1992/2013 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Σεπτεμβρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την 1954/24-5-1999 αίτηση του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Εφετείο Θεσσαλονίκης για τον προσδιορισμό οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης για απαλλοτρίωση. Συνεκδικάσθηκε με άλλες συναφείς αιτήσεις και ανταιτήσεις προσώπων που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα δίκη. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3012/2001 μη οριστική και 503/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί o αναιρεσείων με την από 2-2-2005 αίτησή του.
Legislator headnote
AI generated1992/2013 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Με την παράγραφο 3 του ως άνω άρθρου ορίστηκε ότι ως ωφελούμενοι παρόδιοι ιδιοκτήτες για την εφαρμογή του θεωρούνται εκείνοι των οποίων τα ακίνητα αποκτούν πρόσωπο επί των διανοιγόμενων οδών, ενώ κατά την παρ. 4 του ίδιου άρθρου όταν οι δικαιούχοι της αποζημίωσης για την απαλλοτρίωση είναι υπόχρεοι για την πληρωμή αυτής επέρχεται συμψηφισμός δικαιωμάτων και υποχρεώσεων.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1992 / 2013 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1992/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Νικόλαο Λεοντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασιλική Θάνου-Χριστοφίλου, Δημητρούλα Υφαντή, Ιωάννα Πετροπούλου και Μαρία Χυτήρογλου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Σεπτεμβρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΕΛΑΣΤΙΚΟΥ ΑΕ", που εδρεύει στην …και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου της Κωνσταντίνο Μιχαηλίδη, βάσει δηλώσεως κατ' άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε δια του πληρεξουσίου Παρέδρου του ΝΣΚ Ευάγγελο Μαρίνη και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την 1954/24-5-1999 αίτηση του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Εφετείο Θεσσαλονίκης για τον προσδιορισμό οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης για απαλλοτρίωση. Συνεκδικάσθηκε με άλλες συναφείς αιτήσεις και ανταιτήσεις προσώπων που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα δίκη. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3012/2001 μη οριστική και 503/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί o αναιρεσείων με την από 2-2-2005 αίτησή του.
Εκδόθηκε η 1144/2006 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναιρεί εν μέρει και παραπέμπει για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο την προσβαλλομένη απόφαση. Εκδόθηκαν οι από αποφάσεις: 2231/2007 μη οριστική και 1765/2010 οριστική απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση των δύο τελευταίων αποφάσεων ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 8-9-2011 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης, Μαρία Χυτήρογλου, ανέγνωσε την από 24-11-2012 έκθεσή του κωλυομένου να συμμετάσχει στην σύνθεση Αρεοπαγίτη Γρηγόριο Κουτσόπουλο, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά την διάταξη του άρθρου 13 παρ. 3 του Ν.Δ. 797/1971 "Περί αναγκαστικών απαλλοτριώσεων" (η οποία εφαρμόζεται στην προκειμένη περίπτωση, κατ` άρθρο 29 παρ. 2 του Ν. 2882/2001), σε περίπτωση αναγκαστικής απαλλοτριώσεως τμήματος ακινήτου εξ αιτίας της οποίας το τμήμα που απομένει στον ιδιοκτήτη υφίσταται σημαντική υποτίμηση της αξίας του ή καθίσταται άχρηστο για την χρήση, για την οποία προορίζεται, με την ίδια απόφαση, για τον καθορισμό της αποζημιώσεως, προσδιορίζεται και παρέχεται ιδιαίτερη γι` αυτήν αποζημίωση του ιδιοκτήτη, μαζί με την καταβαλλόμενη για το απαλλοτριούμενο τμήμα.
Από την διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με τις διατάξεις του άρθρου 17 παρ. 2 του Συντάγματος και του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, που κυρώθηκε, μαζί με την σύμβαση, αρχικώς με τον Ν.2329/1953 και εκ νέου με το ΝΔ 53/1974 και έχει αυξημένη ισχύ, κατ` άρθρο 28 του Συντάγματος, συνάγεται ότι, για να είναι πλήρης η αποζημίωση, πρέπει να περιλαμβάνει όχι μόνον την αξία του απαλλοτριουμένου τμήματος του ακινήτου, αλλά και την ζημία, την οποία υφίσταται ο ιδιοκτήτης, επειδή το τμήμα που του απομένει μετά την απαλλοτρίωση γίνεται άχρηστο ή μειώνεται σημαντικώς η αξία του.
Στην περίπτωση αυτή, κατά την οποία το απομένον τμήμα υφίσταται σημαντική μείωση της αξίας του ή καθίσταται άχρηστο, ο ιδιοκτήτης του δικαιούται να ζητήσει τον καθορισμό και την παροχή, ιδιαιτέρας αποζημιώσεως, είτε κατά την δίκη του προσωρινού προσδιορισμού, είτε κατ` αυτήν του οριστικού προσδιορισμού της αποζημιώσεως, για το τμήμα που απαλλοτριώθηκε, η αποζημίωση δε αυτή καλύπτει όχι μόνο την, εκ της απαλλοτριώσεως και μόνο της εκτάσεως του όλου ακινήτου, ζημία, αλλά και εκείνη που επήλθε από την εκτέλεση του έργου, για το οποίο κηρύχθηκε η απαλλοτρίωση του μέρους του ακινήτου.
Διότι άλλως, ως προς την τελευταία αυτή ζημία, το παραμένον στον ιδιοκτήτη τμήμα του ακινήτου και επομένως η περιουσία του θα παρέμενε χωρίς αποκατάσταση. Κατά τη διάταξη του άρθρου 1 του ν.653/1977 " περί υποχρεώσεως των παροδιών ιδιοκτητών για τη διάταξη εθνικών οδών κ.λ.π.", όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 62 παρ. 9 και 10 του ν.947/1979 αναφορικά με την εφαρμογή αυτών και στις περιπτώσεις των προς βελτίωση των υφισταμένων οδών πραγματοποιουμένων νέων χαράξεων ή διαπλατύνσεων αυτών ή τμημάτων, καθώς και επί των επαρχιακών οδών για το μέχρι 20 μέτρων πλάτους αυτών, προκειμένου περί διάνοιξης εκτός σχεδίου πόλεων εθνικών οδών πλάτους κατάληψης 30 μέτρων, οι ωφελούμενοι παρόδιοι ιδιοκτήτες κάθε πλευράς υποχρεούνται σε αποζημίωση ζώνης πλάτους 15 μέτρων με τη συμμετοχή τους στις δαπάνες της απαλλοτρίωσης των καταλαμβανόμενων από τις οδούς αυτές ακινήτων.
Με την παράγραφο 3 του ως άνω άρθρου ορίστηκε ότι ως ωφελούμενοι παρόδιοι ιδιοκτήτες για την εφαρμογή του θεωρούνται εκείνοι των οποίων τα ακίνητα αποκτούν πρόσωπο επί των διανοιγόμενων οδών, ενώ κατά την παρ. 4 του ίδιου άρθρου όταν οι δικαιούχοι της αποζημίωσης για την απαλλοτρίωση είναι υπόχρεοι για την πληρωμή αυτής επέρχεται συμψηφισμός δικαιωμάτων και υποχρεώσεων.
Οι προαναφερόμενες διατάξεις του άρθρου παράγραφοι 1, 3 και 4 του Ν. 653/1977 που εισάγουν αμάχητο τεκμήριο ωφέλειας, κρίθηκε ότι αντίκεινται στο άρθρο 1 του πρώτου (πρόσθετου) πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης δικαιωμάτων του ανθρώπου (ΕΣΔΑ) που, μετά την επικύρωση της με το ν.δ. 53/1974, αποτελεί εσωτερικό δίκαιο και υπερισχύει από κάθε άλλη διάταξη του ημεδαπού δικαίου, άρα και της πιο πάνω διάταξης του Ν 653/1977 (άρθρο 28 παρ. 1 Συντάγματος).
Ωστόσο, το τεκμήριο αυτό δεν καταργείται, αλλά εξακολουθεί να ισχύει ως μαχητό όπως προβλέπεται ρητά πλέον και από το άρθρο 33 του Ν. 2971/2001, από το συνδυασμό των διατάξεων των παραγράφων 1 και 4 του οποίου προκύπτει ότι τα στοιχεία για την ωφέλεια ή μη του ακινήτου διευρύνονται και ότι εκτός από την πρόσοψη επί της διανοιγόμενης οδού, που προέβλεπε ο ως άνω νόμος 653/1977, ορίζονται (ενδεικτικά) και η δυνατότητα πρόσβασης του ακινήτου στο έργο, που περιλαμβάνεται στη ζώνη απαλλοτρίωσης, η δημιουργία επιπτώσεων στις χρήσεις του ακινήτου και η, κατά τις ισχύουσες διατάξεις, αρτιότητα και οικοδομησιμότητα του ακινήτου.
Έτσι, ο ισχυριζόμενος ότι το απομένον τμήμα του ακινήτου του δεν ωφελείται, αλλά αντιθέτως ζημιώνεται από την απαλλοτρίωση, μπορεί, αποδεικνύοντας το αντίθετο της τεκμαιρομένης ωφέλειας, δηλαδή την επικαλούμενη ζημία του και ανατρέποντας το ως άνω μαχητό τεκμήριο, να αποζημιωθεί και για την αυτοαποζημιούμενη έκτασή του και να ζητήσει τον καθορισμό οριστικής τιμής μονάδας αποζημίωσης και γι` αυτή.
Περαιτέρω παράβαση του κανόνα δικαίου που ιδρύει τον λόγο αναιρέσεως του αρθ. 559 αρίθ. 1 Κ.Πολ.Δ υπάρχει εφόσον αυτός δεν εφαρμοσθεί ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή εάν αυτός εφαρμοσθεί ενώ δεν έπρεπε ή εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα (Ολ ΑΠ 36/88 Ελλην. Δνη 1989/1153). Ενώ έλλειψη νόμιμης βάσης που ιδρύει τον λόγο αναιρέσεως του αρθ.19 του ανωτέρω άρθρου υπάρχει όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά ή τα εκτιθέμενα καθόλου πραγματικά περιστατικά ή τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του κανόνα δικαίου για την επέλευση της απαγγελθείσας έννομης συνέπειας ή την άρνησή της ή αντιφάσκουν μεταξύ τους.
Τέλος ο λόγος αναιρέσεως από το αρθ. 559 αρθ.11 περ.β Κ.Πολ.Δ στην περίπτωση κατά την οποία το δικαστήριο έλαβε υπόψη του αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν για να είναι ορισμένος θα πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο α) ποιές είναι οι αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν και τις οποίες έλαβε υπόψη το δικαστήριο της ουσίας β) ο ισχυρισμός για τον οποίο το δικαστήριο έλαβε υπόψη τις αποδείξεις και γ ) η επίδραση που είχε αυτός στο διατακτικό της απόφασης.
Στην παρούσα περίπτωση, με την προσβαλλομένη απόφασή του, όπως προκύπτει από αυτή, το Εφετείο δέχθηκε, ανελέγκτως, ως αποδειχθέντα, τα κατωτέρω πραγματικά περιστατικά: "...1Από τις καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάσ8ηκαν ενόρκως στο ακροατήρι0 του Δικαστηρίου αυτού και περιέχονται στα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά, εκτιμώμενες καθεμία χωριστά και σε συνδυασμό μεταξύ τους, ανάλογα με Τον Τρόπο γνώσεως και το βαθμό αξιοπιστίας καθενός από Τους μάρτυρες, (σημειωτέον ότι σι διάδικοι δεν προσκόμισαν τα ταυτάριθμα με την υπ' αριθ. 3012/2001 μη οριστική απόφαση του Δικαστηρίου τούτου), από την υπ' αριθμ. 31/2010 έκθεση του ορισθέντος με την υπ' αριθμ. 2231/2007 μη οριστική απόφαση του Δικαστηρίου τούτου πραγματογνώμονος Α.
Π. , Πολιτικού μηχανικού, νομίμως κατατεθείσα στις 15.032010 στη Γραμματεία του Δικαστηρίου αυτού και τις συμπληρωματικές σελίδες περί διορθώσεως λαθών που κατατέθηκαν από τον ίδιο πραγματογνώμονα στη Γραμματεία του Δικαστηρίου αυτού στις 22.03.2010, από τα αποσπάσματα της με αριθμό 165/7-11-2003 έκθεσης πραγματογνωμοσύνης που διενεργήθηκε δυνάμει της υπ' αριθ. 3012/2001 μη οριστικής απόφασης του Εφετείου τούτου από τους διορισθέντες μ αυτήν πραγματογνώμονες Ν.
Τ., και Γ. Μ. πολιτικούς μηχανικούς, εκτιμωμένων τούτων, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην προηγούμενη μείζονα σκέψη ελευθέρως και χωρίς να έχουν αυξημένη έναντι των άλλων αποδεικτικών μέσων δύναμη, που να δεσμεύουν το δικαστήριο να δεχθεί την απόδειξη που προκύπτει από αυτές, απ' όλα γενικά τα μετ' επικλήσεως προσκομιζόμενα, από τους διαδίκους έγγραφα, που λαμβάνονται υπόψη όλα ανεξαιρέτως, και τα οποία, ανεξαρτήτως του αν πληρούν ή όχι τους όρους του νόμου, ως αποδεικτικά μέσα, παραδεκτώς λαμβάνονται υπόψη, (αρθ. 19 Παρ. 9 και 20 παρ.
Ε του Κ.Α.Ξ\.Α, βλ. και ΑΠ 1231/2002 δημ. Νόμος) μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και οι επικαλούμενες υπό των διαδίκων τεχνικές εκθέσεις περιγραφής και εκτίμησης του επιδίκων απαλλοτριωμένων ακινήτων και των επικειμένων τους, και δη, σι δύο από 18-5-2007 και η μία από 02.10.2001 τεχνικές εκθέσεις του αγρονόμου τοπογράφου μηχανικού, Α.
Π., (που μετ' επικλήσεως προσκομίζει οι με τις επισυναπτόμενες σ' αυτές φωτογραφίες, η γνησιότητα των οποίων δεν αμφισβητήθηκε από το Ελληνικό Δημόσιο και η από 26-4-2007 τεχνική έκθεση Φ 509, των υπαλλήλων της Κτηματικής Υπηρεσίας Θεσσαλονίκης Τ. Δ. και Π. Μ., καθώς και η από 24-03-2010 τεχνική έκθεση των ιδίων ως άνω υπαλλήλων (που μετ' επικλήσεως προσκομίζει το καθ'ου Ελληνικό Δημόσιο) οι οποίες, ως γνωμοδοτήσεις προσώπων με ιδιαίτερες γνώσεις επιστήμης λαμβάνονται υπόψη και εκτιμώνται ελεύθερα από το Δικαστήριο (αρθρ. 390 Κ.Πολ.Δ, βλ και ΑΠ 34/2008, δημ.
Νόμος), - χωρίς όμως, η ρητή αναφορά ορισμένων εκ των εγγράφων να προσδίδει σ' αυτά αυξημένη αποδεικτική δύναμη εν σχέση με τα λοιπά επικαλούμενα και προσκομιζόμενα από τους διαδίκους έγγραφα, για τα οποία δεν γίνεται ειδική για το καθένα μνεία, που είναι όμως ισοδύναμα, και ως προεκτέθηκε, όλα ανεξαιρέτως συνεκτιμώνται προς σχηματισμό της δικανικής κρίσεως σχετικά με τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, (ΑΠ 1068/2002 Αρχ.Ν 2004 ΑΠ 1628/2003) αποδείχθηκαν ως προς το αντικείμενο της παρούσας δίκης, το οποίο, κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στην υπ' αρίθμ. 2231/2007 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, κατά το μη οριστικό κεφάλαιό της συνίσταται:
α) στον καθορισμό ιδιαίτερης αποζημίωσης κατά το άρθρο 13 παρ. 4 του Ν. 2882/2001, τόσο για τα απομένοντα εκτός απαλλοτρίωσης τμήματα των επίδικων ΚΠ ....., 53 απαλλοτριουμένων ακινήτων τους και επικειμένων τούτων, και β) στην αναγνώριση ότι, οι διάδικοι-εικαζόμενοι ιδιοκτήτες των επίδικων ιδιοκτησιών...... ΚΠ 53, δεν είναι ωφελούμενοι παρόδιοι ιδιοκτήτες από την επίμαχη απαλλοτρίωση και δεν υποχρεούνται σε αποζημίωση τρίτων ή σε αυτοαποζημίωση, τα ακόλουθα πραγματικά γεγονότα:
Με την υπ' αριθ. 1124308/8768/0010/23-12-199-7 ΚΥΛ των Υπουργών Οικονομικών και ΠΕΧΩΔΕ, που δημοσιεύτηκε στο ΦΕΚ (Τεύχος Δ) 12/21-1-1998, απαλλοτριώθηκε αναγκαστικά για λόγους δημοσίας ωφελείας και συγκεκριμένα, για τη βελτίωση - διαπλάτυνση της Εγνατίας Οδού στο Νομό Θεσσαλονίκης που αφορά το υποτμήμα Π1 Δερβένι-Ανάληψη, παραλλαγή Δερβενίου της περιοχής του ανισόπεδου κόμβου Δερβενίου-Σερρών, από Χ.Θ 0±000 μέχρι Χ.Θ 4+565, παραλλαγής που συμπίπτει με την Χ.Θ 4+435 υποτμήματος Π1, έκταση συνολικού εμβαδού 683.016 τ.μ, μετά των επ' αυτής επικειμένων, που βρίσκεται στην κτηματική περιοχή του δημοτικού διαμερίσματος Λητής του Δήμου Μυγδονίας και του δημοτικού διαμερίσματος Δαγυνών του Δήμου "Λαγκαδά του Νομού Θεσσαλονίκης.
Η απαλλοτρίωση κηρύχθηκε υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου και με δαπάνη αυτού και των παροδίων ιδιοκτητών, που σύμφωνα με τις προϋποθέσεις του νόμου κρίθηκαν ότι από την απαλλοτρίωση αυτή είναι ωφελούμενοι παρόδιοι ιδιοκτήτες, και έτσι στον οικείο κτηματολογικό πίνακα ορίζεται η υποχρέωση της ιδιοκτησίας των για αυτοαποζημίωση ή αποζημίωση Τρίτων, προσδιοριζόμενης και της συγκεκριμένης εκτάσεως.
Στην ανωτέρω απαλλοτριωθείσα έκταση, συμπεριλαμβάνονται και οι ιδιοκτησίες, που φέρονται στον οικείο κτηματολογικό πίνακα με αριθμούς ΚΠ ......... 53... επί των οποίων οι αιτούντες-ανταιτούντες και παρεμβαίνοντες αξιώνουν δικαίωμα κυριότητας και για τα οποία υπόχρεο προς αποζημίωση είναι το Ελληνικό Δημόσιο.
Με την υπ αριθ. 503/2004 οριστική απόφαση του Εφετείου τούτου, εκδοθείσα επί της από 24-5-1999 αιτήσεως των δικαιούχων αποζημίωσης, της από 4-4-1999 αιτήσεως του υποχρέου Ελληνικού Δημοσίου και των σχετικών ανταιτήσεων και παρεμβάσεων, που ασκήθηκαν δια των προτάσεων των δικαιούχων, κατά το μέρος της, κατά το οποίο δεν αναιρέθηκε με τις ως άνω υπ αριθ. 1143/2006, 1144/2006 και 1145/2006 αποφάσεις του Αρείου Πάγου, καθορίσθηκε η οριστική τιμή μονάδος αποζημίωσης για τα απαλλοτριούμενα εδαφικά τμήματα ως εξής:
α) για ............. β) για τα ΚΠ 53 ..... στο ποσό των 100 Ευρώ ανά τετραγωνικό μέτρο, και γ) για το......... Με την ίδια απόφαση, κατά το μη αναιρούμενο μέρος της, καθορίσθηκε και η οριστική τιμή μονάδος αποζημιώσεως, για τα επικείμενα των απαλλοτριουμένων εκτάσεων ΚΠ 53 ..... κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα σ'αυτήν,..................
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι, οι επίδικες ιδιοκτησίες κείνται πλησίον της Θεσσαλονίκης, από 10 έως 14,5 χλμ., και του Λαγκαδά από 5,5, έως 10χλμ., εκατέρωθεν της Εθνικής οδού Θεσσαλονίκης-Καβάλας και Θεσσαλονίκης - Σερρών, ως και των επαρχιακών οδών Λητής-Λαγκαδά ή Λαγυνών-Λαγκαδά και δίπλα από τους οικισμούς Λαγυνών και Λητής.
Την ευρύτερη Περιοχή της απαλλοτριωθείσας έκτασης πριν από την επίμαχη απαλλοτρίωση, διέσχιζε η Εθνική οδός Θεσσαλονίκης-Σερρών-Καβάλας, η οποία, ενόψει του ότι ήταν, η μοναδική είσοδος της πόλης της Θεσσαλονίκης, που διαμέσου του Δερβενίου, διέρχονται όλα τα οχήματα με κατεύθυνση από και προς την υπόλοιπη Ανατολική Μακεδονία και Θράκη, τις χώρες των Βαλκανίων, την Τουρκία και τις ανατολικές χώρες της Ευρώπης, είχε αυξημένη κυκλοφοριακή κίνηση, που ευνόησε την εγκατάσταση επί των ακινήτων που είχαν πρόσωπο επί των οδών αυτών ή γειτνίαζαν μ αυτές αρκετών βιομηχανικών, βιοτεχνικών και εμπορικών επιχειρήσεων και την ανέγερση αρκετών κατοικιών.
Η εν λόγω πραγματική κατάσταση προσέδωσε στα περισσότερα επίδικα απαλλοτριούμενα ακίνητα οικοπεδική αξία καίτοι η περιοχή στην οποία βρίσκονται ήταν και Παραμένει εκτός σχεδίου πόλεως. Με το έργο της επίμαχης απαλλοτρίωσης έγινε διαπλάτυνση και βελτίωση της υπάρχουσας ως άνω Εθνικής οδού Θεσσαλονίκης-Σερρών-Καβάλας που αποτελεί πλέον την Εγνατία οδό, η οποία είναι συνέχεια της οδού Λαγκαδά της πόλεως Θεσσαλονίκης και απ' αυτήν παρέχεται άμεση πρόσβαση προς το λιμάνι της πόλεως Θεσσαλονίκης και προς την εσωτερική Περιφερειακή οδό και μέσω αυτής προς τον αυτοκινητόδρομο Θεσσαλονίκης - Αθηνών και προς την Χαλκιδική.
Η Εγνατία οδός, που στην επίδικη Περιοχή έχει ήδη προ πολλών ετών και δη προ πενταετίας και πλέον κατασκευασθεί και δοθεί στην κυκλοφορία, είναι κλειστός αυτοκινητόδρομος με προστατευτικά στηθαία και οι παρόδιες ιδιοκτησίες που βρίσκονται εκατέρωθεν της, δεν έχουν δυνατότητα άμεσης πρόσβασης σ'αυτήν.
Ήδη όμως έχει κατασκευασθεί παράπλευρο δίκτυο της Εγνατίας οδού και διαμέσου κόμβων έχουν πρόσβαση. οι επίδικες ιδιοκτησίες στην Εγνατία οδό. Μετά δε την εκτέλεση του ως άνω έργου για το οποίο κηρύχθηκε η επίμαχη απαλλοτρίωση, η κυκλοφοριακή Κίνηση στην περιοχή που βρίσκονται τα επίδικα ακίνητα υπερδιπλασιάσθηκε και η προϋπάρχουσα της απαλλοτριώσεως εμπορική δραστηριότητα της επίδικης περιοχής αυξήθηκε, γεγονός που προκάλεσε την αλματώδη αύξηση της αγοραίας αξίας των ακινήτων που βρίσκονται εκατέρωθεν της Εγνατίας οδού ή γειτνιάζουν μ' αυτήν, λόγω της αυξημένης ζήτησης τούτων για την εγκατάσταση βιομηχανικών, βιοτεχνικών και εμπορικών επιχειρήσεων. (βλ.
και το μετ' επικλήσεως προσκομιζόμενο από το Ελληνικό Δημόσιο σχετικό δημοσίευμα της από 18.0..2009 εφημερίδος "ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ", στο οποίο ο συντάκτης του, σχολιάζοντας τις επιπτώσεις της κατασκευής της Εγνατίας Οδού,. σε διάφορες περιοχές μεταξύ των οποίων και στην επίδικη, επισημαίνει ότι επήλθε η μεγαλύτερη μεταβολή της αξίας γης και παρόδιων οικοπέδων από τα έτη 1998 έως 2007 και την προσδιορίζει για την επίδικη Περιοχή από 200% έως 300%).
Ειδικότερα δε, ως προς το αίτημα καθορισμού ιδιαίτερης αποζημίωσης για τα εναπομείναντα εκτός απαλλοτρίωσης εδαφικά τμήματα των επίδικων 53...... απαλλοτριουμένων ακινήτων τους και των επικειμένων τούτων, όσο και για το αίτημα ανατροπής του τεκμηρίου ωφέλειας για τo..... ΚΠ 53, από την ελεύθερη αξιολογική εκτίμηση των ως άνω αποδεικτικών μέσων αποδείχθηκαν για την......
επίδικη ιδιοκτησία τα ακόλουθα: Ε) Η ιδιοκτησία ΚΠ 53, με εικαζόμενη ιδιοκτήτρια την αιτούσα ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΕΥΡΩΠΑΙΚΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΕΛΑΣΤΙΚΟΥ Α.Ε. βρίσκεται μετά τον κόμβο Δερβενίου και σε απόσταση 15 χιλιομέτρων περίπου από την πλατεία Βαρδαρίου της Θεσσαλονίκης, επί της επαρχιακής οδού Λαγκαδά- Σερρών.
Όπως Προκύπτει από τον Κτηματολογικό Πίνακα, από την αρχική συνολική έκταση των 10.891 τμ, απαλλοτριώθηκε τμήμα εμβαδού 1.314 τμ, εκ του οποίου θεωρήθηκε ως αυτοαποζημιούμενο τμήμα 1.305 τμ και απέμεινε εκτός απαλλοτρίωσης έκταση 9.577 τμ. Στο αρχικό ακίνητο υπήρχαν κτιριακές εγκαταστάσεις στις οποίες στεγαζόταν η κατασκευαστική βιομηχανία επεξεργασίας ελαστικού με την επωνυμία "ΕΥΡΩΠΑΙΚΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΕΛΑΣΤΙΚΟΥ ΑΕ", που εκμεταλλεύεται η αιτούσα εταιρεία.
Μάλιστα οι ευρισκόμενες επί του απαλλοτριουμένου τμήματος, εγκαταστάσεις, ήταν νεοαναγειρόμενες κατά το χρόνο της κήρυξης της επίμαχης απαλλ0τρίωσης, ενώ επί του εναπομείναντος τμήματος, 0ι κτιριακές εγκαταστάσεις ήταν παλαιές. Με την απαλλοτρίωση δε του ως άνω τμήματος των 1.314 τμ, συναπαλλοτριώθηκαν και τα επικείμενα (κτίρια, μηχανολογικός εξοπλισμός κλπ) τα οποία στον άνω Κτηματολογικό Πίνακα, καταγράφονται τα εξής: (<Κτίσματα:
Α1. νέα διώροφος κατασκευή με πλάκα (στα επιχρίσματα με κουφώματα και εγκαταστάσεις), όγκου 3.200 τπ3, Α2. νέο μονώροφο κτίσμα με μεταλλική στέγη, όγκου 5.453 τπ3. Λοιπά επικείμενα: σι μηχανολογικές εγκαταστάσεις του Α2 νέα εγκατάσταση, τοιχείο με μπετά ύψους 2,5 μέτρων- νέα εγκατάσταση-95 μ. (με πάχος .20), τοιχείο με μπετά ύψους 1,8 μέτρων-νέα εγκατάσταση-5 μ.
θπλ (0.30), κάγκελα μεταλλικά ύψους .80- καλά- 5μ. μεταλλική πόρτα-απλή-5μ.". Ι. Στον εν λόγω δε Πίνακα κάτω από την καταγραφή των άνω επικειμένων αναγράφεται: "Παρατήρηση: τα κτίσματα που θίγονται αποζημιώνονται στην έκταση τους που δεν διασφαλίζεται η στατική τους επάρκεια". Τα ανωτέρω κατά την εκτέλεση του έργου της απαλλοτρίωσης κατεδαφίσθηκαν, ενώ, δεν θίχθηκαν, οι ευρισκόμενες επί του εναπομείναντος εκτός απαλλοτριώσεως εδαφικού τμήματος κτηριακές εγκαταστάσεις και ο μηχανολογικός τους εξοπλισμός, ούτε επηρεάσθηκε από την ως άνω κατεδάφιση η λειτουργικότητας που είχαν πριν από την απαλλοτρίωση.
Δυνάμει της υπ' αρίθμ. 503/2004 οριστικής απόφασης του Δικαστηρίου αυτού, κατά το μη αναιρούμενο μέρος της, κατά το οποίο είναι τελεσίδικη, εκτός από τον καθορισμό οριστικής τιμής μονάδος αποζημιώσεως για την απαλλοτριούμενη έκταση στο ποσό τον 100 ευρώ ανά τμ καθορίστηκε και οριστική τιμή μονάδος αποζημιώσεως για τα προαναφερθέντα επικείμενα.
Ειδικότερα, στην ως άνω απόφαση, για τον καθαρισμό της οριστικής αποζημίωσης των επιμέρους επικείμενων του ως άνω απαλλοτριωθέντος τμήματος του ΚΠ 53, εκτίθενται επί λέξει τα ακόλουθα: <<Καθορίζει την οριστική τιμή μονάδας αποζημιώσεως ως ακολούθως... Β' ΕΠΙΚΕΙΜΕΝΑ....Ακίνητο με αριθμό ΚΠ 53 :α) Του διωρόφου κτιρίου, το οποίο προορίζεται ως χώρος εκθέσεως και γραφείων της εκεί εγκατεστημένης βιομηχανικής μονάδος επεξεργασίας ελαστικού, το οποίο δεν έχει αποπερατωθεί, σε 150 €/μ3.
β. Του κτιρίου του εργοστασίου, τμήμα του οποίου θίγεται από την απαλλοτρίωση, σε 60 €/μ3. Των ηλεκτρομηχανολογικών εγκαταστάσεων του εργοστασίου, οι οποίες καταστρέφονται από την απαλλοτρίωση, ήτοι 1. .2. .3. .4. .5. .6. .και 7.., σε 40.000 € κατ' αποκοπήν. Για τη μεταφορά από το ίδιο εργοστάσιο των μηχανημάτων, τα οποία δύνανται να αποσυναρμολογηθούν και να μεταφερθούν, ήτοι 1. .2. .3. .4. .5. .6. .7. .8..
και 9.., συνολικώς 30.000 ε κατ'αποκοπήν. δ. Του τοιχείου με μπετά ύψους 2,5 μ. σε 100 € μ.μ. ε. Του τοιχείου με μπετά ύψους 1,80 μ. σε 70 € μ.μ. στ. Των μεταλλικών καγκέλων ύψους 0,80 μ. σε 23 € μ.μ. ζ. Της μεταλλικής πόρτας, διαστάσεων 6μ. Χ 1,60 μ. σε 400 € κατ' αποκοπήν". Εκτός όμως από την ανωτέρω αποζημίωση, η αιτούσα ανώνυμη εταιρεία, διώκει με την από 24.05.1999 ένδικη αίτηση και τον προσδιορισμό ιδιαίτερης αποζημίωσης σε ποσοστό 60% λόγω αντίστοιχης μείωσης της αξίας του εναπομείναντος ακινήτου της. 'Οπως προκύπτει δε, από την επισκόπηση του περιεχομένου της ένδικης αίτησης, τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την ιστορική βάση της και θεμελιώνουν το υπό κρίση αίτημα, συνίστανται στο ότι, η μείωση της αξίας κατά το ως άνω ποσοστό του επιδίκου εναπομείναντος ακινήτου οφείλεται στο ότι, μετά την απαλλοτρίωση και την εκτέλεση του έργου αυτής, έχει γίνει άχρηστο για την χρήση που προοριζόταν και για την οποία η αιτούσα εταιρεία είχε αγοράσει το αρχικό ακίνητο, ήτοι για την εγκατάσταση και λειτουργία της βιομηχανίας επεξεργασίας ελαστικού, καθόσον η εν λόγω επιχείρησή της την οποία εξυπηρετούσε το εναπομείναν εκτός απαλλοτριώσεως εδαφικό τμήμα και τα υπάρχοντα σ' αυτό κτίρια και λοιπά συστατικά, έχει καταστραφεί ολοσχερώς εξαιτίας της απαλλοτρίωσης του κτηρίου μετά του περιβάλλοντος αυτού χώρου, καθόσον στο άνω κτήριο ήταν εγκαταστημένες βασικές για τη λειτουργία του εργοστασίου εγκαταστάσεις, ενώ ο χώρος πέριξ του κατεδαφισθέντος κτηρίου, ήταν απαραίτητος για τις μετακινήσεις των μηχανημάτων και τη μεταφορά των πρώτων υλών, των Προϊόντων κλπ, και ότι τούτο που είναι άχρηστο για την ως άνω χρήση είναι ακατάλληλο και για εγκατάσταση οποιασδήποτε άλλης βιομηχανίας, βιοτεχνίας και εν γένει εμπορικής επιχείρηση, διότι η επαρχιακή οδός Λαγκαδά-Σερρών επί της οποίας έχει πρόσωπο το απομένον τμήμα του εδάφους υποβαθμίζεται λόγω της προβλεπόμενης κατασκευής σε άλλη θέση του κόμβου Σερρών-Καβάλας, μέσω του οποίου θα διεξάγεται και η Κίνηση Λαγκαδά-Σερρών και έτσι η υφιστάμενη επαρχιακή οδός Λαγκαδά-Σερρών, θα μετατραπεί εξαιτίας της απαλλοτριώσεως σε οδό τοπικής σημασίας και ακατάλληλη για εμπορική χρήση.
Όμως από την αξιολογική εκτίμηση όλων των ως άνω αποδεικτικών μέσων, ουδόλως αποδείχθηκε η ουσιαστική βασιμότητα των ως άνω αναφερομένων στην αίτηση πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την ιστορική βάση αυτής και θεμελιώνουν το ανωτέρω αίτημα καθορισμού ιδιαίτερης αποζημίωσης λόγω αχρήστευσης του εναπομείναντος εκτός απαλλοτριώσεως εδαφικού Τμήματος των 9.577 τμ για την κατά προορισμό χρήση του.
Αντίθετα αποδείχθηκε ότι, μετά την εκτέλεση του έργου της απαλλοτρίωσης και την απότμηση του απαλλοτριωθέντος Τμήματος και την κατεδάφιση των επ' αυτού επικειμένων του, καίτοι παρήλθε χρονικό διάστημα πλέον της πενταετίας, η επιχείρηση της αιτούσας εταιρείας, συνεχίζει τη λειτουργία της και στεγάζεται στο επίδικο εναπομείναν εκτός απαλλοτριώσεως εδαφικό Τμήμα και στις επ' αυτού κτιριακές εγκαταστάσεις.
Άλλωστε, η βιομηχανία της αιτούσας επί πολλά έτη πριν την ανέγερση των κτηρίων στο απαλλοτριούμενο Τμήμα, στεγαζόταν αποκλειστικά και μόν0ν στις εγκαταστάσεις του επιδίκου εναπομείναντ0ς Τμήματος και μετά την ανέγερση των δύο Κτηρίων στο απαλλοτριωθέν τμήμα, χρησιμοποιήθηκε το ένα εξ αυτών, ενώ το άλλο προοριζόμενο, κατά τα προαναφερόμενα, να χρησιμοποιηθεί ως χώρος εκθέσεως και γραφείων, δεν ήταν αποπερατωμένο και κατάλληλο προς χρήση, κατά το χρόνο κατεδαφίσεώς του.
Ο δε χώρος πέριξ των κατεδαφισθέντων κτηρίων που απαλλοτριώθηκε και για τον οποίο καθορίσθηκε με την ως άνω απόφαση του Εφετείου τούτου οριστική αποζημίωση, δεν αποδείχθηκε ότι αποτελούσε ζωτικό χώρ0 της εν λόγω βιομηχανίας και λειτουργικό στοιχείο του εναπομείναντος τμήματος. Εξάλλου, η εναπομείνασα έκταση των 9.577 τμ, κατ αντικειμενική κρίση, κρίνεται επαρκής αφού υπάρχει ο απαραίτητος χώρος για τις μετακινήσεις των μηχανημάτων και τη μεταφορά των πρώτων υλών, των Προϊόντων της επιχείρησης, γεγονός, άλλωστε, που υποδηλώνεται και εκ του ότι, επί πολλά έτη μετά την εκτέλεση του έργου της απαλλοτριώσεως, λειτουργεί το ως άνω εργοστάσιο εντός του εναπομείναντος Τμήματος και έτσι τούτο χρησιμοποιείται κανονικά για τη χρήση που προορίζεται, την οποία είχε και πριν από την επίμαχη απαλλοτρίωση.
Και ναι μεν ως προαναφέρθηκε, από την κατεδάφιση των κτηρίων στο απαλλοτριούμενο τμήμα θίχθηκε η στατική επάρκεια τμήματος του εργοστασίου που βρίσκεται στο επίδικο εναπομείναν τμήμα και προς αποκατάσταση της στατικής επάρκειάς του, καθορίσθηκε, με την άνω απόφαση, οριστική αποζημίωση, πλην όμως, από κανένα στοιχείο δεν αποδείχθηκε ότι επηρεάσθηκε και η λειτουργικότητα του εν λόγω εργοστασίου και ούτε εξάλλου προβάλλει η αιτούσα τέτοιον ισχυρισμό.
Τα διαλαμβανόμενα δε την από 15.03.2010 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του διορισθέντος με την υπ' αρίθμ. 2231/2007 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου πραγματογνώμονα, Α. Π. , περί αχρηστεύσεως του επιδίκου εναπομείναντος ακινήτου για την ως άνω κατά προορισμό χρήση του, ήτοι τη λειτουργία σ' αυτό της ως άνω βιομηχανίας επεξεργασίας ελαστικού, καθόσον τα ευρισκόμενα σ' αυτό κτήρια και τα λοιπά συστατικά έχουν καταστεί ανενεργά εξαιτίας της ολοσχερούς καταστροφής της επιχείρησης της αιτούσας που επήλθε από την απότμηση του απαλλοτριουμένου τμήματος και της κατεδαφίσεως των ευρισκομένων σ αυτό κτηριακών εγκαταστάσεων του, δεν μπορούν να γίνουν δεκτά, ως μη ανταποκρινόμενα προς την υφιστάμενη, κατά το χρόνο συντάξεως της ως άνω εκθέσεως, κατάσταση, καθότι, ως προαναφέρθηκε η ως άνω βιομηχανία λειτουργεί κανονικά στο εναπομείναν τμήμα.
Ας σημειωθεί, δε ότι ο ανωτέρω πραγματογνώμονας στην έκθεση πραγματογνωμοσύνης, ως προς το εν λόγω κρίσιμο ζήτημα, όχι μόνον δεν αποτυπώνει την υπάρχουσα κατάσταση του επιδίκου, κατά το χρόνο συντάξεως της εν λόγω εκθέσεως, ήτοι στις 15.03.2010, αλλά προβαίνει σε πιστή αντιγραφή του αντίστοιχου κειμένου της τεχνικής έκθεσης του Α.
Π., που συνέταξε κατ' εντολή της αιτούσας εταιρείας στις 02.10.2001, (ήτοι, προ εννέα ετών) και ο οποίος διαλαμβάνει σ' αυτήν τις κρίσεις του σε χρόνο που δεν είχε 0λοκληρωθεί το έργο της απαλλοτρίωσης. Σύμφωνα δε, με τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, η ως άνω ανακριβής πραγματογνωμοσύνη και οι εσφαλμένες κρίσεις του πραγματογνώμονα αναφορικά με το προαναφερόμενο κρίσιμο και ουσιώδες για την έκβαση της παρούσας δίκη, ζήτημα, δεν καθιστά την πραγματογνωμοσύνη άκυρη, αλλά αυτή εκτιμώμενη, σύμφωνα με το άρθρο 381 ΚΠολΔ, ελευθέρως από το Δικαστήριο τούτο και μη έχουσα αυξημένη έναντι των άλλων αποδεικτικών μέσων δύναμη, δεν δεσμεύει το Δικαστήριο να δεχθεί την απόδειξη που προκύπτει από αυτήν.
Ενόψει όλων των ανωτέρω αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών, το Δικαστήριο τούτο κρίνει ότι, από την επίδικη απαλλοτρίωση, (ήτοι την απότμηση και το εκτελούμενο έργο), δεν κατέστη το εναπομείναν εδαφικό τμήμα και τα επ' αυτού επικείμενα του ΚΠ 53 άχρηστα για την κατά προορισμό χρήση των και ουδόλως μειώθηκε η αξία των.
Συνακόλουθα τούτων, εφόσον δεν αποδείχθηκε, η συνδρομή των προϋποθέσεων εφαρμογής του άρθρου 13 παρ. 4 του Ν. 2882/2001, και δη ότι, από την απότμηση του ως άνω απαλλοτριωθέντος τμήματος και από την εκτέλεση του έργου για το οποίο κηρύχθηκε η επίδικη απαλλοτρίωση, μειώθηκε η αξία του τμήματος του ακινήτου που απέμεινε και των επικειμένων του, ή καθίσταται άχρηστη η, κατά προορισμό, χρήση των, ή εν πάση περιπτώσει περιορίζεται ή εμποδίζεται αυτή, είναι απορριπτέο ως κατ' ουσία αβάσιμο το ένδικο αίτημα της από 24.05.1999 αιτήσεως περί καθορισμού ιδιαίτερης αποζημίωσης για το ως άνω απομένον εκτός απαλλοτριώσεως εδαφικό τμήμα και τα επικείμενα αυτού της ΚΠ 53 ιδιοκτησίας.
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι, το καθ'ου Ελληνικό Δημόσιο, δεν αποζημιώνει την αιτούσα εικαζόμενη ιδιοκτήτρια της ΚΠ 53, ιδιοκτησίας, για το σύνολο της εκτάσεως που απαλλοτριώθηκε, καθόσον. με τον κτηματολογικό πίνακα, θεωρήθηκε τμήμα εκτάσεως 1.305 τμ της απαλλοτριούμενης εκτάσεως, ως αυτοαποζημιούμενο, λόγω τεκμαιρόμενης ωφέλειας της αιτούσας, ως παρόδιας ιδιοκτήτριας ακινήτου εκτός σχεδίου πόλεως, από το έργο της απαλλοτρίωσης.
Η αιτούσα όμως, με τα διαλαμβανόμενα στην υπό κρίση 24.05.1999 αίτησή των, προς ανατροπή του τεκμηρίου ωφέλειας, ισχυρίζεται ότι, δεν έχει υποχρέωση συμμετοχής στις δαπάνες αποζημιώσεως του ακινήτου της που απαλλοτριώθηκε για την βελτίωση και διαπλάτυνση της ως' άνω οδού, καθόσον η ένδικη απαλλοτρίωση δεν επέφερε Καμία ωφέλεια στο εναπομείναν τμήμα της ως άνω ιδιοκτησίας των ΚΠ 53, αλλά αντίθετα, ως παρόδια ιδιοκτήτρια, έχει υποστεί βλάβη, διότι ως επί λέξει εκτίθεται στην αίτησή των: "η οδός περικλείεται δια μεταλλικών κιγκλιδωμάτων (μπάρες) και αχρηστεύεται παντελώς η εναπομένουσα έκταση της ιδιοκτησίας μας".
Όμως από τη αξιολογική εκτίμηση όλων ανεξαιρέτως των ως άνω αποδεικτικών στοιχείων, δεν αποδείχθηκε κατά την κρίση του Δικαστηρίου τούτου, η ουσιαστική βασιμότητα του ως άνω ισχυρισμού της αιτούσας και ούτε εξάλλου αποδείχθηκε ότι επήλθαν δυσμενείς επιπτώσεις στην προαναφερόμενη κατά προορισμό χρήση του επιδίκου ή περιορισμός ή οιασδήποτε μορφής παρεμπόδιση της λειτουργίας της κατασκευαστικής βιομηχανίας επεξεργασίας ελαστικού, εκ του γεγονότος ότι είναι κλειστή η Εγνατία οδός με μεταλλικά κιγκλιδώματα (μπάρες) και δεν υπάρχει άμεση πρόσβαση σ' αυτήν.
Αντίθετα, σύμφωνα όμως με τα όσα έχουν αναφερθεί στο ως άνω κεφάλαιο της ιδιαίτερης αποζημίωσης, όπου αναλυτικά παρατίθενται οι λόγοι απόρριψης ως κατ 'ουσία αβασίμου του σχετικού αιτήματος της αιτούσας περί καθορισμού ιδιαίτερης αποζημίωσης για το εναπομείναν τμήμα της ΚΠ 53 ιδιοκτησίας της, στους οποίους και πάλι αναφέρεται το Δικαστήριο προς αποφυγή περιττών επαναλήψεων, το επίδικο εναπομείναν τμήμα εξακολουθεί, μετά την απαλλοτρίωση, να έχει την ίδια κατά πρ0ορισμό χρήση και συγκεκριμένα να στεγάζεται και λειτουργεί σ' αυτό η κατασκευαστική βιομηχανία επεξεργασίας ελαστικού της αιτούσας, την οποία είχε το αρχικό ακίνητο και πριν από την απαλλοτρίωση.
Επιπροσθέτως, από τη συγκριτική αξιολόγηση όλων των αποδεικτικών μέσων κατά την κρίση του Δικαστηρίου αυτού αποδείχθηκαν και τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Πριν από την απαλλοτρίωση, το αρχικό ακίνητο των 10.891 τμ: α) είχε πρόσωπο και άμεση πρόσβαση στην επαρχιακή οδό Λαγκαδά-Σερρών, με την οποία βρισκόταν στο ίδιο επίπεδο χωρίς να υπάρχει μεταξύ των υψομετρική διαφορά, ενώ δεν είχε άμεση πρόσβαση στην προϋφισταμένη Εθνική οδό Θεσσαλονίκης-Καβάλας-Σερρών με την οποία συνδεόταν διαμέσου επαρχιακής οδού και β) ήταν κατά παρέκκλιση άρτιο και οικοδομήσιμο και είχε οικοπεδική αξία.
Μετά την απαλλοτρίωση, το εναπομείναν τμήμα των 9.577 τμ: α) έχει πρόσωπο και άμεση πρόσβαση επί της επαρχιακής οδού Λαγκαδά-Σερρών, με την οποία βρίσκεται στο ίδιο επίπεδο χωρίς να υπάρχει μεταξύ των υψομετρική διαφορά, αλλά δεν έχει άμεση πρόσβαση στην Εγνατία οδό, που αποτελεί το έργο της απαλλοτρίωσης, η οποία, άλλωστε, ως προαναφέρθηκε είναι κλειστή.
Εντούτοις το επίδικο ακίνητο παρόλο που δεν εφάπτεται επί της Εγνατίας οδού, η οποία στο σημείο αυτό είναι κατασκευασμένη σε επίχωμα ύψους 8 περίπου μέτρων, έχει αποκτήσει πρόσωπ0 προς αυτήν με την έννοια ότι βρίσκεται έμπροσθέν του, χωρίς να παρεμβάλλεται άλλο ακίνητο ανάμεσά του και η θέα από το επίδικο προς την Εγνατία οδό και τανάπαλιν δεν παρεμποδίζεται από κανένα εμπόδιο.
Τούτο συνιστά ωφέλεια για το επίδικο ακίνητο, διότι είναι πλέον ορατό από τους διερχόμενους από την Εγνατία οδό και η ως άνω υψομετρική διαφορά ουδόλως παρεμποδίζει τη θέα του επιδίκου και του εγκατεστημένου σ' αυτό εργοστασίου καθώς και των ανηρτημένων πινακίδων με απαλλοτρίωση γίνεται μέσω επαρχιακής οδού, όπως άλλωστε κατά τα προεκτεθέντα γινόταν πριν την απαλλοτρίωση η πρόσβαση του αρχικού ακινήτου με την προϋπάρχουσα Εθνική οδό Θεσσαλονίκης-Καβάλας-Σερρών και διαμέσου του κόμβου που δημιουργείται από τη συνδετήρια οδό Καβάλας-Λαγυδά με την οδό Λαγυνών-Λαγκαδά.
Επιπροσθέτως με την απαλλοτρίωση, το επίδικο εναπομείναν ακίνητο απέκτησε πρόσωπο και άμεση πρόσβαση και στον παράπλευρο δρόμο, που εντάσσεται στα έργα της επίμαχης απαλλοτρίωσης, ο οποίος έχει• κατασκευασθεί κάτω από την Εγνατία οδό και με παράλληλη πορεία μ' αυτήν και εφάπτεται επί του επιδίκου εναπομείναντος ακινήτου, καθ' όλο μήκος της πλαϊνής πλευράς του.
Τούτο κατ' αντικειμενική κρίση αποτελεί ωφέλεια για το επίδικο, διότι παρέχεται επιπλέον πρόσβαση τούτου στην Εγνατία οδό διαμέσου του παράπλευρου δρόμου και εξυπηρετούνται οι ανάγκες μεταφοράς των προϊόντων της ως άνω επιχείρησης. Και το γεγονός τούτο, συμβάλλει στην αύξηση της εκμεταλλευσιμότητας του επιδίκου και συνακόλουθα στην αύξηση της αγοραίας αξίας του, β) το επίδικο παραμένει κατά παρέκκλιση άρτιο και οικοδομήσιμο και έχει οικοπεδική αξία.
Το γεγονός δε ότι, η Εγνατία οδός είναι κλειστή, όπως εξάλλου, σύμφωνα με τους Κανόνες της κοινής πείρας, είναι όλοι οι αυτοκινητόδρομοι ταχείας κυκλοφορίας, δεν περιορίζει την εκμεταλλευσιμότητα του επιδίκου ακινήτου, καθόσον τούτο έχει πρόσβαση σ' αυτήν από τον προαναφερόμενο κόμβο και την ως άνω παράπλευρη οδό.
Συνακόλουθα τούτων, εφόσον για το εναπομείναν, εκτός απαλλοτριώσεως, τμήμα του ΚΠ 53 που φέρεται στην ιδιοκτησία της αιτούσας ανώνυμης εταιρείας, δεν αποδείχθηκε η συνδρομή στοιχείων που να ανατρέπουν το καθ0ριζόμενο από το άρθρο 33 παρ 1 του ν.2971/01 μαχητό τεκμήριο ωφελείας και δη δεν αποδείχθηκε ότι, μετά την απαλλοτρίωση δεν υφίστανται η δυνατότητα πρόσβασης του ακινήτου στο έργο που περιλαμβάνεται στη ζώνη απαλλοτρίωσης ή ότι δημιουργήθηκαν δυσμενείς επιπτώσεις στις χρήσεις του επιδίκου ακινήτου, αλλά αντίθετα αποδείχθηκε ότι, από το ως άνω εκτελούμενο έργο της απαλλοτρίωσης, υφίσταται την προαναφερόμενη ωφέλεια το επίδικο Τμήμα και συνεπώς ωφελείται η αιτούσα εταιρεία, η οποία εκ του λόγου τούτου έχει υποχρέωση συμμετοχής στις δαπάνες αποζημιώσεως ακινήτων που απαλλοτριώνονται για τη βελτίωση και διαπλάτυνση της Εγνατίας οδού, πρέπει να απορριφθεί το σχετικό αίτημά της ως κατ' ουσία αβάσιμο>>.
Με βάση τις άνω παραδοχές το Εφετείο απέρριψε τα αιτήματα της αναιρεσείουσας περί καθορισμού ιδιαίτερη με βάση την διάταξη του αρθ. 13 παρ. 4 ν.δ 797/71 αποζημίωσης για το τμήμα που απέμεινε σ' αυτή μετά την απαλλοτρίωση μέρος της ιδιοκτησίας (ΚΠ 53) που φέρεται ότι ανήκει σ'αυτήν και 2) περί μη συνδρομής στοιχείων με βάση τα οποία ανατρέπεται το κατά το αρθ. 33 παρ. 1 ν.2971/01 μαχητό τεκμήριο ωφελείας σ' αυτήν σε σχέση με την άνω ιδιοκτησία της (ΚΠ 53).
Με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως πλήττεται η άνω απόφαση για παράβαση του αριθμ 1 και 19 αρθ. 559 Κ.Πολ.Δ διότι 1 α) δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις των αρθ. 653/77 δεδομένου ότι δεν συντρέχουν εν προκειμένω οι δύο περιπτώσεις της κατ εξαίρεση εφαρμογής των ήτοι απαλλοτρίωση εντός ρυμοτομικού σχεδίου και επίσπευση ρυμοτομικών απαλλοτριώσεων υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου β) ότι η απόκτηση της ωφέλειας του παρόδιου ιδιοκτήτη εξαρτάται από την μόνη και μία αιτία την απόκτηση προσώπου επί της διανοιγόμενης οδού που και αυτή δεν συντρέχει εν προκειμένω με αποτέλεσμα να υπάρχει παραβίαση των άνω άρθρων 17 του Συντάγματος του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ,του νόμου 653/77 αρθ 3και 5 αυτού.
γ) διότι με τις ασαφείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες παραβίασε τις άνω ουσιαστικές διατάξεις του αρθ. 17 παρ.2 Συντάγματος του αρθ. 1 παρ.1 Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ και του αρθ. Αρθ. 13 ν. ΚΑΑΑ ως προς τον καθορισμό ιδιαίτερης αποζημίωσης. 2) για πλημμέλεια εκ του αριθ.11 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. αφού έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν νομίμως και συγκεκριμένα επειδή δεν αναφέρονται ειδικά τα αποδεικτικά μέσα στα οποία στήριξε το δικανικό της πόρισμα και αν αυτά προσκομίστηκαν νομίμως.
Οι άνω λόγοι αναιρέσεως πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι ο μεν πρώτος (1α) διότι, προεχόντως, ερείδεται επί εσφαλμένης προϋποθέσεως αφού η συγκεκριμένη αναγκαστική απαλλοτρίωση έγινε χάριν δημοσίου συμφέροντος υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου και με δαπάνες του τελευταίου και των παροδίων ιδιοκτητών, ο δεύτερος (1β) διότι το μαχητό τεκμήριο της ωφέλειας ως παρόδιας ιδιοκτήτριας όπως προβλέπεται ρητά πλέον και από το άρθρο 33 του Ν. 2971/2001, κρίνεται, όπως προκύπτει από το συνδυασμό των διατάξεων των παραγράφων 1 και 4 του ίδιου νόμου, για την ωφέλεια ή μη του ακινήτου όχι μόνο από την πρόσοψη επί της διανοιγόμενης οδού, που προέβλεπε ο ως άνω νόμος 653/1977, αλλά διευρύνονται και ορίζονται (ενδεικτικά) και η δυνατότητα πρόσβασης του ακινήτου στο έργο, που περιλαμβάνεται στη ζώνη απαλλοτρίωσης, η δημιουργία επιπτώσεων στις χρήσεις του ακινήτου και η κατά τις ισχύουσες διατάξεις, αρτιότητα και οικοδομησιμότητα του ακινήτου με αποτέλεσμα και ο εκ της άνω αιτίας προβαλλόμενος λόγος να πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Περαιτέρω κρίνοντας το Εφετείο και απορρίπτοντας ως κατ' ουσία αβάσιμα τα αιτήματα α) περί καθορισμού ιδιαίτερης με βάση τη διάταξη του αρθ.13 παρ.4 του νδ 797/71 αποζημίωσης για τα τμήματα που απέμειναν σ' αυτή μετά την απαλλοτρίωση μέρους της ιδιοκτησίας (ΚΠ 53) που φέρεται ότι ανήκει σ' αυτήν και β) περί μη συνδρομής στοιχείων που να ανατρέπουν το κατά το αρθ. 33 παρ. 1 ν.2971/01 μαχητό τεκμήριο ωφελείας σ' αυτήν σε σχέση με την ως άνω ιδιοκτησία της (ΚΠ 53) δεν παραβίασε με όσα διαλαμβάνονται στις προηγούμενες σκέψεις τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθ. 17 παρ.2 του Συντάγματος 13 παρ.4 και ν.2882/2001, 6 παρ.1 της ΕΣΔΑ 1 Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ και ν. 653/77 τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφήρμοσε αναφορικά με κριθέντα ως άνω ζητήματα διέλαβε στην απόφασή του πλήρεις σαφείς και χωρίς αντίφαση αιτιολογίες που καθιστούν τον αναιρετικό έλεγχο εφαρμογής των εν λόγω διατάξεων εφικτό, αφού το αποδεικτικό πόρισμα είναι επαρκές και πλήρες στα κρίσιμα ως άνω για την έκβαση της δίκης ζητήματα του καθορισμού ιδιαίτερης αποζημίωσης για το εκτός απαλλοτρίωσης τμήμα και τα επικείμενα του υπό στοιχείου ΚΠ 53 ακινήτου και την μη συνδρομής των όρων μαχητού τεκμηρίου ωφελείας αναφορικά με το προαναφερόμενο επίδικο τμήμα και δη με σαφείς και πλήρεις αιτιολογίες για καθένα χωριστά από αυτά.
Επομένως οι λόγοι αναιρέσεως από τους αριθμός 1 και 19 του αρθ.559 Κ.Πολ.Δ (1γ) για παραβίαση ευθέως και εκ πλαγίου των ως άνω διατάξεων είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν. Αβάσιμος και εντεύθεν απορριπτέος είναι και υπό τον αριθμό (2) λόγος διότι αν και όπως επισημαίνεται στην αρχή της παρούσας για το ορισμένο του εκ του αριθμού 11β του αρθ.559 Κ.Πολ.Δ λόγου αναιρέσεως απαιτείται ο προσδιορισμός των αποδείξεων που προσκομίστηκαν και δεν λήφθηκαν υπόψει από το δικαστήριο και ο ισχυρισμός για τον οποίο το δικαστήριο έλαβε υπόψει του αποδείξεις και η επίδραση που είχαν αυτές στο αποδεικτικό πόρισμα του δικαστηρίου, εν τούτοις, στην προκειμένη υπόθεση, αν και προβάλλεται η πλημμέλεια εκ της άνω διατάξεως δεν προσδιορίζεται στο αναιρετήριο ποιές οι ήταν οι αποδείξεις τις οποίες το δικαστήριο έλαβε υπόψη χωρίς να προσκομιστούν νόμιμα και η επίδρασή του στο διατακτικό της απόφασης με αποτέλεσμα και ο λόγος αυτός εκ του αριθμ. 11β (και όχι των αριθμών 1 και 19 ) πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτός λόγω της αοριστίας του.
Συνεπώς θα πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως στο σύνολό της και καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου που παρέστη χωρίς να καταθέσει προτάσεις (183 Κ.Πολ.Δ).
Για τους λόγους αυτούς
Απορρίπτει την από 8-9-2011 και με τον 234/11 αριθμό έκθεσης κατάθεσης στα οικεία βιβλία του Εφετείου Θεσσαλονίκης, αίτηση αναίρεσης της 1765/2010 οριστικής απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των εκ χιλίων οκτακοσίων (1800) ευρώ δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου Ελληνικού Δημοσίου.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε, στην Αθήνα, στις 31 Οκτωβρίου 2013.
Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 9 Νοεμβρίου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ