Supreme Court dismisses appeal against second instance judgment regarding inadmissibility of public documents as full proof.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the second instance judgment, which had declared the lower court's appeal inadmissible. The appellant argued that the appellate court failed to grant full evidentiary weight to public tax documents regarding inheritance property values. The court ruled that these documents do not constitute full proof under the relevant statute for value determinations and were instead evaluated freely alongside other evidence.
Legislator headnote
AI generatedArticles 438 and 440 of the Code of Civil Procedure; Public documents issued by authorized officials constitute full proof only for matters explicitly covered by the law, allowing free evaluation for other issues like property valuation.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1991 / 2009 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1991/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Μίμη Γραμματικούδη, Ιωάννη Σίδερη και Δημήτριο Μαζαράκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 29 Απριλίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Χ, το γένος Ζ, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Λεωνίδα Κοντογιάννη.
Των αναιρεσιβλήτων: 1. Ψ1, 2. Ψ2, 3. Ψ3, 4. Ψ4 και 5. Ψ5, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Πιπερίδη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23-3-1995 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Κέρκυρας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 168/1998 μη οριστική, 149/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 39/2004 του Εφετείου Κέρκυρας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 10-11-2004 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Μαζαράκης ανέγνωσε την από 16-4-2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 558 και 566 του Κ.Πολ.Δικ. προκύπτει ότι η αναίρεση πρέπει να απευθύνεται εναντίον εκείνων οι οποίοι ήταν διάδικοι στη δίκη στην οποία εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση και αντίδικοι του αναιρεσείοντα, όχι όμως εναντίον όλων αυτών, αλλά μόνο εναντίον εκείνων από αυτούς ως προς τους οποίους επιδιώκεται με αυτήν και, με βάση τις επικαλούμενες αναιρετικές πλημμέλειες, είναι δυνατή η αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης.
Έτσι, η αίτηση αναιρέσεως είναι απαράδεκτη κατά το μέρος της που στρέφεται κατ' εκείνων των αντιδίκων του αναιρεσείοντος στους οποίους δεν αφορά η αποδιδομένη με αυτή πλημμέλεια και ως προς τους οποίους, συνεπώς, δεν είναι δυνατόν να αναιρεθεί η απόφαση και αν ακόμη ευδοκιμήσει ο λόγος αυτός (ΑΠ 1778/2008, ΑΠ 544/2006).
Στην προκείμενη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη απόφαση το Εφετείο δέχτηκε στο σκεπτικό του ότι είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη η ασκηθείσα έφεση της ενάγουσας - εκκαλούσας και ήδη αναιρεσείουσας κατά της πρωτόδικης απόφασης, κατά το μέρος που στρέφεται κατά των δεύτερης και τέταρτης των εναγομένων - εφεσιβλήτων και ήδη αναιρεσιβλήτων Ψ2, το γένος Ζ, και Ψ4 θυγ.
Ζ, διότι ως προς μεν την δεύτερη εναγόμενη - εφεσίβλητη η ένδικη αγωγή δεν εισήχθη προς συζήτηση ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, ως προς δε την τέταρτη εναγόμενη - εφεσίβλητη λόγω ελλείψεως εννόμου συμφέροντος της εκκαλούσας, αφού η αγωγή έγινε πρωτοδίκως δεκτή λόγω τεκμηρίου ομολογίας από την ερημοδικία της κατά την πρωτόδικη δίκη.
Επομένως, η κρινόμενη αίτηση για αναίρεση της 39/2004 απόφασης του Εφετείου Κέρκυρας, το οποίο, απέρριψε την από 23-3-1995 αγωγή περί κλήρου της αναιρεσείουσας, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, κατά το μέρος της που στρέφεται κατά των ως άνω δεύτερης και τέταρτης των αναιρεσιβλήτων, διότι δεν τις αφορούν οι αποδιδόμενες στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες, ούτε περιέχεται ως προς αυτές στην αίτηση αναίρεσης αιτίαση για το ότι κρίθηκε ως απαράδεκτη η ασκηθείσα έφεσή της ως προς αυτές, με την οποία να επιδιώκεται και να είναι δυνατή η αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης ως προς τις εν λόγω αναιρεσίβλητες.
Επειδή, ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, όταν το δικαστήριο, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως πράγματα κατά την έννοια της διάταξης αυτής νοούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, παρακώλυση ή κατάλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, το οποίο ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό (βάση αγωγής, ανταγωγής) είτε ως αμυντικό (ένσταση, αντένσταση) μέσο, αλλά όχι και οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης, ή επιχειρήματα, νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων.
Πράγματα, επίσης, κατά την έννοια της αμέσως πιο πάνω διάταξης, αποτελούν και οι λόγοι έφεσης, που περιέχουν παράπονα κατά της πρωτοβάθμιας κρίσης. Δεν στοιχειοθετείται, όμως, ο λόγος αυτός αναίρεσης αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, έστω και αν η απόρριψή του δεν είναι ρητή, αλλά συνάγεται από το περιεχόμενο της απόφασης (Ολ.
ΑΠ 11/1996). Στην προκείμενη περίπτωση η αναιρεσείουσα με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, κατά το πρώτο τμήμα του, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αριθ. 8 περ. β' ΚΠολΔ πλημμέλεια ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τους προβληθέντες ουσιώδεις ισχυρισμούς της και τους λόγους έφεσης, στους οποίους αναφέρονται η ακριβής θέση, τα όρια, η έκταση και η αξία καθενός από τα επίδικα ακίνητα, προς θεμελίωση και απόδειξη του δικαιώματός της ως νόμιμης μεριδούχου.
Από την προσβαλλόμενη απόφαση, όμως, προκύπτει ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη τους ισχυρισμούς και τους λόγους έφεσης και τους απέρριψε κατ' ουσίαν. Ειδικότερα το Εφετείο δέχτηκε, κατά την ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Στις 10-5-1979 αποβίωσε ο Ζ, σύζυγος της πρώτης εναγομένης και πατέρας των λοιπών εναγομένων και της ενάγουσας.
Με τις νόμιμα δημοσιευμένες 11586/1975 και 14686/1977 δημόσιες διαθήκες του ενώπιον του συμβολαιογράφου Κέρκυρας Σπυρ. Βοντετσιάνου κατέλιπε στην μεν ενάγουσα το ανήκον σ' αυτόν ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου της περιελθούσας σ' αυτόν περιουσίας της αποβιώσασας στις 2-8-1950 συζύγου του και μητέρας της ενάγουσας ..., ενώ στα υπόλοιπα τέκνα του και τη δεύτερη σύζυγό του την υπόλοιπη ακίνητη περιουσία του ως επί το πλείστον διαιρετώς.
Συνεχίζει δε το Εφετείο ότι δεν αποδείχθηκε η ακριβής ταυτότητα ενός εκάστου κληρονομιαίου ακινήτου από αυτά που κατά τα ιστορούμενα στην αγωγή αποτελούν την κληρονομιαία περιουσία του διαθέτη καθώς και η αξία τούτου, ώστε να καταστεί πρωτίστως δυνατός ο υπολογισμός της πραγματικής ομάδας κληρονομίας, η οποία και αποτελεί κατά το νόμο τη βάση του υπολογισμού της νόμιμης μοίρας της ενάγουσας.
Ειδικότερα από τις προσκομιζόμενες δηλώσεις αποδοχής κληρονομίας προκύπτει μεν ότι οι αποδεχόμενοι προέβησαν σε αποδοχή των κληρονομιαίων ακινήτων κατά τις αντίστοιχες ημεροχρονολογίες, πλην όμως από τις δηλώσεις αυτές δεν μπορεί να συναχθεί η αξία της επαχθείσας κληρονομίας σε καθένα από τους αποδεχομένους και δη κατά το χρόνο θανάτου του Ζ.
Επίσης, συνεχίζει το Εφετείο, ούτε από το προσκομιζόμενο 14840/1992 συμβόλαιο ανταλλαγής ακινήτων του συμβολαιογράφου Σπυρ. Σπίγγου είναι δυνατό να υπολογισθεί η πραγματική αξία των καταλιπομένων στους διαδίκους κληρονομιαίων ακινήτων κατά το χρόνο θανάτου του Ζ, αφού ως εκ του χρόνου συντάξεώς του το έτος 1992, απέχει χρονικά του θανάτου του τελευταίου (έτος 1979) τουλάχιστον μια ολόκληρη δεκαετία.
Αλλά (δεν μπορεί να υπολογισθεί η αξία αυτή) και από την προσκομιζόμενη έκθεση ελέγχου της Α' Δ.Ο.Υ. Κέρκυρας του 1979 που χρονικά κείται πλησιέστερα στο χρόνο θανάτου του διαθέτη, επειδή ακριβώς δεν προκύπτει με σαφήνεια και ακρίβεια η ταυτότητα των επίδικων ακινήτων ως προς τη θέση, τα όρια, το είδος, την έκταση ενός εκάστου τούτων, η δε αποδιδόμενη από την Α' Δ.Ο.Υ.
Κέρκυρας εκτίμηση για καθένα από τα αναφερόμενα στην έκθεσή της ακίνητα δεν μπορεί να αποτελέσει πλήρη απόδειξη περί της πραγματικής αξίας ενός εκάστου κατά τον κρίσιμο χρόνο του θανάτου του κληρονομουμένου Ζ. Ακολούθως, το Εφετείο απέρριψε τους ισχυρισμούς της ενάγουσας και στη συνέχεια απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη την ένδικη αγωγή.
Επομένως, ο εξεταζόμενος λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 8 περ. β' ΚΠολΔ, που υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.
Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως και 340 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, χωρίς να επιβάλλεται να γίνεται ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, αρκεί να καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο από όλο το περιεχόμενο της απόφασης, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που με επίκληση προσκομίστηκαν από τους διαδίκους, ήτοι αρκεί η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π.) που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο (Ολ.
ΑΠ 42/2002). Ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν ιδρύεται, όταν η παράλειψη του δικαστηρίου αφορά στη μη αξιολόγηση συγκεκριμένων αποδεικτικών μέσων, που έλαβε υπόψη, σε συνδυασμό με τα άλλα ληφθέντα υπόψη αποδεικτικά μέσα ή αν το δικαστήριο δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο την αποδεικτική βαρύτητα που υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι αυτό έχει, διότι με την αιτίαση αυτή πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).
Εξάλλου, ο λόγος αναίρεσης του άρθρου 559 αριθ. 11 ΚΠολΔ δεν θεμελιώνεται, όταν με αυτόν προβάλλεται μη λήψη υπόψη εξώδικης ομολογίας και από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη το έγγραφο, από το οποίο συνάγεται κατά το λόγο αναίρεσης η εξώδικη ομολογία (ΑΠ 545/1993).
Στην προκείμενη περίπτωση η αναιρεσείουσα με τους πρώτο, κατά το δεύτερο τμήμα του, και δεύτερο κατά το πρώτο και δεύτερο τμήμα του, λόγους αναίρεσης, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμό 11 περ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη και δεν συνεκτίμησε με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα και έγγραφα που νομότυπα επικαλέστηκε και προσκόμισε προς απόδειξη της ακριβούς θέσης, των ορίων και της αξίας των επίδικων κληρονομιαίων ακινήτων, επί των οποίων ζητούσε να αναγνωριστεί η νόμιμη μοίρα της, και τα οποία και οι ίδιοι οι αναιρεσίβλητοι είχαν προσκομίσει και επικαλεστεί, γεγονός από το οποίο συνάγεται εξώδικη ομολογία αυτών ότι ουδέποτε είχαν αμφισβητήσει τη θέση, τα όρια και την αξία των επιδίκων:
ήτοι α) τις 251, 251/1979 πράξεις προσδιορισμού φόρου κληρονομίας, β) ένδεκα (11) αρχικές δηλώσεις φόρου κληρονομίας και γ) την 138/1979 έκθεση ελέγχου της Α' Δ.Ο.Υ. Κέρκυρας για τα κληρονομιαία ακίνητα. Από την περιεχόμενη όμως στην προσβαλλόμενη απόφαση ρητή διαβεβαίωση του Εφετείου ότι έλαβε υπόψη "όλα τα επικαλούμενα και νομίμως προσκομιζόμενα έγγραφα", καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το Εφετείο για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα έλαβε υπόψη του και τα ανωτέρω έγγραφα, από τα οποία μάλιστα την έκθεση ελέγχου της Α'Δ.Ο.Υ.
Κέρκυρας του έτους 1979 έχει μνημονεύσει στο σκεπτικό του. Από την ίδια ρητή διαβεβαίωση καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι έχει ληφθεί υπόψη και η εξώδικη ομολογία που σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας προκύπτει από τα έγγραφα αυτά. Επομένως, ο εξεταζόμενος λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος.
Επειδή, από τις διατάξεις του άρθρου 368 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η διάταξη πραγματογνωμοσύνης για συγκεκριμένο ζήτημα εναπόκειται στην κυριαρχική και μη ελεγχόμενη αναιρετικώς κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο ελεύθερα εκτιμά την ανάγκη της χρησιμοποιήσεως του αποδεικτικού αυτού μέσου, με εξαίρεση την περίπτωση κατά την οποία κάποιος από τους διάδικους ζητήσει την διεξαγωγή πραγματογνωμοσύνης και το δικαστήριο κρίνει ότι χρειάζονται όχι απλώς ειδικές αλλά, όπως προκύπτει από την αρχική στην καθαρεύουσα διατύπωση του πιο πάνω άρθρου, ιδιάζουσες γνώσεις επιστήμης ή τέχνης, κρίση που επίσης είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη. Επομένως, αν δεν υπάρχει παραδοχή του δικαστηρίου ότι πρόκειται να κριθούν ζητήματα που απαιτούν για να γίνουν αντιληπτά ιδιάζουσες γνώσεις επιστήμης ή τέχνης, το να μη διατάξει τη διεξαγωγή πραγματογνωμοσύνης δεν δημιουργεί κανένα λόγο αναίρεσης από τους περιοριστικά προβλεπόμενους στο άρθρο 559 ΚΠολΔ ( ΑΠ 980/2007 ).
Συνεπώς, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης κατά το μέρος που με αυτόν η αναιρεσείουσα υπό την επίκληση πλημμέλειας από το άρθρο 559 αριθ. 11 ΚΠολΔ ψέγει το Εφετείο, διότι τούτο προκειμένου να κρίνει τη βασιμότητα του κληρονομικού της δικαιώματος στα αναφερόμενα κληρονομιαία ακίνητα, δεν διέταξε την διενέργεια πραγματογνωμοσύνης για τη διευκρίνιση της θέσης και της αξίας των επιδίκων, ούτε την επανάληψη των αποδείξεων, ούτε τη διενέργεια συμπληρωματικών αποδείξεων, είναι προεχόντως απαράδεκτος, ενόψει του ότι, όπως προκύπτει από το αναιρετήριο αλλά και από την προσβαλλόμενη απόφαση, δεν υπάρχει παραδοχή του Εφετείου ότι για το εν λόγω ζήτημα απαιτούνται ιδιάζουσες γνώσεις επιστήμης ή τέχνης.
Επειδή, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 12 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως ιδρύεται από την παραβίαση των ορισμών του νόμου αναφορικά με την δύναμη των αποδεικτικών μέσων, όταν το δικαστήριο της ουσίας αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα δύναμη αποδείξεως μικρότερη ή μεγαλύτερη από εκείνη που, δεσμευτικά για το δικαστήριο, καθορίζει ο νόμος, όχι όμως και στην περίπτωση, κατά την οποία το δικαστήριο, συνεκτιμώντας ελεύθερα, κατά το άρθρο 340 ΚΠολΔ, τα αποδεικτικά μέσα που κατά νόμο έχουν την ίδια αποδεικτική δύναμη, αποδίδει μεγαλύτερη ή μικρότερη βαρύτητα ή αξιοπιστία σε ένα από αυτά (ΑΠ 1152/2008, ΑΠ 30/2005).
Εξάλλου, κατά το άρθρο 438 ΚΠολΔ έγγραφα που έχουν συνταχθεί κατά τους νόμιμους τύπους από δημόσιο υπάλληλο ή λειτουργό ή πρόσωπο που ασκεί δημόσια υπηρεσία ή λειτουργία, αποτελούν πλήρη απόδειξη για όλους ως προς όσα βεβαιώνονται στο έγγραφο αυτό ότι έγιναν από το πρόσωπο που συνέταξε το έγγραφο ή έγιναν ενώπιόν του, αν το πρόσωπο αυτό είναι καθ' ύλην και κατά τόπο αρμόδιο να κάνει αυτή τη βεβαίωση.
Κατά δε το άρθρο 440 ΚΠολΔ τα έγγραφα που αναφέρονται στο άρθρο 438 αποτελούν πλήρη απόδειξη για όλους ως προς όσα βεβαιώνονται σ' αυτά, την αλήθεια των οποίων όφειλε να διαπιστώσει εκείνος που έχει συντάξει το έγγραφο, επιτρέπεται όμως ανταπόδειξη. Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών συνάγεται ότι έγγραφα που έχουν συνταχθεί κατά τους νόμιμους τύπους από δημόσιο υπάλληλο, αποτελούν πλήρη απόδειξη για όλους, τόσον ως προς όσα βεβαιώνονται στα έγγραφα αυτά, ότι έγιναν από πρόσωπο που συνέταξε το έγγραφο ή ότι έγιναν ενώπιόν του, όσον και ως προς όσα βεβαιώνονται σ' αυτό, την αλήθεια των οποίων όφειλε να διαπιστώσει εκείνος που έχει συντάξει το έγγραφο, και ότι στην πρώτη περίπτωση δεν επιτρέπεται ανταπόδειξη, εκτός αν το έγγραφο προσβληθεί ως πλαστό, στη δεύτερη δε περίπτωση χωρεί ανταπόδειξη χωρίς τις διατυπώσεις αυτές (ΑΠ 1152/2008, ΑΠ 259/2007).
Στην προκείμενη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με τον τρίτο λόγο αναίρεσης προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αριθ. 12 ΚΠολΔ πλημμέλεια ότι το Εφετείο δεν απέδωσε την αποδεικτική δύναμη των δημοσίων εγγράφων στις 251, 251/1979 πράξεις προσδιορισμού φόρου κληρονομίας, στις 11 αρχικές δηλώσεις φόρου κληρονομίας και την 138/1979 έκθεση ελέγχου της Α' Δ.Ο.Υ.
Κέρκυρας, που είχαν συνταχθεί από τους αρμόδιους υπαλλήλους της Α' Δ.Ο.Υ. Κέρκυρας και που είχε προσκομίσει προς απόδειξη της θέσης, των ορίων, της έκτασης και της αξίας για καθένα από τα αναφερόμενα κληρονομιαία ακίνητα. Ο εξεταζόμενος λόγος είναι αβάσιμος, διότι τα έγγραφα αυτά δεν αποτελούν ως προς τα ανωτέρω ζητήματα και δη ως προς την αξία των αναφερόμενων σ' αυτά ακινήτων, πλήρη απόδειξη, κατά τη διάταξη του άρθρου 438 ΚΠολΔ, αφού τα ζητήματα αυτά δεν είναι από τα ανωτέρω αναφερόμενα περιστατικά ως προς τα οποία τα έγγραφα αυτά παρέχουν πλήρη απόδειξη, από δε την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο δεν προσέδωσε στα παραπάνω έγγραφα μικρότερη αποδεικτική δύναμη από εκείνη που ο νόμος ορίζει, αλλά, ως προς το αποδεικτικό τούτο θέμα, εκτίμησε αυτά ελεύθερα κατά το άρθρο 340 ΚΠολΔ, μαζί με τα υπόλοιπα, κατ' είδος αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που δεν κατέθεσαν προτάσεις (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 10-11-2004 αίτηση της Χ για αναίρεση της 39/2004 αποφάσεως του Εφετείου Κέρκυρας.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων διακοσίων (1.200) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Ιουλίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 23 Σεπτεμβρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ