Legislator Case Law & Legislation
1991/2008 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on inheritance dispute, upholding lower court's ruling on acquisitive prescription.

Case Number 1991/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the First Instance Court's decision regarding a property inheritance dispute. The appellant argued that the respondent had acquired ownership through adverse possession, but the court found the lower court correctly applied the law. The court ruled that the respondent's long-term possession and acts of ownership legally extinguished the appellant's original rights, making the appeal baseless.

Legislator headnote

AI generated

Articles 1 paragraphs 1 and 2 of Law 431/1968; The court held that ownership of a portion of an estate can be acquired through special acquisitive prescription, even if it results in non-standard lot sizes, thereby extinguishing the original owner's rights.

Keywords

AI generated
acquisitive prescription inheritance dispute special acquisitive prescription property ownership adverse possession estate division Supreme Court appeal

Cited Legislation

AI generated
Articles 94 paragraph 1, 96 paragraph 1, 104 and 576 paragraphs 2 and 3 of the Code of Civil Procedure
Article 1 paragraph 1 of Law 431/1968
Articles 568 paragraphs 4 and 576 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 560 number 1 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1991 / 2008 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1991/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Μίμη Γραμματικούδη, Ιωάννη Σίδερη και Δημήτριο Μαζαράκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 1η Οκτωβρίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Χ, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σπύρο Αποστολόπουλο. Του αναιρεσιβλήτου: Ψ, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Στυλιανό Σταματόπουλο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4-8-2004 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Παγγαίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 145/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 95/2007 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Καβάλας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 12-6-2007 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Μαζαράκης ανέγνωσε την από 19-9-2008 έκθεσή, του με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 94 παρ. 1, 96 παρ. 1, 104 και 576 παρ. 2 και 3 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι στην περίπτωση κατά την οποία ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου, ο οποίος δεν επισπεύδει τη συζήτηση, εμφανίζεται στο ακροατήριο κατά τη συζήτηση της υποθέσεως, αλλά δεν αποδεικνύει την ύπαρξη ρητής πληρεξουσιότητας, που αυτεπαγγέλτως πλέον εξετάζει το δικαστήριο, ο αναιρεσίβλητος θεωρείται ως μη παριστάμενος, οπότε ερευνάται αυτεπαγγέλτως αν κλήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Στην προκείμενη περίπτωση, από τα έγγραφα της δικογραφίας δεν προκύπτει η ύπαρξη ρητής πληρεξουσιότητας του δικηγόρου Αθηνών Στυλιανού Σταματόπουλου, που εμφανίστηκε στο ακροατήριο κατά την επισπευδόμενη από την αναιρεσείουσα συζήτηση της υποθέσεως, ως πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου. Έτσι, αυτός θεωρείται ως μη παριστάμενος. Όμως, ενόψει του ότι, όπως προκύπτει από την προσκομιζόμενη με επίκληση 5784/23-10-2007 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Καβάλας ..., ακριβές αντίγραφο της από 12-6-2007 αιτήσεως αναιρέσεως με την κάτω από αυτήν πράξη του αρμοδίου Αντιπροέδρου, με την οποία ορίστηκε δικάσιμος η 1η Οκτωβρίου 2008 και κλήση προς εμφάνισή του κατά τη δικάσιμο αυτή, επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως στον εν λόγω αναιρεσίβλητο, πρέπει να συζητηθεί η υπόθεση σαν να ήταν και αυτός παρών (άρθρα 568 παρ. 4 και 576 παρ. 2 ΚΠολΔ).

Επειδή, από τις διατάξεις του άρθρου 1 παρ.1 του α.ν. 431/1968 προκύπτει ότι, μετά την έναρξη της ισχύος του νόμου αυτού (23 - 05 - 1968 ), ο κατά την εποικιστική εν γένει νομοθεσία αποκατασταθείς κληρούχος και οι κληρονόμοι του δεν λογίζονται κατά πλάσμα του νόμου νομείς του κλήρου αν δεν κατέχουν πράγματι αυτόν και συνεπώς είναι δυνατή η χωρίς τη θέλησή τους κτήση από τον τρίτο της νομής ολόκληρου του κληροτεμαχίου, υπό τον όρο να μη κατατέμνονται τα τεμάχια της οριστικής διανομής.

Ο περιορισμός αυτός της μη κατάτμησης τίθεται ως γενική αρχή και έχει εφαρμογή σε κάθε μεταβίβαση του κλήρου, όχι μόνο όταν γίνεται με τη θέληση του κληρούχου, δηλαδή με δικαιοπραξία, αλλά και στην περίπτωση απόκτησης της κυριότητας χωρίς τη θέληση αυτού, όπως με χρησικτησία. Κατ' εξαίρεση όμως ο περιορισμός αυτός δεν ισχύει, σύμφωνα με τη διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 1 αυτού του αναγκαστικού νόμου, όπως αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του ν.666/1977, εκτός των άλλων περιπτώσεων και " επί μεταβιβάσεων κλήρων κειμένων εντός εγκεκριμένων ρυμοτομικών σχεδίων πόλεων ή χωρίων υπό την προϋπόθεσιν ότι τόσον τα μεταβιβαζόμενα όσον και τα απομένοντα τεμάχια κλήρων πληρούν τα κατά τας οικείας πολεοδομικάς διατάξεις ελάχιστα όρια εμβαδού και διαστάσεων.

Περί της συνδρομής της προϋποθέσεως ταύτης χορηγείται βεβαίωση της αρμόδιας πολεοδομικής Αρχής". Από την τελευταία αυτή διάταξη προκύπτει ότι η θεσπισθείσα εξαίρεση από τον περιορισμό της μη κατάτμησης του κλήρου που βρίσκεται εντός των εγκεκριμένων ρυμοτομικών σχεδίων πόλεων ή χωριών, δεν περιλαμβάνει οποιαδήποτε μεταβίβαση, αλλά μόνο την μεταβίβαση που γίνεται με δικαιοπραξία, αφού ρητά προβλέπεται η σύνταξη συμβολαίου, στο οποίο επισυνάπτεται η βεβαίωση της αρμόδιας πολεοδομικής Αρχής περί πληρώσεως των προβλεπόμενων ελαχίστων ορίων εμβαδού και διαστάσεων τόσο του μεταβιβαζόμενου τμήματος, όσο και του εναπομένοντος τεμαχίου του κλήρου, πράγμα που είναι ασυμβίβαστο με την έννοια της χρησικτησίας.

Περαιτέρω, κατά μεν την παράγραφο 1 του άρθρου 2 του ν.δ. 690/1948, η οποία καταργήθηκε με το άρθρο 3παρ.1 του α.ν.625/1968 και επαναφέρθηκε σε ισχύ με το άρθρο 6παρ. 1 του 651/1977, " απαγορεύεται η μεταβίβαση της κυριότητας οικοπέδων επαγομένη την δημιουργία οικοπέδων μη αρτίων, είτε κατά το ελάχιστον εμβαδόν, είτε κατά το ελάχιστον πρόσωπον ή βάθος", κατά δε την παρ. 3 του ιδίου άρθρου, " πάσα δικαιοπραξία εν ζωή ή αιτία θανάτου, έχουσα αντικείμενον απαγορευμένην κατά τας προηγουμένας παραγράφους μεταβίβασιν κυριότητας, είναι αυτοδικαίως και εξ υπαρχής απολύτως άκυρος".

Από τις τελευταίες αυτές διατάξεις προκύπτει ότι μόνο η δικαιοπραξία με την οποία μεταβιβάζεται οικόπεδο και εξ αιτίας της οποίας δημιουργούνται μη άρτια οικόπεδα είναι άκυρη.

Συνεπώς δεν αποκλείεται από τις διατάξεις αυτές η απόκτηση από τρίτο της κυριότητας τμήματος οικοπέδου με χρησικτησία, έστω και αν αυτή επάγεται τη δημιουργία οικοπέδων μη αρτίων, αφού στην περίπτωση αυτή δεν πρόκειται για μεταβίβαση με δικαιοπραξία (Ολ.ΑΠ 606/1976, ΑΠ 1740/2005). Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 560 αριθ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόστηκε, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχτηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση και τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχτηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα διαδικαστικά έγγραφα της υπόθεσης, με την ένδικη αγωγή η αναιρεσείουσα ενάγουσα ιστορούσε ότι ο αρχικός δικαιοπάροχος των διαδίκων Ξ, κύριος οικοπεδικού κλήρου, που βρίσκεται εντός του εγκεκριμένου ρυμοτομικού σχεδίου του ΔΔ Διαμερίσματος της .... του Δήμου ..., με δημόσια διαθήκη του κατέτμησε αυτό σε δύο οικόπεδα, εμβαδού 415 τμ και 215 τ.μ., αντίστοιχα, και εγκατέστησε στο μεν πρώτο οικόπεδο κληρονόμο του τη δικαιοπάροχο της αναιρεσείουσας, η οποία αποδέχτηκε την κληρονομία με συμβολαιογραφική δήλωση που νόμιμα μεταγράφηκε, στο δε δεύτερο οικόπεδο τον δικαιοπάροχο του αναιρεσίβλητου, ο οποίος αποδέχτηκε την κληρονομία, ότι η αναιρεσείουσα ενάγουσα κατέστη κυρία του πρώτου ακινήτου από το έτος 1974 με δήλωση αποδοχής κληρονομίας που νόμιμα μεταγράφηκε και ότι ο αναιρεσίβλητος εναγόμενος, κύριος του δεύτερου ακινήτου, κατέλαβε αυθαίρετα και παράνομα τμήμα του οικοπέδου της εμβαδού 67,12 τμ, ζητούσε δε να αναγνωριστεί η κυριότητά της επί του ακινήτου αυτού και να υποχρεωθεί ο αναιρεσίβλητος εναγόμενος να της το αποδώσει.

Ο αναιρεσίβλητος σε αντίκρουση της αγωγής επικαλέστηκε ιδία κυριότητα επί του επιδίκου με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, η δε εκδοθείσα επί της αγωγής πρωτόδικη απόφαση απέρριψε ως μη νόμιμη την ως άνω ένσταση με την αιτιολογία ότι δεν είναι δυνατή η κτήση κυριότητας τμήματος οικοπεδικού κλήρου με χρησικτησία, εφόσον αυτή επάγεται τη δημιουργία μη άρτιων οικοπέδων και ακολούθως δέχτηκε την αγωγή ως βάσιμη.

Επί της εφέσεως που άσκησε ο αναιρεσίβλητος, εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση η οποία δέχτηκε ως νόμιμη την παραπάνω ένσταση, με το αιτιολογικό ότι στην προκείμενη περίπτωση δεν αποκλείεται η απόκτηση από τρίτο της κυριότητας τμήματος οικοπέδου με χρησικτησία, έστω και αν αυτή επάγεται τη δημιουργία οικοπέδων μη άρτιων, αφού στην περίπτωση αυτή δεν πρόκειται για μεταβίβαση με δικαιοπραξία και δεν ισχύει η διάταξη του άρθρου 6 παρ.1 του ν. 651/1977 περί απαγόρευσης μεταβίβασης της κυριότητας οικοπέδων με δικαιοπραξία, επαγόμενη την δημιουργία οικοπέδων μη αρτίων.

Περαιτέρω, το Πολυμελές Πρωτοδικείο που δίκασε ως Εφετείο , δέχτηκε, κατά την ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του, ότι αποδείχθηκαν τα εξής: Δυνάμει του με αριθμό 32361/1953 τίτλου κυριότητας του Διοικητή της ΑΤΕ περιήλθε στον απώτερο δικαιοπάροχο των διαδίκων Ξ οικόπεδο, το οποίο βρίσκεται στο ΔΔ της ... του Δήμου ..., έκτασης 625,35 τ.μ.

Στο εν λόγω οικόπεδο ο ανωτέρω κληρούχος έκτισε στη νότια πλευρά του μικρή ισόγεια κατοικία δύο δωματίων και ένα σταύλο. Στις 20 - 4 - 1959 αποβίωσε ο ανωτέρω και κατέλιπε την ..... δημόσια διαθήκη, που συνέταξε ο τότε συμβολαιογράφος Καβάλας Χρήστος Χειλάς, με την οποία ο εκλιπών άφησε μεταξύ άλλων α) στη σύζυγό του ...

κατά πλήρη κυριότητα αυτοτελώς και κεχωρισμένως το ένα δωμάτιο της οικίας και το σταύλο με τα 2/3 του οικοπέδου με επιφάνεια 415 τ.μ. και β) στον υιό του Θ κατά πλήρη κυριότητα αυτοτελώς και κεχωρισμένως το μεγαλύτερο προς νότον έμπροσθεν δωμάτιο της τότε κατοικίας με τμήμα του όλου οικοπέδου ίσου προς το 1/3 της όλης εκτάσεώς του, με επιφάνεια 210,35 τ.μ.

Στο οικόπεδο αυτό ο Θ έκτισε μια ισόγεια οικία εμβαδού 113 τ.μ. όπου κατοικεί ο εναγόμενος και ήδη αναιρεσίβλητος. Επίσης με την ως άνω διαθήκη ο κληρονομούμενος Ξ εγκατέστησε κληρονόμους του τον υιό του Θ (πατέρα του αναιρεσιβλήτου) και τον ... (πατέρα της αναιρεσείουσας), έκαστον κατά το ήμισυ εξ αδιαιρέτου ενός αγρού έκτασης 3600 τ.μ.

που βρίσκεται στη θέση "...." της κτηματικής περιφέρειας .... και ενός αγρού έκτασης 3600 τ.μ. που βρίσκεται στη θέση "...." της ίδιας κτηματικής περιφέρειας. Την ανωτέρω κληρονομία αποδέχθηκε ο Θ με την 185/1994 δήλωση αποδοχής κληρονομίας του γραμματέα του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Καβάλας. Το έτος 1962 οι ανωτέρω διένειμαν άτυπα την κληρονομιαία κοινή περιουσία και ειδικότερα ο Θ έλαβε τον αγρό στη θέση "...." και ο Φ τον αγρό στη θέση "....".

Επειδή, ο τελευταίος αυτός αγρός ήταν μεγαλύτερης αξίας από τον πρώτο, οι ανωτέρω και η .... συμφώνησαν προς εξίσωση των μερίδων να λάβει ο Θ ( πατέρας του εναγομένου) μερίδιο από το οικόπεδο της .... και ειδικότερα τμήμα έκτασης 70 τ.μ., που αποτελεί και την επίδικη έκταση. Σε επίρρωση του τμήματος της ως άνω συμφωνίας με τα ...

και ... συμβόλαια δωρεάς της συμβολαιογράφου Τσαλίκη, που νόμιμα μεταγράφηκαν, οι κληρονόμοι του Φ δώρησαν το ήμισυ εξ αδιαιρέτου του αγρού τους στη θέση "..." στους κληρονόμους του Θ, οι οποίοι με τη σειρά τους δώρησαν στους κληρονόμους του Φ το ήμισυ εξ αδιαιρέτου του αγρού στη θέση "...". Από το έτος 1962 έως και το χρόνο του θανάτου του το 1966 ο πατέρας του αναιρεσίβλητου νεμόταν και κατείχε 280 τ.μ.

του όλου οικοπέδου, ήτοι 210 τ.μ. από τη διαθήκη του πατέρα του Ξ και 70 τ.μ. από την παραχώρηση της ...., στις αρχές δε του έτους 1966 έκτισε το μανδρότοιχο που χωρίζει τις δύο ιδιοκτησίες. Περαιτέρω, η προσβαλλομένη απόφαση δέχτηκε ότι ο Θ απεβίωσε στις 16 - 5 - 1996 χωρίς να αφήσει διαθήκη και κληρονομήθηκε από τη σύζυγό του ...

και τα τέκνα του .... (εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο), .... και ..., οι οποίοι αποδέχθηκαν την κληρονομία του κατά ποσοστό 25% εξ αδιαιρέτου έκαστος, μεταξύ των οποίων το διαιρετό αυτοτελές και κεχωρισμένο τμήμα του όλου οικοπέδου επιφάνειας 210 τ.μ. με την ισόγεια οικία, με την 93/1996 δήλωση αποδοχής κληρονομίας της γραμματέως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Καβάλας που μεταγράφηκε νόμιμα.

Μετά το θάνατο του Θ συνέχισε να ασκεί ο εναγόμενος για δικό του λογαριασμό και εν γνώσει των λοιπών συγκληρονόμων του πράξεις νομής επί του επιδίκου. Ο εναγόμενος κατέστη κύριος του επιδίκου τμήματος με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, ασκώντας πράξεις νομής από το χρονικό διάστημα 1996 και προσμετρώντας στη δική του νομή τη νομή του πατέρα του Θ κατά τα έτη 1977 - 1996, ο οποίος είχε γνωστοποιήσει τη βούλησή του στη συγκληρονόμο του μητέρα του να νέμεται αυτό ως δικό του.

Ακολούθως το δικάσαν ως Εφετείο Πολυμελές Πρωτοδικείο Καβάλας δέχθηκε ως κατ' ουσίαν βάσιμη την προταθείσα από τον εναγόμενο αναιρεσίβλητο ένσταση ιδίας κυριότητας και ότι η διά του ως άνω πρωτότυπου τρόπου κτήση κυριότητας αυτού επί του επιδίκου κατέλυσε το διά παράγωγου τρόπου κτηθέν δικαίωμα κυριότητας της ενάγουσας αναιρεσείουσας, ενώ δέχθηκε και την έφεση ως κατ' ουσίαν βάσιμη και, αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση που είχε δεχθεί τα αντίθετα, απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη την ένδικη αγωγή.

Με το να δεχτεί ότι το επίδικο ακίνητο είναι οικόπεδο και ότι επιτρέπεται η κτήση κυριότητας τμήματος οικοπεδικού κλήρου με έκτακτη χρησικτησία, ακόμη και αν αυτή επάγεται τη δημιουργία μη άρτιων οικοπέδων, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 και 2 του α.ν. 431/1968 και ο μοναδικός λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται τα αντίθετα, προσάπτοντας στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από το άρθρο 560 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.

Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 12-6-2007 αίτηση της Χ, για αναίρεση της 95/2007 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Καβάλας.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 2 Δεκεμβρίου 2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 30 Δεκεμβρίου 2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ