567/1995 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 986/1999 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε η ως άνω αναιρεσείουσα με την από 23/5/2000 αίτησή της επί της οποίας εκδόθηκε η 812/2001 απόφαση του Αρείου Πάγου που αναίρεσε την 986/1999 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και παρέπεμψε την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο συντιθέμενο από άλλους δικαστές.
Εκδόθηκε η 2776/2002 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, την αναίρεση της οποίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 23/9/2004 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας δήλωσε ότι παραιτείται από τους υπό στοιχεία 1-6 λόγους αναιρέσεως και ζήτησε την παραδοχή του υπό στοιχείο 7 λόγου αυτής και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Τρούσας ανέγνωσε την από 13/3/2006 έκθεση του ήδη αποχωρήσαντος από την Υπηρεσία Αρεοπαγίτη Αναστάσιου-Φιλήτα Περίδη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 294, 296 και 297 του Κ.Πολ.Δ. που εφαρμόζονται σύμφωνα με το άρθρο 573 παρ. 1 και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση, προκύπτει ότι η παραίτηση ολική ή μερική από το δικόγραφο του ένδικου μέσου που έχει ασκηθεί, άρα και από το δικόγραφο της αναίρεσης (αρθρ. 495 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), μπορεί να γίνει ή με δήλωση, πριν αρχίσει η προφορική συζήτηση της υπόθεσης, ή με δικόγραφο που επιδίδεται στον αντίδικο του παραιτουμένου.
Στην προκείμενη περίπτωση, πριν αρχίσει η προφορική συζήτηση της υπόθεσης, η αναιρεσείουσα δια του πληρεξουσίου δικηγόρου της παραιτήθηκε από τους πρώτο έως και έκτο λόγους της αίτησης αναίρεσης. Η εν λόγω παραίτηση, είναι έγκυρη και η αναίρεση θεωρείται ότι δεν ασκήθηκε για τους πιο πάνω λόγους. Από το άρθρο 7 παρ. 2 του ν.δ. 496/1974 "περί λογιστικού των Ν.Π.Δ.Δ.
με το οποίο ορίζεται ότι "ο νόμιμος και ο της υπερημερίας τόκος κάθε οφειλής του νομικού προσώπου ανέρχεται σε 6% ετησίως και άρχεται από της επιδόσεως της αγωγής", συνάγεται, ότι ως προς την έναρξη της τοκογονίας, αρκεί η γένεση της επιδικίας από την οποία αρχίζει η αμφισβήτηση, ως προς την ύπαρξη της απαίτησης για χρηματική παροχή με την άσκηση της αγωγής κατά του Ν.Π.Δ.Δ.
από την οποία λαμβάνει αυτό γνώση της αμφισβήτησης. Εφόσον όμως ο νόμος (η προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 7 παρ. 2 του ν.δ. 496/1974) δεν διακρίνει, δεν συνδέει δηλαδή την έννομη συνέπεια της τοκογονίας λόγω επιδικίας προς το καταψηφιστικό αίτημα της αγωγής, αλλά μόνον προς την γένεση της επιδικίας, δεν συντρέχει λόγος διαφοροποιήσεως ως προς το ζήτημα τούτο της καταψηφιστικής προς την αναγνωριστική αγωγή (ως τέτοιας νοούμενης και της αγωγής της οποίας το αρχικό καταψηφιστικό αίτημα περιορίσθηκε σε αναγνωριστικό, σχ.
Ολ Π 13/1994), δεδομένου ότι η τελευταία δεν έχει επικουρικό χαρακτήρα έναντι της πρώτης, τέμνει δε και αυτή τη διαφορά ως προς την ύπαρξη της απαίτησης με δύναμη δεδικασμένου (ΑΠ 439/ 2014, ΑΠ1057/2013, βλ. και ΑΕΔ 7/2011, ως προς την τοκογονία σε βάρος του Δημοσίου, κατά την παρόμοιου περιεχομένου διάταξη του άρθρου 21 του Κώδικα των νόμων περί δικών του Δημοσίου, κ.δ. 26-6/10-7-1944).
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα διαδικαστικά έγγραφα, η αναιρεσείουσα με την ένδικη αγωγή της ζήτησε να υποχρεωθεί το αναιρεσίβλητο νοσηλευτικό ίδρυμα (ν.π.δ.δ.) ως εργοδότης της να της καταβάλει για διαφορές αποδοχών το χρηματικό ποσό των 6.577.164 δραχμών με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής, κατά την πρώτη συζήτηση της οποίας, όμως, περιόρισε το καταψηφιστικό αίτημα στο ποσό των 49.000 δραχμών και ζήτησε την αναγνώριση της υπόλοιπης οφειλής με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.
Το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση αναγνώρισε ότι το αναιρεσίβλητο οφείλει το ποσό των 5.060,29 ευρώ για το οποίο έκρινε ότι μετά τον περιορισμό για το ποσό αυτό του καταψηφιστικού αιτήματος σε αναγνωριστικό, δεν οφείλονται κατά νόμο τόκοι γι' αυτό. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο παρεβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 7 παρ. 2 ν.δ. 496/1974, 340, 341, 345 και 346 ΑΚ.
Επομένως ο έβδομος λόγος της αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ., είναι βάσιμος. Μετά ταύτα πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση ως προς τον έβδομο λόγο της και να αναιρεθεί η προσβαλλομένη υπ' αριθμ. 2776/2002 απόφαση του Εφετείου Αθηνών κατά το μέρος που έκρινε ότι δεν οφείλονται τόκοι από της επιδόσεως της αγωγής επί του αιτήματος αυτής που περιορίστηκε από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό και δη επί του ποσού των 5.060,29 ευρώ που αναγνωρίστηκε ότι οφείλει το αναιρεσίβλητο στην αναιρεσείουσα.
Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 580 παρ. 3 εδ. α' Κ.Πολ.Δ., όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του από το άρθρο 12 παρ. 4 του ν. 4055/2012 και την εκ νέου αντικατάστασή του από το άρθρο 65 παρ. 1 του ν. 4139/2013 "Αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιονδήποτε λόγο, εκτός από εκείνους που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2, μπορεί να κρατήσει την υπόθεση και να τη δικάσει, αν κατά την κρίση του, δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση".
Εν προκειμένω, μετά την αναίρεση, αναβιώνει η εκκρεμοδικία επί της εφέσεως, ως προς το ζήτημα της επιδίκασης τόκων και επί του αιτήματος της αγωγής που περιορίστηκε κατά ένα μέρος από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό, το οποίο κατά τα προεκτεθέντα είναι νόμιμο και κατά τούτο είναι δεκτή η αναίρεση. Επομένως, η υπόθεση δεν απαιτεί περαιτέρω έρευνα και, μετά την αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης, πρέπει να κρατηθεί η υπόθεση και αφού δικαστεί η έφεση μόνο κατά το ανωτέρω αναιρεθέν μέρος, πρέπει να αναγνωρισθεί ότι το εναγόμενο οφείλει να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 5.060,29 ευρώ νομιμοτόκως από της επιδόσεως της αγωγής. Τέλος, το αναιρεσίβλητο πρέπει να καταδικασθεί σε μέρος των δικαστικών εξόδων (άρθρα 178, 183 Κ.Πολ.Δ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Θεωρεί ότι δεν ασκήθηκαν οι πρώτος έως και έκτος λόγοι του δικογράφου της από 23-9-2004 αίτησης αναίρεσης.
Αναιρεί, κατά το μέρος που αναφέρεται στο σκεπτικό, την 2776/2002 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Κρατεί την υπόθεση.
Δικάζοντας εκ νέου επί της εφέσεως.
Αναγνωρίζει ότι το εναγόμενο οφείλει να καταβάλλει στην ενάγουσα πέντε χιλιάδες εξήντα ευρώ και είκοσι εννέα λεπτά (5.060,29 ευρώ), νομιμοτόκως από της επιδόσεως της αγωγής.
Καταδικάζει το αναιρεσίβλητο - εναγόμενο σε μέρος των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας - ενάγουσας, που ορίζει σε χίλια (1.000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις17 Ιουνίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 31 Οκτωβρίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ