Legislator Case Law & Legislation
1990/2014 AI generated

1990/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1990/2014
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Απόφαση 1990 / 2014 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1990/2014

Legislator headnote

AI generated

1990/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 1990 / 2014 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1990/2014

Keywords

AI generated
payment of cost deposit deductions and refunds allocation of debt payments offsetting of contributions surplus-sharing minimum maintenance calculation repayment of capital contributions
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1990 / 2014 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1990/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Γεράσιμο Φουρλάνο, Εμμανουήλ Κλαδογένη και Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Δεκεμβρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ι. Ρ. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Κόλια.

Της αναιρεσιβλήτου: Α. Γ. Κ., το γένος Γ. Γ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χρήστο Διαμαντή.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16-11-2001 αγωγή και 27-1-2005 παρεπίμπτουσα παρεμπίπτουσα αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 14/2008 του ίδιου Δικαστηρίου και 2340/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 30-4-2012 αίτησή του και τους από 18-10-2013 πρόσθετους λόγους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεράσιμος Φουρλάνος, ανέγνωσε την από 29-11-2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης και των προσθέτων λόγων.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

I. Εισάγεται αναίρεση κατά απόφασης δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, με την οποία κρίθηκε προβαλλόμενη από μέρους του ενάγοντος-αναιρεσείοντος αξίωση κατά της εναγομένης αναιρεσίβλητου, σύμφωνα με την οποία : α) αυτός είχε εκμισθώσει για δέκα έτη ισόγειο χώρο στην ..., προκειμένου, μετά τις αναγκαίες εργασίες, να λειτουργήσει κέντρο διασκέδασης β) τα σχετικά έξοδα θα συνεψηφίζοντο με οφειλόμενα μισθώματα γ) παρά ταύτα, μετά από αγωγή της αναιρεσίβλητης, διετάχθη η απόδοση του μισθίου, λόγω δυστροπίας δ) επακολούθησε συμφωνία των μερών και εξώδικη ρύθμιση των διαφορών με συμβιβασμό που κατάρτισαν οι διάδικοι. Ήδη, προβάλλεται ακυρότητα κατ' άρθρο 179 ΑΚ του πιο πάνω συμβιβασμού, και η, εντεύθεν, εγκυρότητα των απαιτήσεων του ενάγοντος για τις εκτιθέμενες δαπάνες αποπεράτωσης του μισθίου. Επιπρόσθετα, ο αναιρεσείων, άσκησε νόμιμα και εμπρόθεσμα τους από 18-10-2013 πρόσθετους λόγους αναίρεσης (βλ ... έκθεση επίδοσής τους στην αναιρεσίβλητη, της δικαστικής επιμελήτριας Πειραιά Α. Β. -Σ.), οι οποίοι πρέπει να συνεκδικασθούν με την αναίρεση, γιατί είναι πρόδηλη η μεταξύ τους συνάφεια (αρθρ. 246 ΚΠολΔ).

ΙΙ. Με το άρθρο 559 αρ 19 ΚΠολΔ. ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς, σε ζήτημα, το οποίο ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ο λόγος αυτός εδράζεται στο ότι η απόφαση είναι δυνατόν να μην περιλαμβάνει πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή να στηρίζει την κρίση της σε ζήτημα με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, σε περίπτωση που δεν καλύπτουν όλα τα απαιτούμενα με βάση το πραγματικό του εφαρμοστέου, στην περίπτωση, κανόνα δικαίου (ανεπαρκείς αιτιολογίες) (ΑΠ 821/2002). Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η διάταξη αυτή, όταν οι ελλείψεις του νομικού συλλογισμού ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 383/2004) και ιδίως, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος, το οποίο εξάγεται απ' αυτές, εφόσον αυτό εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΑΠ 24/1992, ΑΠ 1547/1995). Εξ άλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 179 ΑΚ, άκυρη, ως αντίθετη προς τα χρηστά ήθη είναι, ιδίως, η δικαιοπραξία, με την οποία δεσμεύεται υπερβολικά η ελευθερία του προσώπου ή η δικαιοπραξία με την οποία εκμεταλλεύεται κάποιος την ανάγκη, την κουφότητα ή την απειρία του άλλου και πετυχαίνει, έτσι, να συνομολογήσει ή να πάρει για τον εαυτό του ή τρίτο, για κάποια παροχή περιουσιακά ωφελήματα, που, κατά τις περιστάσεις, βρίσκονται σε προφανή δυσαναλογία προς την παροχή.

Εν προκειμένω, η προσβαλλόμενη απόφαση, δέχτηκε τα ακόλουθα: "Με το από 14-1-1994 ιδιωτικό συμφωνητικό, η εναγόμενη εκμίσθωσε στον ενάγοντα για 10 έτη έναν ισόγειο χώρο, επιφανείας 172 τ. μ σε ημιτελή οικοδομή (στο στάδιο της τοιχοποιίας) στην ..., για τον χρησιμοποιήσει ως κέντρο διασκέδασης (δισκοθήκη, μπαρ, καφετέρια), με αρχικό μηνιαίο μίσθωμα 250.000 δρχ. Στο συμφωνητικό αυτό, στην πρώτη σελίδα, υπάρχει η εξής ειδικότερη συμφωνία "...σημειώνεται ότι το μίσθιο δεν έχει θέρμανση, αλλά ο μισθωτής δικαιούται αν το επιθυμεί, να εγκαταστήσει κλιματισμό ή κεντρική θέρμανση, τα οποία θα μείνουν επ' ωφελεία του μισθίου μετά την αποχώρηση του μισθωτή, ακόμα συμφωνείται ρητά ότι ο μισθωτής θα αποπερατώσει το μίσθιο με όποιες πολυτελείς προσθήκες αυτός επιθυμεί. Τα ποσά που θα κατέβαλε η εκμισθώτρια προς αποπεράτωση του μισθίου με συνηθισμένα υλικά και τρόπους θα συμψηφιστούν με τα οφειλόμενα μισθώματα". Συμφωνήθηκε μεταξύ των διαδίκων δηλαδή και στα πλαίσια της ελευθερίας των συμβάσεων ότι η αποπεράτωση του μισθίου θα γίνει από τον ενάγοντα, στο οποίο θα μπορούσε να κάνει και πολυτελείς δαπάνες για τη λειτουργία του χώρου ως κέντρου διασκέδασης, όμως μόνο οι (αναγκαίες) και με συνηθισμένα υλικά δαπάνες για την αποπεράτωση του μισθίου θα ήταν αντικείμενο συμψηφισμού με οφειλόμενα μισθώματα. Ο ενάγων πράγματι αποπεράτωσε τις εργασίες και μετάβαλε τον χώρο σε πολυτελές κέντρο διασκέδασης ... Στη συνέχεια και προς διευκρίνιση του' όρου "αναγκαίες δαπάνες" συμφώνησαν με το από 15.10.1994 έγγραφο οι διάδικοι τα εξής "... ο Ι. Ρ. θα αναλάβει να αποπερατώσει τις εξής εργασίες σουβάδες, δάπεδα, πλακάκια, τζάμια και 2 (δύο) μπάνια και χρώματα. Η υποχρέωση της Α. Γ. συζύγου Γ. Κ. είναι οι σουβάδες μόνο εξωτερικά και όχι χρώματα. Συμφώνησε με τον Ι. Ρ. τα εξής: Οι σουβάδες ανά τετραγωνικό μέτρο δραχμές μαζί με τα υλικά (μόνο εξωτερικά) 1500, πλακάκια ανά τετραγωνικό μέτρο αξίας (1500), τοποθέτηση πλακιδίων ανά τετραγωνικό μέτρο αξίας (1500), πλακάκια στα μπάνια ανά τετραγωνικό μέτρο αξίας (1500), δύο λεκάνες για τα μπάνια αξίας (1000), τζάμια 5 (πέντε) χιλιοστών ανά τετραγωνικό μέτρο αξίας 2800. Η επιμέτρηση θα γίνει βάση μηχανικού". Σημειώνεται ότι η ως άνω επιμέτρηση έγινε με την από 27.2.1996 τεχνική έκθεση ... αρχιτέκτονα μηχανικού ... που διαπίστωσε ότι στο ισόγειο κατάστημα αυτό, επιφανείας 172 τ.μ, έγιναν 345 τ.μ σοβάδων των τριών πλευρών βορινής, νότιας και ανατολικής, στρώθηκαν 172 τ.μ πλακάκια δαπέδου, 45 τ.μ πλακάκια WC και 28 τ.μ τζάμια. Το κατάστημα αυτό λειτούργησε τελικά (μετά την ολοκλήρωση των εργασιών) τον Μάρτιο του 1995 με τον τίτλο "Λίθος" σαν μία πολύ κερδοφόρα επιχείρηση με σημαντικό αριθμό πελατών. Τον Σεπτέμβριο του ίδιου έτους η εναγομένη - εφεσίβλητη άσκησε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών την από 14.9.1995 αγωγή της ζητώντας καθυστερούμενα μισθώματα και την έξωση του ενάγοντα - εκκαλούντα λόγω δυστροπίας. Οι διάδικοι συμβιβάσθηκαν εξώδικα με το από 28.2.1996 ιδιωτικό συμφωνητικό, προέβησαν σε εκκαθάριση των απαιτήσεών τους και ανέφεραν ρητά ότι οι αναγκαίες εργασίες στις οποίες είχε προβεί ο ενάγων για την αποπεράτωση του μισθίου και υπόκεινται (μόνο αυτές) σε συμψηφισμό κοστολογούνται στο ποσό των 2.150.000 δρχ. που ρητά συμψηφίσθηκαν με ήδη οφειλόμενα μισθώματα, για τα οποία απέμεινε ποσό 3.050.000 δρχ. από το οποίο καταβλήθηκε το ποσό των 1.050.000 δρχ. και πιστώθηκε το ποσό των 2.000.000 δρχ. Ο ισχυρισμός αυτός της εναγομένης περί απόσβεσης της απαιτήσεως του ενάγοντος για τις αξιώσεις του που αφορούσαν την αποπεράτωση του μίσθιου χώρου με την κατάρτιση του παραπάνω εξώδικου συμβιβασμού μεταξύ τους κατά το άρθρο 871 Α.Κ. με το οποίο συμφώνησαν ότι οι αναγκαίες δαπάνες για την αποπεράτωση του εν λόγω χώρου που βάρυναν την εναγομένη ανερχόταν στο ποσό των 2.500.000 δρχ. αποτελεί ένσταση, η οποία εκτός των άλλων αποδεικνύεται και από το προαναφερόμενο έγγραφο. Ο συμβιβασμός στην προκειμένη περίπτωση έγινε προκειμένου να διαλυθούν τα αμφισβητούμενα γεγονότα και συγκεκριμένα το ύψος των αναγκαίων δαπανών με συνηθισμένα υλικά που βάρυναν την εναγομένη και που θα συμψηφιζόταν με τα οφειλόμενα μισθώματα. Το δε συμφωνηθέν μηνιαίο μίσθωμα και το ύψος των δαπανών για την κατασκευή πολυτελούς χώρου για την προσέλκυση πελατείας ήταν απολύτως στην διακριτική ευχέρεια του ενάγοντος - εκκαλούντος, λόγο για τον οποίο η εναγομένη - εφεσίβλητη με τα παραπάνω συμφωνητικά περιόρισε την υποχρέωσή της για καταβολή μόνο των αναγκαίων και με συνηθισμένα υλικά δαπανών για την αποπεράτωση του μίσθιου χώρου. Ο δε ισχυρισμός του ενάγοντος ότι κατέβαλε υπέρογκα ποσά για να καταστήσει τον χώρο πολυτελές κέντρο διασκέδασης είναι αλυσιτελής, διότι κατά ρητή συμφωνία τους οι σχετικές δαπάνες βάρυναν τον ενάγοντα, έγιναν με συνεργεία και υλικά της απολύτου επιλογής του και το κόστος αυτών ήταν στην αποκλειστική ευχέρεια του ενάγοντος. Περαιτέρω, με το από 9.10.1996 ιδιωτικό συμφωνητικό των διαδίκων, ο ενάγων αποδέχθηκε, ότι οφείλει τα μισθώματα από Οκτώβριο 1995 έως και Οκτώβριο 1996 και κατέβαλε προς εξόφληση αυτών και των τόκων και δικηγορικών εξόδων το ποσό των 5.018.778 δρχ. Επομένως, από όσα προαναφέρθηκαν, συνάγεται ότι οι (αναγκαίες) δαπάνες για την αποπεράτωση του μισθίου συμψηφίσθηκαν και η ως άνω ενοχή (συμφωνία) στο από 14.1.1994 συμφωνητικό μίσθωσης εκπληρώθηκε και αποσβέσθηκε, οι δε τυχόν επιπλέον δαπάνες στις οποίες προέβη ο ενάγων δεν αποτελούν αντικείμενο της επίδικης συμφωνίας περί συμψηφισμού. Ο εκκαλών με τις προτάσεις του της πρώτης συζητήσεως ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου αντέταξε ότι ο συμβιβασμός αυτός είναι άκυρος ως εικονικός άλλως καταπλεονεκτικός, δεδομένου ότι κατά την κατάρτισή, του η εναγόμενη εκμεταλλεύθηκε την απειρία του και πήρε δυσανάλογα οφελήματα. Πλην όμως η ουσιαστική βασιμότητα των ισχυρισμών αυτών δεν προκύπτει από κανένα αποδεικτικό στοιχείο, ... και δεν μπορούν να αποτελέσουν θεμέλιο για διαφορετική κρίση οι ισχυρισμοί, ότι ο ενάγων - εκκαλών είναι παιδί αγροτών και ως εκ τούτου άπειρος, ούτε ότι εξαναγκάσθηκε στην υπογραφή συμβολαίων και συμφωνητικών υπό την πίεση εξώσεων από το κατάστημα, δεδομένου ότι δεν κατέβαλε τα μισθώματα που κατά νεότερη συμφωνία και συγκεκριμένα με το από 15-4-1999 μισθωτήριο συμβόλαιο ανήρχετο το μηνιαίο μίσθωμα σε 500.000 δρχ. Επομένως πρέπει να απορριφθεί ο ισχυρισμός του (αντένσταση) ως ουσιαστικά αβάσιμος. Περαιτέρω αποδείχθηκε, ότι οι προαναφερόμενες συμφωνίες (από 15.10.1994, από 28.2.1996 και από 9.10.1996) συνήφθησαν με την ελεύθερη βούληση των διαδίκων, σύννομα και δεν συντρέχει περίπτωση αντίθεσης στα χρηστά ήθη υπό την έννοια της καταπλεονεκτικής σύμβασης, δεδομένου ότι ο ενάγων, έμπορος, ήταν έμπειρος στις συναλλαγές, γνώριζε τα δεδομένα, την όλη κατάσταση και ελεύθερα συμβλήθηκε. Στη συνέχεια, ο ενάγων αποβλήθηκε από το μίσθιο στις 6.1998 σε εκτέλεση της υπ' αρ. 1924/1998 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών που δέχθηκε επανειλημμένη δυστροπία του, ενώ με την υπ' αριθμ. 10554/1998 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, απορρίφθηκε η έφεσή του, ως ανυποστήρικτη ..." Υπό τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς, σαφείς και μηδόλως αντιφατικές αιτιολογίες, οι οποίες στηρίζουν πλήρως το διατακτικό του. Ειδικότερα ο αναιρεσείων υποστηρίζει ότι :1)το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν αναφέρθηκε με σαφήνεια και ολοκληρωμένα στο ύψος και τα παραγωγικά γεγονότα της αξίωσής του, ούτε εξέθεσε το συγκεκριμένο χρονικό σημείο του περιορισμού αυτής (αξίωσης) στο ποσό των 2.150.000δραχμών, ώστε να κριθεί, αν αναγκάστηκε να προβεί στον περιορισμό υπό την πίεση οικονομικής ανάγκης, συνακόλουθα δε, ότι απέρριψε αναιτιολόγητα τον από το άρθρο 179 ΑΚ αυτοτελή ισχυρισμό του. Όμως, κατά τα προεκτεθέντα, η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση εκθέτει διεξοδικά, πως ο συμβιβασμός έλαβε χώρα στις 28.2.1996 και αναφέρεται, επιπρόσθετα, με πλήρη αιτιολογία, στην ύπαρξη ή μη καταπλεονεκτικής δικαιοπραξίας, την οποία θεωρεί ότι " ... δεν προκύπτει από κανένα αποδεικτικό στοιχείο ..." Άρα, ο δεύτερος, από το άρθρο 559 αρ 19 ΚΠολΔ λόγος της αναίρεσης, είναι αβάσιμος.

Περαιτέρω ο αναιρεσείων προβάλλει: α) Ότι η απόφαση ουδόλως αιτιολογεί, για ποιο λόγο αναφέρθηκε, όχι αναλυτικά, αλλά "συλλήβδην", στα από 15.10.1994, 28.2.1996 και 8.10.1996 συμφωνητικά, αν και αυτά δεν έχουν το ίδιο περιεχόμενο. β) Ότι δεν αιτιολόγησε την επίδραση του από 15.10.1994 ιδιωτικού συμφωνητικού στη διαμόρφωση των έννομων σχέσεων των μερών. γ)Ότι ουδόλως έλαβε υπόψη τις, εκατέρωθεν, υποχωρήσεις των μερών, ώστε να επιτευχθεί ο συμβιβασμός, για το αν υπήρξε υπέρμετρη διόγκωση των απαιτήσεων του ενός μέρους, για το αν υπήρχαν επισφαλείς απαιτήσεις, για το αν υπήρξε τροποποίηση, στις 15.10.1994 του από 14.1.1994 αρχικού συμφωνητικού μίσθωσης. δ) Ότι ουδόλως έλαβε υπόψη, ούτε αιτιολόγησε, αν υπήρχε η δυνατότητα στον αναιρεσείοντα να εγείρει τις αξιώσεις του. ε) Ότι δεν αιτιολόγησε το δικαστήριο, πως προέκυψε το ότι οι αντίδικοί του, δεν είχε υποχρέωση για την διενέργεια των εργασιών, οι οποίες αναφέρονται στην αγωγή, στ) Ότι δεν αιτιολόγησε, για ποιο λόγο δεν ήταν ανάλογα αναγκαίες οι συγκεκριμένες δαπάνες (υδραυλική εγκατάσταση, ηλεκτρική εγκατάσταση, δαπάνη wc, βρυσών και ειδών υγιεινής, κατασκευή χωρισμάτων, τοιχοποϊίες, κατασκευή πεζοδρομίου, μαρμαροποδιών, ηλεκτρολογικός εξοπλισμός, πόρτες εξωτερικές, ηχομόνωση). Άπαντα, όμως, τα παραπάνω, αποτελούν κρίσεις και εκτιμήσεις του αναιρεσείοντος, σε σχέση με όσα, ανέλεγκτα, για την ουσία της υπόθεσης, έγιναν δεκτά από το Εφετείο. Οι αναφορές σε εργασίες, σε αντίστοιχο κόστος διενέργειας αυτών, σε αλεξίσφαιρα τζάμια, διακόπτες, λάμπες, έξοδο κινδύνου κλπ, ευρίσκονται πέραν του αναιρετικού ελέγχου (αρθρ. 561 παρ. 1ΚΠολΔ). Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, αφού κρίνει και απορρίπτει τους ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος ως αβασίμους, μετά ταύτα παραθέτει "συλλήβδην" τις ανωτέρω τρεις συμφωνίες, χωρίς, σε συγκεκριμένο όμως σημείο της απόφασης, να κάνει διεξοδική αναφορά σ' αυτές. Τούτο, όμως, δεν καθιστά αναιτιολόγητη την απόφασή του, όπως υποστηρίζει ο αναιρεσείων, αφού αυτές έχουν, ήδη, παρατεθεί, αναλυτικά, σε άλλο σημείο της απόφασης ( βλ 5ο φύλλο, για την από 15.10.1994 συμφωνία και την από 28.2.1996 όμοια και 6ο φύλλο για την από 9.10.1996 σύμβαση).

Συνεπώς, ο συναφής πρόσθετος λόγος αναίρεσης (στοιχ.

ΙΙ,

ΙΙΙ), ο οποίος προβάλλει την ίδια, όπως παραπάνω, πλημμέλεια, είναι αβάσιμος. Περαιτέρω, με τον ανωτέρω πρόσθετο λόγο υποστηρίζει ο αναιρεσείων: α) Ότι η απόφαση δεν αιτιολόγησε, για ποιο λόγο δεν υπήρξε υπέρμετρα επαχθής η συμφωνία, και, στη συνέχεια, παρατίθενται εργασίες wc, σοβάδων και τζαμιών και αντίστοιχες τιμές ανά τ.μ. για να υποστηριχθεί το επαχθές της συμφωνίας αυτής (στοιχ

ΙV). β) Ότι το Εφετείο είχε υποχρέωση να αξιολογήσει τα ως άνω ιδιωτικά συμφωνητικά, να εκτιμήσει το μέγεθος των υποχωρήσεών του, ενώ, παράλληλα, στην απόφαση ουδόλως αναφέρονται οι δαπάνες, οι οποίες έπρεπε να βαρύνουν την αναιρεσίβλητη, ούτε αν η ίδια αποπεράτωσε το μίσθιο και πως, ενώ, ακόμη, ουδόλως το Εφετείο προσδιορίζει το ακριβές οικονομικό περιεχόμενο και τα αποτελέσματα της συμφωνίας των μερών για συμβιβασμό (στοιχ V). Όμως, όλα αυτά αφορούν την, αναιρετικά ανέλεγκτη, ουσιαστική εκτίμηση των αποδείξεων από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο. Το αν, εξ άλλου, ο αναιρεσείων εκτιμά, πως η προσβαλλόμενη απόφαση έπρεπε να διαλάβει τις, κατά την κρίση του, πρόσθετες αιτιολογίες, εκτός από όσες ήδη, εκτενώς διέλαβε, ουδόλως έχει την έννοια της ανυπαρξίας ή της ανεπαρκείας αιτιολογιών.

Συνεπώς και ο παραπάνω πρόσθετος αναιρετικός λόγος κατά τα ειδικότερα, ως άνω, στοιχεία του, προτείνεται αβασίμως.

Επιπρόσθετα, ο αναιρεσείων εκθέτει, πώς η προσβαλλόμενη απόφαση δεν αιτιολογεί επαρκώς, γιατί δεν δέχτηκε, πώς αυτός υπέγραψε, υπό το καθεστώς πίεσης και ανάγκης, ενώ, ακόμη, δεν αιτιολογεί, γιατί ήταν υπαίτιος, επειδή δεν κατέβαλε τα μισθώματα του ακινήτου. 'Ηδη, όμως, έχει διεξοδικά αναφερθεί, πώς η απόφαση, ως προς το συγκεκριμένο θέμα, έχει σαφείς αιτιολογίες. 'Αλλωστε, μόνο τι αποδείχτηκε ή δεν αποδείχτηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται με πληρότητα και σαφήνεια και όχι γιατί αποδείχτηκε ή δεν αποδείχτηκε (ΑΠ 1852/2007, ΑΠ 2068/2007, ΑΠ 907/2006). Άρα ο τέταρτος πρόσθετος λόγος αναίρεσης, κατά το μέρος που εισάγει την από το άρθρο 559 αρ. 19 πλημμέλεια, είναι αβάσιμος.

Στη συνέχεια, με τον έκτο πρόσθετο αναιρετικό λόγο, προβάλλεται, κατά το σχετικό μέρος του, η από το άρθρο 559 αρ. 19 πλημμέλεια, διότι το Εφετείο ουδόλως αιτιολόγησε τις παραδοχές του, ότι τα επίδικα συμφωνητικά ίσχυαν υπό την αυτονόητη προϋπόθεση, ότι ο ίδιος θα έκανε χρήση του μισθίου, έως τη λήξη της μίσθωσης, και, παρά ταύτα, αυτός εξώστηκε. 'Αρα, ουδεμία δέσμευσή του υπήρχε από τα συγκεκριμένα συμφωνητικά. Όμως η προσβαλλόμενη απόφαση με σαφείς και επαρκείς σκέψεις δέχεται, ότι ο αναιρεσείων είχε υποχρέωση, κατά τις συμφωνίες των μερών, να καταβάλλει μισθώματα για τη χρήση του μισθίου, ήταν έμπειρος στις συναλλαγές, αποβλήθηκε από το μίσθιο με δικαστική απόφαση και μάλιστα λόγω επανειλημμένης δυστροπίας στη σχετική δε κατ'έφεση δίκη, όπου θα είχε τη δυνατότητα να προβάλει τους σχετικούς ισχυρισμούς του, ουδόλως προσήλθε και η έφεσή του απερρίφθη ως ανυποστήρικτη. Κατά ταύτα, αιτιολογημένα απορρίφθηκαν οι ισχυρισμοί του αναιρεσείοντος, έστω και χωρίς ειδικότερη και εκτεταμένη αιτιολογία, γιατί οι αιτιολογίες της απόφασης, συνολικά, με σαφήνεια οδηγούν στην απόρριψη των ανωτέρω ισχυρισμών. Σε κάθε δε περίπτωση, πρόκειται για προβολή (όπως εκτιμάται ο σχετικός αναιρετικός λόγος), ελλείψεων που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και δεν ιδρύουν τον από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ αναιρετικό λόγο (ολ.ΑΠ 1/1999, ΑΠ 1300/2008, ΑΠ 1202/2008). Κατά συνέπεια, ο πιο πάνω πρόσθετος λόγος αναίρεσης, κατά το οικείο σκέλος του, είναι αβάσιμος.

IV. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο, παρά τον νόμο, έλαβε υπόψη "πράγματα" που δεν προτάθηκαν. "Πράγματα", εν προκειμένω, είναι οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Δηλαδή, κάθε περιστατικό το οποίο, αφηρημένα λαμβανόμενο, οδηγεί, κατά τον νόμο, στη γέννηση ή στην κατάλυση του δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή την ένσταση ή την αντένσταση (ολ.ΑΠ 3/1993, ΑΠ 1795/2008). Δεν αποτελούν, όμως "πράγματα", η άρνηση, αιτιολογημένη ή όχι, της αγωγής, ανταγωγής ή ένστασης ή τα επιχειρήματα ή τα συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που αντλούνται από την εκτίμηση των αποδείξεων και δεν έχουν "αυτοτέλεια" (ολ. ΑΠ 469/1984, ΑΠ 2176/2009). 'Ηδη, ο αναιρεσείων προβάλλει, πώς, χωρίς να προταθεί από μέρους του, το Εφετείο, παρατύπως, δέχθηκε, ότι αυτός ισχυρίστηκε, ότι διενήργησε στο επίδικο ακίνητο εργασίες, οι οποίες απαίτησαν "υπέρογκα ποσά για να το καταστήσει πολυτελή χώρο...". Όμως, σύμφωνα με τα νομικά δεδομένα που προπαρατέθηκαν: 1) το αν οι δαπάνες, ηυξημένες ή μη, αφορούσαν μετατροπή του συγκεκριμένου χώρου σε πολυτελές κέντρο διασκέδασης ή όχι, δεν αποτελεί "πράγμα", με την ως άνω έννοια, αλλά απλό μη αυτοτελή ισχυρισμό του διαδίκου και επιχείρημα εξαγόμενο από τις αποδείξεις 2) σε κάθε περίπτωση, από την επιτρεπτή επισκόπηση του αγωγικού δικογράφου (άρθρ. 561 § 1 ΚΠολΔ), προκύπτει, πώς σ'αυτό γίνεται λόγος, για το ότι ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων μετέτρεψε το χώρο της οικοδομής "από γιαπί σε πολυτελέστατο κατάστημα ...". Άρα, ο πρώτος κύριος λόγος της αναίρεσης, ο οποίος προβάλλει την από το άρθρο 559 αρ.8 πλημμέλεια είναι απαράδεκτος. Περαιτέρω, με την επίκληση της αυτής πλημμέλειας, ο αναιρεσείων παραπονείται, πώς αν και διέλαβε ισχυρισμό περί εικονικότητας των επίδικων συμφωνιών, η προσβαλλόμενη απόφαση, ουδέν αναφέρει επ'αυτού. Όμως, το Εφετείο αναφέρεται εκτενώς στον σχετικό ισχυρισμό και αποφαίνεται, ότι "... η ουσιαστική βασιμότητα των ισχυρισμών αυτών (από τα άρθρα 131 και 179 ΑΚ), δεν προκύπτει από κανένα αποδεικτικό στοιχείο ...", στη συνέχεια δε, με επαρκή αιτιολογία τους απορρίπτει.

Συνεπώς και ο τρίτος αναιρετικός λόγος είναι αβάσιμος. Το αυτό, πρέπει να γίνει δεκτό, ως προς την προβαλλόμενη με τον τέταρτο κύριο λόγο της αναίρεσης πλημμέλεια από το πιο πάνω άρθρο, για τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, από το άρθρο 179 ΑΚ, εφόσον τα ένδικα συμφωνητικά υπογράφηκαν "... υπο το καθεστώς πιεστικής οικονομικής ανάγκης ...". Όμως, όπως προεκτέθηκε, το Εφετείο έλαβε υπόψιν τον σχετικό ισχυρισμό και μάλιστα τον απέρριψε με πλήρη και σαφή αιτιολογία. Άρα και ο τέταρτος κύριος λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος. Το ίδιο, πρέπει να γίνει δεκτό, όσον αφορά την αιτίαση, πώς το Εφετείο δεν απάντησε στον ισχυρισμό (αντένσταση) του αναιρεσείοντος, ότι οι συμφωνίες των διαδίκων, ίσχυαν, υπό τον όρο, ότι αυτός θα παρέμεινε στο μίσθιο, μέχρι τη λήξη της μίσθωσης, ενώ αυτός εξώσθηκε. Ο αναιρεσείων αξιολογεί ο ίδιος το σχετικό ισχυρισμό, του, ως αντένσταση, ερειδόμενη στα άρθρα 388 και 871 ΑΚ. Όμως, σύμφωνα με τα μνημονευόμενα συναφώς, πρόκειται για αιτιολογημένη άρνηση των ισχυρισμών της αναιρεσίβλητης, χωρίς αυτοτέλεια (ολ. ΑΠ 469/1984, ΑΠ 2176/2009). Δηλαδή, τούτο αποτελεί ένα πραγματικό επιχείρημα, προς απόκρουση των ανωτέρω ισχυρισμών της αντιδίκου του. Αλλά και στην περίπτωση που κρινόταν, πώς πρόκειται για νομικό ισχυρισμό, ο οποίος αναφέρεται σε εφαρμογή κανόνων δικαίου, ή νομική επιχειρηματολογία του ως άνω διαδίκου και πάλι δεν αποτελεί "πράγμα", με την προεκτεθείσα έννοια.

Συνεπώς και ο έκτος πρόσθετος λόγος αναίρεσης, κατά το από το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ σκέλος του, είναι αβάσιμος.

Ακόμη, ο αναιρεσείων ψέγει την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, για την αυτή πλημμέλεια, διότι δεν ελήφθη υπ'όψιν ο νομίμως προβληθείς ισχυρισμός του (ένσταση) για εικονικότητα των πιο πάνω ιδιωτικών συμφωνητικών. Όμως το Εφετείο ποιείται ειδική αναφορά στον συγκεκριμένο ισχυρισμό, αφού εκθέτει, ότι "... ο εκκαλών αντέταξε ότι ο συμβιβασμός είναι άκυρος ως εικονικός...". Στη συνέχεια δε, απορρίπτει στην ουσία τον ισχυρισμό αυτό, για τους λόγους που, αναλυτικά, στην απόφαση εκτίθενται. Άρα απήντησε και στο σημείο αυτό η προσβαλλόμενη απόφαση και ο από το άρθρο 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ. έβδομος πρόσθετος λόγος της αναίρεσης, είναι αβάσιμος. Επιπρόσθετα, ο αναιρεσείων, με την επίκληση της αυτής αναιρετικής πλημμέλειας, υποστηρίζει, ότι δεν αναφέρθηκε το Εφετείο στην αληθινή έννοια των άρθρων 178, 281 και 288 ΑΚ, καίτοι υπήρχε σχετικός αυτοτελής ισχυρισμός από μέρους του. Όμως, πλέον του ότι το Εφετείο, έκρινε, κατά τα προαναφερθέντα, σχετικά με τον από το άρθρο 281 ΑΚ, ισχυρισμό, η έννοια των νομικών διατάξεων και οι νομικοί χαρακτηρισμοί, που ανάγονται στην έννοια του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, δεν αποτελούν "πράγματα" (ΑΠ 179/2002). Άρα ο δεύτερος πρόσθετος λόγος αναίρεσης, κατά το ως άνω σκέλος του, είναι αβάσιμος.

VI. Πλην των άλλων, ο αναιρεσείων, εκθέτει πως το Εφετείο παραβίασε, πέραν του άρθρου 559 αρ. 8 και τη.διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ διότι, καίτοι πρόβαλε σχετικό ισχυρισμό, το δικαστήριο ουδόλως αναφέρθηκε στην αληθή έννοια των διατάξεων των άρθρων 178, 281 και 288 ΑΚ, τις οποίες και "εκ πλαγίου" παραβίασε, ώστε να κριθεί, αν η συγκεκριμένη δικαιοπραξία είναι αισχροκερδής ή αν αντιτίθεται στα χρηστά ήθη. Όμως, ο αναιρεσείων παραλείπει να αναφέρει στους σχετικούς αναιρετικούς λόγους, τις ουσιαστικές παραδοχές του Εφετείου, ούτε μνημονεύεται, πώς έκρινε το δικαστήριο αυτό τις σχετικές διατάξεις (ολΑΠ 28/1998, ΑΠ 901/2010). Άλλωστε, το Εφετείο: απέρριψε ανελέγκτως (άρθρ. 561§1 ΚΠολΔ), τον από το άρθρο 281 ΑΚ ισχυρισμό. Ακόμη, το Εφετείο, έστω και αν δεν αναλύει τις συγκεκριμένες διατάξεις, με τις προπαρατεθείσες ουσιαστικές παραδοχές του, με ρητή κρίση του, απέρριψε τους σχετικούς ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος και ουδόλως ερμήνευσε ψευδώς ή παραβίασε με τις ουσιαστικές κρίσεις του, "εκ πλαγίου" τις ως άνω διατάξεις. Άρα ο δεύτερος πρόσθετος λόγος της αναίρεσης, κατά το πιο πάνω σκέλος του, είναι αβάσιμος. Ακόμη, ο αναιρεσείων εκθέτει, πώς η απόφαση παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 179 ΑΚ, επειδή, ως προς αυτό, έλαβε υπ'όψιν μόνο τις προσωπικές ιδιότητες και καταστάσεις των συμβαλλομένων μερών (απειρία, ανάγκη) και όχι και το περιεχόμενο της συγκεκριμένης συμφωνίας. Όμως το Εφετείο έκανε αναφορά στη συγκεκριμένη σύμβαση και έκρινε σχετικά, ουδόλως δε περιορίστηκε στις προσωπικές ιδιότητες των διαδίκων.

Συνεπώς, ορθά ερμήνευσε τη διάταξη του άρθρου 179 ΑΚ και ο από το πιο πάνω άρθρο τρίτος (με στοιχείο Ι) πρόσθετος λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος. Για τους ίδιους δε λόγους είναι αβάσιμος και ο τα αυτά εκθέτων, τέταρτος πρόσθετος λόγος αναίρεσης, κατά το οικείο σκέλος του.

VI. Με τον πέμπτο πρόσθετο αναιρετικό λόγο εκτίθεται, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπ'όψιν του αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκόμισε ο αναιρεσείων, συγκεκριμένα δε, έγγραφο της Νομαρχίας Ανατολικής Αττικής και άδεια λειτουργίας καταστήματος του Δήμου Κερατέας για το επίδικο μίσθιο, από τα οποία προέκυπτε, το κόστος της ηχομόνωσης, που ήταν η επιβεβλημένη, από το νόμο, δαπάνη. Επιπρόσθετα, ότι δεν ελήφθη υπ'όψιν υπεύθυνη δήλωσή του, αναφορικά με την ηλεκτροδότηση των ακινήτων της αναιρεσίβλητης, από την οποία προέκυπτε το εμβαδόν του χώρου. Όμως: 1) το Εφετείο ρητά αναφέρει, ότι, για το σχηματισμό της ουσιαστικής κρίσεως του έλαβε υπ'όψιν, πλην άλλων "... τα νομίμως επικαλούμενα και προσκομιζόμενα έγγραφα ...". Εκ τούτου δε, σε συνδυασμό προς το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως, ουδεμία αμφιβολία καταλείπεται, πως τα έλαβε υπ'όψιν και τα συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις στο πλαίσιο της νόμιμης επίκλησης και προσκομιδής τους. Το αυτό δε ισχύει και για τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, ότι δεν ελήφθη υπ'όψιν η υπεύθυνη δήλωσή του, για την ηλεκτροδότηση (370/2004, ΑΠ 172/2003). Άρα, ο παραπάνω πρόσθετος λόγος της αναίρεσης είναι αβάσιμος. Μετά απ'αυτά, πρέπει ν'απορριφθούν στο σύνολό τους, η αναίρεση και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής και να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρ. 12§2 Ν. 4055/2012). Η δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, η οποία κατέθεσε προτάσεις πρέπει να επιβληθεί σε βάρος του αναιρεσείοντος, λόγω της ήττας του (άρθρ. 176, 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 30 Απριλίου 2014 αίτηση του Ι. Ρ., όπως αυτή διαμορφώθηκε με τους από 18-10-2013 πρόσθετους λόγους, προς αναίρεση της 2340/2009 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου, στο Δημόσιο Ταμείο.

Επιβάλλει σε βάρος του αναιρεσείοντος τη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης από δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 28 Ιανουαρίου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 31 Οκτωβρίου 2014.

Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ