Supreme Court dismisses appeal on inadmissibility grounds regarding impossibility of performance and common sense errors.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request for cassation against the Court of First Instance's final judgment. The appellant argued that the lower court erred in applying civil code provisions regarding impossibility of performance and common sense by rejecting a claim for 330,000 euros. The court ruled that the appeal was inadmissible because the appellant's arguments regarding impossibility of performance do not apply to monetary debts, and the claim was properly filed as a lawsuit rather than an objection.
Legislator headnote
AI generatedArticles 335 and 336 of the Civil Code; impossibility of performance does not apply to monetary debts, and common sense arguments are inadmissible if the lower court rejected the claim based on procedural grounds.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1990 / 2025 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1990/2025ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥA1' Πολιτικό ΤμήμαΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρουλιώ Δαβίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ευτύχιο Νικόπουλο, Βαρβάρα Πάπαρη - Εισηγήτρια, Μαρία Πετσάλη και Στυλιανή Μπλέτα, Αρεοπαγίτες.Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 24 Μαρτίου 2025, με την παρουσία και του Γραμματέα Γ.
Φ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:Της αναιρεσείουσας: Σ. συζύγου Ι. Π., το γένος Β. Σ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Δέσποινα Μελίδου με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και δεν κατέθεσε προτάσεις.Των αναιρεσιβλήτων: 1) Σ. Τ. του Χ., 2) Σ. Τ. του Χ., κατοίκων ..., οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Μιχαήλ Βαρότσο και κατέθεσαν προτάσεις.Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24/6/2020 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων και προσώπου που δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 7196/2022 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1412/2023 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 17/10/2023 αίτησή της.Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ1.Με την κρινόμενη από 17-10-2023 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία 1412/2023 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση της ήδη αναιρεσείουσας κατά της 7196/2022 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που είχε δεχθεί εν μέρει την από 24.6.2020 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων και της Α.
χήρας Χ. Τ., στη δικονομική θέση της οποίας υπεισήλθαν οι αναιρεσίβλητες λόγω του επισυμβάντος θανάτου της μετά την άσκηση της αγωγής, με την οποία ζητούσαν, εκτός των άλλων, να υποχρεωθεί η αναιρεσείουσα να τους καταβάλει το ποσό των 330.000 ευρώ, ως τίμημα πωλήσεως του αναφερόμενου ακινήτου, κατά τα εξ αδιαιρέτου ποσοστά της κυριότητάς τους σ'αυτό (ακίνητο).
Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε εμπρόθεσμα και νομότυπα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3, 566 παρ.1-2 και 144 του ΚΠολΔ).Είναι, συνεπώς, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της.2. Κατά το άρθρο 335 ΑΚ, αν κατά τη εκπλήρωσή της η παροχή είναι ολικά ή μερικά αδύνατη, για λόγους που είτε είναι γενικοί, είτε αφορούν τον οφειλέτη, αυτός έχει υποχρέωση να ανορθώσει τη ζημία του δανειστή, που επέρχεται από την αδυναμία, ενώ, κατά το επόμενο άρθρο 336 εδ.
α' ΑΚ, ο οφειλέτης απαλλάσσεται από κάθε υποχρέωση εξαιτίας αδυναμίας να εκπληρώσει την παροχή, αν αποδείξει, ότι η αδυναμία οφείλεται σε γεγονός για το οποίο δεν έχει ευθύνη. Κατά την έννοια των ανωτέρω διατάξεων, αδυναμία παροχής υπάρχει, όταν ο οφειλέτης δεν μπορεί να εκπληρώσει την παροχή του κατά τρόπο οριστικό, η αδυναμία δε, παροχής συνεπάγεται απόσβεση της αντίστοιχης, για την αδύνατη παροχή, υποχρεώσεως, που δεν αντικαθίσταται από υποχρέωση αποζημιώσεως αν η αδυναμία οφείλεται σε γεγονός για το οποίο οφειλέτης δεν υπέχει ευθύνη.
Εξάλλου, αδυναμία παροχής νοείται μόνο σε ενοχές είδους και μπορεί να εμφανιστεί με τη μορφή της φυσικής, νομικής, οικονομικής, ηθικής και αντικειμενικής ή υποκειμενικής αδυναμίας, όταν δε, η αδυναμία αυτή δεν οφείλεται σε υπαιτιότητα του οφειλέτη, αυτός απαλλάσσεται τόσο από την αρχική υποχρέωση όσο και από την υποχρέωση προς αποζημίωση (ΑΠ 514/2010, ΑΠ 7/2010, ΑΠ 1811/2007, ΑΠ 1812/1990).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 380 του ίδιου Κώδικα: "αν η παροχή του ενός από τους συμβαλλομένους είναι αδύνατη από γεγονός για το οποίο αυτός δεν έχει ευθύνη, απαλλάσσεται και ο άλλος συμβαλλόμενος από την αντιπαροχή και την αναζητεί, αν τυχόν την κατέβαλε, κατά τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό.
Αλλά δεν απαλλάσσεται αν απαίτησε ό,τι περιήλθε στον άλλο εξαιτίας του γεγονότος της αδυναμίας". Από τις ανωτέρω διατάξεις, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 287, 362, 364, 365, 336, 381 και 382 του ΑΚ συνάγεται, ότι η οριστική αδυναμία της προς παροχή υποχρεώσεως από σύμβαση, αδιαφόρως αν είναι αντικειμενική ή υποκειμενική, ολική ή μερική ή η υπόσχεσή της απαγορεύεται από το νόμο (νομική αδυναμία), εάν μεν είναι αρχική, δηλαδή υπήρχε κατά τη γένεση της ενοχής, συνεπάγεται τη μερική ή ολική (αναλόγως) απαλλαγή του οφειλέτη από την υποχρέωσή του, εφόσον αποδεικνύει ότι χωρίς υπαιτιότητα του αγνοούσε την αδυναμία παροχής, εάν δε είναι επιγενόμενη, δηλαδή δεν υπήρχε κατά την κατάρτιση της συμβάσεως και ανέκυψε μεταγενέστερα, συνεπάγεται ανάλογη απαλλαγή του οφειλέτη από την υποχρέωσή του, υπό την προϋπόθεση ότι, κατά τις γενικές διατάξεις των άρθρων 330-334 ΑΚ, αποδεικνύει την έλλειψη υπαιτιότητάς του, οπότε απαλλάσσεται και ο αντισυμβαλλόμενος -κατά το αντίστοιχο μέρος της αδύνατης παροχής-από την προς αντιπαροχή υποχρέωσή του και αναζητεί την τυχόν καταβληθείσα κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού (ΑΠ 497/2010).
Επί χρηματικής, όμως, οφειλής, δεν νοείται αδυναμία παροχής, με την επιφύλαξη όλως εξαιρετικώς περιστάσεων, σε κάθε δε περίπτωση η τυχόν οικονομική δυσχέρεια και ειδικότερα η αποτυχία επιτεύξεως των ελπιζομένων οικονομικών αποτελεσμάτων με την συσσώρευση ζημιών από ορισμένη επαγγελματική δραστηριότητα, δεν απαλλάσσει τον οφειλέτη από την υποχρέωση του να καταβάλει την συμφωνηθείσα χρηματική οφειλή, δικαιολογούν μόνο, ενδεχομένως, κατά τα άρθρα 288 ή 388 ΑΚ, αναπροσαρμοστική επέμβαση από το Δικαστήριο, όπως μείωση της οφειλόμενης παροχής ή αύξηση της αντιπαροχής ή χορήγηση προθεσμίας στον οφειλέτη.
Εξάλλου, ο προβλεπόμενος από το άρθρο 288 ΑΚ υπέρ του οφειλέτη, αλλά και του δανειστή, αναγκαστικού δικαίου κανόνας, σύμφωνα με τον οποίο "ο οφειλέτης έχει υποχρέωση να εκπληρώσει την παροχή όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη", αφορά την εκπλήρωση κάθε υποχρεώσεως του οφειλέτη ή του δανειστή που απορρέει από οποιαδήποτε έγκυρη ενοχική σχέση, εφόσον δεν προβλέπεται από το νόμο άλλη προστασία των προσώπων της, κατά την εκπλήρωση των υποχρεώσεών τους ή προβλέπεται μεν, αλλά δεν συντρέχουν οι απαιτούμενες ειδικές προϋποθέσεις.
Η προαναφερόμενη αρχή λειτουργεί, τόσο ως συμπληρωματική, όσο και ως διορθωτική ρήτρα των δικαιοπρακτικών βουλήσεων και χωρίς απαραίτητα τη συνδρομή ειδικών συνθηκών εξ αιτίας των οποίων να μεταβλήθηκαν οι προϋποθέσεις που απαιτούνται για να εκπληρωθούν στο συμφωνημένο μέτρο οι συμβατικές παροχές, αλλά αρκεί ότι απαιτεί τη συμπλήρωση ή διόρθωση η καλή πίστη αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη.
Αν ο νομοθέτης ήθελε ως απαραίτητη προϋπόθεση εφαρμογής του άρθρου 288 ΑΚ μεταβολή των περιστατικών στα οποία τα μέρη στήριζαν τη σύναψη αμφοτεροβαρούς συμβάσεως, ύστερα από λόγους που ήταν έκτακτοι και δεν μπορούσαν να προβλεφθούν, θα όριζε τούτο ρητώς, όπως το όρισε στη διάταξη του άρθρου 388 ΑΚ. Στις περιπτώσεις αυτές το δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τον ως άνω αναφερόμενο κανόνα, κατ` απόκλιση από όσα έχουν συμφωνηθεί, προσδιορίζει την παροχή ή αντιπαροχή που συμφωνήθηκε, περιστέλλοντας, επεκτείνοντας ή συμπληρώνοντάς την, όταν αυτό επιβάλλει η καλή πίστη, ήτοι με βάση αντικειμενικά κριτήρια αντλούμενα από την έννομη τάξη και τις αντιλήψεις που κρατούν στις συναλλαγές (ΑΠ 1801/2011).
Η προβολή του δικαιώματος από το άρθρο 288 ΑΚ με ένσταση επιτρέπεται, όχι προς διάπλαση μιας έννομης κατάστασης, αλλά απλώς προς μερική ή ολική απόρριψη της αγωγής ( ΑΠ 1035/2001). Έτσι, δεν είναι δυνατή η παραπάνω λειτουργία της ενστάσεως, δεδομένου ότι, αφού η διάπλαση που γίνεται με την αγωγή ή ανταγωγή, δεν έχει αναδρομική δύναμη, πολύ περισσότερο δεν μπορεί να αναπτύξει τέτοια ενέργεια η ένσταση και συνεπώς, δεν μπορεί να επιτευχθεί με αυτή απόσβεση περιουσιακού δικαιώματος, που έχει ήδη αποκτηθεί (ΑΠ 69/2021,ΑΠ 877/2013, ΑΠ 1035/2001).Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1α του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών...
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 εδ. β' ΚΠολΔ, η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας ιδρύει λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν στην ερμηνεία ουσιαστικών κανόνων δικαίου ή στην υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς. Ως διδάγματα της κοινής πείρας θεωρούνται οι ορισμοί, οι φυσικοί κανόνες, οι σταθερές γενικές αρχές και οι αφηρημένες υποθετικές κρίσεις για την εξέλιξη των πραγμάτων, που συνάγονται επαγωγικώς και αντλούνται -με τη βοήθεια της επιστημονικής έρευνας και των μεθόδων των φυσικών επιστημών- από την παρατήρηση του καθημερινού συναλλακτικού βίου, τη μελέτη της εμπειρικής πραγματικότητας και τις -έχουσες καταστεί κοινό κτήμα- γενικές, τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις και χρησιμεύουν στο δικαστήριο είτε για την ερμηνεία των κανόνων δικαίου, μέσω της εξειδίκευσης των αόριστων νομικών εννοιών, οπότε και η παράβασή τους ιδρύει τον ανωτέρω αναιρετικό λόγο, είτε για την έμμεση απόδειξη και την εξακρίβωση της βασιμότητας των κρίσιμων και αποδεικτέων πραγματικών περιστατικών, που αποτέλεσαν το αντικείμενο της απόδειξης σε συγκεκριμένη δίκη (άρθρο 336 παρ. 4 ΚΠολΔ), ήτοι για την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν, οπότε και η τοιαύτη χρησιμοποίηση των διδαγμάτων της κοινής πείρας είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη.Ειδικότερα, ο λόγος αυτός ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας χρησιμοποίησε εσφαλμένα -δηλαδή με τρόπο που δεν συνάδει προς τις αρχές της λογικής (ΑΠ 110/2019)- ή εσφαλμένα παρέλειψε να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, έστω και αυτεπάγγελτα, προκειμένου να προσδιορίσει, με βάση αυτά, την αληθή έννοια ορισμένου (του ad hoc εφαρμοστέου) κανόνα ουσιαστικού δικαίου και ιδίως για να εξειδικεύσει αόριστες νομικές έννοιες που αυτός τυχόν περιέχει ή να υπαγάγει (ή όχι) σ' αυτόν τα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά της εκάστοτε διαφοράς (ΟλΑΠ 9 - 13/2005, ΑΠ 110/2019,ΑΠ 45/2019, ΑΠ 690/2018, ΑΠ 147/2018, ΑΠ 1751/2017, ΑΠ 969/2011).3.
Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από τον αριθμό 1α του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο, παραβίασε ευθέως την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 381 παρ.1 ΑΚ, την οποία εσφαλμένα ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε παρότι συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής της, απορρίπτοντας ως μη νόμιμη την ένσταση που πρότεινε παραδεκτά ως εναγομένη στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και επανέφερε με λόγο εφέσεώς της, περί αδυναμίας εκπλήρωσης της οφειλόμενης παροχής της, ήτοι της καταβολής του υπόλοιπου τιμήματος πωλήσεως του αναφερόμενου ακινήτου, από 330.000 ευρώ, από πταίσμα των εναγουσών.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση, ως προς τον ερευνώμενο αναιρετικό λόγο, τα ακόλουθα: "Με το υπ' αριθ. ...-2008 προσύμφωνο συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Υ. Φ.-Δ., οι ενάγουσες (οι 2η και 3η εξ αυτών ήδη αναιρεσίβλητες) προσυμφώνησαν την πώληση προς την εναγόμενη(ήδη αναιρεσείουσα) και τον σύζυγό της Ι.
Π., κοινά, αδιαίρετα και κατ' ισομοιρία, της υπό στοιχεία Κ4 αυτοτελούς και διηρημένης κατοικίας (μεζονέτας), αποτελούμενης από υπόγειο, ισόγειο, πρώτο όροφο και δώμα, συγκροτήματος πέντε ανεξάρτητων κτιρίων - κατοικιών, που ανεγείρονταν επί ενός αυτοτελούς και διηρημένου τμήματος οικοπέδου, έκτασης 1.510,39 τ.μ., επί της συμβολής των οδών ..., στο Πανόραμα Θεσσαλονίκης, αντί συμφωνηθέντος τιμήματος 500.000 €, από το οποίο οι αγοραστές κατέβαλαν άμεσα στις πωλήτριες ποσό 170.000 €, απομένοντος υπολοίπου ποσού 330.000 €, το οποίο αναγράφηκε στο ως άνω προσύμφωνο ως συμφωνηθέν τίμημα....Η επίδικη κατοικία παραδόθηκε στην εναγόμενη και τον σύζυγό της στις 28-5-2008..., οι οποίοι εγκαταστάθηκαν σ' αυτή με τα τέκνα τους, αφού δαπάνησαν και ποσό 100.000 € περίπου για πρόσθετες βελτιωτικές εργασίες.
Όταν οι ενάγουσες ήταν πλέον σε θέση να προχωρήσουν στη σύνταξη οριστικού συμβολαίου, κατόπιν συμφωνίας όλων των συμβληθέντων στο ως άνω προσύμφωνο μερών, αυτό καταργήθηκε με την υπ' αριθ. ....2010 πράξη της ίδιας συμβολαιογράφου και συμφωνήθηκε η αγορά του επιδίκου μόνο από την εναγομένη. Έτσι, με το υπ' αριθ. ....2010 συμβόλαιο της ίδιας συμβολαιογράφου, νομίμως καταχωρηθέντος στο οικείο κτηματολογικό φύλλο, οι ενάγουσες πώλησαν στην εναγόμενη την επίδικη κατοικία, αποτελούμενη από α) υπόγειο με είσοδο από τον ακάλυπτο χώρο του οικοπέδου εμβαδού 59,08 τ.μ., που περιλαμβάνει χώρο στάθμευσης αυτοκινήτου εμβαδού 48,47 τ.μ.
και χώρο κλιμακοστασίου, εμβαδού 10,61 τ.μ., β) ισόγειο εμβαδού 59,08 τ.μ, που επικοινωνεί με το υπόγειο και με τον πρώτο όροφο, το οποίο περιλαμβάνει καθιστικό, κουζίνα, χώρο κλιμακοστασίου και ασανσέρ, γ) πρώτο όροφο εμβαδού 55,54 τ.μ., που περιλαμβάνει τρία δωμάτια, λουτροαποχωρητήριο και χώρο κλιμακοστασίου και ασανσέρ και δ) δώμα εμβαδού 16,32 τ.μ., που περιλαμβάνει κλιμακοστάσιο και μηχανοστάσιο και επικοινωνεί με τον πρώτο όροφο.
Η επίδικη κατοικία έχει στην αποκλειστική της χρήση περιβάλλοντα χώρο εμβαδού 241,16 τ.μ. και αντιστοιχεί σε αυτή ποσοστό εξ αδιαιρέτου στο οικόπεδο και τους κοινόκτητους και κοινόχρηστους χώρους του συγκροτήματος 179,75%ο. Εκ παραδρομής όμως, στο ως άνω πωλητήριο συμβόλαιο, ενώ αναφερόταν ότι πωλείται και μεταβιβάζεται η υπό στοιχεία "Κ4" κατοικία, η οποία και περιγράφεται λεπτομερώς, σε κάποια σημεία αναφέρεται ως η υπό στοιχεία "Κ2" κατοικία.
Ως τίμημα αναφερόταν στο πωλητήριο συμβόλαιο το ποσό των 389,769,62€, από το οποίο φέρεται να καταβλήθηκε στις πωλήτριες το ποσό των 59.769,62 €, απομένοντος υπολοίπου ύψους 330.000 €. Στην πραγματικότητα όμως, η περί τιμήματος συμφωνία δεν μεταβλήθηκε, αλλά το πραγματικό τίμημα παρέμεινε ύψους 500.000 €, από το οποίο ποσό 170.000 € είχε ήδη καταβληθεί στις ενάγουσες κατά την υπογραφή του προσυμφώνου.
Το υπόλοιπο τίμημα, ύψους 330.000 €, συμφωνήθηκε να καταβληθεί από προϊόν δανείου, που θα λάμβανε η εναγόμενη από την ALPHA BANK ή από οποιαδήποτε άλλη τράπεζα ή οργανισμό, μέχρι τις 9.6.2010, άλλως και σε περίπτωση μη χορήγησης δανείου, θα κατέβαλε εξ ιδίων η εναγόμενη μέχρι τις 9.7.2010. Η πώληση συμφωνήθηκε ότι τελεί υπό τη διαλυτική αίρεση της πλήρους και εμπρόθεσμης καταβολής του τιμήματος, η οποία θα θεωρείτο πληρωθείσα σε περίπτωση καθυστέρησης καταβολής του τιμήματος και μετά την παρέλευση τριάντα ημερών από τη σχετική εξώδικη όχληση της αγοράστριας από τις πωλήτριες.
Συμφωνήθηκε, επίσης, ρητά ότι στην περίπτωση που η διαλυτική αίρεση αποτελούσε κώλυμα για τη χορήγηση του δανείου, οι πωλήτριες θα προσέρχονταν για την άρση της διαλυτικής αίρεσης, εφόσον βεβαίως είχε προεγκριθεί το δάνειο και θα παρέμενε μέχρι την εξόφληση η ρήτρα αναγοράστου. Ο παραπάνω όρος καταδεικνύει το γεγονός ότι τα συμβαλλόμενα μέρη προέβλεπαν ήδη ως πιθανή την αρνητική επίδραση της διαλυτικής αίρεσης στη διαδικασία δανειοδότησης της εναγόμενης και προέβλεψαν την αντιμετώπιση και άρση της.
Αμέσως μετά την υπογραφή του συμβολαίου η εναγομένη απευθύνθηκε σε διάφορες τράπεζες, προκειμένου να λάβει στεγαστικό δάνειο, χωρίς όμως αυτό να καταστεί εφικτό μέχρι τις ορισθείσες στο συμβόλαιο ημερομηνίες, διότι καμία τράπεζα δεν προέβαινε, έστω και σε προέγκριση δανείου, λόγω της ύπαρξης της διαλυτικής αίρεσης στο εν λόγω πωλητήριο συμβόλαιο.
Εμπόδιο στην προέγκριση δανείου αποτελούσε επίσης και το προαναφερόμενο εκ παραδρομής σφάλμα, ως προς την περιγραφή του ακινήτου στο πωλητήριο συμβόλαιο, η αναφορά δηλαδή, σε κάποια σημεία, της πωλούμενης υπό στοιχείο "Κ4" κατοικίας, ως υπό στοιχείο "Κ2". Οι ενάγουσες, αν και ενημερώθηκαν από την εναγόμενη για την επίδραση της διαλυτικής αίρεσης και του ανωτέρω εκ παραδρομής σφάλματος του συμβολαίου στις προσπάθειες δανειοδότησής της, αρνήθηκαν να συμπράξουν στη διόρθωση του συμβολαίου, ως προς την περιγραφή του ακινήτου και στην άρση της διαλυτικής αίρεσης, έτσι ώστε να καταστεί δυνατή η λήψη δανείου, το οποίο η εναγόμενη είχε όλες τις προϋποθέσεις να λάβει.
Οι τεθείσες στο συμβόλαιο ημερομηνίες εξόφλησης του τιμήματος παρήλθαν και οι ενάγουσες επέδωσαν προς την εναγομένη στις 11.8.2010 την από 10.8.2010 εξώδικη δήλωσή τους, με την οποία, επικαλούμενες τους ανωτέρω όρους του συμβολαίου για την καταβολή του υπολοίπου τιμήματος των 330.000 €, όχλησαν αυτήν για την καταβολή του, δηλώνοντας ότι μετά την παρέλευση 30 ημερών από την όχληση, θα πληρωνόταν η διαλυτική αίρεση.
Στη συνέχεια η εναγομένη, αφού κατόπιν προγενέστερης αίτησής της, κατόρθωσε να λάβει την από 10-9-2010 (και ισχύουσα για 30 ημέρες) προέγκριση δανείου ύψους 300.000 € από την Τράπεζα Πειραιώς (η ίδια τράπεζα χορήγησε και μεταγενέστερη από 20-9-2010 προέγκριση δανείου για το ίδιο ποσό), δηλαδή μία μόλις ημέρα προ της παρέλευσης της τριακονθήμερης προθεσμίας, έσπευσε να γνωστοποιήσει το γεγονός αυτό προφορικά προς τις ενάγουσες, ζητώντας τους να συμπράξουν στη διόρθωση του συμβολαίου και στην άρση της διαλυτικής αίρεσης, κατά την απαίτηση και των αρμοδίων υπαλλήλων της Τράπεζας Πειραιώς.
Ωστόσο, οι ενάγουσες αρνήθηκαν αδικαιολόγητα τη σύμπραξή τους, αν και με το πωλητήριο συμβόλαιο είχαν αναλάβει την υποχρέωση να συμπράξουν στην άρση της διαλυτικής αίρεσης, στην περίπτωση που αυτή αποτελούσε κώλυμα για τη δανειοδότηση της εναγόμενης και εφόσον είχε προεγκριθεί το δάνειο. Αντίθετα, της επέδωσαν την από 14.9.2010 εξώδική δήλωσή τους, με την οποίαν της γνωστοποιούσαν την πλήρωση της διαλυτικής αίρεσης, καλώντας την να προσέλθει στην ίδια ανωτέρω συμβολαιογράφο, για να καταρτισθεί η πράξη αναμεταβίβασης του ακινήτου στις ίδιες.
Ακολούθως, η εναγομένη άσκησε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης την με αρ. κατ. 16709/2011 αγωγή της, ζητώντας, μεταξύ άλλων, να αναγνωρισθεί η κυριότητά της στο επίδικο ακίνητο και λόγω μη πλήρωσης της ως άνω διαλυτικής αίρεσης, καθώς και να υποχρεωθούν οι εναγόμενες να συμπράξουν στη διόρθωση του πωλητήριου συμβολαίου ως προς την περιγραφή του ακινήτου και την άρση της διαλυτικής αίρεσης, άλλως σε περίπτωση άρνησής τους να καταδικασθούν στη σχετική δήλωση βούλησης.
Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η με αριθμό 20385/2013 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, το οποίο δέχθηκε εν μέρει την αγωγή. Ειδικότερα, με την απόφαση αυτή, στο σκεπτικό της οποίας περιλαμβάνεται το προεκτιθέμενο ιστορικό, κρίθηκε ότι η οριστική έγκριση και εκταμίευση του δανείου δεν έλαβαν χώρα, επειδή οι εδώ ενάγουσες αρνήθηκαν να συμπράξουν στη διόρθωση του συμβολαίου και την άρση της διαλυτικής αίρεσης, επικαλούμενες πλέον την πλήρωση της διαλυτικής αίρεσης και την αυτοδίκαιη ανάκτηση της κυριότητας του επίδικου ήδη από 10-7-2010, η δε μη εξόφληση του υπολοίπου τιμήματος οφείλεται στην αντισυμβατική και ενάντια στην καλή πίστη και τα χρηστά ήθη συμπεριφορά των πωλητριών, οι οποίες εμπόδισαν, αδικαιολόγητα και ενάντια στους κανόνες της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών, με τη στάση τους τη λήψη του δανείου και την εντεύθεν πληρωμή του υπολοίπου τιμήματος.Συνεπώς, κρίθηκε ότι η επίδικη διαλυτική αίρεση ανατροπής της σύμβασης λογίζεται ως μη πληρωθείσα, διότι η πλήρωσή της προκλήθηκε από τις εδώ ενάγουσες ενάντια στην καλή πίστη, καθώς αυτές θα ωφελούνταν από την πλήρωσή της, με την ανάκτηση της κυριότητας της πωληθείσας κατοικίας και την κάρπωση του ήδη καταβληθέντος τιμήματος.
Κατόπιν τούτων, κρίθηκε ότι η κυριότητα της επίδικης κατοικίας παραμένει στην εδώ εναγομένη, οι δε ενάγουσες υποχρεώθηκαν να δηλώσουν τη βούλησή τους προς άρση της διαλυτικής αίρεσης και τη διόρθωση της περιγραφής του ακινήτου. Η ως άνω πρωτοβάθμια απόφαση επικυρώθηκε τόσο με την με αριθμό 300/2015 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης που απέρριψε την έφεση των εδώ εναγουσών, όσο και με την με αριθμό 1361/2017 απόφαση του Αρείου Πάγου που απέρριψε την ασκηθείσα αναίρεσή τους.
Επομένως, οι προαναφερόμενες δικαστικές κρίσεις έχουν πλέον καταστεί αμετάκλητες και έχουν αποκτήσει ισχύ δεδικασμένου. Μετά από την αμετάκλητη έκβαση της ως άνω δικαστικής διαμάχης, οι ενάγουσες ήρθαν σε επικοινωνία με την εναγόμενη για τη διευθέτηση της μεταξύ τους διαφοράς, βάσει των όσων όρισαν οι ως άνω δικαστικές αποφάσεις, χωρίς όμως αποτέλεσμα.
Με την από 27.9.2018 εξώδικη δήλωσή τους που επιδόθηκε αυθημερόν στην εναγομένη, την κάλεσαν για να συζητηθούν οι λεπτομέρειες καταβολής του υπόλοιπου τιμήματος των 330.000 €, χωρίς όμως ανταπόκριση. Ακολούθως, με την από 25.11.2019 εξώδικη δήλωσή τους, οι ενάγουσες κάλεσαν την εναγομένη να προσέλθει ενώπιον της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ε.
Γ., στις 28.11.2019, προκειμένου να γίνουν οι σχετικές διορθώσεις επί του πωλητήριου συμβολαίου, σύμφωνα με όσα όρισε η με αριθμό 20385/2013 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Η εναγομένη δεν προσήλθε ενώπιον της ανωτέρω συμβολαιογράφου, ενώ με την από 9.12.2019 δήλωσή της προς τις ενάγουσες αμφισβήτησε την υποχρέωσή της να καταβάλει το ποσό των 330.000 €, επικαλούμενη ότι πλέον δεν έχει την οικονομική δυνατότητα να τις καταβάλει το οφειλόμενο ποσό των 330.000 €, ότι μειώθηκαν τα εισοδήματά της καθώς συνταξιοδοτήθηκε ως οδοντίατρος από τον Δεκέμβριο του 2012 και ότι συνταξιοδοτήθηκε επίσης και ο σύζυγός της, αναπληρωτής καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Μακεδονίας, το έτος 2014 και ότι δεν έχει τη δυνατότητα να λάβει ισόποσο στεγαστικό δάνειο από οποιαδήποτε τράπεζα, αφού εν τω μεταξύ μεσολάβησε και η οικονομική κρίση και μειώθηκε η αξία του εν λόγω ακινήτου, ενώ στη μείωση του ακινήτου συνέβαλαν και οι κακοτεχνίες του κατά την παράδοσή του σε αυτήν (εναγόμενη).
Επίσης, διεμήνυσε άτι δεν πρόκειται να συμπράξει σε καμία ενέργεια μέχρι να επέλθει συμφωνία για τον προσδιορισμό του υπόλοιπου τιμήματος. Μέχρι και σήμερα δεν έχει γίνει καμία επιπλέον καταβολή που να αφορά το υπολειπόμενο τίμημα της επίδικης αγοραπωλησίας. Η εναγόμενη με τις προτάσεις της στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο ισχυρίστηκε και επαναλαμβάνει με την έφεσή της, ότι εξαιτίας της ως άνω συμπεριφοράς των εναγουσών, όπως αυτή αποτυπώθηκε και κρίθηκε με τις προαναφερόμενες δικαστικές αποφάσεις, έχει πλέον καταστεί αδύνατη η δική της παροχή (καταβολή υπόλοιπου τιμήματος) από πταίσμα των εναγουσών, καθώς τα εισοδήματα, τόσο τα δικά της όσο και του συζύγου της, έχουν μειωθεί σε σχέση με την περίοδο σύναψης του συμβολαίου πώλησης (2010) [ ενδεικτικά κατά τον ισχυρισμό της, από το προσκομιζόμενο εκκαθαριστικό σημείωμα για το οικονομικό έτος 2011 προκύπτει ότι δηλώθηκαν καθαρά εισοδήματα για την ίδια ποσού 36.273,40 ευρώ, για το σύζυγό της ποσού 30.728,03 ευρώ και για το φορολογικό έτος 2019 δηλώθηκαν καθαρά εισοδήματα ποσού 26.161,62 ευρώ για την ίδια και για το σύζυγό της 21.811,48 ευρώ].
Αφετέρου ισχυρίζεται ότι η προχωρημένη ηλικία της(γεννημένη την 20.4.1955) και η μείωση της αξίας του ακινήτου έχουν ως συνέπεια να μην είναι εφικτή πλέον η εκ μέρους της εξασφάλιση τραπεζικού δανεισμού προς εξόφληση του τιμήματος. Σε συνάφεια προς τον ισχυρισμό αυτό, η εναγομένη υποστηρίζει περαιτέρω και επαναλαμβάνει με την έφεσή της, ότι η υποχρέωσή της προς εξόφληση του τιμήματος έχει αποσβεσθεί με την καταβολή του ποσού των 170.000 €, λαμβάνοντας υπόψη ότι η αξίωση των εναγουσών για καταβολή του υπολοίπου των 330.000 € προσκρούει στην αρχή της καλής πίστης και επομένως η αγωγή πρέπει να απορριφθεί.
Οι ισχυρισμοί αυτοί είναι μη νόμιμοι και απορριπτέοι, διότι ως προς τον πρώτο ισχυρισμό, σύμφωνα και με τα αναφερόμενα στη με αριθμό 3 μείζονα σκέψη, αδυναμία παροχής νοείται μόνο σε ενοχές είδους, τέτοιες δε, δεν είναι οι χρηματικές ενοχές, όπως εν προκειμένω η ενοχή της εναγόμενης, επί των οποίων δεν είναι νοητή η ύπαρξη αδυναμίας παροχής και ως προς τον δεύτερο ισχυρισμό της, διότι δεν μπορεί να οδηγήσει με βάση τα επικαλούμενα σε απόσβεση της επίδικης υποχρέωσης της εναγόμενης (καταβολής του υπολοίπου τιμήματος από την πώληση) και απόρριψη της ένδικης αγωγής, αλλά ενδεχομένως ο τελευταίος ισχυρισμός, σύμφωνα επίσης με τα εκτιθέμενα στην παραπάνω ( με αριθμό 3) νομική σκέψη, να δικαιολογεί αναπροσαρμοστική επέμβαση κατά το άρθρα 288 ΑΚ από το Δικαστήριο (όπως μείωση της οφειλόμενης παροχής), που λόγω του διαπλαστικού χαρακτήρα του δικαιώματος (αναπροσαρμογής της παροχής) μπορεί να ασκηθεί όχι με ένσταση, αλλά με αγωγή ή ανταγωγή.
Εξάλλου, πρέπει να σημειωθεί ότι στην επίδικη περίπτωση, η εναγομένη απλώς πιθανολογεί ότι λόγω μείωσης των οικογενειακών της εισοδημάτων δεν θα μπορούσε πλέον να λάβει αντίστοιχο δάνειο από τράπεζα, δεν κάνει όμως καμία αναφορά ότι απευθύνθηκε σε συγκεκριμένες τράπεζες, προκειμένου να της χορηγηθεί δάνειο για την καταβολή του οφειλόμενου από αυτήν τιμήματος με βάση τα οικονομικά δεδομένα της, και ότι οι συγκεκριμένες τράπεζες απέρριψαν το αίτημα λήψης δανείου.
Η υποχρέωση της εναγόμενης να καταβάλει το συμφωνηθέν τίμημα είναι ανεξάρτητη από τη δυνατότητα λήψης τραπεζικού δανείου, καθώς στο επίδικο συμβόλαιο πώλησης προβλεπόταν η εξόφληση του τιμήματος εξ ιδίων χρημάτων σε περίπτωση μη χορήγησης τραπεζικού δανείου. Εξάλλου με την ίδια ως άνω (20385/2013) απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, δεν αποσβέστηκε η υποχρέωση της εναγομένης να καταβάλει το υπόλοιπο συμφωνηθέν ποσό από την αγορά της εν λόγω κατοικίας.
Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που απέρριψε τους ως άνω ισχυρισμούς της εναγόμενης ως μη νόμιμους, δεν έσφαλε, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο και όσα αντίθετα υποστηρίζει η εκκαλούσα με την έφεσή της είναι αβάσιμα και απορριπτέα....".Έτσι που έκρινε και μ' αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, απορρίπτοντας τον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας περί αδυναμίας παροχής ως μη νόμιμο, ορθά ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 381 παρ.1 ΑΚ, η οποία δεν ήταν εφαρμοστέα στην προκειμένη περίπτωση, καθόσον, κατά τα αναφερόμενα στην οικεία νομική σκέψη της παρούσας, αδυναμία παροχής νοείται μόνο σε ενοχές είδους, τέτοιες δε, δεν είναι οι χρηματικές ενοχές, όπως εν προκειμένω, η ενοχή της αναιρεσείουσας, επί των οποίων δεν είναι νοητή η ύπαρξη αδυναμίας παροχής.
Επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης, από τον αρ.1α του άρθρου 559 ΚΠολΔ με τον οποίο η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.4. Με τον δεύτερο και τελευταίο λόγο αναίρεσης, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από τον αριθμό 1β του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο, δεν έλαβε υπόψη του, κατά την ερμηνεία των διατάξεων των ουσιαστικού δικαίου άρθρων 381 παρ.1 και 288 του ΑΚ, στις οποίες στήριξε τις ενστάσεις του κατά της αγωγής, τα διδάγματα της κοινής πείρας και συγκεκριμένα ότι κατά πάγια τραπεζική πρακτική οι εδρεύουσες στην Ελλάδα τράπεζες δεν χορηγούν στεγαστικό δάνειο ύψους 330.000 ευρώ σε κάποιον, όπως η ίδια(αναιρεσείουσα) που κατά τον χρόνο άσκησης της ένδικης αγωγής (Ιούνιος του 2020) αφενός ήταν 65 ετών, αφετέρου είχε συνταξιοδοτηθει από το τέλος του 2012 ως τακτική υπάλληλος(ιατρός του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ), αλλά και ως ιδιώτης οδοντίατρος από τις 1-5-2013,η δε τρέχουσα αξία του ακινήτου επί του οποίου θα προχωρούσε σε προσημείωση υποθήκης προς εξασφάλιση της αποπληρωμής του δανείου, είχε μειωθεί σημαντικά λόγω της οικονομικής κρίσης και της παλαιότητάς του κατά δέκα έτη, με συνέπεια η τρέχουσα αξία του να μην υπερβαίνει τις 300.000 ευρώ συνολικά, παραβιάζοντας έτσι ευθέως αυτές (διατάξεις).
Ο λόγος αυτός είναι προεχόντως απαράδεκτος, διότι, εκτός του ότι δεν αποτελούν διδάγματα της κοινής πείρας τα ανωτέρω επικαλούμενα ,ως τέτοια ,από την αναιρεσείουσα, η παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης ,μόνο αν σχετίζεται με την εσφαλμένη ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε αυτούς, όχι όταν η ένσταση απορρίπτεται για λόγους νομικής πλημμέλειας, όπως εν προκειμένω, καθόσον, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν, οι ανωτέρω ισχυρισμοί της αναιρεσείουσας ,απορρίφθηκαν από το Εφετείο, η μεν ένσταση εκ του άρθρου 381 παρ.1 ΑΚ διότι αδυναμία παροχής δεν νοείται σε χρηματική ενοχή, όπως η ενοχή της αναιρεσείουσας-εναγόμενης, η δε ένσταση εκ του άρθρου 288 ΑΚ, διότι δεν μπορεί να προταθεί παραδεκτά ενόψει του ότι το σχετικό δικαίωμά της(αναιρεσείουσας) ασκείται όχι με ένσταση, αλλά με αγωγή ή ανταγωγή.5.
Κατ` ακολουθίαν των ανωτέρω, και αφού δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η από 17-10-2023 αίτηση για αναίρεση της υπ` αριθμ. 1412/2023 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, να διαταχθεί η εισαγωγή του παράβολου στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ.3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων που κατέθεσαν προτάσεις, κατά παραδοχή σχετικού αιτήματός τους (άρθρα 176,183,189 αριθ.1,191 αριθ.2 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζονται στο διατακτικό.ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣΑπορρίπτει την από 17-10-2023 αίτηση για αναίρεση της υπ` αριθμ. 1412/2023 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.Διατάσσει την εισαγωγή του παράβολου στο Δημόσιο Ταμείο.Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο συνολικό ποσό των δύο χιλιάδων και επτακοσίων (2.700) ευρώ.ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Ιουνίου 2025.ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 25 Νοεμβρίου 2025.Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ταύτης αποχωρησάσης από την Υπηρεσία, ο αρχαιότερος της συνθέσεως Αρεοπαγίτης