Legislator Case Law & Legislation
1990/2007 AI generated

1990/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1990/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Απόφαση 1990 / 2007 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Legislator headnote

AI generated

1990/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 1990 / 2007 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1990 / 2007 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1990/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Λοβέρδο, Αντιπρόεδρο, Βασίλειο Ρήγα, Δημήτριο Δαλιάνη, Γεώργιο Χρυσικό- Εισηγητή και Νικόλαο Λεοντή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 1η Οκτωβρίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Σουζάνας Κουφιάδου, για να δικάσει μεταξύ :

Του αναιρεσείοντος : Χ1, τον οποίο εκπροσώπησε ο πληρεξούσιος δικηγόρος του Αντώνης Πεπελάσης με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δ, Του αναιρεσίβλητου: Ψ1, τον οποίο εκπροσώπησε ο πληρεξούσιος δικηγόρος του Δημήτριος Μάντεσης-Θανάσουλας.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20.10.1998 αγωγή της αρχικώς ενάγουσας Χ, της οποίας κληρονόμος εκ διαθήκης που συνεχίζει την δίκη είναι ο ήδη αναιρεσίβλητος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ηλείας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 139/1999 προδικαστική και 136/2004 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 37/2006 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητά ο αναιρεσείων με την από 24.3.2006 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Χρυσικός ανέγνωσε την από 17.9.2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την μερική παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και την αντίστοιχη μερική αναίρεση της υπ' αριθμ. 37/2006 απόφασης του Εφετείου Πατρών. Ο πληρεξούσιος δικηγόρος του αναιρεσίβλητου ζήτησε την απόρριψή της αίτησης αναιρέσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Κατά τη διάταξη του άρθ. 559 αριθ.1 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, ενώ κατά τον αριθ.19 του ίδιου άρθρου αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη του άριθ. 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ'αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.ΑΠ 1/1999, Ολ.ΑΠ 338/1998). Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξ άλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό του πόρισμα, και να μη καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ.ΑΠ 861/1964 ΝοΒ 1965 σελ. 88). Δηλαδή μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Περαιτέρω, τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάση των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα, και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης ώστε στο πλαίσιο της ερευνωμένης διάταξης του άρθ. 559 αριθ.19 να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθ. 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ούτε εξ αιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος. Τέλος, από τη διάταξη του άριθ.561 παρ.1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφ' όσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί ή εφ' όσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρ. 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον 'Αρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφ' όσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 505 ΑΚ, ο δωρητής έχει δικαίωμα να ανακαλέσει τη δωρεά, αν ο δωρεοδόχος φάνηκε με βαρύ παράπτωμα αχάριστος απέναντι στο δωρητή ή στο σύζυγο ή στενό συγγενή του και ιδίως αν αθέτησε την υποχρέωσή του να διατρέφει το δωρητή. Αχαριστία κατά την έννοια της προπαρατιθέμενης διάταξης, θεωρείται η βαριά αντικοινωνική συμπεριφορά ή διαγωγή του δωρεοδόχου, που αποτελεί παράβαση των κανόνων του δικαίου ή των αντιλήψεων περί ηθικής και ευπρέπειας, οφείλεται δε σε υπαιτιότητά του και μπορεί να καταλογιστεί σ'αυτόν. 'Ετσι αχαριστία μπορεί, κατά τις περιστάσεις, να αποτελεί και η χωρίς σοβαρό λόγο αδιαφορία του δωρεοδόχου γενικώς για την τύχη του δωρητή, όταν ο τελευταίος έχει ανάγκη από περίθαλψη ή ανάγκη εκδηλώσεων αγάπης και ενδιαφέροντος για ψυχολογική του στήριξη, λόγω της δύσκολης ψυχοσωματικής κατάστασης, στην οποία έχει περιέλθει λόγω γήρατος συνοδευόμενης από ασθένεια. Η αδιαφορία αυτή, λόγω των συνθηκών, κάτω από τις οποίες ευρίσκεται ο δωρητής, είναι κοινωνικώς αποδοκιμαστέα, εις τρόπον ώστε, όταν συντρέχει να δικαιούται ο δωρητής να ανακαλέσει τη δωρεά, έστω και αν ο δωρεοδόχος, που αδιαφορεί για την τύχη του, δεν ανέλαβε με τη σύμβαση της δωρεάς τέτοια υποχρέωση. Το ζήτημα δε, αν η καταδεικνύουσα την αχαριστία συμπεριφορά ή διαγωγή του δωρεοδόχου συνιστά ή ότι βαρύ παράπτωμα αυτού, κρίνεται από το δικαστή, ο οποίος για τη μόρφωση της κρίσης του, εκτιμά την εν λόγω συμπεριφορά βάση αντικειμενικών κριτηρίων, και λαμβάνοντας υπόψη και τον βαθμό της υπαιτιότητας του δωρεοδόχου και τυχόν συντρέχον πταίσμα του δωρητή ή του συζύγου ή του στενού συγγενούς του, αποφαίνεται αν η υπ'αυτού γενομένη δεκτή, ως εμπίπτουσα, κατά αντικειμενική κρίση, στις νομικές έννοιες του βαρέος παραπτώματος και της αχαριστίας συμπεριφορά του δωρεοδόχου, συνιστά και στη συγκεκριμένη περίπτωση βαρύ παράπτωμα και αχαριστία. Η κρίση αυτή του δικαστηρίου της ουσίας ελέγχεται αναιρετικά, όχι ως προς την παραδοχή του αν έλαβαν χώρα τα συνιστώντα το βαρύ παράπτωμα και την αχαριστία πραγματικά περιστατικά, ούτε ως προς την εκτίμηση του αν τα περιστατικά αυτά, εν όψει του χαρακτήρα των συγκεκριμένων συμβληθέντων (δωρητή και δωρεοδόχου), του τρόπου και των συνθηκών υπό τις οποίες τελέσθηκαν, συνιστούν ή δεν συνιστούν, στη συγκεκριμένη περίπτωση βαρύ παράπτωμα και αχαριστία, αφού και στις δύο περιπτώσεις, πρόκειται για εκτίμηση πραγμάτων, αλλά ως προς την περαιτέρω αξιολόγηση αν τα εν λόγω περιστατικά, τα οποία τα δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας ως αποδειχθέντα, πληρούν ή όχι το πραγματικό των νομικών εννοιών του βαρέος παραπτώματος και της αχαριστίας και κατά συνέπεια δικαιολογούν ή αποκλείουν γενικά την εφαρμογή του άρθρου 505 του ΑΚ.

Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη απόφαση έγιναν δεκτά τ'ακόλουθα: "Περαιτέρω, από τα ίδια αποδεικτικά μέσα που προαναφέρθηκαν, αποδείχθηκε, ότι ο εναγόμενος μετά την κατάρτιση της ανωτέρω δικαιοπραξίας, άρχισε ν'αδιαφορεί παντελώς για τη μητέρα του. Ειδικότερα, παρότι η τελευταία ήταν προχωρημένης ηλικίας και είχε ανάγκη περίθαλψης και φροντίδας, ο εναγόμενος παραμελούσε τη διατροφή της, την ιατρική της περίθαλψη και την εν γένει διαβίωση της, ενώ συγχρόνως εξύβριζε αυτήν. Επίσης, από την αρχή του έτους 1992 ο εναγόμενος ελάμβανε το μίσθωμα του εκμισθωμένου από τη μητέρα του κτίσματος στον Ψ1, το οποίο και αποτελούσε το μοναδικό εισόδημα της, ενώ, όταν λόγω της αδιαφορίας του υιού της, αναγκάσθηκε να προσλάβει επ' αμοιβή οικιακή βοηθό για να τη φροντίζει και ζήτησε απ' αυτόν (εναγόμενο) να της δίνει το ως άνω μίσθωμα που ελάμβανε από τον Ψ1, την εξύβρισε, και συγχρόνως διέκοψε (εναγόμενος) την υδροδότηση της οικίας της μητέρας του δι' αποκοπής του πλαστικού σωλήνα της παροχής, καθώς και την τηλεφωνική σύνδεση δι' αποκοπής του εσωτερικού καλωδίου της συνδέσεως της τηλεφωνικής συσκευής και θραύσεως αυτής. Προσέτι, ο εναγόμενος, άνευ αδείας της μητέρας του, ανέλαβε από τον τηρούμενο στην Εμπορική Τράπεζα της Ελλάδος κοινό λογαριασμό τούτων το ποσό τα ων 2.043.848 δραχμών, αφαιρώντας κρυφά το σχετικό βιβλιάριο από την οικία της μητέρας του, ενώ κατήγγειλε την τελευταία στην Πολεοδομία Πύργου για την, κατ' εντολή και λογαριασμό της, κατασκευή άνευ οικοδομικής αδείας λυόμενου κτίσματος από μεταλλοκατασκευή, εμβαδού 260 τ.μ., από τον Ψ1 στο ίδιο εκμισθωθέν από αυτόν ακίνητο. Εξαιτίας αυτής της συμπεριφοράς του εναγομένου, η αρχικώς ενάγουσα δωρήτρια με την από 8.7.1998 δήλωση της, την οποία επιβεβαίωσε με την .......... πράξη της συμβολαιογράφου Πύργου Ελένης Αντωνακοπούλου - Ψυχογιού και επανέλαβε με την από 18.8.1998 δήλωση της, η οποία περιήλθε (επιδόθηκε) στον εναγόμενο στις 26.8.1998, ανακάλεσε την προς αυτόν δωρεά της ψιλής κυριότητας των 29/32 εξ αδιαιρέτου του επιδίκου ακινήτου. Με βάση τα ως άνω αποδειχθέντα, το Δικαστήριο κρίνει ότι ο εναγόμενος φάνηκε με βαριά παραπτώματα αχάριστος προς τη δωρήτρια, η οποία εγκύρως κατόπιν τούτου ανακάλεσε την επίμαχη δωρεά".

Α.Το Εφετείο, με το να απορρίψει με τις ανωτέρω σκέψεις τους αντίστοιχους λόγους ΄της έφεσης του αναιρεσείοντος, κατά της ομοίως κρινάσης πρωτόδικης απόφασης, με την οποία έγινε δεκτή η αγωγή που είχε ασκήσει η θανούσα στη συνέχεια δικαιοπάροχος του αναιρεσίβλητου, ο οποίος συνέχισε τη δίκη, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε, την εφαρμοσθείσα ως άνω ουσιαστική διάταξη του άρθρου 505 του ΑΚ, καθόσον τα ανελέγκτως πιο πάνω δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, της υπαίτιας συμπεριφοράς του αναιρεσείοντος δωρεοδόχου απέναντι στην αρχική ενάγουσα δωρήτρια μητέρα του, πληρούν το πραγματικό των νομικών εννοιών "του βαρέος παραπτώματος" και "της αχαριστίας", και δικαιολογούν την ανάκληση της ένδικης δωρεάς εκ μέρους της αρχικής ενάγουσας, όπως και την παραδοχή της αγωγής της για επιστροφή του δωρηθέντος ακινήτου με καταδίκη σε δήλωση βουλήσεως του αναιρεσείοντος. Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζει ο αναιρεσείων με τον πρώτο λόγο του αναιρετηρίου, με τον οποίο αποδίδεται στην προβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ.1 του άρθρ. 559 του ΚΠολΔ, κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα, όπως και ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης.

Β. Από τις ίδιες πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, καλύπτεται χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια, χωρίς να χρειαζόταν οποιαδήποτε άλλη περαιτέρω παραδοχή, το πραγματικό του εφαρμοστέου εδώ κανόνα ουσιαστικού δικαίου του άρθρου 505 του ΑΚ, την οποία η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς αιτιολογίες, ενώ δεν ήταν αναγκαία η αναφορά και άλλων βαρύτερων παραπτωμάτων του αναιρεσείοντος που να δικαιολογούν την ανάκληση της ένδικης δωρεάς λόγω αχαριστίας. Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζει ο αναιρεσείων με το δεύτερο λόγο του αναιρετηρίου, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 19 του αρθ 559 του ΚΠολΔ κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα, όπως και ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης.

ΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθ. 1509 του ΑΚ η παροχή περιουσίας στο τέκνο από οποιοδήποτε γονέα του, είτε για τη δημιουργία ή τη διατήρηση οικονομικής ή οικογενειακής αυτοτέλειας, είτε για την έναρξη ή την εξακολούθηση επαγγέλματος, αποτελεί δωρεά, μόνο ως προς το ποσό που υπερβαίνει το μέτρο, το οποίο επιβάλλουν οι περιστάσεις. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι ο νομοθέτης χαρακτηρίζει ως γονική παροχή εκείνη που δεν υπερβαίνει το μέτρο το επιβαλλόμενο από τις περιστάσεις κάθε συγκεκριμένης περίστασης, χωρίς όμως και αυτός να προσδιορίζει τις περιστάσεις. Ως ενδεικνυόμενο μέτρο από τις περιστάσεις θεωρείται το ανάλογο προς την οικονομική κατάσταση, την κοινωνική θέση του γονέα κατά τη σύσταση της παροχής, και την οικογενειακή κατάσταση, δηλαδή τον αριθμό των τέκνων, την ηλικία του κλπ. Απορία του τέκνου δεν απαιτείται για τη σύσταση της γονικής παροχής αλλά μόνο η συνδρομή ανάγκης υπό τις ανωτέρω προϋποθέσεις του άρθ. 1509 του ΑΚ. Αν δεν συντρέχει περίπτωση ανάγκης, τότε η παροχή έχει την έννοια της δωρεάς. Με τα δεδομένα αυτά, η απόφαση με την οποία γίνεται δεκτή αγωγή από ανάκληση γονικής παροχής ως δωρεάς, λόγω αχαριστίας, που έγινε προς τέκνο για τη δημιουργία οικονομικής και οικογενειακής αυτοτέλειάς του κατά την έννοια του άρθρου 1509 του ΑΚ., πρέπει να περιλαμβάνει στην ελάσσονα πρότασή της στο πλαίσιο εφαρμογής της διάταξης του άρθ. 93 παρ.3 του Συντάγματος, ως αποδεικτικό πόρισμα, τα πραγματικά εκείνα περιστατικά που προαναφέρθηκαν, και είναι ανάγκη να τα επικαλείται και ο ενάγων στο δικόγραφο της αγωγής του, από τα οποία, προκύπτει, ότι η γονική παροχή είναι δωρεά γιατί υπερβαίνει στη συγκεκριμένη περίπτωση το επιβαλλόμενο από τις περιστάσεις μέτρο. Η επαρκής αναφορά των πιο πάνω κρίσιμων πραγματικών περιστατικών στις παραδοχές του αιτιολογικού της αποφάσεως ελέγχεται αναιρετικά στο πλαίσιο της διάταξης του άρθ.559 αριθ.19 του ΚΠολΔ, ο προσδιορισμός όμως του ενδεικνυόμενου μέτρου σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, ενεργείται από το Δικαστήριο ύστερα από εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, η οποία δεν υπόκειται αυτοτελώς στον έλεγχο του Αρείου Πάγου γιατί δεν είναι νομική έννοια. Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη απόφαση έγιναν δεκτά και τ'ακόλουθα: "Η αποβιώσασα την 28.11.2000 αρχικώς ενάγουσα, Χ, είχε τελέσει δύο γάμους και δη τον πρώτο με τον Χ1, από τον οποίο απέκτησε τον εναγόμενο και μετά τον θάνατο αυτού (πρώτου συζύγου της) τέλεσε δεύτερο γάμο με τον Γ1, από τον οποίο απέκτησε ένα ακόμη τέκνο, τον Γ2, ο οποίος απεβίωσε από έκρηξη πυρίτιδας το έτος 1986. Κατά το έτος 1983 η ενάγουσα μεταβίβασε στον εναγόμενο υιό της, προκειμένου να αποκατασταθεί επαγγελματικά, δια δωρεάς εν ζωή, με το ......... συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Πύργου Ελένης Μαρκογιαννάκη, το 1/16 εξ αδιαιρέτου ενός αγροκτήματος, εκτάσεως 37.213,90 τ.μ., που βρίσκεται στη θέση "........" ή "........" της κτηματικής περιφέρειας του Δήμου Πύργου Ηλείας και αποτελείτο, κατά τον χρόνο της δωρεάς, από δενδροπερίβολο, αλωνότοπο, οικότοπο μετά οικίας και χέρσων τόπων. Το ακίνητο αυτό και κατά το προαναφερθέν ποσοστό είχε περιέλθει κατά κυριότητα στην ενάγουσα από κληρονομιά εξ αδιαθέτου του πρώτου συζύγου της Χ1, ο οποίος απεβίωσε το έτος 1943. Μετά τον θάνατο του υιού της Γ2, η ενάγουσα εδώρησε στον εναγόμενο, προκειμένου να τον βοηθήσει επαγγελματικά στην επιχείρηση που δημιούργησε ο ίδιος κατά το έτος 1983, τον μηχανικό εξοπλισμό του υπό του αποβιώσαντος υιού της διατηρουμένου πλυντηρίου- λιπαντηρίου βαρέων οχημάτων, ένα μικρό κλειστό φορτηγό αυτοκίνητο του θανόντος και πέντε κυνηγετικά όπλα του τελευταίου. Ακολούθως, κατά το έτος 1990, η ενάγουσα, η οποία διάνυε το 76° έτος της ηλικίας της και δεν είχε άλλον πλησιέστερο

συγγενή πλην του εναγομένου, μεταβίβασε, λόγω γονικής παροχής στον εναγόμενο, με το ....... συμβόλαιο της ανωτέρω συμ/φου, που μεταγράφηκε νόμιμα, την ψιλή κυριότητα των ανηκόντων σ' αυτήν 29/32 εξ αδιαιρέτου ενός ακινήτου μετά των εντός αυτού υπαρχόντων κτισμάτων, ήτοι παλαιάς ισόγειας οικίας εντός της οποίας κατοικούσε (ενάγουσα) και ισογείου κτίσματος, το οποίο είχε εκμισθώσει από τον Δεκέμβριο του έτους 1986 στον ήδη ενάγοντα Ψ1, προκειμένου να χρησιμοποιηθεί από τον τελευταίο ως κατάστημα επισκευής αυτοκινήτων και εμπορίας ελαστικών, που βρίσκεται (το ως άνω ακίνητο) στη θέση "......." ή "......"

της παραπάνω κτηματικής περιφέρειας, εκτάσεως τεσσάρων (4) περίπου στρεμμάτων και συνορεύει ανατολικά με ιδιοκτησία αδελφών ........., δυτικά με αγροτικό δρόμο, βόρεια με δημόσιο δρόμο ......-..... και νότια με σιδηροδρομική γραμμή Ο.Σ.Ε. Με το ίδιο ως άνω συμβόλαιο η ενάγουσα παρακράτησε για τον εαυτό της το δικαίωμα επικαρπίας και οικήσεως επί του εν λόγω ακινήτου, κατά το προαναφερόμενο ποσοστό, εφόρου ζωής της. Κατά τον χρόνο της παραπάνω-μεταβίβασης το προαναφερόμενο ποσοστό επί του ανωτέρω ακινήτου αποτελούσε το μοναδικό περιουσιακό στοιχείο της ενάγουσας, το οποίο εξασφάλιζε τη διατροφή της, καθώς και μηνιαίο μίσθωμα αποτελούμενο από 30.000 δραχμές, ενώ η σύνταξη που ελάμβανε από τον ΟΓΑ είχε διακοπεί από το έτος 1987. Εξάλλου, ο εναγόμενος διατηρούσε επιχείρηση φανοποιΐας αυτοκινήτων σε ιδιόκτητο κτίσμα, ενώ, εκτός από την επιχείρησή αυτή, ήταν συγκύριος κατά ποσοστό 6/16 εξ αδιαιρέτου του προαναφερθέντος κειμένου στη θέση "........" ή "........" της περιφέρειας του Δήμου Πύργου ακινήτου, εκτάσεως 37.213,90 τ.μ., μετά των επ'αυτού κτισμάτων, ήτοι διώροφης οικοδομής, στο ισόγειο της οποίας διαμένει αυτός (εναγόμενος) μέχρι σήμερα και ισόγειας αποθήκης, καθώς και κατά ποσοστό 3/32 εξ αδιαιρέτου του κειμένου επί της οδού ....... ακινήτου, εκτάσεως τεσσάρων (4) περίπου στρεμμάτων, μετά των εντός αυτού κτισμάτων, και επομένως δεν αντιμετώπιζε οικονομικά προβλήματα.

Συνεπώς, μετά τον υπολογισμό και των προαναφερομένων δωρεών προς τον εναγόμενο, η γονική παροχή και του ανωτέρω ποσοστού εξ αδιαιρέτου επί του ακινήτου που βρίσκεται στη θέση "......" ή "......", υπερέβαινε το μέτρο που επέβαλλαν οι περιστάσεις και, σύμφωνα με το άρθρο 1509 εδ. α'ΑΚ, αποτελεί δωρεά από την αρχικώς ενάγουσα - μητέρα του εναγομένου προς αυτόν". Από τις παραδοχές αυτές της προσβαλλόμενης απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα καλύπτεται, χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια, χωρίς να χρειαζόταν οποιαδήποτε άλλη περαιτέρω παραδοχή, το πραγματικό του εφαρμοστέου εδώ κανόνα ουσιαστικού δικαίου του άρθρου 1509 του ΑΚ, την οποία η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς αιτιολογίες. Εξ άλλου, εδώ δεν ήταν αναγκαία η αναφορά ειδικά και άλλων στοιχείων σχετικών για την αποτίμηση της αξίας της προηγούμενης δωρεάς προς τον αναιρεσείοντα από την αρχικά ενάγουσα μητέρα του, όπως και της επίμαχης γονικής παροχής, για να δικαιολογηθεί ότι υπερέβαινε αυτή στο σύνολό της κατά το χρόνο της πραγμάτωσής της το επιβαλλόμενο από τις περιστάσεις μέτρο και αποτελούσε δωρεά υποκειμένη σε ανάκληση, εν όψει των παραδοχών της απόφασης ότι το μεταβιβασθέν στον αναιρεσείοντα ακίνητο με την ένδικη γονική παροχή αποτελούσε κατά το χρόνο της παροχής το μοναδικό περιουσιακό στοιχείο της παρέχουσας αρχικής ενάγουσας, ενώ ο αναιρεσείων διατηρούσε κατά το χρόνο της παροχής ιδιόκτητη επιχείρηση φανοποιΐας αυτοκινήτων σε ιδιόκτητο κτίσμα που είχε ανεγερθεί στο δωρηθέν από τη μητέρα του το έτος 1983 ακίνητο, και δεν αντιμετώπιζε οικονομικά προβλήματα". Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζει ο αναιρεσείων με τον τέταρτο λόγο του αναιρετηρίου, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ.19 του άρθ. 559 του ΚΠολΔ κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα, όπως και ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης. Εξ άλλου, ο ίδιος λόγος αναίρεσης κατά την αποδιδόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από τις διατάξεις των άρθ.559 αριθ.19 και 561 παρ.1 του ΚΠολΔ, ότι υπάρχει έλλειψη ή ανεπάρκεια των αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης σχετικά με τον προσδιορισμό του από τις περιστάσεις επιβαλλόμενου μέτρου, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού κατά τα προεκτεθέμενα, το από τις αποδείξεις πόρισμα εκτίθεται με σαφήνεια πειστικότητα και κατά λογική ακολουθία στην προσβαλλόμενη απόφαση, με τον ίδιο δε λόγο κατά τα λοιπά, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει εξαιρετική περίπτωση από εκείνες του άρθρου 561 παρ.1 του ΚΠολΔ, πλήττεται πλέον, η ουσία αποκλειστικά της υπόθεσης ως προς τον προσδιορισμό του αναγκαίου μέτρου, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.

ΙΙΙ. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 269 παρ.2 εδ. α', β' και γ΄ του ΚΠολΔ όπως ίσχυε μέχρι την αντικατάστασή του από το άρθ. 11 του Ν.2915/2001 από της 1-1-2002 (που ισχύει όμως στη προκειμένη περίπτωση γιατί αφορά υπόθεση που είχε συζητηθεί στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο πριν την 1-1-2002) 527 αρ.3 και 559 αριθ.14 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι αναίρεση επιτρέπεται αν το Εφετείο, απέρριψε ως απαράδεκτο λόγο έφεσης, με τον οποίο προβλήθηκαν καθυστερημένα ενώπιον αυτού ουσιώδη πράγματα, ως βάση νέου αυτοτελούς ισχυρισμού, που επικαλεσθηκε ο εκκαλών για πρώτη φορά στο εφετείο, Κατά δε τις διατάξεις των αρθ. 259 παρ.2 εδ.α', β' και γ' του ΚΠολΔ όπως ίσχυε κατά τα προαναφερθέντα μέχρι την 1-1-2002, και 527 παρ.3 εδ.α' του ΚΠολΔ, μέσα επίθεσης και άμυνας, μπορεί να προβληθούν παραδεκτά για πρώτη φορά στο Εφετείο, εάν: α) το δικαστήριο κρίνει ότι δεν προβλήθηκαν έγκαιρα από δικαιολογημένη αιτία, β) αν προέκυψαν για πρώτη φορά μεταγενέστερα, και γ) αν αποδεικνύονται από έγγραφο ή με δικαστική ομολογία του αντιδίκου. Από τις ίδιες αυτές διατάξεις προκύπτει ότι σε όλες τις καθιερούμενες περιπτώσεις της βραδείας προβολής ισχυρισμού στο Εφετείο, το τελευταίο, ως δικαστήριο της ουσίας, σχηματίζει την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του ως προς το δικαιολογημένο ή όχι της βραδείας προβολής, και ως προς το κατά πόσον συντρέχει κατά περίπτωση μία από τις πιο πάνω προϋποθέσεις, ερευνώντας τα κρίσιμα στοιχεία της δικογραφίας (ολ.ΑΠ 12/1991 Ελ. Δ/νη 33,72). Ειδικά δε στην περίπτωση, που ο προβαλλόμενος στο Εφετείο καθυστερημένα ισχυρισμός δικαιολογεί το παραδεκτό της βραδείας προβολής του κατ΄άρθ. 269 παρ.2 εδ.γ΄του ΚΠολΔ ως αποδεικνυόμενος από έγγραφο, από το οποίο όμως η απόδειξη πρέπει να προκύπτει παραχρήμα και άμεσα και όχι σε συνδυασμό με τεκμήρια, η κρίση του Εφετείου για το παραδεκτό ή όχι της βραδείας προβολής του όσο συνδυάζεται με την αντίστοιχη κρίση ότι ο νέος ισχυρισμός που θεμελιώνει το λόγο της έφεσης αποδεικνύεται ή όχι παραχρήμα με την έννοια που προαναφέρθηκε, από τα έγγραφα που επικαλέσθηκε ο εκκαλών, είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, γιατί αφορά κρίση περί τα πράγματα. Με τον τρίτο λόγο του αναιρετηρίου αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση από τον αναιρεσείοντα η πλημμέλεια από τον αριθ.14 του άρθ. 559 του ΚΠΟλΔ ότι "ενώ προέβαλε με την έφεση του εκ του άρθ. 510 του ΑΚ καταλυτικό της αγωγής ισχυρισμός, ότι η δωρήτρια μητέρα του του παρέσχε συγγνώμη για τα τυχόν παραπτώματά του, με δημόσια διαθήκη της που συντάχθηκε ενώπιον της Συμ/φου Πύργου Ελένης Αντωνακοπούλου, την οποία πληροφορήθηκε στις 23-10-2001, κατά τη διενέργεια των εμμαρτύρων αποδείξεων (πριν δηλαδή από την μετ΄απόδειξη συζήτηση στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο), με την οποία δεν τον αποκλήρωσε αλλά τον περιόρισε στη νόμιμη μοίρα, και επικαλέσθηκε λόγο παραδεκτής το πρώτο προβολής στο Εφετείο του ισχυρισμού αυτού κατ΄άρθρ. 527 αριθ.3 και 269 παρ. 2 περ.γ' εδ.α' και γ' του ΚΠολΔ, το Εφετείο απέρριψε τον ισχυρισμό αυτό ως απαράδεκτο". Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι ορισμένος, γιατί αναφέρεται στο αναιρετήριο, όπως απαιτεί η διάταξη του άρθ. 562 παρ.2 του ΚΠολΔ, ότι ο πιο πάνω ισχυρισμός που συνιστά ένσταση καταλυτική της αγωγής του αναιρεσίβλητου (άρθρ 510 ΑΚ), και στηρίζει το λόγο αναίρεσης, είχε προταθεί παραδεκτά στο δικαστήριο το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση κατά νόμιμο τρόπο, δηλαδή με την έφεση, με την οποία ο αναιρεσείων επικαλείτο και ως λόγο της βραδείας προβολής την κατ΄άρθρ. 269 παρ.2 περ.γ' του ΚΠολΔ απόδειξη του ισχυρισμού από το προσκομιζόμενο έγγραφο της διαθήκης της μητέρας του (ΑΠ 1223/1993 ΕλΔ/νη 1995 σελ. 171). Εν όψει αυτών, ο ισχυρισμός του αναιρεσίβλητου που περιλαμβάνεται στις προτάσεις του ενώπιον του παρόντος δικαστηρίου ότι ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι αόριστος όπως προβάλλεται, γιατί δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο αναιρεσείων είχε επικαλεσθεί στην έφεσή του τη συνδρομή της πιο πάνω περίπτωσης των άρθρ. 527 παρ.3 και 269 παρ.2 περ.γ' του ΚΠολΔ κρίνεται αβάσιμος και απορριπτέος. Περαιτέρω, από την επισκόπηση των προσκομιζομένων διαδικαστικών εγγράφων (άρθρ. 561 παρ.2 του ΚΠολΔ) προκύπτουν τ'ακόλουθα: Ο αναιρεσείων με τον τελευταίο λόγο της από 18-11-2004 έφεσής του επικαλέσθηκε τον ίδιο πιο πάνω καταλυτικό ισχυρισμό της παροχής συγγνώμης από τη μητέρα του με τη διαθήκη της, με την οποία δεν τον αποκλήρωσε εν γνώσει των οποιοδήποτε παραπτωμάτων του, αλλά τον περιόρισε στη νόμιμη μοίρα του, προς απόδειξη δε του ισχυρισμού του, αυτός με τις από 13-10-2006 έγγραφες προτάσεις του, που κατέθεσε κατά τη συζήτηση, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, επικαλέσθηκε και προσκόμισε αντίγραφο της πιο πάνω διαθήκης, χωρίς να χρειαζόταν να επικαλεσθεί παράλληλα για τη δικαιολογημένη για πρώτη φορά προβολή των θεμελιωτικών της ένστασης πραγματικών περιστατικών στο Εφετείο, άλλα περιστατικά, πλην της απόδειξης του ισχυρισμού με το έγγραφο της διαθήκης. Τον ισχυρισμό αυτό του αναιρεσείοντος για παροχή συγγνώμης και τον αντίστοιχο λόγο της έφεσης, η προσβαλλόμενη τον απέρριψε ως απαράδεκτο με την ακόλουθη σκέψη: "Ο εκκαλών με το δικόγραφο της εφέσεώς του υποβάλει για πρώτη φορά ενώπιον του Εφετείου τον ισχυρισμό περί παροχής συγγνώμης σ'αυτόν από την ενάγουσα μητέρα του. Ο ισχυρισμός, όμως αυτός προβαλλόμενος για πρώτη φορά ενώπιον του Εφετείου, μη προταθείς πρωτοδίκως και μη αποτελέσας αντικείμενο δικαιοδοτικής έρευνας από το πρωτόδικο δικαστήριο, απαραδέκτως προβάλλεται ενώπιον του παρόντος δικαστηρίου, κατ΄άρθρ. 527 ΚΠολΔ, μη συντρεχούσης καμίας εκ των προϋποθέσεων που θέτει η διάταξη αυτή για την υποβολή ενώπιον του Εφετείου νέων ισχυρισμών που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, που δεν προτάθηκαν όμως πρωτοδίκως". Με τις παραδοχές όμως αυτές της προσβαλλόμενης απόφασης με τις οποίες το Εφετείο κατέληξε στην απορριπτική του κρίση, γιατί δεν συνέτρεξε γενικά καμία από τις προϋποθέσεις που θέτουν οι διατάξεις των άρθ. 527 και 269 του ΚΠολΔ, για το παραδεκτό της προβολής από τον αναιρεσείοντα ως εκκαλούντα ενώπιον του του νέου ισχυρισμού παροχής συγγνώμης, προκύπτει αδίστακτα ότι εκείνο (Εφετείο) αναιρετικά ανέλεγκτα έκρινε και ότι ο ίδιος ισχυρισμός, δεν αποδεικνυόταν εγγράφως παραχρήμα από τη διαθήκη που επικαλέσθηκε ο αναιρεσείων. Επομένως, το Εφετείο, που με τις παραδοχές αυτές της προσβαλλόμενης απόφασής του, οδηγήθηκε στην απόρριψη ως απαράδεκτου του λόγου της έφεσης του αναιρεσείοντος, και του νέου ισχυρισμού συγγνώμης του που στήριξε, δεν κήρυξε παρά το νόμο απαράδεκτο, και ο τρίτος λόγος του αναιρετηρίου με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 24-3-2005 αίτηση του Χ1 για αναίρεση της υπ'αριθ. 37/2006 απόφασης του Εφετείου Πειραιώς.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου, την οποία ορίζει σε χίλια εκατόν εβδομήντα (1170) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις . Νοεμβρίου 2007.

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο στις 19 Νοεμβρίου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ