Supreme Court dismisses appeal as inadmissible and vague regarding substantive law violations and procedural errors.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Athens Court of Appeal's decision regarding land ownership disputes. The appellant argued that the lower court failed to properly cite specific documents and violated substantive law, but the court rejected these claims. The court ruled that the cited international treaties are not evidentiary means and the appeal arguments lacked specific legal references and clear connections to the judgment's operative parts.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(1) and 559(14) of the Code of Civil Procedure; Appeals based on substantive law violations or vague grounds regarding document citations are inadmissible or rejected as lacking sufficient specificity to establish a legal error.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1992 / 2009 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1992/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου -Μπρίλλη, Μίμη Γραμματικούδη, Ιωάννη Σίδερη και Δημήτριο Μαζαράκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 29 Απριλίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος:Χ, ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Καλονόμο.
Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, νομίμως εκπροσωπουμένου από τον Υπουργό Οικονομικών, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιό του Ευθύμιο Τσάκα Πάρεδρο Ν.Σ.Κ. με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠλΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5-7-1974 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου και με την από 13-9-1974 πρόσθετη παρέμβαση των: 1. Θ1, 2. Θ2, 3. Θ3 και 4. Θ4, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5002/1975 μη οριστική, 2709/1988 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 10902/1995, 7959/1997 μη οριστικές, 7642/1998 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 5-3-2001 αίτησή του και με τους από 13-11-2007 προσθέτους λόγους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Μαζαράκης ανέγνωσε την από 25-3-2008 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου τούτου Αρεοπαγίτη, Μιχαήλ Θεοχαρίδη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης και των προσθέτων λόγων. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων αναιρέσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, με την από 9 Ιουλίου 1832 Συνθήκη της Κωνσταντινουπόλεως, μεταξύ της Ελλάδος και της Τουρκίας, "Περί οριστικού διακανονισμού των ορίων της Ελλάδος" και τα από 6-6-1830 και 7-7-1830 Πρωτοκόλλα του Λονδίνου, ορίσθηκε ότι "η Ελλάδα κατέχει με κυριαρχικό δικαίωμα όλες τις γαίες του Τουρκικού Δημοσίου και των Τούρκων υπηκόων, ανεξαρτήτως των διακρίσεων της Τουρκικής νομοθεσίας περί γαιών, τις οποίες δεν διατήρησαν Τούρκοι ιδιώτες κατά τη διάρκεια της Ελληνικής Επαναστάσεως του 1821 μέχρι την υπογραφή της Συνθήκης αυτής, με μόνιμη εγκατάσταση σ' αυτές".
Δυνάμει της παραπάνω Συνθήκης και των σχετικών προς αυτήν ως άνω Πρωτοκόλλων, κάθε έκταση γης, κείμενη στην περιφέρεια των Αθηνών, της Στερεάς Ελλάδος και της Πελοποννήσου, που ανήκε στο Τουρκικό Δημόσιο ή σε Τούρκους υπηκόους, εφόσον οι τελευταίοι δεν διατήρησαν την κατοχή της κατά τη διάρκεια του περί ανεξαρτησίας της Ελλάδος αγώνα του 1821, περιήλθε έκτοτε, με κυριαρχικό δικαίωμα, στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ.19 του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.
Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν εφαρμόσθηκε ορθώς ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται, όταν υπάρχουν ελλείψεις που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση αυτών και στην αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται πλήρως, σαφώς και χωρίς αντιφάσεις (Ολ.
ΑΠ 24/1992). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε με αυτήν ως αποδειχθέντα τα ακόλουθα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά: Το επίδικο ακίνητο είναι ένα οικόπεδο, εμβαδού 306 τ.μ., το οποίο αγόρασε ο εναγόμενος από τον Ζ, με το ... συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Ι.
Παπαθέου, που μεταγράφηκε νόμιμα, και επί του οποίου ανήγειρε ήδη ημιϋπόγεια οικοδομή, επιφάνειας 230,81 τ.μ. και ύψους 4,52 μέτρων. Το οικόπεδο αυτό βρίσκεται στη θέση "..." της κτηματικής περιφέρειας ..., εντός του σχεδίου πόλεως και επί των οδών ... και ... και συνορεύει ανατολικώς με την πλατεία ..., δυτικώς με δημόσια έκταση, βορείως με την οδό ...
και νοτίως με την οδό ..... Όμως ολόκληρη η περιοχή των ..., που έχει έκταση 7.400 στρεμμάτων, ανήκε ανέκαθεν στο Ελληνικό Δημόσιο με κυριαρχικό δικαίωμα, δυνάμει της από 9-7-1832 Συνθήκης της Κωνσταντινουπόλεως και των από 6-6-1830 και 7-7-1830 Πρωτοκόλλων του Λονδίνου, με τα οποία ορίσθηκε ότι η Ελλάδα κατέχει με κυριαρχικό δικαίωμα όλες τις γαίες του Τουρκικού Δημοσίου και των Τούρκων υπηκόων, ανεξαρτήτως των διακρίσεων της Τουρκικής νομοθεσίας περί γαιών, τις οποίες δεν διετήρησαν τούρκοι ιδιώτες κατά τη διάρκεια της επαναστάσεως του 1821.
Κατά το έτος 1938, δυνάμει της 41650/1938 απόφασης του Υπουργού Γεωργίας, ένα μέρος της άνω εκτάσεως, εμβαδού 1.300 στρεμμάτων, κηρύχθηκε αναδασωτέα, δοθέντος ότι η εν λόγω περιοχή ήταν σχεδόν ακατοίκητη, με αραιά θαμνώδη βλάστηση και λίγα πεύκα. Ειδικά η έκταση των 1300 στρεμμάτων ήταν άγονη, ακαλλιέργητη, απότομη και βουνώδης.
Τα όρια της αναδασώσεως και συγκεκριμένα το νότιο, το ανατολικό και το δυτικό συνέπιπταν με εκείνα του σχεδίου πόλεως της εποχής, που ήταν οι σημερινές οδοί ..., ... και ..., αντίστοιχα. Το επίδικο ακίνητο βρίσκεται βορείως της οδού ... και ως εκ τούτου περιλαμβάνεται στην έκταση των 1.300 στρεμμάτων. Στις σχετικές προσκλήσεις που απευθύνθηκαν, σύμφωνα με το άρθρο 154 του δασικού κώδικα, προς τους τυχόν αντιποιουμένους εμπράγματα δικαιώματα επί της αναδασωτέας εκτάσεως, για τον καθορισμό της προσήκουσας αποζημιώσεως, ουδείς εμφανίσθηκε να διεκδικεί τέτοια δικαιώματα, ούτε δε και οι φερόμενοι ως δικαιοπάροχοι του εναγομένου.
Στη συνέχεια, κατά το έτος 1939, το Ελληνικό Δημόσιο εξέδωσε αποφάσεις με τις οποίες απαγορευόταν στην πιο πάνω περιοχή η βοσκή παντός ζώου, η υλοτομία, η απόληψη θάμνων, φρυγάνων κ.λ.π. και ακολούθως η Πολιτεία, για μεγαλύτερη προστασία της περιοχής, την περιέφραξε ολόκληρη με αγκαθωτό σύρμα. Επίσης κατά την αυτή εποχή των ετών 1938-1940, με συνεργεία από μαθητές των Γυμνασίων και της νεολαίας της Ε.Ο.Ν.
έγινε δενδροφύτευση της περιοχής αυτής με πεύκα, κυπαρίσσια και άλλα δενδρύλια. Επακολούθησε, όμως, ο πόλεμος του έτους 1940 και η εχθρική κατοχή, συνεπεία των οποίων και χαλαρώθηκε η επίβλεψη της Πολιτείας στην περιοχή. Αλλά και μετά την απελευθέρωση, λόγω της έλευσης στην περιφέρεια της πρωτεύουσας μεγάλου αριθμού ατόμων από τις επαρχίες, συνεπεία και του επακολουθήσαντος εμφυλίου πολέμου, άρχισε πλέον η καταπάτηση της περιοχής των ...
είτε από τα πρόσωπα αυτά είτε από άλλους επιτήδειους καταπατητές. Κατά την εποχή αυτή εμφανίσθηκε και ο ανωτέρω δικαιοπάροχος του εναγομένου Ζ, ο οποίος, αφού προέβη αυθαιρέτως στη διάνοιξη δρόμων με μπουλντόζα, κατέτμησε την περιοχή σε οικόπεδα και άρχισε να τα μεταβιβάζει σε τρίτους με πωλητήρια συμβόλαια.
Πρέπει να λεχθεί ότι το ... πωλητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Ευαγγέλου Παπαλεξανδρή, το οποίο αναφέρεται στο συμβόλαιο αγοράς του εναγομένου ως τίτλος ιδιοκτησίας του δικαιοπαρόχου του Ζ, είναι άκυρο, διότι, όπως κρίθηκε και με την 2182/1964 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, που προσκομίζει με επίκληση το ενάγον, η οποία εκδόθηκε επί αγωγής του Ζ περί διεκδικήσεως άλλου ακινήτου, ευρισκομένου στην ίδια ως άνω περιοχή, κατά τρίτου, υπέρ του οποίου είχε παρέμβει προσθέτως το Ελληνικό Δημόσιο, δεν προσδιορίζεται στο εν λόγω συμβόλαιο, ούτε μπορεί να συναχθεί από αυτό, ποιά είναι η πωλούμενη με αυτό έκταση.
Λόγω του ελαττώματος αυτού του πιο πάνω συμβολαίου ορθώς δεν διατάχθηκε κατά την πρωτόδικη δίκη πραγματογνωμοσύνη, προκειμένου να εξακριβωθεί, εάν το επίδικο ακίνητο βρίσκεται μέσα στην έκταση των 16 στρεμμάτων που αγοράσθηκε με αυτό και αν τα 16 αυτά στρέμματα περιλαμβάνονται στην έκταση των 600 στρεμμάτων από την οποία φέρονται να πωλήθηκαν, δυνάμει του ...
συμβολαίου του ίδιου ως άνω συμβολαιογράφου, καθόσον η διενέργεια της πραγματογνωμοσύνης αυτής θα ήταν ανέφικτη. Επομένως το αίτημα του εκκαλούντος-εναγομένου να διαταχθεί η διενέργεια πραγματογνωμοσύνης πρέπει να απορριφθεί. Ο εναγόμενος, συνεχίζει το Εφετείο, παραπονείται με την έφεσή του ότι, ενώ με τις προτάσεις του της πρώτης πρωτοβάθμιας συζήτησης είχε προβάλει τον ισχυρισμό ότι οι απώτεροι δικαιοπάροχοί του είχαν αποκτήσει την κυριότητα του επίδικου ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία, ως ασκήσαντες επ' αυτού διάφορες διακατοχικές πράξεις με διάνοια κυρίου και καλή πίστη επί τριάντα συνεχή χρόνια μέχρι τις 12-9-1915, και ζήτησε, ανταγωγικώς μεν να αναγνωρισθεί αυτός κύριος τούτου, κατ' ένσταση δε την απόρριψη της ένδικης αγωγής, εν τούτοις το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δεν έταξε τη δέουσα απόδειξη, αλλά με την 5002/1975 προδικαστική απόφασή του απέρριψε τον εν λόγω ισχυρισμό αυτού, με την εσφαλμένη αιτιολογία ότι ως χρόνο χρησικτησίας των δικαιοπαρόχων του επικαλούνταν μόνο το από του έτους 1907 έως τις 12-9-1917 χρονικό διάστημα.
Από το 5146/23-3-1998 πιστοποιητικό του αρμόδιου Γραμματέα του Πρωτοδικείου Αθηνών προκύπτει ότι οι επίμαχες προτάσεις του εναγομένου, που αναζητήθηκαν από το Δικαστήριο, έχουν πολτοποιηθεί και έτσι το πιο πάνω παράπονο του εκκαλούντος εναγομένου δεν μπορεί να ελεγχθεί. Με βάση τις πραγματικές αυτές παραδοχές το Εφετείο έκρινε ότι το ενάγον και ήδη αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο απέκτησε την κυριότητα του επίδικου ακινήτου με κυριαρχικό δικαίωμα, δυνάμει της από 9-7-1832 Συνθήκης της Κωνσταντινουπόλεως και των από 6-6-1830 και 7-7-1830 Πρωτοκόλλων του Λονδίνου, και ακολούθως απέρριψε ως αβάσιμη την έφεση του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, το οποίο, κρίνοντας ομοίως, είχε κάνει δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη την αγωγή του αναιρεσιβλήτου περί διεκδικήσεως του επίδικου ακινήτου.
Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, αφού, όπως προκύπτει από το προαναπτυχθέν περιεχόμενο αυτής, διέλαβε σ' αυτήν πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς το ουσιώδες ζήτημα της απόκτησης της κυριότητας του επιδίκου ακινήτου από το αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο, δυνάμει της προαναφερθείσας από 9-7-1832 Συνθήκης της Κωνσταντινουπόλεως και των σχετικών από 6-6-1830 και 7-7-1830 Πρωτοκόλλων του Λονδίνου.
Ειδικότερα, σαφείς είναι οι παραδοχές του Εφετείου ότι το επίδικο ακίνητο, που βρίσκεται βορείως της οδού ..., εμπεριέχεται στην έκταση των 1300 στρεμμάτων που με την 41650/1938 απόφαση του Υπουργού Γεωργίας κηρύχθηκε ως αναδασωτέα και ότι η μεγαλύτερη αυτή έκταση, που ήταν ακαλλιέργητη, απότομη και βουνώδης, αποτελεί μέρος της ευρύτερης περιοχής "..." των ..., εκτάσεως 7.400 στρεμμάτων, η οποία προ της Επαναστάσεως του 1821 ανήκε στο Τουρκικό Δημόσιο και σε Τούρκους υπηκόους που την εγκατέλειψαν και συνεπώς το επίδικο ακίνητο περιήλθε έκτοτε, δυνάμει των παραπάνω διεθνών πράξεων του έτους 1830, με κυριαρχικό δικαίωμα, στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου.
Επομένως οι πρώτος κατά το ένα σχετικό τμήμα του και τέταρτος λόγοι του κυρίου δικογράφου της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης και ο πρώτος πρόσθετος λόγος αναίρεσης, με τους οποίους ο αναιρεσείων προβάλλει κατά της προσβαλλόμενης απόφασης αιτιάσεις από το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, ισχυριζόμενος ότι το Εφετείο στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, περιλαμβάνοντας σ' αυτήν ανεπαρκείς αιτιολογίες σε σχέση με το ζήτημα της περιέλευσης της κυριότητας του επίδικου ακινήτου στο αναιρεσίβλητο, δυνάμει των προαναφερομένων διεθνών πράξεων, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.
Οι ίδιοι λόγοι αναίρεσης, κατά το μέρος που περιέχουν αιτιάσεις για ελλιπείς αιτιολογίες της προσβαλλόμενης απόφασης αναφορικά με το πώς προέκυψε ότι το επίδικο ακίνητο εμπίπτει στην ευρύτερη περιοχή "..." και ότι η περιοχή αυτή ανήκε κατά την εποχή της Τουρκοκρατίας στο Τουρκικό Δημόσιο ή σε Τούρκους υπηκόους και αναφορικά με τον προσδιορισμό της ταυτότητας του μέρους της περιοχής αυτής, που κατά το έτος 1938 κηρύχθηκε ως αναδασωτέα έκταση, είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, διότι οι αιτιάσεις αυτές ανάγονται αποκλειστικά στην εκτίμηση, στάθμιση και αξιολόγηση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας και στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού του πορίσματος, η οποία δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, εφόσον το πόρισμα που έχει εξαχθεί από τις αποδείξεις, ότι δηλαδή το επίδικο ακίνητο, ως τμήμα της ευρύτερης περιοχής "..." των ..., εκτάσεως 7.400 στρεμμάτων, ανήκε προ της Επαναστάσεως του 1821 στο Τουρκικό Δημόσιο και σε Τούρκους υπηκόους που την εγκατέλειψαν και συνακόλουθα περιήλθε από το έτος 1830, δυνάμει των παραπάνω διεθνών πράξεων, με κυριαρχικό δικαίωμα, στην κυριότητα του αναιρεσιβλήτου Ελληνικού Δημοσίου, διατυπώνεται με πληρότητα και σαφήνεια στην προσβαλλόμενη απόφαση.
Επειδή, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.1 εδ. β' ΚΠολΔ, που ορίζει ότι η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς, προκύπτει ότι ο λόγος αυτός ιδρύεται, όταν το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποίησε ή παρέλειψε να χρησιμοποιήσει διδάγματα της κοινής πείρας προκειμένου να ανεύρει την αληθή έννοια κανόνα δικαίου ή να υπαγάγει σ' αυτόν τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς και όχι όταν παραβαίνει τα διδάγματα αυτά κατά την εκτίμηση των αποδείξεων. Στην προκείμενη περίπτωση με τον πέμπτο πρόσθετο λόγο αναίρεσης, προβάλλεται κατά της προσβαλλόμενης απόφασης η αιτίαση ότι το Εφετείο, που δέχθηκε ότι το επίδικο ακίνητο αποτελεί "δημόσια έκταση", που ανήκει κατά κυριότητα στο αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο, εσφαλμένα εφάρμοσε τα διδάγματα της κοινής πείρας, σύμφωνα με τα οποία "δεν είναι δυνατόν σε μία ευρύτερη πυκνοκατοικημένη περιοχή, ανήκουσα σε ιδιώτες, να θεωρηθεί ότι ένα τμήμα αυτής, δηλαδή το επίδικο ακίνητο, αποτελεί δημόσια έκταση". Η αιτίαση, όμως, αυτή αναφέρεται αποκλειστικά στην εκτίμηση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας, η οποία, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου.
Συνεπώς ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος. Επειδή, κατά τις διατάξεις των νόμων 8 παρ.1 Κωδ. (7.39), 9 παρ.1 Πανδ. (50.14 ), 2 παρ.20 Πανδ. (41.4), 6 Πανδ. (44.3), 76 παρ.1 Πανδ. (18.1) και 7 παρ.3 Πανδ. (23.3) του προϊσχύσαντος Β.Ρ. Δικαίου, μπορούσε να αποκτηθεί η κυριότητα ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία, κατόπιν άσκησης νομής πάνω σ' αυτό με καλή πίστη και διάνοια κυρίου επί μία συνεχή τριακονταετία, με τη δυνατότητα εκείνου που χρησιδέσποζε να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και το χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του, εφόσον είχε γίνει με νόμιμο τρόπο καθολικός ή ειδικός διάδοχος αυτού.
Για την ειδική δε διαδοχή και μάλιστα για τη μεταβίβαση της νομής του ακινήτου χρειαζόταν δικαιοπραξία, υποβαλλόμενη στον τύπο του συμβολαιογραφικού εγγράφου. Οι εν λόγω διατάξεις του Β.Ρ. δικαίου δεν καταργήθηκαν με το νόμο της 21-6/3-7-1837 "περί διακρίσεως δημοσίων κτημάτων", στο άρθρο 21 του οποίου ορίσθηκε ότι "ως προς τον τρόπο κτήσεως και διατηρήσεως της ιδιοκτησίας των δημοσίων κτημάτων, εφαρμόζονται αι εν τω πολιτικώ νόμω διατάξεις".
Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων συνάγεται ότι η έκτακτη χρησικτησία χωρεί με τις προϋποθέσεις που εκτέθηκαν και επί δημοσίων κτημάτων, εφόσον όμως η τριακονταετής νομή αυτών είχε συμπληρωθεί μέχρι τις 11-9-1915, όπως αυτό προκύπτει από τις διατάξεις του ν. ΔΞΗ/1912 και τα αλλεπάλληλα διατάγματα "περί δικαιοστασίου", που εκδόθηκαν σε εκτέλεσή του, σε συνδυασμό με το άρθρο 21 του ν.
δ. της 22-4/26-5-1926 "περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης", αφού έκτοτε είχε ανασταλεί η λήξη κάθε παραγραφής δικαιωμάτων και του χρόνου χρησικτησίας, από δε τις 26-5-1926, που ακόμη ίσχυε η αναστολή αυτή, απαγορεύθηκε η παραγραφή των εμπραγμάτων δικαιωμάτων σε ακίνητα του Δημοσίου και συνεπώς δεν είναι δυνατή η απόκτηση από άλλον κυριότητας σε αυτά με χρησικτησία (Ολ.
ΑΠ 75/1987). Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 περ. β' ΚΠολ.Δ., ιδρύεται λόγος αναίρεσης της απόφασης και όταν το δικαστήριο, παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως πράγματα κατά την έννοια της διάταξης αυτής νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης και όχι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής ή επιχειρήματα, νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων.
Για να ιδρυθεί ο λόγος αυτός αναίρεσης θα πρέπει ο ισχυρισμός να είχε προταθεί από τον αναιρεσείοντα ενώπιον του δικαστηρίου που εξέδωσε την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση κατά τρόπο ορισμένο και παραδεκτό, να είναι νόμιμος και να ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Συνεπώς, δεν ιδρύεται ο από την ανωτέρω διάταξη λόγος αναίρεσης αν ο αγνοηθείς από το δικαστήριο ισχυρισμός ήταν απαράδεκτος ή νόμω αβάσιμος ή αόριστος. Στην προκείμενη περίπτωση από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της υπόθεσης προκύπτουν τα ακόλουθα: Επί της από 5-7-1974 ένδικης αγωγής του αναιρεσιβλήτου Ελληνικού Δημοσίου κατά του αναιρεσείοντος, περί διεκδικήσεως του επιδίκου ακινήτου, εκδόθηκε αρχικά η 5002/1975 προδικαστική απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, με την οποία αυτό, αφού απέρριψε ως μη νόμιμες την ένσταση ιδίας κυριότητας του εναγομένου και την ασκηθείσα με τις προτάσεις του ανταγωγή περί αναγνωρίσεως του ιδίου ως κυρίου του επιδίκου ακινήτου, έταξε τις αναγκαίες αποδείξεις για τα συγκροτούντα την ιστορική βάση της αγωγής πραγματικά περιστατικά.
Μετά τη διεξαγωγή των αποδείξεων, εκδόθηκε η 2709/1988 οριστική απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, με την οποία έγινε δεκτή η αγωγή ως κατ' ουσίαν βάσιμη. Κατά των παραπάνω αποφάσεων ο εναγόμενος και ήδη αναιρεσείων άσκησε την από 17-4-1989 έφεση, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη 7642/1998 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, που απέρριψε την έφεση, ως ουσιαστικά αβάσιμη.
Ο αναιρεσείων με λόγο της παραπάνω έφεσής του έψεγε την οριστική απόφαση, και τη συνεκληθείσα με αυτήν μη οριστική απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, για εσφαλμένη απόρριψη των ισχυρισμών του που στήριζαν την ένσταση ιδίας αυτού κυριότητας και την ανταγωγή του, ότι απέκτησε την κυριότητα του επίδικου ακινήτου με παράγωγο τρόπο (αγορά), αλλά και πρωτοτύπως με τακτική, άλλως με έκτακτη χρησικτησία.
Ειδικότερα, όπως εκτίθεται στο δικόγραφο της έφεσής του, για τη θεμελίωση της ανταγωγής και της ένστασής του ιδίας κυριότητας, ο αναιρεσείων είχε ισχυρισθεί με τις προτάσεις του της πρώτης πρωτοβάθμιας συζήτησης της υπόθεσης, ότι έγινε κύριος και νομέας του επίδικου οικοπέδου, εμβαδού 306 τ.μ., με αγορά από τον Ζ, δυνάμει του ...
συμβολαίου του συμβολαιογράφου Αθηνών Ιωάννη Παπαθέου, που μεταγράφηκε νόμιμα, ότι στο δικαιοπάροχό του Ζ είχε περιέλθει το οικόπεδο αυτό σε μεγαλύτερη έκταση 16 στρεμμάτων, αντιστοιχούσα σε αδιαίρετο ποσοστό ενός μεγάλου κτήματος εμβαδού 600 στρεμμάτων, με αγορά από τους ..., ..., ... και ... (τεσσάρων στρεμμάτων εξ αδιαιρέτου από τον καθένα), δυνάμει του ...
συμβολαίου του συμβολαιογράφου Αθηνών Ευαγγέλου Παπαλεξανδρή, που μεταγράφηκε νόμιμα, ότι στους δύο πρώτους τούτων, ... και ..., είχαν περιέλθει τα ως άνω ιδανικά μερίδια της έκτασης που ακολούθως πώλησαν στον Ζ, με αγορά, δυνάμει του ... συμβολαίου του ίδιου συμβολαιογράφου Αθηνών, που μεταγράφηκε νόμιμα, από τους άλλους δύο συγκυρίους ...
και ..., στους οποίους είχε περιέλθει ολόκληρο το κτήμα των 600 στρεμμάτων από κληρονομία του αποβιώσαντος πατέρα τους ..., ότι ο τελευταίος και οι δικαιοπάροχοι αυτού νέμονταν με διάνοια κυρίου και με καλή πίστη το αρχικό κτήμα των 600 στρεμμάτων από την εποχή της Τουρκοκρατίας, μετά δε το θάνατο του ... νέμονταν αυτό, με τα ίδια προσόντα χρησικτησίας, οι κληρονόμοι εκείνου ...
και ... συνεχώς μέχρι τις 30-9-1907, γενόμενοι έτσι κύριοι τούτου με έκτακτη χρησικτησία, αφού η τριακονταετής νομή αυτών είχε συμπληρωθεί πριν από τις 12-9-1915, ότι στη συνέχεια, ο ανωτέρω αγοραστής και άμεσος δικαιοπάροχος αυτού Ζ, μετά από άτυπη διανομή του όλου κτήματος των 600 στρεμμάτων μεταξύ των συγκυρίων του, νεμόταν διαιρετώς, με διάνοια κυρίου και καλή πίστη, τη μείζονα έκταση των 16 στρεμμάτων, στην οποία περιλαμβανόταν το επίδικο, από τις 16-9-1917 μέχρι και τις 30-11-1969, ασκώντας επ' αυτής τις αναφερόμενες πράξεις νομής και έτσι έγινε κύριος του επιδίκου με έκτακτη χρησικτησία και ότι ο ίδιος (αναιρεσείων) από της κατά το έτος 1969 αγοράς του επίδικου ακινήτου και μέχρι την έγερση της αγωγής νεμήθηκε αυτό, με καλή πίστη και με νόμιμο τίτλο το προαναφερόμενο συμβόλαιο αγοράς, ασκώντας επ' αυτού τις αναφερόμενες πράξεις νομής, και έτσι απέκτησε την κυριότητα τούτου με παράγωγο τρόπο (αγορά), αλλά και πρωτοτύπως με τακτική, άλλως με έκτακτη χρησικτησία, για τη συμπλήρωση του χρόνου της οποίας συνυπολογίζει στη δική του νομή και το χρόνο νομής των δικαιοπαρόχων του.
Οι πιο πάνω, όμως, θεμελιωτικοί της ανταγωγής και της ενστάσεως ιδίας κυριότητας ισχυρισμοί του αναιρεσείοντος εναγομένου ήταν μη νόμιμοι, διότι α) για μεν το χρονικό διάστημα μέχρι τις 30-9-1907, κατά το οποίο, όπως ιστορείται, ο απώτατος δικαιοπάροχος του εναγομένου ... και μετά το θάνατό αυτού οι κληρονόμοι του ...
και ..., νέμονταν το αρχικό κτήμα των 600 στρεμμάτων, στο οποίο εμπεριέχονταν το επίδικο ακίνητο, δεν αναφέρεται η άσκηση καμιάς συγκεκριμένης πράξης νομής από τους εν λόγω δικαιοπαρόχους του, από δε τις 30-9-1907 και μέχρι τις 11-9-1915 δεν συμπληρώνεται η απαιτούμενη για την κτήση της κυριότητας δημοσίου κτήματος, με έκτακτη χρησικτησία, τριακονταετής νομή αυτών και β) οι διακατοχικές πράξεις που άσκησε μετά τις 11-9-1915 ο άμεσος δικαιοπάροχος του εναγομένου Ζ και στη συνέχεια από το έτος 1969 και μετά ο ίδιος ο αναιρεσείων δεν μπορούσαν να προσπορίσουν σ' αυτόν κυριότητα επί του επίδικου ακινήτου με χρησικτησία (τακτική ή έκτακτη), βάσει των διατάξεων του ΒΡ δικαίου και των άρθρων 1041, 1045, 1051 του ΑΚ, αφού, σύμφωνα με τις διατάξεις του ν.
ΔΞΗ/1912 και τα διατάγματα "περί δικαιοστασίου", που εκδόθηκαν σε εκτέλεσή του, σε δημόσια κτήματα χωρεί μόνο η έκτακτη χρησικτησία , εφόσον όμως η τριακονταετής νομή αυτών είχε συμπληρωθεί μέχρι τις 11-9-1915. Ενόψει τούτων το Εφετείο, που με τις προσβαλλόμενη απόφασή του έκρινε βάσιμη την ένδικη αγωγή του αναιρεσιβλήτου Δημοσίου, χωρίς να εξετάσει κατ' ουσία τους επαναφερθέντες με την έφεσή του ως άνω ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος, που είχε επικαλεσθεί με τις προτάσεις του στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο για τη θεμελίωση της ανταγωγής και της ένστασής του ιδίας κυριότητας, και οι οποίοι δεν ήταν νόμιμοι και ως εκ τούτου δεν ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δεν υπέπεσε στις από το άρθρο 559 αριθ.1 και 8 περ.
β' του ΚΠολΔ πλημμέλειες. Επομένως οι δεύτερος και τρίτος λόγοι του κυρίου δικογράφου της αίτησης αναίρεσης και οι δεύτερος και τρίτος, μέρη δεύτερο, τέταρτο και πέμπτο, πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους προβάλλονται κατά της προσβαλλόμενης απόφασης αιτιάσεις από το άρθρο 559 αριθ.1 και 8 περ. β' του ΚΠολΔ, για παραβίαση των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 1041-1043, 1045, 1051 του ΑΚ, των διατάξεων του ΒΡ δικαίου που προαναφέρθηκαν, του άρθρου 21 του ν.δ.
της 22-4/26-5-1926 και του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ, και για παρά το νόμο μη λήψη υπόψη πραγμάτων που προτάθηκαν από τον αναιρεσείοντα και είχαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και ειδικότερα των παραπάνω αναφερόμενων ισχυρισμών αυτού, είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι. Ο ίδιος, επικουρικά προβαλλόμενος, τρίτος πρόσθετος λόγος αναίρεσης, κατά το τρίτο και έκτο μέρος αυτού, με τον οποίο ο αναιρεσείων προβάλλει αιτιάσεις από το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, ισχυριζόμενος ότι το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του ανεπαρκή αιτιολογία σε σχέση με την απόρριψη της ανταγωγής και της ένστασής του ιδίας κυριότητας, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι, η παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας να λάβει υπόψη ισχυρισμούς των διαδίκων που δεν είναι ουσιώδεις δεν ιδρύει τον από τον αριθμό 19 του άνω άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης.
Τέλος ο ίδιος τρίτος πρόσθετος λόγος αναίρεσης, κατά το πρώτο μέρος του, με τον οποίο ο αναιρεσείων προβάλλει αιτίαση από το άρθρο 559 αριθμ. 9 περ.γ' του ΚΠολΔ, ισχυριζόμενος ότι το Εφετείο άφησε αδίκαστη την ανταγωγή του, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο έκρινε μη νόμιμη την ανταγωγή, όπως την είχε κρίνει και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο.
Επειδή, κατά το άρθρο 559 αριθ. 10 α' ΚΠολΔ, όπως ίσχυε πριν από την τροποποίησή του με το άρθρο 17 παρ. 2 του ν. 2915/2001, επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στη δίκη ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων με τον πρώτο, κατά το σχετικό τμήμα του, λόγο της κύριας αναίρεσης προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από την ως άνω διάταξη πλημμέλεια, ότι το Εφετείο δέχθηκε ως αληθινά πράγματα ουσιώδη για την έκβαση της δίκης χωρίς απόδειξη και ειδικότερα δέχτηκε χωρίς απόδειξη ότι το εναγόμενο έγινε κύριο του επίδικου ακινήτου ως μέρος μεγαλύτερης έκτασης που περιήλθε σ' αυτό α) με τη συνθήκη της Κωνσταντινουπόλεως της 9-7-1832 και με τα πρωτόκολλα του Λονδίνου της 6-6-1830 και της 7-7-1830, β) με δικαίωμα πολέμου, διότι η έκταση αυτή ανήκε προ της επαναστάσεως του 1821 στο σουλτάνο, γ) σύμφωνα με το ΒΔ της 17-11-1836, διότι η έκταση αυτή ανήκε ως δάσος στο τουρκικό δημόσιο και οι ιδιώτες δεν προσκόμισαν τους τίτλους τους, δ) σύμφωνα με το ΒΔ της 3-12-1853 διότι η έκταση ήταν βοσκότοπος και ε) διότι νέμεται την όλη έκταση με τα προσόντα της τακτικής και έκτακτης χρησικτησίας συνεχώς από την απελευθέρωση.
Από την προσβαλλόμενη, όμως, απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο κατέληξε στο αποδεικτικό του αυτό πόρισμα ύστερα από εκτίμηση αποδείξεων και δη εγγράφων και καταθέσεων εξετασθέντων μαρτύρων. Επομένως, ο εξεταζόμενος λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος. Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 10 β' ΚΠολΔ, όπως ίσχυε πριν την αντικατάστασή του με το άρθρο 17 παρ. 2 του ν. 2915/2001, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς να έχει διαταχθεί γι' αυτά απόδειξη.
Ως πράγματα κατά την έννοια της διάταξης αυτής νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης και όχι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής ή επιχειρήματα, νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων.
Για να ιδρυθεί ο λόγος αυτός αναίρεσης θα πρέπει ο ισχυρισμός να είχε προταθεί από τον αναιρεσείοντα ενώπιον του δικαστηρίου που εξέδωσε την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση κατά τρόπο ορισμένο και παραδεκτό, να είναι νόμιμος και να ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Συνεπώς, δεν ιδρύεται ο από την ανωτέρω διάταξη λόγος αναίρεσης αν ο ισχυρισμός, για τον οποίο δεν τάχθηκε απόδειξη, ήταν απαράδεκτος ή νόμω αβάσιμος ή αόριστος, καθώς και αν δεν ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων με την έκτο πρόσθετο λόγο προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από την ως άνω διάταξη πλημμέλεια ότι το Εφετείο παρά το νόμο δέχτηκε α) την έλλειψη άσκησης πράξεων νομής στο επίδικο ακίνητο από μέρους των απώτερων δικαιοπαρόχων του αναιρεσείοντος για χρονικό διάστημα τριάντα ετών πριν από το έτος 1915 και από τον ίδιο για περισσότερα από δέκα έτη μετά την, κατά το έτος 1962, αγορά του επιδίκου και β) ότι το ...
πωλητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Ευαγγέλου Παπαλεξανδρή, το οποίο αναφέρεται στο συμβόλαιο αγοράς του εναγομένου ως τίτλος ιδιοκτησίας του δικαιοπαρόχου του Ζ, είναι άκυρο, γιατί σ' αυτό δεν προσδιορίζεται ποιά είναι η πωλούμενη έκταση, χωρίς να έχει διαταχθεί απόδειξη σχετικά με τα ζητήματα αυτά.
Ο εξεταζόμενος λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος ως στηριζόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση, διότι οι ανωτέρω ισχυρισμοί του αναιρεσείοντος δεν έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, αφού ο μεν ισχυρισμός περί πράξεως νομής των δικαιοπαρόχων του είχε κριθεί μη νόμιμος, κατά τα προαναφερθέντα, η δε παραδοχή του Εφετείου ότι <το ...
πωλητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Ευαγ. Παπαλεξανδρή, το οποίο αναφέρεται στον τίτλο κτήσεως του εναγομένου-αναιρεσείοντος ως τίτλος ιδιοκτησίας του δικαιοπαρόχου του Ζ, είναι άκυρο>, αποτελεί επιχείρημα του δικαστηρίου της ουσίας ότι ο αναιρεσείων δεν απέκτησε την κυριότητα του επιδίκου με παράγωγο τρόπο.
Επειδή, κατά τη διάταξη της παρ.1 του άρθρου 368 του ΚΠολΔ, το δικαστήριο μπορεί να διορίσει έναν ή περισσότερους πραγματογνώμονες, αν κρίνει ότι πρόκειται για ζητήματα που απαιτούν για να γίνουν αντιληπτά ειδικές γνώσεις επιστήμης ή τέχνης. Κατά δε την παρ.2 του ίδιου άρθρου το δικαστήριο οφείλει να διορίσει πραγματογνώμονες αν το ζητήσει κάποιος διάδικος και κρίνει πως χρειάζονται ιδιάζουσες γνώσεις επιστήμης ή τέχνης.
Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι η συμπλήρωση των αποδείξεων με τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης εναπόκειται στην κυριαρχική και μη ελεγχόμενη αναιρετικώς κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο εκτιμά ελευθέρως την ανάγκη της χρησιμοποιήσεως του αποδεικτικού αυτού μέσου, με εξαίρεση την περίπτωση κατά την οποία κάποιος από τους διαδίκους ζητήσει τη διεξαγωγή πραγματογνωμοσύνης και το δικαστήριο κρίνει ότι χρειάζονται ιδιάζουσες γνώσεις επιστήμης ή τέχνης, οπότε οφείλει να διορίσει πραγματογνώμονα ή πραγματογνώμονες.
Συνεπώς, αν δεν υπάρχει παραδοχή του δικαστηρίου ότι πρόκειται για ζητήματα που απαιτούνται για να γίνουν αντιληπτά ιδιάζουσες γνώσεις επιστήμης ή τέχνης, η απόρριψη, ρητώς ή σιωπηρώς, αιτήματος του διαδίκου για τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης δεν δημιουργεί λόγο αναίρεσης κατά το άρθρο 559 ΚΠολΔ. Επομένως το Εφετείο, με το να απορρίψει ρητά το αίτημα του αναιρεσείοντος για διενέργεια πραγματογνωμοσύνης σχετικά με τα ζητήματα, εάν το επίδικο ακίνητο εμπίπτει στη έκταση των 16 στρεμμάτων που είχε αγοράσει ο άμεσος δικαιοπάροχος του αναιρεσείοντος με το 15209/1917 συμβόλαιο και εάν η έκταση αυτή περιλαμβάνεται στη μείζονα έκταση των 600 στρεμμάτων, από την οποία φέρεται να πωλήθηκε με το 6432/1907 συμβόλαιο, χωρίς όμως να δεχθεί ότι πρόκειται για ζητήματα που για να γίνουν αντιληπτά απαιτούνται ιδιάζουσες γνώσεις επιστήμης ή τέχνης, δεν υπέπεσε στις από τους αριθμούς 10 και 19 του άνω άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλειες, γι' αυτό και ο περί του αντιθέτου έβδομος πρόσθετος λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.
Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.11 εδ. β' του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν. Κατά την αληθινή έννοια της διάταξης αυτής, που προκύπτει και από το συνδυασμό της προς τις διατάξεις των άρθρων 106, 237 εδ. 1 στοιχ.β', 346 και 453 του ΚΠολΔ, ως αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν νοούνται και εκείνες των οποίων δεν έγινε σαφής και ορισμένη επίκληση με τις προτάσεις του διαδίκου που τις προσκόμισε.
Δεν συνιστούν, όμως, αποδεικτικά μέσα οι διατάξεις κανόνων δικαίου, όπως είναι και εκείνοι που περιέχονται σε διεθνείς συμβάσεις, που έχει υπογράψει και επικυρώσει η Ελλάδα. Εξάλλου, για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός αναίρεσης πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο α) ποιές είναι οι αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν ή των οποίων δεν έγινε νόμιμη επίκληση με τις προτάσεις του διαδίκου που τις προσκόμισε, β) ο ισχυρισμός, για τον οποίο το δικαστήριο έλαβε υπόψη τις αποδείξεις και η επίδραση που έχει αυτός στο διατακτικό της απόφασης και γ) ο λόγος για τον οποίο δεν έπρεπε να ληφθεί υπόψη ο ισχυρισμός αυτός.
Στην προκειμένη περίπτωση με τον τέταρτο πρόσθετο λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων προβάλλει κατά της προσβαλλόμενης απόφασης αιτίαση από το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. β' ΚΠολΔ, ισχυριζόμενος ότι το Εφετείο, προκειμένου να κρίνει ότι το επίδικο ακίνητο ανήκει στην ευρύτερη περιοχή των ..., που ανήκε ανέκαθεν στο Ελληνικό Δημόσιο με κυριαρχικό δικαίωμα, δυνάμει της από 9-7-1832 Συνθήκης της Κωνσταντινουπόλεως και των από 6-6-1830 και 7-7-1830 Πρωτοκόλλων του Λονδίνου, αλλά και στην έκταση των 1300 στρεμμάτων, η οποία κατά το έτος 1938 κηρύχθηκε αναδασωτέα, έλαβε υπόψη αποδείξεις που προσκόμισε ενώπιόν του το αναιρεσίβλητο, χωρίς όμως να γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση αυτών με τις προτάσεις που υπέβαλε σ' αυτό, και ειδικότερα έλαβε υπόψη α) την από 9-7-1832 Συνθήκη της Κωνσταντινουπόλεως β) τα από 6-6-1830 και 6-7-1830 Πρωτόκολλα του Λονδίνου γ) την υπ' αριθμ. 41.650/1938 απόφαση του Υπουργού Γεωργίας περί κηρύξεως της αναδάσωσης δ) προσκλήσεις που απευθύνθηκαν, σύμφωνα με το άρθρο 154 του δασικού κώδικα, προς τους τυχόν αντιποιουμένους εμπράγματα δικαιώματα επί της αναδασωτέας εκτάσεως, ε) αποφάσεις του Ελληνικού Δημοσίου, με τις οποίες απαγορεύονταν στην πιο πάνω έκταση η βοσκή, υλοτομία και άλλες ενέργειες και στ) αποφάσεις δενδροφυτεύσεως της ίδιας έκτασης.
Ο λόγος αυτός αναίρεσης, κατά το μέρος που αναφέρεται στη λήψη υπόψη από το Εφετείο της ως άνω Συνθήκης και των Πρωτοκόλλων του Λονδίνου είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού οι κανόνες δικαίου που περιέχονται στη Συνθήκη και τα Πρωτόκολλα αυτά δεν αποτελούν αποδεικτικά μέσα, ενώ κατά το υπόλοιπο μέρος του είναι απορριπτέος ως αόριστος, αφού δεν προσδιορίζεται επαρκώς η ταυτότητα των υπό στοιχ.
δ, ε και στ εγγράφων, ούτε το αποδεικτικό περιεχόμενο αυτών και του υπό στοιχ. γ εγγράφου, ούτε ο ισχυρισμός, για τον οποίο το δικαστήριο έλαβε υπόψη τα εν λόγω έγγραφα, καθώς και η επίδραση που έχει αυτός στο διατακτικό της απόφασης. Επειδή, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 14 του ΚΠολΔ, κατά την οποία επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από το δικαίωμα ή απαράδεκτο, προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος με αυτή αναιρετικός λόγος αναφέρεται μόνο στις δικονομικές ακυρότητες, εκείνες δηλαδή που ανάγονται στη διαδικασία και είναι συνέπεια εφαρμογής δικονομικών διατάξεων, όχι δε σε ακυρότητες του ουσιαστικού δικαίου, η παράβαση των οποίων ελέγχεται αναιρετικά με τον από το άρθρο 559 αριθ. 1 προβλεπόμενο λόγο ( Ολ.
ΑΠ 1/1999). Επομένως ο όγδοος, μέρος πρώτο, πρόσθετος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο, με το να κρίνει άκυρο το ... πωλητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Ευαγγέλου Παπαλεξανδρή, το οποίο αναφέρεται στο συμβόλαιο αγοράς του αναιρεσείοντος ως τίτλος ιδιοκτησίας του δικαιοπαρόχου του Ζ, για το λόγο ότι σ' αυτό δεν προσδιορίζεται ποιά είναι η πωλούμενη έκταση, υπέπεσε στην από το άνω άρθρο 559 αριθ. 14 του ΚΠολΔ πλημμέλεια, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος.
Ο ίδιος πρόσθετος λόγος αναίρεσης, κατά το δεύτερο μέρος του, με τον οποίο προβάλλονται αιτιάσεις από το άρθρο 559 αριθ.1 και 19 του ΚΠολ.Δ, για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου και έλλειψη νόμιμης βάσης της προσβαλλόμενης απόφασης, λόγω ανεπαρκών αιτιολογιών, αναφορικά με την ακυρότητα του πιο πάνω πωλητηρίου συμβολαίου, είναι απορριπτέος ως αόριστος, διότι δεν προσδιορίζεται σ' αυτόν ούτε η διάταξη ουσιαστικού δικαίου που φέρεται ότι παραβιάσθηκε, ούτε ο ισχυρισμός ως προς τον οποίο υπάρχει η έλλειψη αιτιολογίας και πως αυτός συνδέεται με το διατακτικό της απόφασης.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι πρέπει να απορριφθούν και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου Ελληνικού Δημοσίου, μειωμένα όμως κατά το άρθρο 22 ν. 3693/1957.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 5-3-2001 αίτηση και τους από 8-10-2007 πρόσθετους λόγους του Χ για αναίρεση της 7642/1998 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 24 Ιουνίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 23 Σεπτεμβρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ