Legislator Case Law & Legislation
1990/2008 AI generated

1990/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1990/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 1η Οκτωβρίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

1990/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Το αγροτεμάχιο αυτό συνορεύει βόρεια με έλος ......, νότια με παλαιά εθνική οδό ......-......, δυτικά με ιδιοκτησία Β και ανατολικά με ιδιοκτησία της πρώτης εναγομένης, ανήκε δε, στην κυριότητα του Γ, συζύγου της πρώτης εκκαλούσας-ενάγουσας και πατρός των λοιπών, κυριότητα την οποία απέκτησε δυνάμει του ...... συμβολαίου διανομής του άλλοτε συμβολαιογράφου Αγίου Νικολάου Δημητρίου Καραβελάκη, νομίμως μεταγραφέντος.

Keywords

AI generated
coastal zones holiday home zone territorial scope of the Treaty boundary of real property suburban area sensitive use area
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1990 / 2008 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1990/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Μίμη Γραμματικούδη, Ιωάννη Σίδερη και Χαράλαμπο Αθανασίου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 1η Οκτωβρίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων-καθών η κλήση: 1. Χ1, 2. Χ2 και 3. Χ3, κατοίκων ......, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Εμμανουήλ Μοσχοβάκη.

Των αναιρεσιβλήτων-καλούντων: 1. Ψ1 και 2. Ψ2, κατοίκων ......, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Σωτήριο Μανιαδάκη με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-6-1998 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αγίου Νικολάου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 72/1999 μη οριστική, 37/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 114/2005 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λασιθίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι αναιρεσείοντες με την από 23-3-2006 αίτησή τους, επί της οποίας εκδόθηκε η 838/2007 απόφαση του Αρείου Πάγου η οποία κήρυξε τη συζήτηση απαράδεκτη. Την υπόθεση επαναφέρουν προς συζήτηση οι καλούντες με την από 5-6-2007 κλήση τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Αθανασίου ανέγνωσε την από 26-2-2007 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου τούτου Αρεοπαγίτη Λεωνίδα Ζερβομπεάκου, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Από τα άρθρα 1710 παρ.1, 1193, 1195, 1198 και 1199 προκύπτει ότι η κληρονομική διαδοχή, είτε χωρεί εκ του νόμου είτε εκδ διαθήκης, αποτελεί παράγωγο τρόπο κτήσεως της κυριότητας ακινήτου, υπό την προϋπόθεση ότι τούτο περιλαμβάνεται στα κληρονομιαία στοιχεία ως ανήκον κατά κυριότητα στον κληρονομηθέντα. Εξάλλου, προϋπόθεση της κτήσης της κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1045 ΑΚ, είναι η άσκηση νομής επί συνεχή εικοσαετία, με τη δυνατότητα αυτού που χρησιδεσπόζει να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και την όμοια νομή του δικαιοπαρόχου του (αρθρ. 1052 ΑΚ), εφόσον είχε γίνει, με νόμιμο τρόπο, καθολικός ή ειδικός διάδοχος αυτού. Ενώ κατά τις διατάξεις των άρθρων 1041, 1042 και 1044 ΑΚ για να αποκτήσει κάποιος κυριότητα σε ακίνητο με τακτική χρησικτησία απαιτούνται φυσική εξουσίαση του πράγματος με διάνοια κυρίου (νομή), καλή πίστη, πράγμα δεκτικό χρησικτησίας και παρέλευση δεκαετίας.

Εν προκειμένω, η προσβαλλόμενη απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου, που εκδόθηκε σε έφεση κατά της απόφασης του Ειρηνοδικείου, επί διεκδικητικής ακινήτου αγωγής των αναιρεσειόντων κατά των αναιρεσιβλήτων, δέχθηκε τα εξής : "Στη θέση ...... της κτηματικής περιφέρειας του Δήμου ...... βρίσκεται ένα αγροτεμάχιο εμβαδού 2.668,70 τ.μ, το οποίο απεικονίζεται με τα στοιχεία ΑΒΓΔΕΖΗΑ στο από Ιούλιος 1975 τοπογραφικό διάγραμμα του μηχανικού Α και το οποίο ενσωματώθηκε σε σμίκρυνση στο δικόγραφο της κρινόμενης αγωγής.

Το αγροτεμάχιο αυτό συνορεύει βόρεια με έλος ......, νότια με παλαιά εθνική οδό ......-......, δυτικά με ιδιοκτησία Β και ανατολικά με ιδιοκτησία της πρώτης εναγομένης, ανήκε δε, στην κυριότητα του Γ, συζύγου της πρώτης εκκαλούσας-ενάγουσας και πατρός των λοιπών, κυριότητα την οποία απέκτησε δυνάμει του ...... συμβολαίου διανομής του άλλοτε συμβολαιογράφου Αγίου Νικολάου Δημητρίου Καραβελάκη, νομίμως μεταγραφέντος.

Στο ακίνητο αυτό και ειδικότερα στο βόρειο τμήμα του, ο ανωτέρω δικαιοπάροχος των εναγόντων-εφεσιβλήτων ανήγειρε διώροφη κατοικία, δυνάμει της με αριθμό ...... οικοδομικής αδείας της Πολεοδομίας ......, κατά το έτος 1976, ημερομηνία από την οποία την χρησιμοποιούσε αυτός και η λοιπή οικογένεια του (ενάγοντες-εκκαλούντες) ως παραθεριστική οικία.

Ο προαναφερόμενος, απεβίωσε το έτος 1979 και κατέλειπε ως μοναδικούς εξ αδιάθετους κληρονόμους του τους ενάγοντες, οι οποίοι αποδέχθηκαν την κληρονομία του δυνάμει της ...... δήλωσης αποδοχής κληρονομίας της συμβολαιογράφου Αγίου Νικολάου Ανθούλας Χουρδάκη, η οποία μεταγράφτηκε νόμιμα. Μεταξύ των αντικειμένων της κληρονομίας ήταν και το προαναφερόμενο αγροτεμάχιο, τα όρια του οποίου δεν περιγράφονται με σαφήνεια σε κανένα από τα προαναφερόμενα συμβόλαια, στα οποία άλλωστε δεν επισυνάπτεται ούτε και τοπογραφικό διάγραμμα.

Η πρώτη των εναγομένων-εφεσιβλήτων έχει στην νομή και κατοχή της ένα αγροτικό ακίνητο, όμορο με το ακίνητο των εναγόντων-εκκαλούντων, όπως αυτό απεικονίζεται στο με χρονολογία Ιούνιος 1999 τοπογραφικό διάγραμμα του μηχανικού Δ. Το ακίνητο αυτό συνορεύει δυτικά με το ακίνητο των εναγόντων και την κυριότητα αυτού απέκτησε η πρώτη εναγόμενη δυνάμει έκτακτης χρησικτησίας με την προσμέτρηση του χρόνου νομής του δικαιοπαρόχου πατέρα της, αφού αυτή νέμεται και το κατέχει με διάνοια κυρίου από το 1980, ημερομηνία κατά την οποία της το παραχώρησε ο πατέρας της Ε, ο οποίος το νεμόταν και κατείχε διάνοια κυρίου από το έτος 1954, ασκώντας επ' αυτού τις αρμόζουσες στη φύση του διακατοχικές πράξεις, συλλέγοντας ειδικότερα, τα χαρουπόδεντρα και ελαιόδεντρα, που φύονταν εντός αυτού και οριοθετώντας αυτό.

Το όλο ακίνητο των εναγόντων έχει στενόμακρο σχήμα και στα βόρεια της οικοδομής (πίσω από τη πλευρά του έλους) γίνεται επικληνές και κατηφορικό ενώ το υπόλοιπο, που αντιστοιχεί στην προς νότο πρόσοψη της οικοδομής είναι επίπεδο. Είναι οριοθετημένο με συρματόπλεγμα και πασσάλους από τη δυτική και νότια πλευρά, ενώ η ανατολική πλευρά δεν είναι καθ' ολοκληρίαν περιφραγμένη.

Στον ανατολικό τοίχο δε της οικοδομής υπάρχει σκάλα καθοδόν προς βορρά, προς το έλος του ......, η οποία έχει φάρδος 1,30 μ. Το επίδικο τμήμα βρίσκεται στη βορειοανατολική πλευρά του όλου ακινήτου των εναγόντων και ειδικότερα στη βορειοανατολική πλευρά της οικοδομής αυτών και είναι συνεχόμενο της εξωτερικής σκάλας της οικοδομής των εναγόντων, προσδιορίζεται δε με τους αριθμούς 4-5-7-8-9-10-11-12-13-14-15-16-17-4 στο σχεδιάγραμμα, που συνοδεύει την από 10-12-2003 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του μηχανικού ΣΤ.

Σύμφωνα με την ανωτέρω έκθεση, το συνολικό εμβαδόν του επιδίκου είναι 26,249 μ2 και όχι 36 μ2, όπως εκθέτουν οι ενάγοντες, ενώ το μεγαλύτερο τμήμα αυτού εκτάσεως 15,062 μ2, το οποίο οριοθετείται στο συνημμένο σχεδιάγραμμα από τα σημεία 7, 8, 9, 10, 11, 12, 13, 14, 15 και 7, είναι δασική έκταση, ενώ το υπόλοιπο το οποίο οριοθετείται από τα σημεία 4, 5, 6, 7, 15, 16, 17 και 4, έχει έκταση 11,193 μ2.

Είναι βραχώδες και ακαλλιέργητο και εντός αυτού φύεται μία χαρουπιά, της οποίας η βλάστηση ομοιάζει με τις χαρουπιές, που φύονται στο ακίνητο της πρώτης εναγομένης-εφεσίβλητης. Διαπίστωση από τον διορισθέντα πραγματογνώμονα για το εάν το επίδικο περιλαμβάνεται στους τίτλους των εναγόντων δεν κατέστη δυνατή, διότι όπως προαναφέρθηκε, το όλο ακίνητο τους περιγράφεται όλως αορίστως σ' αυτούς.

Συνεπώς, δέχτηκε το Εφετείο, ορθώς απορρίφθηκε με την εκκαλουμένη η βάση της αγωγής, που αφορά στην κτήση κυριότητας του επιδίκου με παράγωγο τρόπο (δυνάμει των επικληθέντων από τους ενάγοντες συμβολαίων), αφού από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν αποδείχθηκε ότι το επίδικο συμπεριλαμβάνεται στους τίτλους τους.

Μετά δε την απόρριψη αυτής παρέλκει η εξέταση της υποβληθείσας από τους εναγόμενους ένστασης ιδίας κυριότητας, η οποία είχε ως βάση την χρησικτησία, ανεξαρτήτως του ορισμένου ή όχι αυτής. Ομοίως από την προαναφερόμενη πραγματογνωμοσύνη σε συνδυασμό και με τα προσκομισθέντα και ληφθέντα υπόψη από αυτή τοπογραφικά διαγράμματα, προκύπτει ότι το επίδικο περιλαμβάνεται ως μέρος της ιδιοκτησίας του δικαιοπαρόχου των εναγόντων στο τοπογραφικό διάγραμμα, δυνάμει του οποίου εξεδόθη η με αριθμό ...... (επ' ονόματι του Γ) οικοδομική άδεια και το οποίο συντάχθηκε από τον μηχανικό Α, τον Ιούλιο του 1975 και στο άνευ διακριτής ημεροχρονολογίας τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Ζ, το οποίο στηρίχθηκε εμφανώς στο προαναφερόμενο διάγραμμα και το οποίο σε σμύκρινση επισυνάπτεται και στην αγωγή.

Ενώ, το επίδικο περιλαμβάνεται ως μέρος της ιδιοκτησίας του δικαιοπαρόχου της πρώτης εναγομένης στο από 24-5-1979 τοπογραφικό διάγραμμα του τεχνολόγου πολιτικού μηχανικού Η, όπου περιγράφεται μείζων ιδιοκτησία των Θ, Ι (ΑΛΜΥΡΟΣ ΕΠΕ) και Ε, στο από 16-11-1979 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Κ του οικοπέδου ιδιοκτησίας Ε για την ανέγερση ξενοδοχειακού συγκροτήματος και ως ιδιοκτησία της πρώτης εναγομένης στο με χρονολογία Ιούνιος 1999 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Δ.

Τα όρια ιδιοκτησίας σε όλα τα προαναφερόμενα τοπογραφικά καταγράφηκαν σύμφωνα με τις υποδείξεις των ιδιοκτητών και συνεπώς παρόλο που το πρώτο εξ' αυτών είναι προγενέστερο δεν μπορεί να αποτελέσει από μόνο του αποδεικτικό μέσο για την ύπαρξη νομής επί του επιδίκου από τους ενάγοντες-εκκαλούντες, ιδίως εν όψει του ότι και τα μεταγενέστερα, πλην του τελευταίου, συντάχθηκαν σε ανύποπτο χρόνο, ήτοι πριν τη δικαστική διένεξη των διαδίκων.

Περαιτέρω, από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα, προέκυψε ότι οι δικαιοπάροχοι των διαδίκων Γ και Ε είχαν πολύ καλές σχέσεις μεταξύ τους και είχαν διαχωρίσει τα ακίνητα τους, με φυσικά όρια. Συγκεκριμένα, όλη η ανατολική πλευρά του ακινήτου των εναγόντων-εκκαλούντων ήταν οριοθετημένη με τάφρο μέχρι κοντά στο βάλτο, μέχρι και το έτος 1976, όταν και ο δικαιοπάροχος των εκκαλούντων τον κατέστρεψε προκειμένου να προβεί στην ανέγερση της οικοδομής.

Η δε αποτύπωση της ιδιοκτησίας των εκκαλούντων με την εμφάνιση σε αυτή και του επιδίκου στο τοπογραφικό διάγραμμα του μηχανικού Α κατά το έτος 1976, έγινε με συμφωνία των δικαιοπαρόχων των διαδίκων αποκλειστικά και μόνο προκειμένου να λάβει αυτός την απαιτούμενη από την Πολεοδομία άδεια ανέγερσης οικοδομής, ενώ αμέσως μετά την αποπεράτωση των εργασιών, οι δικαιοπάροχοί τους τοποθέτησαν στα όρια που υπήρχε ο παλαιός τράφος, σιδηγορωνίες και πασσάλους, συμπεριλαμβάνοντας δηλαδή το επίδικο στην ιδιοκτησία της πρώτης εναγομένης, ενώπιον μάλιστα του μάρτυρος απόδειξης των εναγομένων Λ.

Τα όρια αυτά των ακινήτων τους παρέμειναν αμετακίνητα μέχρι και το έτος 1997, όταν και η πρώτη εκκαλούσα-ενάγουσα, αποξήλωσε τις σιδηρογωνίες και επιχείρησε να τοποθετήσει πασσάλους σε γραμμή που ορίζεται με τους αριθμούς 4-17-16-15 στο συνημμένο στην έκθεση πραγματογνωμοσύνης τοπογραφικό διάγραμμα, πασσάλους τους οποίους μόλις αντιλήφθηκαν οι εναγόμενοι τους αφαίρεσαν άμεσα προκειμένου να προστατεύσουν την ιδιοκτησία τους.

Όπως δε αποδείχθηκε, η πρώτη ενάγουσα και παλαιότερα, ήτοι κατά το Σεπτέμβριο του 1996, προσπάθησε να αλλάξει τα όρια των ιδιοκτησιών τους διενεργώντας προκαταρκτικές πράξεις καθαρισμού για περίφραξη, γεγονός που είχε ως αποτέλεσμα την διαμαρτυρία της πρώτης εναγομένης στο Αστυνομικό Τμήμα Αγίου Νικολάου.

Ανεξαρτήτως δε του εάν μέρος του επιδίκου αποτελεί δασική έκταση ή όχι με την έννοια του νόμου, εκ της φύσης του, δεν θα ήταν δυνατή η διενέργεια πράξεων νομής ή κατοχής σ' αυτό, ενώ δεν αποδείχθηκε οποιαδήποτε άλλη πράξη νομής ή κατοχής των εκκαλούντων-εναγόντων σε όλο το επίδικο, πλην της ενσωμάτωσης του στο τοπογραφικό διάγραμμα του μηχανικού Α για την έκδοση της άδειας ανεγέρσεως οικοδομής.

Οι δε διαλαμβανόμενες στις με αριθμούς ...... και ...... πράξεις της συμβολαιογράφου Αγίου Νικολάου Πελαγίας Πλεξουσάκη καταθέσεις μαρτύρων περί περίφραξης των ακινήτων των διαδίκων κατά το έτος 1966 ή 1967 από τους δικαιοπαρόχους τους με πασσάλους, δεν αναιρούν τις κατά τα άνω παραδοχές, καθόσον δεν αναφέρονται σ' αυτές τα σαφή όρια των ιδιοκτησιών, ούτε σε ποια ιδιοκτησία συμπεριλαμβανόταν το επίδικο.

Ομοίως δε ασαφής είναι και η κατάθεση του μάρτυρα Μ, η οποία συμπεριλαμβάνεται στην με αριθμό ...... πράξη της ίδιας ως άνω συμβολαιογράφου, στην οποία γίνεται λόγος για υπάρχουσα περίφραξη σε τεθλασμένη πλευρά, χωρίς αναφορά στα ακριβή όρια των ιδιοκτησιών. Αντιθέτως, όπως αποδείχθηκε το επίδικο νεμόταν και κατείχε ο πατέρας της πρώτης εναγόμενης, συλλέγοντας και την εντός αυτού ευρισκόμενη, χαρουπιά (όμοιας φυσάς με αυτές του λοιπού ακινήτου του) από το έτος 1954, ημερομηνία κατά την οποία και το μεταβίβασε μαζί με το υπόλοιπο ακίνητό του στην πρώτη εναγόμενη, η οποία το επέβλεπε και οριοθετούσε έκτοτε.

Συνεπώς, οι εκκαλούντες-ενάγοντες δεν έγιναν κύριοι του επιδίκου τμήματος με έκτακτη χρησικτησία και επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο δεν έσφαλε, που με την εκκαλούμενη απόφαση του εκτίμησε ομοίως τις αποδείξεις και απέρριψε και την δεύτερη βάση της αγωγής, που αφορούσε στην κτήση του επιδίκου με έκτακτη χρησικτησία στην ουσία της, έστω και με εν μέρει διαφορετική αιτιολογία.

Η δε υπό κρίση έφεση κρίνεται ουσία αβάσιμη και απορριπτέα στο σύνολό της". Κατόπιν αυτών το Πολυμελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο, αφού απέρριψε την έφεση αναιρεσειόντων και επικύρωσε την απόφαση του Ειρηνοδικείου που αποφάνθηκε ομοίως, απέρριψε την ένδικη διεκδικητική αγωγή των αναιρεσειόντων.

Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Πολυμελές Πρωτοδικείο, δεν παραβίασε τις προεκτεθείσες διατάξεις, αλλ' ούτε και των άρθρων 1033, 974 και 1043 ΑΚ που επικαλούνται οι αναιρεσείοντες, δεδομένου ότι με το να δεχθεί α) ότι το επίδικο ακίνητο δεν περιλαμβάνεται στον τίτλο κτήσεως του άμεσου δικαιοπαρόχου των εναγόντων ούτε στα κληρονομικά στοιχεία αυτού και β) ότι οι ενάγοντες και ο δικαιοπάροχός τους δεν νεμήθηκαν ποτέ το επίδικο, κατά τον επικαλούμενο χρόνο, αλλά αντιθέτως, τούτο (επίδικο ακίνητο) νεμόταν ο δικαιοπάροχος της εναγομένης συνεχώς από το έτος 1954 μέχρι το έτος 1980 και έκτοτε η τελευταία μέχρι την άσκηση της αγωγής, ορθώς απέρριψε την ένδικη διεκδικητική αγωγή των αναιρεσειόντων ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, ως προς αμφότερες τις βάσεις αυτής, δηλαδή τόσον αυτή που στηρίζεται στην κληρονομική διαδοχή, όσο και την στηριζόμενη στη χρησικτησία.

Συνεπώς, ο μοναδικός λόγος της αναίρεσης, καθώς και οι πρώτος, δεύτερος και τέταρτος πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως, από το άρθρο 560 αριθ. 1 εδαφ. α' ΚΠολΔ, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι.

ΙΙ. Από τις διατάξεις των άρθρων 118 αρ.4, 566 παρ.1 και 577 παρ.3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι στο έγγραφο της αναιρέσεως πρέπει να αναφέ'ρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί, αν και ποιο λόγο αναιρέσεως από τους περιοριστικώς αναφερομένους στα άρθρα 559 και 560 ΚΠολΔ θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση.

Ειδικά, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως για παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου από το δικαστήριο της ουσίας (αριθ. 1 των άρθρων 559 και 560 ΚΠολΔ) πρέπει να καθορίζεται, εκτός από τη συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε, και το αποδιδόμενο στην απόφαση νομικό σφάλμα, δηλαδή που ακριβώς εντοπίζεται η παράβαση κατά την ερμηνεία ή εφαρμογή του κανόνα (Ολ.

ΑΠ 1/1995, 32/1996, 20/2005). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο πρόσθετο λόγο αναιρέσεως, από την ίδια ως άνω διάταξη (άρθρ. 560 αριθ. 1 εδαφ. α' ΚΠολΔ), αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια της παραβίασης των διατάξεων του Ν. 998/1979, που συνίσταται στο ότι δεν αναφέρεται ούτε προσδιορίζεται σ' αυτή (απόφαση) η έννοια της δασικής έκτασης, αν και διαλαμβάνει την παραδοχή ότι "το μεγαλύτερο τμήμα του επιδίκου είναι δασική έκταση".

Δεν αναφέρεται όμως ενάριθμα το άρθρο του πιο πάνω νόμου (998/1979), που φέρεται ότι παραβιάσθηκε και η έννομη συνέπεια, η οποία καταγνώσθηκε με βάση την ανωτέρω παραδοχή.

Συνεπώς, ο λόγος αυτός (πρόσθετος) της αναίρεσης είναι αόριστος.

ΙΙΙ. Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να απορριφθούν η αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων (άρθρ. 176 και 183 ΚΠολΔ).-

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 23 Μαρτίου 2006 αίτηση των Χ1, Χ2 και Χ3 για αναίρεση της 114/2005 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λασιθίου Κρήτης, που δίκασε ως Εφετείο.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία καθορίζει σε χίλια διακόσια (1.200) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Δεκεμβρίου 2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 30 Δεκεμβρίου 2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ