Legislator Case Law & Legislation
1991/2017 AI generated

Supreme Court dismisses appeal for failure to specify evidence and substantive claims in appeal grounds.

Case Number 1991/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Athens Court of Appeal's decision. The appellant argued the lower court ignored specific evidence and testimony, but the court found the appeal grounds vague and unsubstantiated. Consequently, the appeal was rejected, the costs were awarded to the opposing parties, and the appeal bond was forfeited.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559, 564 of the Code of Civil Procedure; An appeal ground is inadmissible if it fails to specify the exact evidence not considered and the substantive claim it aims to prove, rendering it abstract and unfounded.

Keywords

AI generated
Code of Civil Procedure appeal grounds insufficient specificity evidence admissibility court costs dismissal of appeal substantive claim

Cited Legislation

AI generated
Articles 495, 552, 553, 556, 558, 564, 566, 569 of the Code of Civil Procedure
Article 118 of the Code of Civil Procedure
Law 4335/2015
Articles 176, 183, 191 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1991 / 2017 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1991/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, και Πέτρο Σαλίχο, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 1 Νοεμβρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Κ. Σ. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο Θαλασσία Χατζηγιαννάκου.

Των αναιρεσίβλητων: 1. Ι. συζ. Ι. Χ., το γένος Ι. Κ., ατομικά και ως κληρονόμος της αποβιωσάσης μητέρας της Μ. χας Ι. Κ., 2. Ε. Ι. Κ., ατομικά και ως κληρονόμος της αποβιωσάσης μητέρας της Μ. χας Ι. Κ., 3. Γ. Ι. Κ., ως κληρονόμος της αποβιωσάσης μητέρας του Μ. χας Ι. Κ., κατοίκων ..., οι οποίοι παραστάθηκαν οι 1η και 3ος μετά και η 2η δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Βασιλείου Χατζηκωνσταντίνου.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-4-1979 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 18027/1979 και 3297/1999 μη οριστικές και 4281/2000 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου, 7068/2001, 4065/2006 μη οριστικές και 6276/2013 οριστική του Εφετείου Αθηνών.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 28-12-2015 αίτησή του και τους από 1-2-2017 πρόσθετους λόγους αυτής.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ασπασία Μαγιάκου, ανέγνωσε την από 1-3-2017 έκθεσή της, με την οποία εισηγείται την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και των πρόσθετων λόγων.

Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων να απορριφθούν, καθένας δε να καταδικασθεί το αντίδικο μέρος στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Εισάγονται για συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου η από 28/12/2015 αίτηση και οι από 1/2/2017 πρόσθετοι λόγοι αυτής για αναίρεση της 6276/2013 απόφασης του Πολυμελούς Εφετείου Αθηνών, που έχουν ασκηθεί παραδεκτά και κατά τους νόμιμους τύπους (άρθρα 495, 552, 553παρ.1 περ. β' εδάφ. α', 556, 558, 564παρ.1 και 3, 566 παρ.1, 569 ΚΠολΔ). Δεν είναι δε αναγκαίο για το παραδεκτό των πρόσθετων λόγων: 1) η αναγραφή του ΑΦΜ του αναιρεσείοντος στο σχετικό δικόγραφο, καθόσον τα στοιχεία που απαιτεί ο νόμος, κατά τη διάταξη του άρθρου 118 ΚΠολΔ, όπως ισχύει και μετά την τροποποίησή της με το Ν 4335/2015, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική διαδικασία (άρθρο 566 παρ. 1 ΚΠολΔ) δεν αποτελούν, με εξαίρεση την υπογραφή του διαδίκου ή του νομίμου αντιπροσώπου ή του δικαστικού πληρεξουσίου του ή του δικηγόρου (όπου είναι υποχρεωτική η παράσταση με δικηγόρο) προϋποθέσεις για το κύρος της διαδικαστικής πράξης που περιέχεται στο δικόγραφο και έτσι δεν υφίσταται ακυρότητα αυτής, όταν παρά την έλλειψη ή την εσφαλμένη αναγραφή επιτυγχάνεται με άλλο τρόπο ο σκοπός για τον οποίο τέθηκε η συγκεκριμένη διατύπωση, όπως με την επαρκή ταυτοποίηση των διαδίκων από τα λοιπά στοιχεία ή τη μεταγενέστερη συμπλήρωσή τους και 2) η κατάθεση παραβόλου, καθόσον αυτό προβλέπεται μόνο για την άσκηση της αναίρεσης (άρθρο 495 παρ.4 εδάφ. α' ΚΠολΔ).

Συνεπώς πρέπει να απορριφθούν οι σχετικοί ισχυρισμοί περί απαραδέκτου των πρόσθετων λόγων που πρόβαλαν οι αναιρεσίβλητοι με τις προτάσεις που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου. Κατόπιν αυτών πρέπει να εξεταστεί το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αναίρεσης και των πρόσθετων λόγων αυτής (άρθρο 577ΚΠολΔ), που πρέπει να συνεκδικαστούν, γιατί έτσι διευκολύνεται η διεξαγωγή της δίκης (άρθρα 246, 573 ΚΠολΔ).

Από το συνδυασμό των διατάξεων 1094 ΑΚ και 338 ΚΠολΔ προκύπτει ότι επί διεκδικητικής αγωγής ο ενάγων πρέπει να επικαλείται στην ιστορική βάση της αγωγής και να αποδεικνύει, μεταξύ άλλων, ότι στο πρόσωπο του συντρέχει η ιδιότητα του κυρίου του πράγματος και ότι απέκτησε με νόμιμο τρόπο την κυριότητά του πάνω σε αυτό είτε παραγώγως είτε πρωτοτύπως.

Στην κτήση κυριότητας με παράγωγο τρόπο δεν είναι αναγκαίο στοιχείο της πιο πάνω αγωγής ο τρόπος κτήσης κυριότητας του δικαιοπαρόχου του ενάγοντος, εκτός εάν την αμφισβητήσει ο εναγόμενος, οπότε μπορεί ο ενάγων με τις προτάσεις του να συμπληρώσει το στοιχείο αυτό, με αναγωγή έως την πρωτότυπη κτήση. Αν τελικά η αγωγή απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη, επειδή δεν αποδείχθηκε η κυριότητα του ενάγοντος, καθίσταται περιττή η έρευνα της ένστασης ιδίας κυριότητας του εναγομένου, με αποτέλεσμα να είναι πλεοναστική η αιτιολογία της απόφασης, με την οποία γίνεται δεκτή η ένσταση περί ιδίας κυριότητας αυτού και, συνακόλουθα, να καθίσταται αλυσιτελής ο λόγος αναίρεσης που πλήττει την σχετική παραδοχή της προσβαλλόμενης απόφασης.

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της εξεταζόμενης υπόθεσης το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την ένδικη από 10/4/1979 διεκδικητική αγωγή του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος, με την οποία ζητούσε την αναγνώριση της κυριότητάς του, που θεμελιωνόταν σε παράγωγο, άλλως, σε πρωτότυπο τρόπο (τακτική, άλλως, έκτακτη χρησικτησία) επί του ειδικότερα περιγραφόμενου στην αγωγή ακινήτου και την απόδοσή του σε αυτόν από τις αρχικώς τρεις εναγόμενες (στη θέση της πρώτης των οποίων, μετά το θάνατό της στις 22/7/1994, υπεισήλθαν οι ήδη αναιρεσίβλητοι, ως μοναδικοί εκ διαθήκης κληρονόμοι της, οι δύο πρώτες των οποίων ήταν και αρχικώς εναγόμενες) που το είχαν καταλάβει.

Ειδικότερα το Εφετείο, αφού έκρινε ότι δεν αποδείχθηκε η απόκτηση κυριότητας του ενάγοντος στο επίδικο ακίνητο με πρωτότυπο τρόπο (έκτακτη χρησικτησία), επειδή δεν αρκούσε για την απόδειξή της ο επικαλούμενος με την ένδικη αγωγή παράγωγος τρόπος κτήσης αυτής, εξαιτίας της αμφισβήτησής της από τις εναγόμενες, και ότι αντίθετα αποδείχθηκε η απόκτηση κυριότητας του επιδίκου από τις τελευταίες με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, ακολούθως δέχθηκε την έφεση των εναγομένων και απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την αγωγή του ενάγοντος (λόγω μη απόδειξης της ιστορικής της βάσης), εξαφανίζοντας την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου που είχε κρίνει αντίθετα.

Επομένως οι τρίτος, κατά ένα μέρος, από το άρθρο 559αρ.19 και πέμπτος από τους αριθμούς 1,8-12,17,19 και 20 του άρθρου 559ΚΠολΔ λόγοι του κύριου δικογράφου της αίτησης αναίρεσης, καθώς και οι πρώτος, κατά το δεύτερο μέρος, από τους αριθμούς 8,9,10,11,12,17,19 και 20 του άρθρου 559ΚΠολΔ και δεύτερος από τους αριθμούς 9,10,11,17,19 και 20 του άρθρου 559ΚΠολΔ πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι από τις προαναφερόμενες διατάξεις αναιρετικές πλημμέλειες, αναφορικά με τις πλεοναστικές αιτιολογίες αυτής (της απόφασης) ως προς την απόδειξη της ουσιαστικής βασιμότητας της ένστασης ιδίας κυριότητας (με πρωτότυπο τρόπο) των ήδη αναιρεσιβλήτων στο επίδικο ακίνητο είναι αλυσιτελείς, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στη μείζονα πρόταση, και πρέπει να απορριφθούν, αφού η παραδοχή του Εφετείου ως προς τη μη απόδειξη της κυριότητας του ήδη αναιρεσείοντος στο επίδικο ακίνητο με έκτακτη χρησικτησία στηρίζει επαρκώς την απορριπτική του κρίση ως προς την ουσιαστική βασιμότητα της ένδικης αγωγής και το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης.

Με τον τέταρτο από τους αριθμούς 1,8,9,14 και 20 του άρθρου 559ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης αποδίδονται στο Εφετείο οι από τις διατάξεις αυτές προβλεπόμενες αναιρετικές πλημμέλειες, διότι "απέρριψε σιωπηρά τον ισχυρισμό που πρόβαλαν οι αναιρεσίβλητοι με τον 5° λόγο της έφεσής τους περί παραγραφής του ασκηθέντος με την ένδικη αγωγή δικαιώματος του αναιρεσείοντος, το οποίο όμως δεν παραγράφηκε, λόγω διακοπής της παραγραφής με ενέργεια του δικαστηρίου και, αντίστοιχα, δεν θεμελιώθηκε η επικαλούμενη από τους αντιδίκους του τακτική χρησικτησία, ούτε συντρέχουν στο πρόσωπο τους οι όροι της έκτακτης χρησικτησίας, την ύπαρξη της οποίας δέχθηκε το Εφετείο παρά το νόμο, αφού δεν είχε προβληθεί τέτοιος ισχυρισμός (με λόγο έφεσης) από τους αναιρεσίβλητους".

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι στηρίζεται σε ανακριβή προϋπόθεση, αφού όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση και εκτέθηκε στην προηγούμενη σκέψη, το Εφετείο δεν ασχολήθηκε με την παραγραφή ή μη του ασκηθέντος με την ένδικη αγωγή δικαιώματος του αναιρεσείοντος ούτε οδηγήθηκε στην απόρριψή της, μετά από παραδοχή του ισχυρισμού των αναιρεσιβλήτων περί κτήσης ιδίας κυριότητας αυτών στο επίδικο ακίνητο με έκτακτη χρησικτησία, αλλά κατέληξε στο παραπάνω αποδεικτικό του πόρισμα, επειδή δεν αποδείχθηκε η ιστορική βάση της εν λόγω αγωγής και, ειδικότερα, επειδή δεν αποδείχθηκε η απόκτηση κυριότητας του αναιρεσείοντος στο επίδικο ακίνητο με έκτακτη χρησικτησία.

Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια του νόμου, θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση (και συνεπώς θεμελιώνουν το αίτημα) αγωγής, ανταγωγής κυρίας παρεμβάσεως, ενστάσεως ή αντενστάσεως (Ολ. ΑΠ. 3/1997).

Συνεπώς δεν είναι "πράγματα", με την πιο πάνω έννοια, η αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, ανακοπής κ.λ.π. ή τα επιχειρήματα ή συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων (Ολ. ΑΠ 469/1984), ενώ αντιθέτως, αποτελούν "πράγματα" οι λόγοι έφεσης και αντέφεσης και οι πρόσθετοι λόγοι έφεσης (Ολ.ΑΠ 11/1996). Δεν θεμελιώνεται, όμως ο λόγος αυτός αναίρεσης, εάν το δικαστήριο έλαβε υπόψη του προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό η ουσιαστικό (Ολ.ΑΠ 25/2003). Στην προκείμενη περίπτωση με τον πρώτο, κατά το πρώτο μέρος, πρόσθετο λόγο αναίρεσης προσάπτονται στο Εφετείο αιτιάσεις από τους αριθμούς 8 και 19 του άρθρου ΚΠολΔ, αναφορικά με την παραδοχή της προσβαλλόμενης απόφασης ότι "το επίδικο έμεινε εκτός περιφράξεως ως λασπώδες και μη προσιτό", η οποία έρχεται σε αντίθεση με την ταυτόχρονη παραδοχή του 6ου λόγου της έφεσης των αναιρεσιβλήτων, με τον οποίο αυτοί ομολογούσαν ότι "το επίδικο δεν ήταν λασπώδες και απρόσιτο". Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι τα περιστατικά στα οποία επιχειρείται η στήριξή του δεν αποτελούν "πράγματα", κατά την έννοια του άρθρου 559αρ.8ΚΠολΔ, ενώ σε κάθε περίπτωση είναι απορριπτέος και ως αβάσιμος, διότι όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης δεν υπάρχει παραδοχή αυτής, ως προς τον 6° λόγο έφεσης των αναιρεσιβλήτων με το προαναφερόμενο περιεχόμενο που επικαλείται ο αναιρεσείων.

Για το ορισμένο του λόγου αναίρεσης που προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 12 ΚΠολΔ και αναφέρεται στην παραβίαση των ορισμών του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων θα πρέπει να εξειδικεύεται το αποδεικτικό μέσο και να αναφέρεται στο αναιρετήριο, για την απόδειξη ποιου συγκεκριμένου ισχυρισμού προσκομίσθηκε το αποδεικτικό μέσο, ποια επίδραση θα ασκούσε ο ισχυρισμός αυτός στην έκβαση της δίκης, ποια αποδεικτική δύναμη προσδόθηκε σε αυτό από το δικαστήριο της ουσίας και ποιο είναι το σχετικό σφάλμα της απόφασης.

Στην προκείμενη περίπτωση με τον πρώτο, κατά το πρώτο μέρος, λόγο αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ.12 ΚΠολΔ αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια ότι παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, επειδή συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις ως δικαστικό τεκμήριο την περατωθείσα κατάθεση του μάρτυρα του αναιρεσείοντος Α.

Τ. που περιέχεται στην ...1992 εισηγητική έκθεση, θεωρώντας εσφαλμένα ότι αυτή ήταν ημιτελής, και ότι η πιο πάνω κατάθεση ήταν σημαντική για την απόδειξη των ισχυρισμών του αναιρεσείοντος, αναφορικά με "την περίφραξη του επίδικου ακινήτου, κατά τα έτη 1953-1954 και 1976, και τη φροντίδα του από τον παραπάνω μάρτυρα, κατά το διάστημα των ετών 1953-1977".

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αόριστος, διότι ο αναιρεσείων δεν προσδιορίζει ποια επίδραση θα ασκούσε στην έκβαση της δίκης, ως προς την απόδειξη των παραπάνω ισχυρισμών του, η απόδοση μεγαλύτερης αποδεικτικής δύναμης στην επίμαχη μαρτυρική κατάθεση από εκείνη που, ενδεχομένως εσφαλμένα, απέδωσε το Εφετείο, το οποίο, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασής του, τη συνεκτίμησε μαζί με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα (μάρτυρες αναιρεσείοντος, πραγματογνωμοσύνη, έγγραφα) για το σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος.

Περαιτέρω ο τρίτος λόγος αναίρεσης, κατά το μέρος που πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση, με την αιτίαση ότι το Εφετείο υπέπεσε στην ίδια πιο πάνω αναιρετική πλημμέλεια, διότι απέδωσε αυξημένη αποδεικτική δύναμη στην 2568/1979 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών, με την οποία κρίθηκε "κατά πιθανολόγηση" κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων το δικαίωμα προσωρινής νομής του αναιρεσείοντος στο επίδικο ακίνητο είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση το Εφετείο δεν απέδωσε αυξημένη αποδεικτική δύναμη στην επίμαχη απόφαση του Ειρηνοδικείου, αλλά την έλαβε υπόψη για την ενίσχυση των επιχειρημάτων του ως προς τη μη απόκτηση κυριότητας του αναιρεσείοντος στο επίδικο, συνεκτιμώντας την με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα που προαναφέρθηκαν.

Από την διάταξη του άρθρου 559 αρ. 20 του ΚΠολΔ, κατά την οποία αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό, συνάγεται, ότι ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης ιδρύεται μόνον, όταν το δικαστήριο κατά προφανή παρανόηση, δηλαδή μη ορθή ανάγνωση του περιεχομένου αποδεικτικού, κατά την έννοια των άρθρων 432 επ.

Κ.Πολ.Δ., εγγράφου δέχθηκε ως μνημονευόμενα σε αυτό πραγματικά περιστατικά, τα οποία όμως είναι καταδήλως διάφορα των πράγματι διαλαμβανομένων στο έγγραφο, ακολούθως δε, στηριζόμενο αποκλειστικώς ή κυρίως στο εν λόγω έγγραφο, οδηγείται σε ουσιαστική κρίση βλαπτική για τον επικαλούμενο τον προαναφερόμενο αναιρετικό λόγο.

Ο λόγος όμως αυτός αναίρεσης δεν ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας σχημάτισε την κρίση του για την βασιμότητα της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως κ.λ.π., στηριζόμενο σε περισσότερα αποδεικτικά μέσα, το δε φερόμενο ως παραμορφωθέν έγγραφο το συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις, χωρίς να στηριχθεί κυρίως ή αποκλειστικώς σε αυτό, με αποτέλεσμα να άγεται σε κρίση διαφορετική από εκείνη, την οποία εκλαμβάνει ως ορθή ο αναιρεσείων, δεδομένου ότι η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας που εξάγεται από την συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων, είναι, κατά την διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 ΚΠολΔ., αναιρετικώς ανέλεγκτη.

Εξάλλου, ως έγγραφα, με την έννοια των αναφερόμενων στα άρθρα 339 και 432 Κ.Πολ.Δ. αποδεικτικών μέσων, δεν θεωρούνται τα τοπογραφικά διαγράμματα που συντάσσονται μετά από αίτηση διαδίκου, τα οποία φέρουν το χαρακτήρα γνωμοδότησης του άρθρου 390 ΚΠολΔικ, καθώς και τα διαδικαστικά έγγραφα, όπως είναι λ.χ. τα πρακτικά της δίκης ή οι εισηγητικές εκθέσεις που περιέχουν τις μαρτυρικές καταθέσεις και, συνεπώς, δεν υπόκεινται σε παραμόρφωση με την έννοια του άρθ. 559 αριθ. 20 του ίδιου Κώδικα, όπως τα άλλα αποδεικτικά έγγραφα, με αποτέλεσμα να μην ιδρύεται ο από την τελευταία αυτή διάταξη προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης.

Στην προκείμενη περίπτωση με τους πρώτο, κατά το δεύτερο μέρος, τον δεύτερο και τον τρίτο, κατά ένα μέρος, λόγους αναίρεσης και τον τρίτο πρόσθετο λόγο προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση αιτιάσεις από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., γιατί το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο: α) της ...1992 εισηγητικής έκθεσης του Εισηγητή Δικαστή, που διορίστηκε με την 18027/1979 προδικαστική απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, με το να δεχθεί ότι έμεινε ημιτελής η περιεχόμενη σε αυτή κατάθεση του μάρτυρα Α.

Τ., ενώ αυτή είχε περατωθεί, καθώς και με το να δεχθεί διαφορετικά πράγματα από εκείνα που κατέθεσαν οι μάρτυρες του αναιρεσείοντος Χ. Λ., Α. Τ. και Ά. Μ. και περιέχονται στην παραπάνω εισηγητική έκθεση β) της 2568/1978 απόφασης του Ειρηνοδικείου Αθηνών περί ασφαλιστικών μέτρων νομής που εκδόθηκε μεταξύ των ίδιων διαδίκων, ως προς τον αναφερόμενο σε αυτή προσανατολισμό του επίδικου ακινήτου, σε σχέση με τις όμορες ιδιοκτησίες και γ) του από Ιουλίου 1978 σχεδιαγράμματος του μηχανικού Π.

Μ., ως προς τον προσδιορισμό των ορίων του επιδίκου και των όμορων με αυτό ιδιοκτησιών. Οι παραπάνω αιτιάσεις είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες, αναφορικά με την υπό στοιχείο (α) ...1992 εισηγητική έκθεση και το υπό στοιχείο (γ) σχεδιάγραμμα, διότι αυτά δεν αποτελούν έγγραφα, κατά την προεκτεθείσα έννοια του άρθρου 559άρ.20ΚΠολΔ, ενώ είναι απορριπτέες ως αβάσιμες, αναφορικά με το υπό στοιχείο (β) έγγραφο, διότι όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση το Εφετείο σχημάτισε την δικανική του κρίση, ως προς το ουσιώδες ζήτημα της μη απόκτησης κυριότητας του αναιρεσείοντος στο επίδικο ακίνητο με έκτακτη χρησικτησία, ύστερα από τη συνεκτίμηση και άλλων αποδεικτικών μέσων, τα οποία επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι (μάρτυρες, πραγματογνωμοσύνη, λοιπά έγγραφα) και δεν στήριξε την παραπάνω κρίση του αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο προαναφερόμενο έγγραφο.

Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, ιδρύεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν, κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι εφαρμογής της διάταξης που εφαρμόστηκε ή ότι δε συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.

Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν ορθώς εφαρμόστηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται σαφώς, πλήρως και χωρίς αντιφάσεις.

Ως ζητήματα δε, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στη θεμελίωση ή την κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για την οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει το συγκεκριμένο λόγο.

Επομένως ο τρίτος, κατά ένα μέρος, λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559αρ.19 ΚΠολΔ, με τον οποίο αποδίδεται στο Εφετείο η παραπάνω αναιρετική πλημμέλεια, διότι στην προσβαλλόμενη απόφασή του περιέχονται εσφαλμένες, αντιφατικές και ασαφείς αιτιολογίες, αναφορικά με την "την τοποθεσία της περίφραξης και την οριοθέτηση του επίδικου ακινήτου, σε σχέση με τα γειτονικά ακίνητα" είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι οι αναφερόμενες ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και όχι σε "ζητήματα", με την έννοια του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ.

Κατά το άρθρο 559 αρ. 10 ΚΠολΔ, όπως αυτό ίσχυε πριν τροποποιηθεί με το άρθρο 17 παρ.2 του ν. 2915/2001, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη ή δεν διέταξε απόδειξη γι' αυτά. Από την διάταξη αυτή προκύπτει, ότι ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση, ή παρακώλυση του δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά ή όταν δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά στοιχεία άντλησε την απόδειξη γι' αυτά.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το παραδεκτώς από τον Άρειο Πάγο, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκοπούμενο αντίγραφο της προσβαλλόμενης απόφασης το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα ως προς το ουσιώδες ζήτημα της μη απόκτησης κυριότητας του αναιρεσείοντος στο επίδικο ακίνητο με έκτακτη χρησικτησία, στηρίχθηκε στα αποδεικτικά μέσα που αναφέρονται ειδικότερα στην απόφαση (μάρτυρες, πραγματογνωμοσύνη, έγγραφα) και, συνεπώς, δεν δέχθηκε ουσιώδη πράγματα ως αληθινά χωρίς απόδειξη και είναι απορριπτέος ως αβάσιμος ο τρίτος λόγος αναίρεσης, κατά το μέρος που αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αρ. 10 περ.α' ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια.

Οι περαιτέρω αιτιάσεις που αποδίδονται με τον ίδιο λόγο, υπό την επίκληση της πιο πάνω διάταξης, αναφορικά με "την τοποθεσία της περίφραξης και την οριοθέτηση του επιδίκου, σε σχέση με τα γειτονικά ακίνητα" είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες, διότι τα περιστατικά αυτά δεν αποτελούν "πράγματα", κατά την έννοια του άρθρου 559αρ. 10 ΚΠολΔ.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει ή παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Από δε τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως 341 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας είναι υποχρεωμένο να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι προσκομίζουν και επικαλούνται νομίμως, τα οποία είναι χρήσιμα προς άμεση ή έμμεση (με τεκμήρια) απόδειξη γεγονότων, που συγκροτούν ισχυρισμό λυσιτελή, δηλαδή που επιδρούν στο διατακτικό, παραδεκτό και νόμω βάσιμο ή ισχυρισμό περί αρχής εγγράφου αποδείξεως (Ολ.ΑΠ 11/1982).

Και έχει μεν την υποχρέωση, σύμφωνα με τις πιο πάνω διατάξεις και εκείνες του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, να αιτιολογήσει την απόφασή του, να αναφέρει δηλαδή τους λόγους που το οδήγησαν στον σχηματισμό της δικανικής του πεποιθήσεως, όχι όμως και να κάνει ειδική μνεία και αξιολόγηση εκάστου αποδεικτικού μέσου, αρκεί να γίνεται αδιστάκτως βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως ότι προς σχηματισμό του αποδεικτικού πορίσματος έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που νομίμως προσκόμισαν και επικαλέσθηκαν οι διάδικοι.

Εξάλλου για το ορισμένο του πιο πάνω λόγου αναίρεσης πρέπει να εξειδικεύονται στο αναιρετήριο τα αποδεικτικά μέσα, να προσδιορίζεται το περιεχόμενο τους, να αναφέρεται ότι έγινε επίκληση και νόμιμη προσκομιδή τους, και αν ακόμη έπρεπε να ληφθούν υπόψη αυτεπαγγέλτως και επίσης να αναφέρεται ο ισχυρισμός προς απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου αυτά προσκομίσθηκαν, ώστε να είναι δυνατόν να κριθεί αν ο εν λόγω ισχυρισμός είναι ουσιώδης και αν το συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο ήταν κρίσιμο για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του.

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο, κατά ένα μέρος, λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων αιτιάται την προσβαλλομένη απόφαση για πλημμέλεια από τον αριθμό 11περ.γ' του άρθ. 559 ΚΠολΔ, διότι το Εφετείο κατά το σχηματισμό του παραπάνω αποδεικτικού πορίσματος, δεν έλαβε υπόψη τα αποδεικτικά μέσα που αυτός προσκόμισε και επικαλέσθηκε, "όπως είναι αυτά και για τη θέση της λασπώδους εκτάσεως, ακριβή θέση ομόρων, τους τίτλους των διαδίκων βάσει των συμβολαίων ...1909 και ...1918, των διαγραμμάτων Γ.

Α., Γ. Β. και Γ. Μ., τις μαρτυρικές καταθέσεις των μαρτύρων του αναιρεσείοντος, τις οποίες ακατανόητα και αόριστα κρίνει η προσβαλλόμενη απόφαση ότι αντιφάσκουν, ενώ συμβαίνει το αντίθετο". Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απορριπτέος, προεχόντως, ως αόριστος, διότι δεν εξειδικεύονται όλα τα επικαλούμενα αποδεικτικά μέσα που δεν λήφθηκαν υπόψη και δεν προσδιορίζεται το περιεχόμενο τους, ούτε αναφέρεται ποιος είναι ο ουσιώδης ισχυρισμός προς απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου αυτά προσκομίσθηκαν, ώστε να κριθεί αν ήταν πράγματι κρίσιμα για την απόδειξη ή ανταπόδειξή του.

Σε κάθε όμως περίπτωση ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος και ως αβάσιμος, αφού όπως προκύπτει από την ενυπάρχουσα διαβεβαίωση στην προσβαλλομένη απόφαση ότι συνεκτιμήθηκαν οι ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων του αναιρεσείοντος που περιέχονται στην ...1992 εισηγητική έκθεση, οι ...1998 και …2011 εκθέσεις πραγματογνωμοσύνης των ορισθέντων με τις 18027/1979 και 7068/2001 αποφάσεις του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και του Εφετείου Αθηνών, αντίστοιχα, πραγματογνωμόνων Γ.

Β. και Γ. Μ., αντίστοιχα, οι τεχνικές εκθέσεις και γνωμοδοτήσεις των τεχνικών συμβούλων των διαδίκων και όλα τα νομίμως από τους διαδίκους επικληθέντα και προσαχθέντα έγγραφα είτε προς άμεση απόδειξη των ισχυρισμών τους είτε προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, σε συνδυασμό και προς το σύνολο των αιτιολογιών της απόφασης, καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι λήφθηκαν υπόψη από το Εφετείο και τα προαναφερόμενα (έστω και αορίστως) επικαλούμενα αποδεικτικά μέσα, ακόμη και αν δεν μνημονεύεται και δεν αξιολογείται, ειδικώς, καθένα από αυτά.

Κατόπιν αυτών πρέπει ν' απορριφθούν η αίτηση και οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ.4 ΚΠολΔ) και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων σε βάρος του αναιρεσείοντος, λόγω της ήττας του (άρθρα 176, 183, 191 παρ.2 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 28/12/2015 αίτηση και τους από 1/2/2017 πρόσθετους λόγους για αναίρεση της 6276/2013 απόφασης του Πολυμελούς Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.

Επιβάλλει τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων σε βάρος του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Νοεμβρίου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 6 Δεκεμβρίου 2017.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ