Legislator Case Law & Legislation
1991/2022 AI generated

Supreme Court allows union appeal against pension fund liability ruling, remanding case for further examination of solvency.

Case Number 1991/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece allowed the appellant union's appeal against the First Instance Court's judgment ordering it to pay pension benefits. The union argued it was only liable up to the amount in its special fund, while the First Instance Court ruled it liable regardless of the fund's solvency. The Court found the First Instance Court violated substantive law by ignoring the statutory limit on union liability and remanded the case for further examination of the fund's adequacy.

Legislator headnote

AI generated

Articles 4(2) of Law 1264/1982 and 560(1) & 6 of the Code of Civil Procedure; A union's liability for pension benefits is strictly limited to the resources of its special fund, and a judgment imposing liability beyond this limit violates substantive law and must be set aside.

Keywords

AI generated
union pension liability special fund solvency substantive law violation remand for further examination statutory limits on liability pension benefits distribution code of civil procedure

Cited Legislation

AI generated
Article 4(2) of Law 1264/1982
Article 576 of the Code of Civil Procedure
Article 226(4)(c) and (d) of the Code of Civil Procedure
Article 575(1)(b) of the Code of Civil Procedure
Article 580(3) of the Code of Civil Procedure
Article 495(3) of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 191(2) of the Code of Civil Procedure
Article 560(1) and (6) of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1991 / 2022 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1991/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Γεώργιο Αυγέρη - Εισηγητή και Μαρί Δεργαζαριάν, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Μαΐου 2022, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: σωματείου με την επωνυμία ... που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξουσίους δικηγόρους του Νικόλαο Δήμα και Νικόλαο Βερβεσό.

Των αναιρεσιβλήτων: 1. … και 77. Ε. Χ., κατοίκου Γέρακα Αττικής. Οι 2η, 4η, 7η, 21ος, 24ος, 26η, 27ος, 33η, 34ος, 38ος, 39ος, 50η, 52η, 55η, 56ος, 57η, 58ος και 73η αναιρεσίβλητοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Λάμπρο Μακρυγιάννη, οι 8η, 11η, 13η, 15ος, 18η, 20η, 29η, 30η, 48η, 65ος, 72ος και 77η αναιρεσίβλητοι παραστάθηκαν με τον ίδιο ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο, ενώ άπαντες οι λοιποί αναιρεσίβλητοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26-8-2013 και με αριθμό κατάθεσης 1377/2013 αγωγή, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2158/2016 του ίδιου Δικαστηρίου και 5205/2018 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 26-10-2018 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Οι πληρεξούσιοι του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των παραστάντων αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις του άρθρου 576 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως αν ο απολειπόμενος διάδικος επέσπευσε εγκύρως τη συζήτηση, οπότε συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν και αυτός παρών ή αν τη συζήτηση επέσπευσε ο αντίδικος του απολειπόμενου διαδίκου, οπότε εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν ο τελευταίος κλητεύθηκε νομίμως και εμπροθέσμως.

Στην περίπτωση που η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε καθόλου ή δεν επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση. Στην αντίθετη περίπτωση, προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις του άρθρ. 226 παρ.4 εδ. γ` και δ` ΚΠολΔ, που εφαρμόζονται και στην αναιρετική δίκη (αρθρ. 575 παρ.1 εδ.

β` ΚΠολΔ), αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματέας οφείλει αμέσως μετά το τέλος της συνεδρίασης να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίσθηκε, κατά την οποία δεν χρειάζεται νέα κλήση του διαδίκου προς εμφάνιση και η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων.

Ωστόσο, κατά την έννοια των τελευταίων αυτών διατάξεων, η αναβολή της υπόθεσης και η αναγραφή της στο πινάκιο του δικαστηρίου για τη μετ` αναβολή δικάσιμο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για τη δικάσιμο αυτή και επομένως δεν χρειάζεται νέα κλήση του απολειπόμενου κατ` αυτή διαδίκου, εφόσον αυτός είτε είχε επισπεύσει ο ίδιος τη συζήτηση της υπόθεσης κατά την αρχική δικάσιμο είτε είχε νόμιμα κλητευθεί να παραστεί κατά την αρχική δικάσιμο είτε είχε σε κάθε περίπτωση, νόμιμα παραστεί κατ` αυτή, οπότε με τη νόμιμη παράσταση του χωρίς εναντίωσή του, καλύφθηκε η τυχόν ακυρότητα της κλήτευσης του για την αρχική δικάσιμο.

Διαφορετικά, η αναβολή της υπόθεσης και η αναγραφή της στο πινάκιο του δικαστηρίου για τη μετ` αναβολή δικάσιμο δεν ισχύει ως κλήτευση του απολειπόμενου κατ` αυτή διαδίκου (ΑΠ 520/2018, ΑΠ 1507/2014). Στην προκειμένη περίπτωση, από την προσκομιζόμενη από το αναιρεσείον 8824/9.7.2019 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας Εφετείου Αθηνών με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών, Ιωάννη Παπανδρέου, προκύπτει ότι επικυρωμένο αντίγραφο της υπό κρίση αίτησης με την επ` αυτής πράξη προσδιορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση έχει επιδοθεί, με επιμέλεια του επισπεύδοντος τη συζήτηση αναιρεσείοντος νομίμως και εμπροθέσμως προς τους 1ο, 3ο, 5η, 6η, 9η, 10η, 12η, 14η, 16ο, 17ο, 19ο, 22η, 23η, 25η, 28ο, 31η, 32η, 35η, 36η, 37ο, 40η, 41η, 42η, 43η, 44η, 45η, 46η, 47η, 49η, 51η, 53η, 54η, 59η, 60ο, 61η, 62ο, 63ο, 64η, 66η, 67η, 68η, 69η, 70ο, 71ο, 74ο, 75η και 76η των αναιρεσιβλήτων (άρθρο 568 παρ. 2, 3 και 4 ΚΠολΔ), για την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο της 23.11.2020, κατά την οποία η συζήτηση της υπόθεσης αναβλήθηκε για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας.

Επομένως, εφόσον οι ως άνω αναιρεσίβλητοι δεν εμφανίσθηκαν και δεν εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο, κατά τη νόμιμη εκ του πινακίου εκφώνηση της υπόθεσης, στην ανωτέρω δικάσιμο, κατά την οποία δεν ήταν αναγκαία η εκ νέου κλήτευση αυτών, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 226 παρ.4 ΚΠολΔ., πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση χωρίς την παρουσία τους (άρθρα 568 παρ. 4 εδ.

α` και 576 παρ. 2 εδ. α` και γ` ΚΠολΔ).

Το καταστατικό σωματείου αποτελεί έκφραση της αυτονομίας του και περιέχει τους εγγράφως τεθέντες κανόνες, δεσμευτικούς για τα μέλη και τη διοίκησή του, που ρυθμίζουν την προς τα έσω και έξω οργάνωση και λειτουργία του και έχει συμβατικό (και όχι κανονιστικό) χαρακτήρα. Ειδικότερα, συνιστά δήλωση βουλήσεως απευθυντέα σε ευρύ κύκλο προσώπων και δεν θέτει κανόνες ουσιαστικού δικαίου.

Η συνδέουσα τα μέλη και το σωματείο σχέση περιλαμβάνει δικαιώματα και υποχρεώσεις. Τα δικαιώματα που συνεπάγεται η ιδιότητα μέλους σωματείου αναγνωρίζονται από το νόμο ή το καταστατικό. Κατά το άρθρο 80 ΑΚ μεταξύ άλλων, στο καταστατικό επί ποινή ακυρότητας πρέπει να καθορίζονται τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις των μελών του.

Κάθε προσθήκη, αφαίρεση ή μεταβολή διατάξεων του καταστατικού που αφορούν τα ανωτέρω αναγκαία κατά νόμο στοιχεία του συνιστούν τροποποίηση του, η οποία, κατά το άρθρο 84 ΑΚ, ισχύει σύμφωνα με τα οριζόμενα στις διατάξεις των άρθρων 79, 81 και 82 ΑΚ. Οι συνδικαλιστικές οργανώσεις έχουν κατά το Σύνταγμα και κατά το νόμο σκοπό τη διαφύλαξη και προαγωγή των εργασιακών, οικονομικών, ασφαλιστικών, κοινωνικών και συνδικαλιστικών συμφερόντων των εργαζομένων, χωρίς όμως να συνδυάζεται η εξυπηρέτηση των σκοπών αυτών με κερδοσκοπική δραστηριότητα (άρθρο 12 του Συντάγματος και άρθρα 1 και 4 ν.1264/1982).

Για τη σύσταση, οργάνωση και λειτουργία των συνδικαλιστικών οργανώσεων εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 78 επ. του ΑΚ, όπως αυτές συμπληρώνονται ή τροποποιούνται από τις διατάξεις του ν.1264/1982. Κατά τη διάταξη του άρθρου 4 παρ.2 του ανωτέρω νόμου, μπορούν να δημιουργούν ειδικά κεφάλαια για την εξυπηρέτηση ορισμένων έκτακτων σκοπών αλληλεγγύης και αλληλοβοήθειας των μελών τους.

Τα κεφάλαια αυτά στερούνται νομικής προσωπικότητας αποτελούν συγκέντρωση περιουσίας, η οποία περιορίζεται να αναλωθεί για ορισμένους σκοπούς (ΑΠ 1243/2019). Σε περίπτωση σύστασης ειδικών κεφαλαίων από συνδικαλιστική οργάνωση για την εξυπηρέτηση απολαύσεως υλικών πλεονεκτημάτων των μελών, η υποχρέωσή της περιορίζεται στα όρια των ανωτέρω ειδικών κεφαλαίων, των οποίων η σύσταση από τις συνδικαλιστικές οργανώσεις κατ' εξαίρεση αναγνωρίζεται προς εξυπηρέτηση των ως άνω σκοπών τους και δεν γεννάται περιουσιακή απαίτηση πέραν των ορίων της οικονομικής επάρκειας του Ειδικού Λογαριασμού ούτε αντιστοίχως ευθύνη του Σωματείου- συνδικαλιστικής οργάνωσης, ενόψει του ότι αυτή απαγορεύεται, όπως ήδη εκτέθηκε, να ασκεί κερδοσκοπική δραστηριότητα και να προβαίνει σε διανομή περιουσίας.

Τα ανωτέρω ισχύουν και στην περίπτωση που το Σωματείο συνάπτει με ασφαλιστική επιχείρηση σύμβαση διαχειριστικής ασφάλισης λογαριασμού. Ειδικότερα, σύμφωνα με τη σύμβαση για τη διαχείριση των ομαδικών συνταξιοδοτικών κεφαλαίων του προσωπικού επιχείρησης ή και των μελών νομικού προσώπου (όπως συλλόγου), η ασφαλιστική επιχείρηση δημιουργεί Λογαριασμό Κατάθεσης Ασφαλίστρων, στον οποίο καταθέτει χρήματα η επιχείρηση ή ο σύλλογος (λήπτης της ασφάλισης), εκείνη δε, έναντι προμήθειας, την οποία λαμβάνει από το λογαριασμό, αναλαμβάνει την υποχρέωση, όταν πληρωθεί η αναβλητική αίρεση υπό την οποία τελεί και ειδικότερα όταν πληρωθούν οι προϋποθέσεις της συνταξιοδότησης και οι συμφωνηθέντες, στα πλαίσια της διάταξης του άρθρου 361 ΑΚ, μεταξύ των συμβαλλομένων όροι, να καταβάλλει στον οριζόμενο δικαιούχο (εργαζόμενο της επιχείρησης ή μέλος του συλλόγου) τη συνταξιοδοτική παροχή (ασφάλισμα), την οποία αφαιρεί από το Λογαριασμό Κατάθεσης Ασφαλίστρων, που έχει δημιουργηθεί από τις καταθέσεις του εργοδότη, ή του επαγγελματικού σωματείου χωρίς να μετέχει η ίδια (ασφαλιστική εταιρεία), αφού η συμμετοχή της περιορίζεται στη διαχείριση των συνταξιοδοτικών κεφαλαίων και υποχρεούται να προβεί στην καταβολή της συνταξιοδοτικής παροχής στο μέτρο της επάρκειας του λογαριασμού διαχείρισης κεφαλαίων.

Υπό τις συνθήκες αυτές συνάπτεται γνήσια σύμβαση υπέρ τρίτου, διεπόμενη από τις προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 410, 411 επ. ΑΚ, δηλαδή υπέρ του ασφαλισμένου (εργαζομένου ή μέλους του συλλόγου), καθόσον το δικαίωμα επί του ασφαλίσματος γεννιέται, όταν επέλθει η ασφαλιστική περίπτωση και υπό τους όρους που ορίζει η σύμβαση απευθείας και αμέσως στο πρόσωπο του, χωρίς να απαιτείται να αποκτηθεί τούτο πρώτα από τον αντισυμβαλλόμενο, λήπτη της ασφάλισης και ύστερα να μεταβιβασθεί από αυτόν στον τρίτο ασφαλισμένο (ΑΠ 361/2022, ΑΠ 678/2020, ΑΠ 162/2017).

Σε περίπτωση ανώμαλης εξελίξεως της ενοχής στη γνήσια σύμβαση υπέρ τρίτου, μπορεί ο τρίτος κατά τους όρους της συνδέουσας αυτόν με τον δέκτη της υπόσχεσης έννομης σχέσης, να στραφεί κατά του δέκτη της υπόσχεσης, όταν ο τελευταίος με τη συμπεριφορά του ματαιώνει την καταβολή της παροχής, από αυτόν που υποσχέθηκε και να αξιώσει αποζημίωση (AΠ 678/2020, πρβλ ΑΠ 1301/2013).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρ. 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή, αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ ΑΠ 1/2020, Ολ ΑΠ 4/2018, ΑΠ 403/2020, ΑΠ 183/2020, ΑΠ 156/2019, ΑΠ 326/2018).

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.

Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 8/2018, ΟλΑΠ 7/2006, ΑΠ 917/2020).

Στην προκειμένη περίπτωση, το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, που δίκασε ως Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο, μέρος των, τα εξής: "Άπαντες οι ενάγοντες και ήδη εφεσίβλητοι τυγχάνουν συνταξιούχοι υπάλληλοι της Αγροτικής Τράπεζας της Ελλάδος και...

ήταν μέλη του επιχειρησιακού σωματείου εργαζομένων της με την επωνυμία "Σύλλογος εργαζομένων Αγροτικής Τράπεζας της Ελλάδος (ΣΕΑΤΕ)", που αναγνωρίστηκε με την υπ` αριθμόν 6758/31.12.1998 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών... και προήλθε από τη συνένωση και ενοποίηση των άλλοτε αυτοτελών Συλλόγων Υπαλλήλων (ΣΥΑΤΕ), Επιστημονικού Προσωπικού:

ΑΤΕ (ΣΕΠΑΤΕ) και Γεωτεχνικών Επιστημόνων (ΣΓΕΑΤΕ). Ήδη, κατόπιν νέας τροποποίησης του καταστατικού του, που επικυρώθηκε την υπ` αριθμόν 653/04.0202013 διαταγή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών μετά την ενοποίηση των συλλόγων των δύο τραπεζών Αγροτικής και Πειραιώς μετονομάσθηκε με την επωνυμία "Σύλλογος Εργαζομένων Τράπεζας Αγροτικής- Πειραιώς (ΣΕΤΑΠ)".

Σκοπός του σωματείου, σύμφωνα με το άρθρο 3 του καταστατικού του, είναι η μελέτη, προάσπιση και προαγωγή των ηθικών, επαγγελματικών- εργασιακών, οικονομικών, ασφαλιστικών, κοινωνικών, συνδικαλιστικών και ταξικών συμφερόντων των μελών του και, μεταξύ άλλων, ειδικότερα, η δημιουργία ειδικών κεφαλαίων για την κάλυψη εκτάκτων αναγκών των μελών του καθώς και για την αλληλοβοήθεια τους (όρος 3 παρ. 1, στοιχείο I).

Οι πόροι του σωματείου... προέρχονταν, εκτός από τα λοιπά έσοδα από την αξιοποίηση της περιουσίας του, τις δωρεές, τη διοργάνωση εκδηλώσεων, την έκδοση περιοδικών κλπ, και από την τακτική μηνιαία συνδρομή των μελών του (όρος 5 στοιχ.α), η οποία καθορίστηκε σε ποσοστό ύψους 1% επί των μηνιαίων ακαθάριστων αποδοχών τους, με δυνατότητα αυξομείωσης κατόπιν απόφασης της Γενικής Συνέλευσης.

Παράλληλα προβλέφθηκε και η καταβολή έκτακτων εισφορών για την κάλυψη έκτακτων αναγκών στο πλαίσιο του σκοπού του σωματείου με απόφαση της Γενικής Συνέλευσης και ανώτατο επιτρεπτό ετήσιο όριο. Οι εν λόγω συνδρομές και εισφορές εισπράττονταν μέσω παρακράτησης από το σωματείο από τη μισθοδοσία των μελών του- ευχέρεια που δεν απονέμεται στα κοινά σωματεία- διαμέσου της αρμόδιας υπηρεσίας της εργοδότριας Αγροτικής Τράπεζας και αποδίδονταν από αυτή στο σωματείο, με τη μεταφορά των αντίστοιχων ποσών μηνιαίως σε πίστωση λογαριασμού καταθέσεων που τηρεί το σωματείο στην Τράπεζα (όρος 13).

Περαιτέρω, στο άρθρο 16 του καταστατικού του υπό τον τίτλο "οικονομική ενίσχυση εξερχόμενων μελών" προβλέφθηκαν τα εξής: "Α) Στα μέλη του Σωματείου που αποχωρούν οριστικά και αμετάκλητα από την Αγροτική Τράπεζα, λόγω συνταξιοδότησης ή παραίτησης ή θανάτου, παρέχεται οικονομική ενίσχυση με βάση τις πλήρεις αποδοχές, που λαμβάνουν κατά το χρόνο της εξόδου τους, σύμφωνα με την ακόλουθη αναλογία: 1) 2 μηνών πλήρεις αποδοχές, για όσους έχουν συμπληρώσει 25 χρόνια ως μέλη του Σωματείου, 2)... 3)...

και 4)... Δ) Για την εξυπηρέτηση του σκοπού αυτού ποσοστό μέχρι 50% από τις μηνιαίες τακτικές εισφορές των μελών τηρείται σε Ειδικό Λογαριασμό.... ΣΤ) Το Δ.Σ. δύναται να συνάψει με μία οικονομικά εύρωστη ασφαλιστική εταιρεία, ειδική συμφωνία για ομαδική ασφάλιση των μελών του Σωματείου ώστε, αξιοποιώντας όλα ή μέρος των μέχρι τότε υπολοίπων του ως άνω Ειδικού Λογαριασμού και όλο ή μέρος του 40% των παρακρατούμενων μηνιαίων τακτικών εισφορών, να εξασφαλίσει, αντίστοιχα, καλύτερους ή ίσους όρους σε σχέση με αυτούς που προβλέπονται στις παραπάνω περιπτώσεις (Α) και (Β).

Ζ) Τα μέλη του Συλλόγου στην όποια περίπτωση ύπαρξης νέου καθεστώτος Ομαδικής Ασφάλισης θα δικαιούνται και θα λαμβάνουν, τουλάχιστον, τα ποσά που θα ελάμβαναν από τους προηγούμενους λογαριασμούς των επί μέρους Συλλόγων τους"... Στο πλαίσιο της υλοποίησης της υπό στοιχείο ΣΤ περίπτωσης του άρθρου 16 του καταστατικού του, ο δικαιοπάροχος του πρώτου των εναγομένων και ήδη εκκαλούντος, ήτοι το σωματείο με την επωνυμία "Σύλλογος Υπαλλήλων Αγροτικής Τράπεζας της Ελλάδος" (ΣΥΑΤΕ) (εφεξής: "συμβαλλόμενος"), ενόσω λειτουργούσε ως αυθύπαρκτος και ανεξάρτητος των λοιπών δύο ενώσεων ("ΣΕΠΑΤΕ" και "ΣΓΕΑΤΕ"), συνήψε με τη δεύτερη των εναγομένων και ήδη εκκαλούσα ασφαλιστική εταιρεία (εφεξής: "η εταιρεία") την υπ` αριθμόν 38553000048/14.05.1985 σύμβαση ομαδικής ασφάλισης λογαριασμού διαχείρισης κεφαλαίου (εφεξής συμβόλαιο με αριθμό 48/1985), με τις μεταγενέστερες Πρόσθετες Πράξεις της και με ημερομηνία έναρξης ισχύος στις 14.05.1985.

Αναπόσπαστο μέρος του εν λόγω ασφαλιστηρίου συμβολαίου αποτελεί ο Γενικός Κανονισμός του Προγράμματος Πρόνοιας, όπως εκάστοτε ισχύει (άρθρο 1 παρ. 1). Με το συμβόλαιο αυτό και σύμφωνα με το πρόγραμμα εφάπαξ παροχών ο κάθε ασφαλισμένος κατά την αποχώρησή του από την εργασία του στην Αγροτική Τράπεζα λόγω συνταξιοδότησης, θα ελάμβανε απευθείας από την ασφαλιστική εταιρεία συγκεκριμένο χρηματικό ποσό και ειδικότερα εφάπαξ ασφαλιστική παροχή, για την καταβολή της οποίας η ασφαλιστική εταιρεία κάθε φορά που αποχωρούσε κάποιος ασφαλισμένος, απέσυρε από τον τηρούμενο λογαριασμό ασφαλίστρων (Λογαριασμό Διαχείρισης Κεφαλαίου) το απαιτούμενο ποσό, το οποίο στη συνέχεια κατέβαλε στο δικαιούχο, αφού προηγουμένως το σωματείο είχε ειδοποιήσει την ασφαλιστική εταιρεία για την αποχώρηση του συγκεκριμένου υπαλλήλου, παρέχοντας συγχρόνως και όλα τα απαραίτητα στοιχεία (χρόνος υπηρεσίας, ηλικία, μισθός) για τον προσδιορισμό του ποσού αυτού. (Ακολουθούν σκέψεις της προσβαλλόμενης απόφασης που αφορούν την απόρριψη της έφεσης της δεύτερης εναγομένης ασφαλιστικής εταιρείας ...

που δεν ενδιαφέρουν εν προκειμένω, αφού αυτή δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη)........... Εξάλλου με βάση τον προειρημένο υπό στοιχείο Α) όρο του άρθρου 16 του καταστατικού του σωματείου το τελευταίο ανέλαβε τη συμβατική υποχρέωση προς έκαστο δικαιούχο μέλος του, όπως καταβάλει σε αυτόν την οριζόμενη σε αυτόν τον όρο οικονομική ενίσχυση ως εφάπαξ βοήθημα κατά την αποχώρησή του από την ενεργό υπηρεσία και δη κατά τη συνταξιοδότησή του.

Ειδικότερα, δυνάμει του προεκτεθέντος άρθρου 16 του καταστατικού του πρώτου των εναγομένων και ήδη εκκαλούντος, το σωματείο ως συνδικαλιστική οργάνωση σε εφαρμογή του άρθρου 4 παρ. 2 του ν. 1264/1982 και προς εκπλήρωση του σκοπού του, που συνίσταται, μεταξύ άλλων, στη δημιουργία ειδικών κεφαλαίων για την κάλυψη έκτακτων αναγκών των μελών του καθώς και στην αλληλοβοήθεια τους, ανέλαβε έναντι των τελευταίων την υποχρέωση παροχής εφάπαξ βοηθήματος στα συνταξιοδοτούμενα μέλη του, που υπολογίζεται με βάση το μηνιαίο μισθό που λαμβάνουν κατά την αποχώρησή τους επί ενός συντελεστή που συμφωνήθηκε κλιμακούμενος με βάση τον χρόνο που απέκτησαν την ιδιότητα του μέλους του σωματείου (άρθρο 16 στοιχείο Α).

Προς εξυπηρέτηση του σκοπού αυτού συστήθηκε "Ειδικός Λογαριασμός", με την πρόβλεψη ότι σε αυτόν θα συγκεντρώνονταν από το σωματείο τα κεφάλαια που θα απαρτίζονταν από ποσοστό έως 50% των μηνιαίων τακτικών εισφορών των μελών, τα οποία παρακρατούνταν απευθείας από τη μισθοδοσία τους διαμέσου της εργοδότριας Τράπεζας (άρθρο 13 στοιχείο Γ καταστατικού και άρθρο 6 παρ. 2 του ν. 1264/1982).

Παράλληλα συμφωνήθηκε η δυνατότητα απεριόριστης μείωσης της εφάπαξ ενίσχυσης με απόφαση του Δ.Σ. του σωματείου, σε περίπτωση πρόβλεψης αδυναμίας κάλυψης των οικονομικών ενισχύσεων στο μέλλον (άρθρο 16 στοιχείο Ε), ενώ με την περίπτωση ΣΤ) του ίδιου άρθρου προβλέφθηκε η δυνατότητα του σωματείου να συνάψει με μία οικονομικά εύρωστη ασφαλιστική εταιρεία, ειδική συμφωνία για ομαδική ασφάλιση των μελών του σωματείου, ώστε, αξιοποιώντας όλα ή μέρος των μέχρι τότε υπολοίπων του ως άνω Ειδικού Λογαριασμού και όλο ή μέρος του 40% των παρακρατουμένων μηνιαίων τακτικών εισφορών, να εξασφαλίσει, αντίστοιχα, καλύτερους ή ίσους όρους σε σχέση με αυτούς που προβλέπονται στις παραπάνω περιπτώσεις.

Η κατάρτιση, δε, του επίδικου ομαδικού ασφαλιστηρίου συμβολαίου με αριθμό 48/1985 έγινε σε εκτέλεση του όρου αυτού. Εξάλλου, με τον πρώτο λόγο της κρινόμενης έφεσής του το εκκαλούν σωματείο αποδίδει στην εκκαλουμένη απόφαση την πλημμέλεια της εσφαλμένης ερμηνείας της διάταξης του άρθρου 16 του καταστατικού του, περί της αναληφθείσης από το ίδιο δέσμευσης καταβολής εφάπαξ παροχής στα μέλη του, ισχυριζόμενο ειδικότερα ότι σύμφωνα με την πρώτη παράγραφο του εν λόγω άρθρου το ίδιο επιθυμούσε να ενισχύσει οικονομικά τα εξερχόμενα μέλη του, ότι σύμφωνα με την παράγραφο δ για την εξυπηρέτηση του σκοπού αυτού ποσοστό μέχρι 50% των μηνιαίων συνδρομών τηρείτο σε ειδικό και άρα χωριστό λογαριασμό, ότι τα υπόλοιπα αυτού του λογαριασμού μπορούσαν να τοποθετηθούν σε ομαδικό ασφαλιστήριο για την εξυπηρέτηση του ίδιου σκοπού, ότι σκοπός του άρθρου 16 του καταστατικού του για την οικονομική ενίσχυση των εξερχόμενων μελών του δεν ήταν και η δημιουργία ενός λογαριασμού από μέρους του και η σύναψη ενός ομαδικού ασφαλιστήριου συμβολαίου με μία εταιρεία, ότι η οικονομική ενίσχυση θα επιτυγχανόταν διαμέσου του λογαριασμού, άλλως με τη σύναψη ομαδικού ασφαλιστηρίου με μία ασφαλιστική εταιρεία, ότι ο σκοπός της οικονομικής ενίσχυσης εξυπηρετήθηκε με τη σύναψη της επίμαχης σύμβασης και ότι το ίδιο, ούτως, απαλλάχθηκε από την καταβολή της οικονομικής ενίσχυσης μην υπέχοντας ετέρα και οιαδήποτε ευθύνη προς καταβολή παροχής στα εξερχόμενα μέλη του.

Στην προκειμένη περίπτωση χρήζει ερμηνείας, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, ο άνω υπό στοιχείο ΣΤ) όρος του άρθρου 16 του καταστατικού, διότι παρουσιάζει κενά και αμφίβολα σημεία, δεδομένου ότι δεν μνημονεύεται ρητά σε αυτόν το είδος και η έκταση της ευθύνης του σωματείου έναντι των μελών του ως προς την προβλεπόμενη στον υπό στοιχείο Α) όρο του ίδιου άρθρου εφάπαξ παροχή, στην περίπτωση κατάρτισης της αναφερόμενης σε αυτό το άρθρο συμφωνίας για "ομαδική ασφάλιση" των μελών του.

Από τις εκτεθείσες προβλέψεις και από το εκτεθέν περιεχόμενο του επίμαχου άρθρου του καταστατικού, ερμηνευόμενες με βάση την καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη (άρθρα 173, 200 ΑΚ), προκύπτει ότι η αληθινή έννοια αυτού του όρου τού καταστατικού είναι, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, ότι με την κατάρτιση της ασφαλιστικής σύμβασης μεταξύ του σωματείου και της εταιρείας δεν θα επέρχεται απαλλαγή του σωματείου από την παροχή οικονομικής ενίσχυσης από μέρους του έναντι των μελών του.

Και αυτό, διότι στον υπό στοιχείο Α) όρο του άρθρου 16 του καταστατικού θεμελιώνεται συμβατική υποχρέωση του σωματείου να καταβάλει εφάπαξ βοήθημα σε καθένα δικαιούχο- μέλος του, κατά την αποχώρησή του από την ενεργό υπηρεσία. Η παροχή του σωματείου συνίστατο στο δικαίωμα προσδοκίας, που απέκτησε το κάθε μέλος του εωσότου πληρωθούν οι προϋποθέσεις του καταστατικού για την είσπραξη του εφάπαξ ποσού, για το οποίο το σωματείο δεν είχε διατηρήσει έναντι των μελών του καμία επιφύλαξη, παρά μόνον με την ειδική πρόβλεψη της έκδοσης σχετικής απόφασης του Διοικητικού Συμβουλίου του, όπερ ουδέποτε έλαβε χώρα, αλλά και πάλι μόνον επί σκοπώ μείωσης του ποσού της ενίσχυσης και όχι ολοσχερούς αποκλεισμού της (άρθρο 16 στοιχείο Ε).

Προσέτι, η υποχρέωση αυτή αποτελεί ειδικότερη εκδήλωση και συγκεκριμενοποίηση του ευρύτερου καταστατικού σκοπού του σωματείου, όπως οριοθετήθηκε και στο άρθρο 1 του καταστατικού. Από τη διατύπωση του υπό στοιχείο ΣΤ) όρου του άρθρου 16 προκύπτει ότι δεν προβλέπεται η μεταβίβαση της σχετικής προς παροχή υποχρέωσης του σωματείου προς τρίτο πρόσωπο, δηλαδή την ασφαλιστική εταιρεία, παρά διακηρύσσεται η διατήρηση της καταστατικής δέσμευσης του ίδιου έναντι των μελών του, ακόμη και σε περίπτωση σύναψης της επικαλούμενης σύμβασης ομαδικής ασφάλισης.

Η επιλογή των συγκεκριμένων λέξεων που διατυπώνονται ουδόλως κατατείνει σε απαλλαγή του σωματείου από την οικεία υποχρέωσή του, αλλά, αντιθέτως, σε ενίσχυση της υποχρέωσης αυτής, ήτοι επί λέξει "(το σωματείο) να εξασφαλίσει καλύτερους ή ίσους όρους", δηλαδή να κατοχυρώσει την ασφάλεια, άλλως να σιγουρέψει την καταβολή της παροχής τουλάχιστον στα προβλεπόμενα στον υπό στοιχείο Α) όρο ποσοτικά επίπεδα και "αξιοποιώντας" τις εισφορές, δηλαδή "χρησιμοποιώντας αυτές, ώστε να αποδίδουν όφελος", με στόχο προδήλως την προσέλκυση νέων μελών.

Για αυτό, άλλωστε, η τυχόν επιλεγόμενη ασφαλιστική εταιρεία πρέπει να είναι και χαρακτηρίζεται ως οικονομικά εύρωστη, ο σχετικός χαρακτηρισμός, δε, της οικονομικής ευρωστίας ασφαλώς θα ματαιωνόταν ή πάντως θα αποτύγχανε αισθητά, εάν είχε αποσαφηνιστεί στα μέλη ότι θα αναλάμβαναν τα ίδια τον κίνδυνο της απώλειας του δικαιώματος τους έναντι του σωματείου στην περίπτωση εκμετάλλευσης των εισφορών τους σε αμφίβολες επενδυτικής φύσεως εργασίες.

Εξάλλου, και εάν ήθελε θεωρηθεί ότι με τους ως άνω ισχυρισμούς το εκκαλούν διατείνεται ότι με τη σύναψη του ομαδικού ασφαλιστηρίου συμβολαίου η ασφαλιστική εταιρεία αναδέχτηκε το χρέος του για την οικονομική ενίσχυση των μελών του, με ταυτόχρονη απαλλαγή του ίδιου, ήτοι ότι συνάφθηκε μεταξύ των μερών σύμβαση στερητικής αναδοχής χρέους (άρθρο 471 ΑΚ), καθώς της διατέθηκε το περιεχόμενο του υπέγγυου για την εξυπηρέτηση του σκοπού αυτού Ειδικού Λογαριασμού, αφενός μεν με βάση την ανωτέρω ερμηνεία του άρθρου 16 το σωματείο ουδόλως απαλλάχθηκε από τη δική του υποχρέωση προς παροχή, αφετέρου δε στη σύμβαση περί αναδοχής χρέους για την απαλλαγή του οφειλέτη από το χρέος του με την υπεισέλευση του αναδοχέα στη θέση του, είτε η σχετική συμφωνία γίνεται μεταξύ του τελευταίου και του δανειστή, είτε γίνεται μεταξύ οφειλέτη και αναδοχέα (με τη συναίνεση του δανειστή) και πάντως απαιτείται η σαφής και απερίφραστη σχετική δήλωση βούλησης του αναδοχέα....., ήτοι της ασφαλιστικής εταιρείας, προϋποθέσεις, οι οποίες δεν συντρέχουν στην ένδικη περίπτωση, καθόσον ουδεμία σχετική συμφωνία έλαβε χώρα μεταξύ της ασφαλιστικής εταιρείας και των εργαζομένων, ουδεμία σχετική συμφωνία πραγματοποιήθηκε μεταξύ της ίδιας και του σωματείου και ουδεμία σχετική δήλωση της ίδιας αναγράφηκε στους συμφωνηθέντες όρους της επίδικης σύμβασης.

Άλλωστε, ακόμη και αν ήθελε υποτεθεί ότι με τη σύναψη της επίδικης ασφαλιστικής σύμβασης σκοπείτο η απαλλαγή του σωματείου από την υποχρέωσή του, προκύπτει ότι τοιαύτη σύμβαση δεν συνιστά το υπ' αριθμόν 48/1985 συμβόλαιο, λόγω της αλλοίωσης του περιεχομένου του αρχικού χρέους του σωματείου, το οποίο φέρεται να αναδέχθηκε η ασφαλιστική εταιρεία, όχι πάγιου ποσού πλέον, αλλά μεταβλητού αναλόγως των διαθεσίμων του λογαριασμού διαχείρισης, με αποτέλεσμα να αναιρείτο ούτως ο βασικός όρος της σύμβασης στερητικής αναδοχής χρέους, με την οποία συντελείται ειδική διαδοχή στην ενοχή, υπό τη μορφή της ανάληψης της παθητικής πλευράς αυτής από τον νέο οφειλέτη, δηλαδή αλλαγή στο πρόσωπο του οφειλέτη, χωρίς οπωσδήποτε άλλη μεταβολή στο υφιστάμενο χρέος.

Επί υποτιθέμενης δε αντίθετης συμφωνίας περί περιορισμού των συνεπειών της αναδοχής χρέους κατά το ποσό της οφειλής, η ευθύνη του σωματείου παραμένει έναντι των μελών του αμετάβλητη στο πλαίσιο του υπό στοιχείο Α) όρου του άρθρου 16 του καταστατικού. Η τοιαύτη κρίση του παρόντος Δικαστηρίου επιρρωνύεται και από το σαφές και χωρίς κενά διατυπωμένο περιεχόμενο του υπό στοιχείο Ζ) όρου του του ίδιου καταστατικού άρθρου, σύμφωνα με το οποίο "Τα μέλη του Συλλόγου στην όποια περίπτωση νέου καθεστώτος ομαδικής ασφάλισης θα δικαιούνται και θα λαμβάνουν, τουλάχιστον τα ποσά που θα ελάμβαναν από τους προηγούμενους λογαριασμούς των επιμέρους Συλλόγων τους", όπου αποτυπώνεται πανηγυρικά η διατήρηση της δέσμευσης του σωματείου έναντι των μελών του για την απόδοση της προβλεπόμενης οικονομικής ενίσχυσης, στην περίπτωση κατάρτισης της ομαδικής ασφάλισης, ανεξαρτήτως των ειδικότερων όρων που θα την διέπουν.

Ο ειδικός αυτός όρος ουδέν νόημα θα είχε επί της επικαλούμενης από το σωματείο απαλλαγής του από το επίδικο χρέος και επί της αποκλειστικής ευθύνης της ασφαλιστικής εταιρείας λόγω της σύναψης της σύμβασης με την τελευταία, αφού πρόκειται για αντιφατικές μεταξύ τους και αλληλοαναιρούμενες εκδοχές. Ούτε θα μπορούσε να υποτεθεί ότι συνάγεται εξ αυτού του όρου αποκλειστική δέσμευση της τρίτης αμέτοχης στη σχέση του σωματείου προς τα μέλη του ασφαλιστικής εταιρείας προς καταβολή της εφάπαξ παροχής, αφού μια τέτοια σύμβαση σε βάρος της θα ήταν άκυρη ως αντίθετη στην αρχή της αυτονομίας της ιδιωτικής βούλησης και δεν θα επέφερε καμία νομική δέσμευση αυτής έναντι των εναγόντων και ήδη εφεσίβλητων.

Προσθέτως, η διάθεση του Ειδικού Λογαριασμού που τηρούσε το Σωματείο στην απόλυτη και ελεύθερη διαχειριστική εξουσία της επιλεγείσας από το ίδιο ασφαλιστικής εταιρείας δεν προβλέπεται στο καταστατικό, παρά μόνον η ευρεία έννοια της "αξιοποίησης" του αποθεματικού του ή τμήματος αυτού καθώς και τμήματός των εισφορών, που θα παρακρατούνταν μελλοντικά από τα μέλη του.

Σε κάθε περίπτωση, ο Ειδικός Λογαριασμός ουδέποτε απέκτησε νομική προσωπικότητα, ούτε είναι ένωση προσώπων για επιδίωξη συγκεκριμένου σκοπού, με συνέπεια να μην μπορεί να καταστεί αυτοτελές υποκείμενο δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, ώστε να συγκαθορίζει η τοιαύτη ανάθεσή του και το παθητικό υποκείμενο των μέσω αυτού εξυπηρετούμενων αξιώσεων των μελών του σωματείου.

Αντίθετα, αποτελεί συγκέντρωση, περιουσίας που έχει ταχθεί για ορισμένο σκοπό και για τον λόγο αυτό τηρείται λογιστικώς χωριστά από την υπόλοιπη περιουσία του σωματείου, ζήτημα που ανάγεται στην εσωτερική λογιστική οργάνωση και λειτουργία του και δεν αφορά στις σχέσεις μεταξύ του σωματείου και των μελών του.

Η περιουσία αυτή δηλαδή δεν είναι αποκλειστικά υπέγγυα για τις υποχρεώσεις του σωματείου έναντι των μελών του. Συνακολούθως, ......... σύμφωνα με το άρθρο 16) στοιχείο Α) του επίμαχου καταστατικού δημιουργήθηκε συμβατική υποχρέωση του σωματείου να καταβάλει το εφάπαξ βοήθημα σε κάθε ένα δικαιούχο- μέλος του κατά την αποχώρησή του από την ενεργό υπηρεσία, με αποτέλεσμα κάθε μέλος του σωματείου, συντρεχούσης στο πρόσωπό του της προαναφερόμενης περίπτωσης, να έχει αγώγιμη αξίωση κατ' αυτού, που υπολογίζεται με βάση το μηνιαίο μισθό που ελάμβανε κατά την αποχώρησή του επί ενός συντελεστή που συμφωνήθηκε κλιμακούμενος με βάση τον χρόνο που απέκτησε την ιδιότητα του μέλους του σωματείου.

Επομένως, το πρώτο των εναγομένων και ήδη εκκαλούν εξακολουθεί να ευθύνεται έναντι των μελών του για την καταβολή της επίμαχης οικονομικής ενίσχυσης και ουδόλως απαλλάχθηκε από αυτήν μετά από τη σύναψη της προειρημένης σύμβασης με την ασφαλιστική εταιρεία. Εντεύθεν, το ίδιο ευθύνεται για την καταβολή αυτής έναντι των εναγόντων και ήδη εφεσίβλητων και ο ως άνω πρώτος λόγος της κρινόμενης έφεσης του εκκαλούντος και οι ως άνω διαλαμβανόμενοι σε αυτόν ισχυρισμοί του εκκαλούντος τυγχάνουν απορριπτέοι ως κατ` ουσίαν αβάσιμοι.

Προσθέτως, ......... η δεύτερη των εναγομένων και ήδη εκκαλούσα ευθύνεται εκ της επίδικης σύμβασης έναντι των εναγόντων και ήδη εφεσίβλητων για την καταβολή εφάπαξ παροχής ποσοστού 7% του μηνιαίου συντάξιμου μισθού επί τα έτη της συντάξιμης υπηρεσίας εκάστου ασφαλισμένου, ο οποίος απέκτησε άμεσο, ίδιο και αποκλειστικό σχετικό δικαίωμα κατ` αυτής από τη στιγμή της συνταξιοδότησής του.

Το πρώτο των εναγομένων και ήδη εκκαλούν και η δεύτερη των εναγομένων και ήδη εκκαλούσα ευθύνονται έναντι των εναγόντων και ήδη εφεσίβλητων εις ολόκληρον στην καταβολή της παροχής, η καταβολή της μίας από αυτές αποκλείει την καταβολή και της ετέρας παροχής, εφόσον είναι ισόποσες, και στην περίπτωση, κατά την οποία η οφειλόμενη παροχή ενός των εναγομένων είναι μικρότερη από την οφειλόμενη παροχή του ετέρου εξ αυτών, έκαστος των εναγόντων διατηρεί την απαίτησή του για την καταβολή της διαφοράς έναντι του άλλου των εναγομένων, για τον οποίο η οφειλόμενη παροχή παραμένει μεγαλύτερη με βάση τους προρρηθέντες βάσει του καταστατικού (άρθρο 16 στοιχείο Α) και τους όρους της σύμβασης υπολογισμούς.

Η ύπαρξη της εις ολόκληρον ενοχής των εναγομένων εδράζεται στο ότι στην ένδικη υπόθεση υφίστανται περισσότεροι οφειλέτες έναντι των εναγόντων, υφίσταται ταυτότητα παροχής συντρεχούσης της ενότητας του σκοπού της επίδικης παροχής και έκαστος των συνοφειλετών υποχρεούται με βάση την εκτεθείσα ευθύνη του σε καταβολή ολόκληρης της παροχής στους ενάγοντες και οι τελευταίοι δικαιούνται σε απαίτηση της παροχής μία φορά καθ` ο μέρος αυτή είναι ισόποση για αμφοτέρους τους εναγομένους, σημειουμένου ότι η ύπαρξη της ταυτότητας της παροχής δεν προϋποθέτει αναγκαίως ταυτότητα του νομικού και πραγματικού παραγωγικού λόγου γέννησής της...

Περαιτέρω, με το δεύτερο λόγο της υπό κρίση έφεσης του εκκαλούντος, το τελευταίο παραπονείται ότι εσφαλμένως με την εκκαλούμενη απόφαση κρίθηκε ότι το ίδιο είναι συνυπεύθυνο με τη δεύτερη των εναγομένων για την αιτούμενη παροχή, διότι η επίμαχη σύμβαση αποτελεί σύμβαση υπέρ τρίτου μην υπέχοντας το ίδιο ευθύνη εξ αυτής και ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις της οφειλής εις ολόκληρον.

Ο συγκεκριμένος λόγος έφεσης ως προς το πρώτο μέρος του πρέπει να απορριφθεί ως αλυσιτελώς προβαλλόμενος, καθόσον εδράζεται επί εσφαλμένης προϋπόθεσης, δοθέντος ότι, σύμφωνα με τα ανωτέρω εκτεθέντα, η ευθύνη του εκκαλούντος θεμελιώνεται στη συμβατική ανάληψη της υποχρέωσης καταβολής της επίμαχης παροχής με βάση τους ορισμούς του καταστατικού.

Ο ίδιος λόγος έφεσης ως προς το δεύτερο μέρος του πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, καθόσον, όπως αναφέρθηκε, η ταυτότητα της παροχής για την ύπαρξη της εις ολόκληρον ενοχής, δεν προϋποθέτει απαραίτητα ταυτότητα του νομικού και πραγματικού παραγωγικού λόγου της γέννησής της και επομένως η υποχρέωση ή και η ευθύνη των συνοφειλετών δύναται να απορρέει από διαφορετική αιτία, όπως εν προκειμένω.

Εξάλλου, αποδείχθηκε ότι κατά τη συνταξιοδότηση εκάστου των εναγόντων και ήδη εφεσίβλητων το πρώτο των εναγομένων και ήδη εκκαλούν δεν εκπλήρωσε την ως άνω απορρέουσα εκ του καταστατικού του υποχρέωση για την καταβολή της οικονομικής ενίσχυσης και η δεύτερη των εναγομένων και ήδη εκκαλούσα δεν εκπλήρωσε την απορρέουσα εκ της επίδικης σύμβασης υποχρέωση για την καταβολή της εφάπαξ παροχής, με αποτέλεσμα έκαστος των εναγόντων και ήδη εφεσίβλητων να δικαιούται τα αιτούμενα χρηματικά ποσά.

Ειδικότερα έκαστος των εναγόντων και ήδη εφεσίβλητων αναλόγως των ετών υπηρεσίας του ως την συνταξιοδότησή του και των μεικτών μηνιαίων συντάξιμων αποδοχών δικαιούται να λάβει από το πρώτο των εναγομένων και ήδη εκκαλούν και από τη δεύτερη των εναγομένων και ήδη εκκαλούσα τα ακόλουθα ποσά: (Ακολουθεί αναλυτικός υπολογισμός των απαιτήσεων κάθε ενάγοντα έναντι εκάστου των εναγομένων).....

Ως εκ τούτου, οι εναγόμενοι οφείλουν εις ολόκληρο στον πρώτο των εναγόντων το ποσό των 5.435,06 ευρώ, στη δεύτερη εξ αυτών το ποσό των 6.680,46 ευρώ, στον τρίτο εξ αυτών το ποσό των 5.005,94 ευρώ, στην τέταρτη εξ αυτών το ποσό των 5.193,04 ευρώ, στην πέμπτη εξ αυτών το ποσό των 3.531,72 ευρώ, στην έκτη εξ αυτών το ποσό των 4.274,86 ευρώ, στην έβδομη εξ αυτών το ποσό των 5.671,06 ευρώ, στην όγδοη εξ αυτών το ποσό των 5.803,64 ευρώ, στην ένατη εξ αυτών το ποσό των 4.703,48 ευρώ, στη δέκατη εξ αυτών το ποσό των 6.039,83 ευρώ, στην ενδέκατη εξ αυτών το ποσό των 6.902,80 ευρώ, στη δωδέκατη εξ αυτών το ποσό των 3.781,78 ευρώ, στη δέκατη τρίτη εξ αυτών το ποσό των 6.905,52 ευρώ, στη δέκατη τέταρτη εξ αυτών το ποσό των 8.542,68 ευρώ, στον δέκατο πέμπτο εξ αυτών 5.566,57 ευρώ, στον δέκατο έκτο εξ αυτών το ποσό των 3.636,96 ευρώ, στον δέκατο έβδομο εξ αυτών το ποσό των 5.450,30 ευρώ, στη δέκατη όγδοη εξ αυτών το ποσό των 4.816,81 ευρώ, στον δέκατο ένατο εξ αυτών το ποσό των 5.482,73 ευρώ, στην εικοστή εξ αυτών το ποσό των 5.815,08 ευρώ, στον εικοστό πρώτο εξ αυτών το ποσό των 4.718,90 ευρώ, στην εικοστή δεύτερη εξ αυτών το ποσό των 5.289,18 ευρώ, στην εικοστή τρίτη εξ αυτών το ποσό των 3.631,84 ευρώ, στον εικοστό τέταρτο εξ αυτών το ποσό των 7.603,44 ευρώ, στην εικοστή πέμπτη εξ αυτών το ποσό των 6.089,48 ευρώ, στην εικοστή έκτη εξ αυτών το ποσό των 4.636,65 ευρώ, στον εικοστό έβδομο εξ αυτών το ποσό των 7.534,00 ευρώ, στον εικοστό όγδοο εξ αυτών το ποσό των 6.091,91 ευρώ, στην εικοστή ένατη εξ αυτών το ποσό των 4.561,54 ευρώ, στην τριακοστή εξ αυτών το ποσό των 5.857,12 ευρώ, στην τριακοστή πρώτη εξ αυτών το ποσό των 5.293,07 ευρώ, στην τριακοστή δεύτερη εξ αυτών το ποσό των 6.050,00 ευρώ, στην τριακοστή τρίτη εξ αυτών το ποσό των 5.056,74 ευρώ, στον τριακοστό τέταρτο εξ αυτών το ποσό των 8.070,20 ευρώ, στην τριακοστή πέμπτη εξ αυτών το ποσό των 4.898,30 ευρώ, στον τριακοστό έκτο εξ αυτών το ποσό των 6.867,62 ευρώ, στον τριακοστό έβδομο εξ αυτών το ποσό των 3.574,63 ευρώ, στον τριακοστό όγδοο εξ αυτών το ποσό των 6.833,03 ευρώ, στον τριακοστό ένατο εξ αυτών το ποσό των 6.696,56 ευρώ, στην τεσσαρακοστή εξ αυτών το ποσό των 4.934,90 ευρώ, στην τεσσαρακοστή πρώτη εξ αυτών το ποσό των 6.154,22 ευρώ, στην τεσσαρακοστή δεύτερη εξ αυτών το ποσό των 4.323,02 ευρώ, στην τεσσαρακοστή τρίτη εξ αυτών το ποσό των 7.072,74 ευρώ, στην τεσσαρακοστή τέταρτη εξ αυτών το ποσό των 3.457,05 ευρώ, στην τεσσαρακοστή πέμπτη εξ αυτών το ποσό των 3.893,58 ευρώ, στην τεσσαρακοστή έκτη εξ αυτών το ποσό των 4.430,29 ευρώ, στον τεσσαρακοστό έβδομο εξ αυτών το ποσό των 7.410,90 ευρώ, στην τεσσαρακοστή όγδοη εξ αυτών το ποσό των 5.328,94 ευρώ, στην τεσσαρακοστή ένατη εξ αυτών το ποσό των 4.460,43 ευρώ, στην πεντηκοστή εξ αυτών το ποσό των 6.525,79 ευρώ, στην πεντηκοστή πρώτη εξ αυτών το ποσό των 6.334,10 ευρώ, στην πεντηκοστή δεύτερη εξ αυτών το ποσό των 3.679,83 ευρώ, στην πεντηκοστή τρίτη εξ αυτών το ποσό των 7.669,94 ευρώ, στην πεντηκοστή τέταρτη εξ αυτών το ποσό των 8.237,92 ευρώ, στην πεντηκοστή πέμπτη εξ αυτών το ποσό των 6.295,87 ευρώ, στον πεντηκοστό έκτο εξ αυτών το ποσό των 4.006,94 ευρώ, στην πεντηκοστή έβδομη εξ αυτών το ποσό των 6.767,09 ευρώ, στον πεντηκοστό όγδοο εξ αυτών το ποσό των 6.315,36 ευρώ, στην πεντηκοστή ένατη εξ αυτών το ποσό των 3.496,39 ευρώ, στον εξηκοστό εξ αυτών το ποσό των 7.514,00 ευρώ, στην εξηκοστή πρώτη εξ αυτών το ποσό των 4.500,99 ευρώ, στον εξηκοστό δεύτερο εξ αυτών το ποσό των 8.257,18 ευρώ, στον εξηκοστό τρίτο εξ αυτών το ποσό των 4.164,52 ευρώ, στην εξηκοστή τέταρτη εξ αυτών το ποσό των 6.785,44 ευρώ, στον εξηκοστό πέμπτο εξ αυτών το ποσό των 5.384,43 ευρώ, στην εξηκοστή έκτη εξ αυτών το ποσό των 6.217,15 ευρώ, στην εξηκοστή έκτη εξ αυτών το ποσό των 5.661,20 ευρώ, στην εξηκοστή όγδοη εξ αυτών το ποσό των 3.706,73 ευρώ, στην εξηκοστή ένατη εξ αυτών το ποσό των 7.884,41 ευρώ, στην εβδομηκοστή εξ αυτών το ποσό των 7.426,62 ευρώ, στον εβδομηκοστό πρώτο εξ αυτών το ποσό των 3.828,67 ευρώ, στον εβδομηκοστό δεύτερο εξ αυτών το ποσό των 4.613,46 ευρώ, στην εβδομηκοστή τρίτη εξ αυτών το ποσό των 5.338,30 ευρώ, στον εβδομηκοστό τέταρτο εξ αυτών το ποσό των 8.650,90 ευρώ, στην εβδομηκοστή πέμπτη εξ αυτών το ποσό των 4.429,19 ευρώ, στην εβδομηκοστή έκτη εξ αυτών το ποσό των 6.809,29 ευρώ και στην εβδομηκοστή έβδομη εξ αυτών το ποσό των 8006,06 ευρώ.

Επιπλέον, το πρώτο των εναγομένων οφείλει στον τρίτο των εναγόντων το ποσό των 498,10 ευρώ, στην τέταρτη εξ αυτών το ποσό των 105,94 ευρώ, στην πέμπτη εξ αυτών το ποσό των 71,36 ευρώ, στη δέκατη εξ αυτών το ποσό των 123,27 ευρώ, στον δέκατο πέμπτο εξ αυτών το ποσό των 113,61 ευρώ, στη δέκατη όγδοη εξ αυτών το ποσό των 98,31 ευρώ, στον δέκατο ένατο εξ αυτών το ποσό των 319,11 ευρώ, στην εικοστή εξ αυτών το ποσό των 118,68 ευρώ στη εικοστή τρίτη εξ αυτών το ποσό των 211,38 ευρώ, εικοστή έκτη εξ αυτών το ποσό των 458,57 ευρώ, στον εικοστό όγδοο εξ αυτών το ποσό των 124,33 ευρώ, στην τριακοστή πρώτη εξ αυτών το ποσό των 108,03 ευρώ, στην τριακοστή τρίτη εξ αυτών το ποσό των 103,20 ευρώ, στον τριακοστό έβδομο εξ αυτών το ποσό των 510,67 ευρώ, στον τριακοστό όγδοο εξ αυτών το ποσό των 397,69 ευρώ, στον τριακοστό ένατο εξ αυτών το ποσό των 662,30 ευρώ, στην τεσσαρακοστή έκτη εξ αυτών το ποσό των 257,85 ευρώ, στην τεσσαρακοστή όγδοη εξ αυτών το ποσό των 761,26 ευρώ, στην τεσσαρακοστή ένατη εξ αυτών το ποσό των 91,03 ευρώ, στην πεντηκοστή εξ αυτών το ποσό των 645,41 ευρώ, στην πεντηκοστή πρώτη εξ αυτών το ποσό των 368,66 ευρώ, στην πεντηκοστή δεύτερη εξ αυτών το ποσό των 441,57 ευρώ, στην πεντηκοστή τρίτη εξ αυτών το ποσό των 446,40 ευρώ, στην πεντηκοστή τέταρτη εξ αυτών το ποσό των 479,46 ευρώ, στην πεντηκοστή πέμπτη εξ αυτών το ποσό των 366,43 ευρώ, στην πεντηκοστή έβδομη εξ αυτών το ποσό των 138,11 ευρώ, στον πεντηκοστό όγδοο εξ αυτών το ποσό των 624,60 ευρώ, στην εξηκοστή πρώτη εξ αυτών το ποσό των 261,97 ευρώ, στον εξηκοστό τρίτο εξ αυτών το ποσό των 411,88 ευρώ, στον εξηκοστό πέμπτο εξ αυτών το ποσό των 769,21 ευρώ, στην εξηκοστή έκτη εξ αυτών το ποσό των 888,17 ευρώ, στην εξηκοστή όγδοη εξ αυτών το ποσό των 366,61 ευρώ, στην εξηκοστή ένατη εξ αυτών το ποσό των 160,91 ευρώ, στον εβδομηκοστό δεύτερο εξ αυτών το ποσό των 456,28 ευρώ, στην εβδομηκοστή τρίτη εξ αυτών το ποσό των 762,62 ευρώ, στην εβδομηκοστή πέμπτη εξ αυτών το ποσό των 257,79 ευρώ, στην εβδομηκοστή έκτη εξ αυτών το ποσό των 396,31 ευρώ και στην εβδομηκοστή έβδομη εξ αυτών το ποσό των 163,94 ευρώ. .......

Εν προκειμένω, σημειώνεται ότι ο υπολογισμός και το ύψος απάντων των προειρημένων ποσών, τα οποία επιδικάσθηκαν και με την απόφαση του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, δεν αμφισβητούνται ειδικώς και δεν προσβάλλονται με σχετικό λόγο έφεσης από έκαστο των εκκαλούντων. Εξάλλου, εντός του έτους 2011 η δεύτερη των εναγομένων και ήδη εκκαλούσα απέστειλε στο πρώτο εξ αυτών την υπ` αριθμόν πρωτοκόλλου 1669/10.02.2011 επιστολή της, με την οποία διαβίβασε σε αυτό το υπ` αριθμό πρωτοκόλλου 139/08.12.2010 έγγραφο της Υποδιεύθυνσης Αναλογιστικής και Υποστήριξης έργων Φερεγγυότητας.

Με το προαναφερόμενο από 08.12.2010 έγγραφο η μνησθείσα Υποδιεύθυνση της δεύτερης των εναγομένων ανέφερε ότι στο πλαίσιο της αναλογιστικής αποτίμησης, μεταξύ άλλων, της επίδικης σύμβασης, διενήργησε αναλογιστική μελέτη με ημερομηνία 31.12.2009, ότι σύμφωνα με την τελευταία αναφορικά με την επίδικη υπ` αριθμόν 48/1985 σύμβαση το ποσό των συσσωρευμένων υποχρεώσεων αυτού του συμβολαίου με ημερομηνία 31.12.2009 ανέρχεται σε 4.431.000 ευρώ περίπου, ότι το πιστωτικό υπόλοιπο του λογαριασμού διαχείρισης του συμβολαίου ανέχεται σε μηδέν ευρώ, ότι ο λογαριασμός διαχείρισης του συμβολαίου είναι ανεπαρκής και ότι με βάση τα αποτελέσματα αυτά η ασφαλιστική εταιρεία εισηγείται την καταβολή έκτακτης εισφοράς ύψους 4.431.000,00 ευρώ για τον εν λόγω λογαριασμό.

Ακολούθως, η δεύτερη των εναγομένων απέστειλε στο πρώτο εξ αυτών την από 24.10.2012 επιστολή της, με την οποία ζητούσε από αυτό- σε συνέχεια της υπ` αριθμόν πρωτοκόλλου 1669/10.02.2011 επιστολής της, με την οποία κοινοποίησε σε αυτό την προαναφερόμενη αναλογιστική μελέτη- να της γνωστοποιήσει άμεσα τις προθέσεις του για την καταβολή έκτακτης εισφοράς ποσού 4.431.000,00 ευρώ και στην οποία ανέφερε ότι σε περίπτωση που δεν καταβληθεί η έκτακτη εισφορά το ασφαλιστήριο συμβόλαιο θα ακυρωθεί στις 31.12.2012 σύμφωνα με το άρθρο 7.2 του Γενικών Όρων Ασφάλισης.

Στη συνέχεια, λόγω του ότι το σωματείο δεν απάντησε στην ως άνω εισήγηση της ασφαλιστικής εταιρείας για την καταβολή έκτακτης εισφοράς, η τελευταία προέβη με το από 22.01.2013 έγγραφο της στην καταγγελία της επίδικης σύμβασης, η οποία επιδόθηκε στο σωματείο στις 24.01.2013 συνταχθείσας προς τούτο της υπ` αριθμό 2104./24.01.2013 έκθεσης επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών .........

Κατά το χρόνο, δε, της καταγγελίας, ήτοι στις 24.01.2013, το υπόλοιπο του λογαριασμού διαχείρισης ανερχόταν στο ποσό των 6.787,35 ευρώ...... Με τον τέταρτο λόγο της υπό κρίση έφεσης του εκκαλούντος, το τελευταίο ισχυρίζεται ότι εσφαλμένως με την εκκαλούμενη απόφαση απορρίφθηκε ο ισχυρισμός του περί περιορισμού της ευθύνης του ιδίου μέχρι το ποσό που σώζεται στον επίμαχο λογαριασμό, ήτοι ο ισχυρισμός του περί του ότι η ευθύνη του έναντι των εναγόντων περιορίζεται κατ' ανώτατο όριο στο ύψος του εναπομείναντος υπολοίπου του λογαριασμού διαχείρισης ποσού 6.787,35 ευρώ και ότι σε αντίθετη περίπτωση παραβιάζονται οι διατάξεις των άρθρων 106 ΑΚ περί απαγόρευσης της διανομής της περιουσίας του σωματείου και 90 ΑΚ περί ανυπαρξίας δικαιώματος στην περιουσία του σωματείου όσων έπαψαν να είναι μέλη του αυτού.

Αυτός ο λόγος της έφεσης και οι διαλαμβανόμενοι σε αυτόν ισχυρισμοί πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Και αυτό διότι, όπως ανωτέρω εκτέθηκε, η ευθύνη του εκκαλούντος εδράζεται στη συμβατική ανάληψη της υποχρέωσης καταβολής οικονομικής ενίσχυσης σύμφωνα με το άρθρο 16) στοιχείο Α) του επίμαχου καταστατικού.

Στο τελευταίο δε, δεν περιλαμβάνεται οιοσδήποτε ρητός ή έμμεσος περιορισμός της ευθύνης του σωματείου έναντι των εξερχόμενων μελών του σε περίπτωση ανεπάρκειας των διαθεσίμων του λογαριασμού διαχείρισης. Με βάση το καταστατικό του σωματείου η μοναδική συμβατική δέσμευση των μελών του σωματείου να αποδεχτούν τον περιορισμό της οικονομικής ενίσχυσης, που δικαιούνται, προβλέφθηκε μετά την έκδοση σχετικής απόφασης του ΔΣ του σωματείου επί εκτάκτων περιστάσεων (άρθρο 16 στοιχείο Ε), περίπτωση, η οποία ουδόλως αποδείχθηκε ότι συντρέχει εν προκειμένω.

Με δεδομένο, άλλωστε, ότι οι παροχές του συλλόγου προς τα μέλη του υπό τη μορφή εφάπαξ αποζημίωσης δεν αποτελούν διανομή κερδών, όπερ εάν συνέβαινε θα ήταν απαγορευμένο, αλλά νόμιμες παροχές, ανάλογες του σκοπού για τον οποίο ιδρύθηκαν, δηλαδή της αλληλοβοήθειας των μελών επί του σωματείου αυτού δεν εφαρμόζεται η διάταξη του άρθρου 106 ΑΚ, η οποία απαγορεύει τη διανομή της περιουσίας του σωματείου στα μέλη του, δεδομένου ότι η φύση και ο σκοπός του εν λόγω σωματείου συνίσταται ακριβώς σ' αυτό, ήτοι στην καταβολή παροχών στα μέλη του, όπως αυτές καθορίζονται στο καταστατικό του, οπότε η εφαρμογή επ' αυτού της ανωτέρω διάταξης θα εξουδετέρωνε την αποστολή του.....

Ούτε η διάταξη του άρθρου 90 εδ.α' ΑΚ περί αποστέρησης των εξελθόντων μελών του σωματείου οιουδήποτε δικαιώματος επί της περιουσίας του, ευρίσκει έδαφος εφαρμογής στη επίδικη περίπτωση, όπως αβασίμως διατείνεται το εκκαλούν, καθόσον οι ενάγοντες και ήδη εφεσίβλητοι θεμελίωσαν το δικαίωμα απόληψης των επίδικων παροχών, ενόσω τελούσαν ακόμη μέλη του σωματείου, μετά τη συμπλήρωση στο πρόσωπό τους των τεθέντων δια του καταστατικού ειδικότερων όρων....".

Με βάση τις παραδοχές αυτές, το εφετείο απέρριψε κατ' ουσία την από 11.10.2016 έφεση του αναιρεσείοντος σωματείου κατά της 2158/2016 οριστικής απόφασης του Ειρηνοδικείου Αθηνών, το οποίο έκανε δεκτή την από 26.8.2013 αγωγή των αναιρεσιβλήτων και υποχρέωσε το αναιρεσείον σωματείο να καταβάλει σε καθένα εκ των αναιρεσιβλήτων τα ανωτέρω αναφερόμενα χρηματικά ποσά.

Έτσι που έκρινε το δικάσαν ως Εφετείο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, δεχόμενο ότι το αναιρεσείον συνδικαλιστικό σωματείο, το οποίο προς κάλυψη εκτάκτων αναγκών των μελών του και αλληλοβοήθειάς τους, συνέστησε τον "Ειδικό Λογαριασμό", τη διαχείριση του οποίου συμβατικά ανέθεσε δια του 48/1985 ομαδικού ασφαλιστηρίου στην ασφαλιστική εταιρεία ..., ανέλαβε να καλύψει την παροχή αυτή του εφάπαξ βοηθήματος στα συνταξιοδοτούμενα μέλη του και με την υπόλοιπη περιουσία του, πέραν, δηλαδή, αυτής του "Ειδικού Λογαριασμού", υποχρεώνοντας έτσι το αναιρεσείον σωματείο να καταβάλει τις αιτούμενες παροχές προς τους αναιρεσίβλητους- μέλη του, ανεξάρτητα της ύπαρξης ή όχι περιουσίας στον "Ειδικό Λογαριασμό", παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 4 παρ.2 του ν.1264/1982, καθόσον, σύμφωνα με τη μείζονα σκέψη, σε περίπτωση σύστασης ειδικών κεφαλαίων από συνδικαλιστική οργάνωση για την εξυπηρέτηση απόλαυσης υλικών πλεονεκτημάτων των μελών, η υποχρέωσή της περιορίζεται στα όρια των ανωτέρω ειδικών κεφαλαίων και δεν γεννάται περιουσιακή απαίτηση πέραν των ορίων της οικονομικής επάρκειας του Ειδικού Λογαριασμού ούτε αντιστοίχως ευθύνη του Σωματείου- συνδικαλιστικής οργάνωσης, Περαιτέρω, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές, το Μονομελές Πρωτοδικείο, στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του από νόμιμη βάση, καθόσον τα ανελέγκτως ως άνω δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, ότι το αναιρεσείον σωματείο δυνάμει του προεκτεθέντος άρθρου 16 του καταστατικού του, ως συνδικαλιστική οργάνωση, σε εφαρμογή του άρθρου 4 παρ. 2 του ν.1264/1982, ανέλαβε έναντι των αναιρεσιβλήτων την υποχρέωση παροχής εφάπαξ βοηθήματος, και στη συνέχεια επιδίκασε τα αξιούμενα ποσά, χωρίς να διαλαμβάνεται παραδοχή περί επάρκειας του ειδικού λογαριασμού, παραβίασε τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και εκ πλαγίου.

Επομένως, ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι από το άρθρο 560 αρ. 1 και (κατ' εκτίμηση) 6 ΚΠολΔ πλημμέλειες, είναι βάσιμος. Κατ' ακολουθία τούτων, παρελκόμενης της έρευνας των λοιπών λόγων της αίτησης αναίρεσης, οι οποίοι καλύπτονται από την αναιρετική εμβέλεια του ως άνω κριθέντος ως βασίμου λόγου, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση από το ίδιο, ως Εφετείο δικάζον, Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, του οποίου είναι δυνατή η σύνθεση από άλλον δικαστή, αφού χρειάζεται περαιτέρω διερεύνηση (άρθρ. 580 παρ.3 ΚΠολΔ), να διαταχθεί η επιστροφή στο αναιρεσείον του παραβόλου που κατέθεσε (άρθρ. 495 παρ.3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητοι, λόγω ήττας τους, στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, που κατέθεσε προτάσεις (άρθρα 176, 183, 191 παρ.2 ΚΠολΔ), σύμφωνα με το διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 5205/2018 απόφαση του, ως Εφετείου δικάσοντος, Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλον δικαστή από εκείνον που εξέδωσε την αναιρεθείσα απόφαση Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου στο αναιρεσείον

Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος που ορίζει σε τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Οκτωβρίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 30 Νοεμβρίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ