Legislator Case Law & Legislation
1992/2007 AI generated

1992/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1992/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 1η Οκτωβρίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Σουζάνας Κουφιάδου, για να δικάσει μεταξύ : Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27.3.1995 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 8558/1996 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 8483/1997 που διέταξε αποδείξεις, 9561/2002 που ανέβαλε την συζήτηση επί της ουσίας και 7758/2004 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητά ο αναιρεσείων με την από 21.12.2004 αίτησή του.

Legislator headnote

AI generated

1992/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Στην προκειμένη περίπτωση, όπως από την προσβαλλομένη προκύπτει, το Εφετείο, που δίκασε την αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου κατά του ήδη αναιρεσείοντος, με την οποία ο πρώτος εζήτησε να υποχρεωθεί ο τελευταίος και του καταβάλει το ποσό των 45.000.000 δραχμών (132.061, 63 ευρώ), ως αποζημίωση λόγω της αδικοπραξίας (υπεξαίρεσης) που διέπραξε αυτός σε βάρος του ενάγοντος-αναιρεσιβλήτου, δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1992 / 2007 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1992/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Λοβέρδο, Αντιπρόεδρο, Βασίλειο Ρήγα, Δημήτριο Δαλιάνη, Ιωάννη-Σπυρίδωνα Τέντε και Δημήτριο Πατινίδη- Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 1η Οκτωβρίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Σουζάνας Κουφιάδου, για να δικάσει μεταξύ :

Του αναιρεσείοντος : ..... , τον οποίο εκπροσώπησε ο πληρεξούσιος δικηγόρος του Δημήτριος Γιώτσας.

Του αναιρεσίβλητου: ...... δικηγόρου, κατοίκου ..... ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ευάγγελο Αργυρούλη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27.3.1995 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 8558/1996 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 8483/1997 που διέταξε αποδείξεις, 9561/2002 που ανέβαλε την συζήτηση επί της ουσίας και 7758/2004 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητά ο αναιρεσείων με την από 21.12.2004 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Πατινίδης ανέγνωσε την από 21.9.2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι.Υπεξαίρεση τελεσθείσα από εντολοδόχο υφίσταται και επί ιδιοποιήσεως χρημάτων που προκαταβλήθηκαν σ αυτόν από τον εντολέα για την εκτέλεση εντολής. Επομένως ο εντολοδόχος, ο οποίος παρέλαβε από τον εντολέα χρηματικό ποσό με την εντολή να το επενδύσει στο Χρηματιστήριο, αν κατακρατήσει το ποσό και δεν το αποδώσει στον εντολέα στον ορισθέντα χρόνο, μετά την πάροδο αυτού, διαπράττει υπεξαίρεση.

Εξ άλλου, από τη διάταξη του άρθρου 719 του Α.Κ. προκύπτει ότι ο εντολοδόχος έχει υποχρέωση να αποδώσει στον εντολέα οτιδήποτε έλαβε για την εκτέλεση της εντολής ή απέκτησε από την εκτέλεση της. Ο εντολοδόχος δεν έχει κυριότητα επί των χρημάτων που αποκτά από την εκτέλεση της εντολής, γι αυτό σε περίπτωση μη απόδοσης στον εντολέα και παράνομης ιδιοποίησης όσων απέκτησε από την εκτέλεση της εντολής διαπράττει το αδίκημα της υπεξαίρεσης του άρθρου 375 του ΠΚ.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως από την προσβαλλομένη προκύπτει, το Εφετείο, που δίκασε την αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου κατά του ήδη αναιρεσείοντος, με την οποία ο πρώτος εζήτησε να υποχρεωθεί ο τελευταίος και του καταβάλει το ποσό των 45.000.000 δραχμών (132.061, 63 ευρώ), ως αποζημίωση λόγω της αδικοπραξίας (υπεξαίρεσης) που διέπραξε αυτός σε βάρος του ενάγοντος-αναιρεσιβλήτου, δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα.

Ο εναγόμενος, πτυχιούχος μαθηματικής σχολής, από το έτος 1990 άρχισε να ασχολείται με τις επενδύσεις στο χρηματιστήριο, αργότερα δε και αφού είχε αποκτήσει γνώσεις του αντικειμένου, άρχισε να επενδύει και χρήματα του οικογενειακού και φιλικού του περιβάλλοντος. Ότι, συγκεκριμέμα, οι άνθρωποι του περιβάλλοντος του εμπιστεύονταν σ αυτόν τα χρήματα τους, με την εντολή να τα επενδύσει στο χρηματιστήριο, κατά την κρίση του, με την ελπίδα να αποκομίσουν κέρδη.

Ότι ο εναγόμενος δεν είχε την ιδιότητα του χρηματιστή και αυτό ήταν γνωστό στο περιβάλλον του, είχε όμως πείσει τους ανθρώπους που τον περιέβαλλαν ότι είχε αποκτήσει σοβαρές γνώσεις και ότι επιτύγχανε κέρδη. Ότι για τις συναλλαγές που πραγματοποιούσε στο χρηματιστήριο χρησιμοποιούσε κυρίως τις υπηρεσίες της χρηματιστηριακής εταιρίας με την επωνυμία "ΝΙΚΗΦΟΡΟΣ ΑΧΕ", στην οποία εργαζόταν ως αντικρυστής ένας φίλος του, μέσω του οποίου απέκτησε φιλικές σχέσεις και με το νόμιμο εκπρόσωπο της.

Ότι ο εναγόμενος ήταν μνηστευμένος με την Μ1 , ο αδελφός της οποίας ήταν νυμφευμένος με την κόρη του εναγοντος, η οποία ενημέρωσε αυτόν για τις επιτυχίες του εναγομένου στο χρηματιστήριο. Ότι, ειδικότερα, η κόρη του ενάγοντος, που διέθετε ένα εκατομμύριο δραχμές, το οποίο ήταν κατατεθειμένο μαζί με τα χρήματα του πατέρα της, ζήτησε από αυτόν να γίνει ανάληψη του ποσού προκειμένου να το δώσει στον εναγόμενο για επένδυση στο χρηματιστήριο.

Ότι ο ενάγων έδειξε ενδιαφέρον για το θέμα και ήλθε σε επαφή με τον εναγόμενο, ο οποίος του μίλησε για έξυπνες επενδύσεις στο χρηματιστήριο που αποφέρουν πολλαπλάσια κέρδη και τον έπεισε να επενδύσει και αυτός χρήματα μέσω αυτού. Ότι ο ενάγων γνώριζε ότι ο εναγόμενος δεν είχε την ιδιότητα του χρηματιστή, πείσθηκε όμως να δώσει χρήματα για επένδυση, επειδή εκτός από τα κέρδη ο εναγόμενος του είπε ότι, αν χρειαζόταν τα χρήματα του, μπορεί να του αποδώσει το κεφάλαιο του μέσα σε δύο ημέρες.

Ότι, συγκεκριμένα, ο ενάγων παρέδωσε στις 19-10-1993 στον εναγόμενο 21.500.000 δραχμές, για τη λήψη των οποίων ο εναγόμενος υπέγραψε δύο αποδείξεις και στις 30-11-1993 παρέδωσε ακόμη 12.500.000 δραχμές και ο εναγόμενος υπέγραψε απόδειξη στην οποία αναγράφεται ότι πήρε το ανωτέρω ποσό με σκοπό την επένδυση στο χρηματιστήριο και σε ξένα νομίσματα.

Ότι το συνολικό δηλαδή ποσό που παρέδωσε ο ενάγων στον εναγόμενο με σκοπό να το επενδύσει κατά τον τρόπο που αναφέρεται στις αποδείξεις (ήτοι στο χρηματιστήριο και σε ξένα νομίσματα) ανέρχεται σε 34.500.000 δραχμές. Ότι από το μήνα Νοέμβριο 1993 έως το Μάιο 1994 ο ενάγων είχε τηλεφωνικές επαφές με τον εναγόμενο για την πορεία των επενδύσεων, δεν αποδεικνύεται, όμως, ότι είχε ακριβή γνώση για τον τρόπο εκτέλεσης της εντολής που είχε δώσει στον εναγόμενο.

Ότι ο εναγόμενος είχε δημιουργήσει κοινό κεφάλαιο με τα χρήματα όλων των γνωστών και φίλων που τον είχαν εμπιστευθεί και προέβαινε σε χρηματιστηριακές συναλλαγές στο όνομα του. Ότι κατά μήνα Μάιο 1994 ο ενάγων αναζήτησε τον εναγόμενο και όταν τον βρήκε ζήτησε 10.000.000 δραχμές, επειδή είχε ανάγκη μετρητών χρημάτων.

Ότι ο εναγόμενος δεν ήταν σε θέση να αποδώσει το χρηματικό αυτό ποσό και απέδωσε, μετά από πολλές υπεκφυγές, το ποσό του 1.000.000 δραχμών στις 16-6-1994. Ότι ο ενάγων, μετά από αυτή τη συμπεριφορά, άρχισε να έχει υποψίες για την ασφάλεια των χρημάτων του και ζήτησε απόδοση λογαριασμού για τον τρόπο τοποθέτησης και για την απόδοση των χρημάτων.

Ότι ο εναγόμενος συνέταξε τότε το από 16-6-1994 έγγραφο, στο οποίο έθεσε τον τίτλο "Επένδυση χρημάτων εις ΧΑΑ" και αφού αναφέρει τα ποσά που έχει πάρει από τον ενάγοντα και τους χρόνους που τα έλαβε, αποδίδει λογαριασμό για τον τρόπο που εκτέλεσε την εντολή και αναφέρει ότι τα ποσά διαμορφώθηκαν όπως με λεπτομέρεια αναφέρεται στο ανωτέρω έγγραφο και στην προσβαλλόμενη απόφαση και ότι το τελικό ποσό ανήλθε (με τις αποδόσεις) σε 48.500.000 δραχμές.

Ότι, με την τελευταία παράγραφο του εγγράφου ο εναγόμενος ανέλαβε την υποχρέωση να αποδώσει το ανωτέρω ποσό, το οποίο συντίθεται από το αρχικό κεφάλαιο και τα ποσά που προήλθαν από την εκτέλεση της εντολής, τμηματικά μέσα σε είκοσι ημέρες, ήτοι μέχρι την 6-7-1994.Ότι ο εναγόμενος δεν προέβη στην τμηματική απόδοση του κεφαλαίου και των ποσών που απέκτησε από την εκτέλεση της εντολής (Α.Κ. 719), αλλά απέδωσε, εκτός από το προαναφερθέν ποσό του 1.000.000 δραχμών, άλλες 500.000 δραχμές κατά μήνα Σεπτέμβριο και 2.000.000 δραχμές που απέδωσε για λογαριασμό του η Μ1 την 1-11-2004.Και ότι το υπόλοιπο ποσό των 45.000.000 δραχμών ο εναγόμενος δεν το απέδωσε στον ενάγοντα, αλλά με πρόθεση ιδιοποιήσεως, το ενσωμάτωσε στην περιουσία του και έτσι το υπεξήρεσε.Σύμφωνα με τις άνω παραδοχές του Εφετείου, ο εναγόμενος, που έλαβε από τον ενάγοντα το (προκαταβληθέν σ' αυτόν) συνολικό ποσό των 34.500.000 δραχμών, με την εντολή να το επενδύσει στο χρηματιστήριο και ενώ η επένδυση του ποσού αυτού απέφερε κέρδη 14.500.000 δραχμών και ανέλαβε, με το άνω από 16-6-1994 έγγραφο, να αποδώσει στον ενάγοντα το συνολικό ποσό των 48.500.000 δραχμών(συγκείμενο από το προκαταβληθέν σ αυτόν για την εκτέλεση της εντολής κεφάλαιο και το ποσό (κέρδη) που απέκτησε από την εκτέλεση της εντολής) μέχρι την 6-7-1994, δεν το απέδωσε, εκτός από 3.500.000 δρχ.

και το υπόλοιπο ποσό των 45.000.000 δραχμών, με πρόθεση ιδιοποιήσεως, το ενσωμάτωσε στην περιουσία του και έτσι, μετά την πάροδο του ορισθέντος χρόνου αποδόσεως (6-7-1994), διέπραξε, κατά τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη, υπεξαίρεση.Κατ ακολουθίαν των παραδοχών αυτών, το Εφετείο, που δέχθηκε την αγωγή του ενάγοντος-εντολέως, στηριζόμενη στην αδικοπραξία (υπεξαίρεση του άνω ποσού) και υποχρέωσε τον εναγόμενο - εντολοδόχο να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό αυτό ως αποζημίωση και με προσωπική του κράτηση, δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 719, 830, 914 (σε συνδυασμό με το άρθρο 375 Π.Κ.) και 1034 του Α.Κ.

και ο εκ του άρθρου 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ. αντίθετος πρώτος λόγος της αναιρέσεως είναι αβάσιμος. Το Εφετείο, το οποίο με τις άνω σαφείς και επαρκείς αιτιολογίες κατέληξε στο προαναφερόμενο αναμφίβολο αποδεικτικό του πόρισμα, δεν παραβίασε εκ πλαγίου, με ανεπαρκείς(ενδοιαστικές) ή αντιφατικές αιτιολογίες, τις άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και ο αντίθετος εκ του άρθρου 559 αριθ. 19 του Κ.Πολ.Δ.

τρίτος λόγος της αναιρέσεως είναι αβάσιμος.

ΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.1 εδ.β του Κ.Πολ.Δ., ιδρύεται λόγος αναιρέσεως όταν το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποίησε ή παρέλειψε να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας για την ανεύρεση, με βάση αυτά, της αληθινής έννοιας κανόνα δικαίου ή την υπαγωγή σε αυτόν των (γενόμενων δεκτών) πραγματικών περιστατικών της διαφοράς και όχι όταν παραβίασε τα διδάγματα αυτά κατά την εκτίμηση των αποδείξεων.

Στην προκειμένη περίπτωση, η κατά τις άνω ανέλεγκτες παραδοχές του Εφετείου, συμπεριφορά του εναγομένου, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, ήταν ικανή να επιφέρει το ζημιογόνο αποτέλεσμα που επέφερε, αφού αυτός, παραλαβών από τον ενάγοντα το ποσό των 34.000.000 δραχμών και επενδύσας αυτό στο χρηματιστήριο με κέρδη 14.500.000 δραχμών, δεν απέδωσε το συνολικό ποσό των 48.500.000 δραχμών στον ενάγοντα, αλλά μόνο 3.500.000 δρχ.

και το εκ δραχμών 45.000.000 υπόλοιπο με πρόθεση ιδιοποιήσεως το ενσωμάτωσε στην περιουσία του και έτσι το υπεξήρεσε. Επομένως, μεταξύ της άνω συμπεριφοράς του εναγομένου και της επελθούσης ζημίας (ζημιογόνου αποτελέσματος) υφίσταται αιτιώδης συνάφεια και το Εφετείο, με τις προαναφερόμενες παραδοχές του, δεν παραβίασε το επικαλούμενο από τον αναιρεσείοντα (σχετικό με την ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας) δίδαγμα της κοινής πείρας ότι η επένδυση στο χρηματιστήριο σημαίνει διάθεση χρημάτων προς αγορά μετοχών και ανάληψη κινδύνου κατά την υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που δέχθηκε στην αληθινή έννοια των κανόνων δικαίου των άρθρων 375 Π.Κ.

και 914, 719, 806 και 830 Α.Κ. και ο αντίθετος εκ του άρθρου 559 αριθ. 1β του Κ.Πολ.Δ., δεύτερος λόγος της αναιρέσεως είναι αβάσιμος.

ΙΙΙ. Όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση το Εφετείο δέχθηκε ότι, λόγω της αδικοπραξίας (υπεξαίρεσης από τον εναγόμενο του άνω ποσού των 45.000.000 δραχμών) πρέπει να απειληθεί κατ' αυτού (εναγομένου) προσωπική κράτηση, διάρκειας έως οκτώ (8) μηνών, την οποία και απήγγειλε κατά του τελευταίου, ως μέσο αναγκαστικής εκτέλεσης της αποφάσεως. Ητοι, κατά τις παραδοχές του Εφετείου, η άνω προσωπική κράτηση του εναγομένου απαγγέλθηκε μόνο για την αδικοπραξία της υπεξαίρεσης από αυτόν του άνω ποσού και όχι και για την πράξη της καταδολίευσης δανειστών, την οποία δέχθηκε το Εφετείο ότι ετέλεσε ο εναγόμενος με τη μεταβίβαση του αναφερόμενου στην προσβαλλομένη διαμερίσματος του στην .... και την εντεύθεν ματαίωση της μερικής έστω ικανοποιήσεως του ενάγοντος, Επομένως, το Εφετείο, με αυτές τις παραδοχές του, δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, με ανεπαρκείς αιτιολογίες, τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 914 του Α.Κ. και 1047 του Κ.Πολ.Δ. και ο αντίθετος εκ του άρθρου 559 αριθ.1 και 19 Κ.Πολ.Δ. τέταρτος (τελευταίος)λόγος της αναιρέσεως είναι αβάσιμος.

IV.Ακολούθως τούτων η αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί και να επιβληθεί η δικαστική δαπάνη σε βάρος του αναιρεσείοντος (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 21-12-2004 αίτηση του ..... για αναίρεση της 7758/2004 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει σε χίλια εκατό εβδομήντα (1170) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 22 Οκτωβρίου 2007.

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο στις 19 Νοεμβρίου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ