Legislator Case Law & Legislation
198/2026 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against fraud conviction due to lack of prosecution summons at second instance hearing.

Case Number 198/2026
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by two defendants against a second-instance judgment for fraud. The prosecution, who had not appeared at the first instance, was legally required to be summoned to the Supreme Court's hearing to support the conviction's validity. The court ruled that the appeal was inadmissible because the prosecution failed to appear, violating procedural requirements for calling all parties with a legal interest.

Legislator headnote

AI generated

Article 512(1)(c) of the Criminal Procedure Code; Article 155-162 and Article 166 of the Criminal Procedure Code; The appeal is inadmissible if the prosecution, having legally acquired the status of a party, fails to appear at the Supreme Court's hearing after being properly summoned.

Keywords

AI generated
Criminal Procedure Code Supreme Court Appeal Prosecution Summons Inadmissible Appeal Fraud Conviction Procedural Default Legal Interest

Cited Legislation

AI generated
Article 512(1)(c) of the Criminal Procedure Code
Articles 155-162 of the Criminal Procedure Code
Article 166 of the Criminal Procedure Code
Article 578(1) of the Criminal Procedure Code

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 198 / 2026 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Αριθμός 198/2026

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αγάπη Τζουλιαδάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνα Νάκου, Σπυρίδωνα Κουτσοχρήστο, Γεώργιο Μικρούδη - Εισηγητή και Ειρήνη Νικολάου (σύμφωνα με την υπ' αριθμ. .../2026 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου), Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 21 Ιανουαρίου 2026, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Σοφοκλή Λογοθέτη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Σ. Τ. , για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1. Γ. Τ. του Β. , κατοίκου ... και 2. C. M. του T. , κατοίκου ... , οι οποίοι παραστάθηκαν δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Αγγέλου Πάρσαλη, για αναίρεση της υπ' αριθ. 189/2025 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Ευβοίας. Με υποστηρίζουσα την κατηγορία την Σ. Γ. του Γ. , κάτοικο ... , η οποία δεν παραστάθηκε.

Το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Ευβοίας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και oι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που περιλαμβάνονται στην από 21-10-2025 αίτησή τους αναιρέσεως, η οποία καταχωρίσθηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό .../2025.

Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και τον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσειόντων, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 512 παρ. 1 εδ. γ' του ΚΠοινΔ, ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου κλητεύει τον αναιρεσείοντα και τους υπόλοιπους διαδίκους, στο ακροατήριο του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου, για να παραστούν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, η κλήση δε αυτή γίνεται με επίδοση σύμφωνα με τα άρθρα 155-162 και μέσα στην προθεσμία του άρθρου 166 του ίδιου κώδικα.

Ως "υπόλοιποι διάδικοι", που πρέπει να καλούνται στη συζήτηση, θεωρούνται όλοι εκείνοι, οι οποίοι απέκτησαν νόμιμα την ιδιότητα του διαδίκου. Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι και ο υποστηρίζων την κατηγορία πρέπει να καλείται για να παραστεί στο ακροατήριο του Αρείου Πάγου, κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, που άσκησε ο κατηγορούμενος ή οποιοσδήποτε άλλος δικαιούμενος προς τούτο, εφόσον αυτός νόμιμα απέκτησε την ιδιότητα του διαδίκου και δεν αποβλήθηκε, ούτε παραιτήθηκε από την ιδιότητα αυτή, καθόσον έχει έννομο συμφέρον να υποστηρίξει το κύρος της προσβαλλόμενης απόφασης έναντι του καταδικασθέντος με αυτή κατηγορουμένου, ακόμη και στην περίπτωση που με την αίτηση αναίρεσης δεν προσβάλλεται η αφoρώσα την υποστήριξη την κατηγορία διάταξη της απόφασης, καθώς και αν δεν παραστάθηκε στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, είχε, όμως, νόμιμα παραστεί πρωτοδίκως.

Αν δεν προκύπτει ότι κλητεύθηκαν όλοι οι διάδικοι και κάποιος από αυτούς δεν εμφανισθεί, η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης κηρύσσεται απαράδεκτη(ΑΠ 116/2020, ΑΠ 1404/2025).

Η υπό κρίση από 21-10-2025 (αρ. πρωτ. Εισαγγελίας ΑΠ ...2025) αίτηση των Γ. Τ. του Β. και M. C. του T. για αναίρεση της υπ' αριθμόν 189/2025 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Εύβοιας, δυνάμει της οποίας καταδικάστηκαν αμφότεροι σε ποινή φυλακίσεως τριάντα μηνών για το αδίκημα της πλαστογραφίας κατά συναυτουργία, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 464, 466 παρ. 1, 473 παρ. 2, 3, 474 παρ. 2Α, 4, 504 παρ. 1 και 505 ΚΠΔ), διότι η απόφαση καταχωρήθηκε στο ειδικό βιβλίο στις 9-10-2025 και περιέχει έναν τουλάχιστον παραδεκτό λόγο αναιρέσεως (εκ του άρθρου 510 παρ. 1Δ' και Ε' ΚΠοινΔ). Είναι συνεπώς τυπικά δεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω, ερήμην της υποστηριζούσης την κατηγορία Σ. Γ. του Γ. , η οποία δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, αν και κλητεύθηκε εμπροθέσμως για να παραστεί στο ακροατήριο του παρόντος Δικαστηρίου κατά τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσης αποφάσεως, όπως προκύπτει από το από 13-12-2025 αποδεικτικό επιδόσεως του Αρχιφύλακα Γ. Π.

1) Κατά τη διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 του νέου ΠΚ που εφαρμόζεται στην προκειμένη περίπτωση ως επιεικέστερη κατά το άρθρο 2 του Π.Κ. "'Οποίος καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες τιμωρείται με φυλάκιση και χρηματική ποινή".

Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της πλαστογραφίας, απαιτείται είτε η εξαρχής κατάρτιση από τον δράστη εγγράφου που εμφανίζεται ότι καταρτίστηκε από άλλον με απομίμηση της γραφής ή υπογραφής του είτε η νόθευση από τον δράστη γνήσιου εγγράφου.

Ως νόθευση εγγράφου νοείται η αλλοίωση της έννοιάς του με μεταβολή του περιεχομένου του, η οποία μπορεί να γίνει με την προσθήκη, την εξάλειψη ή την αντικατάσταση λέξεων, αριθμών, σημείων και άλλων στοιχείων του γνησίου εγγράφου, αλλά και με περιορισμό του αρχικού περιεχομένου του, ώστε να μεταβάλλεται η αποδεικτική δύναμή του.

Για τη στοιχειοθέτηση της υποκειμενικής υπόστασης της πλαστογραφίας απαιτείται δόλος, ο οποίος περιλαμβάνει: α) τη γνώση και θέληση των περιστατικών που απαρτίζουν την πράξη της πλαστογραφίας και β) τον σκοπό του δράστη να παραπλανήσει με τη χρήση του (εξαρχής) πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου άλλον ως προς γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, δηλαδή ως προς γεγονός που είναι σημαντικό για τη θεμελίωση, διατήρηση, μεταβολή ή κατάργηση δικαιώματος ή έννομης σχέσης ή κατάστασης δημόσιου ή ιδιωτικού χαρακτήρα.

Οι έννομες συνέπειες μπορεί να αφορούν αυτόν που παραπλανάται ή τρίτο πρόσωπο, ενώ δεν απαιτείται να επήλθε πράγματι η επιδιωκόμενη παραπλάνηση (ΑΠ 397/2025).

2) Εξάλλου, το έγκλημα της πλαστογραφίας μπορεί να τελεσθεί και από περισσότερους του ενός κατά συναυτουργία, σύμφωνα με το άρθρο 45 ΠΚ. Όρος της συναυτουργίας, κατά την έννοια του νόμου, είναι η γνώση του συναυτουργού για την πρόθεση του άλλου να τελέσει την πράξη και η θέληση να συμπράξει με αυτόν (κοινός δόλος). Αρκεί δε να αναφέρεται ότι οι δράστες της πλαστογραφίας ενήργησαν με κοινό δόλο, χωρίς να απαιτείται να αναφέρονται και να εξειδικεύονται οι επί μέρους υλικές ενέργειες του καθενός από αυτούς για την από κοινού πραγμάτωση της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος, αρκεί δηλαδή να αναφέρεται ότι από κοινού έθεσαν εν αγνοία και κατ' απομίμηση του φερομένου ως υπογράφοντος το πλαστό έγγραφο την υπογραφή του, χωρίς ειδικότερη εξειδίκευση για τον κάθε ένα συναυτουργό των ενεργειών του για την πραγμάτωση της πράξεως και δεν δημιουργείται έλλειψη νόμιμης βάσης από τη μη εξειδίκευση αυτή (ΑΠ 2041/2009).

3) Η συνδρομή του δόλου κατ' αρχήν δεν απαιτεί ιδιαίτερη αιτιολογία, διότι αυτός ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και αποδεικνύεται, σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών και η σχετική με αυτόν αιτιολογία εμπεριέχεται στην κύρια επί της ενοχής αιτιολογία. Μόνο όταν αξιώνονται πρόσθετα στοιχεία για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος και συγκεκριμένα είτε η εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξης (άμεσος δόλος), είτε η επιδίωξη ορισμένου περαιτέρω σκοπού (έγκλημα υπερχειλούς υποκειμενικής, υπόστασης), ο δόλος απαιτεί ιδιαίτερη αιτιολογία, όπως συμβαίνει στο έγκλημα της πλαστογραφίας, στο οποίο αξιώνεται περαιτέρω σκοπός του υπαιτίου (υπερχειλής δόλος) να παραπλανήσει με τη χρήση του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου άλλον για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες (ΑΠ 397/2025).

Με τους συναφείς πρώτο και τρίτο λόγους αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες παραπονούνται ότι το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Εύβοιας υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια που προβλέπεται από το άρθρο 510 παρ. 1 στ. Δ', Ε' Κ.Π.Δ. , καθόσον χωρίς ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία και με αντιφατικές και ελλιπείς αιτιολογίες κήρυξε αυτούς ενόχους της αξιόποινης πράξης της πλαστογραφίας κατά συναυτουργία (άρθρα 45, 216 Π.Κ.). Επίσης με τον δεύτερο λόγο οι αναιρεσείοντες αιτιώνται την προσβαλλόμενη απόφαση ότι δεν διέλαβε την ειδική αιτιολογία που επιβάλλεται για την κατάφαση του σκοπού παραπλάνησης (υπερχειλούς δόλου) που απαιτείται από τη διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 Π.Κ. , υποπίπτοντας έτσι στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 510 παρ. 1 στ. Δ' Κ.Π.Δ.

Όπως προκύπτει από την παραδεκτή για τις ανάγκες αναιρετικού ελέγχου επισκόπηση των παραδοχών της προσβαλλομένης αποφάσεως που άπτονται όλων των παραπάνω λόγων, το δικαστήριο της ουσίας, δέχθηκε, μετά από συνεκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευομένων κατά το είδος τους αποδεικτικών μέσων (ανωμοτί κατάθεση της παριστάμενης προς υποστήριξη της κατηγορίας, ένορκη κατάθεση μάρτυρος κατηγορίας και υπεράσπισης, πρακτικά και απόφαση πρωτοβάθμιας δίκης, τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο -ενώ οι κατηγορούμενοι δεν παραστάθηκαν αυτοπροσώπως στον δεύτερο βαθμό), τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:"....

οι κατηγορούμενοι τέλεσαν, κατά υποκειμενική και αντικειμενική υπόσταση, κατά τόπο, χρόνο και τρόπο τέλεσης, την αποδιδόμενη σε αυτούς με το κατηγορητήριο πράξη και ειδικότερα, στο Μίστρο Ευβοίας, το μήνα Φεβρουάριο του έτους 2018 και σε ημέρα που δεν κατέστη δυνατόν να διακριβωθεί ακριβέστερα, ενεργώντας από κοινού και κατόπιν συναπόφασης, με πρόθεση κατήρτισαν εξ υπαρχής πλαστό έγγραφο, με σκοπό να παραπλανήσουν με τη χρήση του άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες.

Συγκεκριμένα, στον ανωτέρω τόπο και χρόνο κατήρτισαν εξ υπαρχής ως προς το σημείο υπογραφής την από 21-2-2018 αίτηση- σύμβαση προμήθειας ηλεκτρικής ενέργειας χαμηλής τάσης προς την ανώνυμη εταιρία υπό την επωνυμία "ΗΡΩΝ ΘΕΡΜΟΗΛΕΚΤΡΙΚΗ Α.Ε.", θέτοντας σε αυτή τυχαία υπογραφή στο όνομα της εγκαλούσας Σ. Γ. , χωρίς συναίνεση της τελευταίας με σκοπό να παραπλανήσουν με τη χρήση αυτής ότι συμβαλλόμενη καταναλωτής εκ της συμβάσεως παροχής ηλεκτρικής ενέργειας είναι η εγκαλούσα, Σ.

Γ. , δηλαδή για γεγονός που μπορούσε να έχει και είχε έννομες συνέπειες και το οποίο ήταν εν γνώσει των κατηγορουμένων αναληθές, καθότι το ανωτέρω έγγραφο, όπως η μορφή και το περιεχόμενο του αναφέρονται ειδικότερα στο διατακτικό, ουδέποτε εξεδόθη από την εγκαλούσα, η οποία ουδέποτε επιθυμούσε τη σύναψη της αντίστοιχης συμβάσεως.

Ειδικότερα, περί των ανωτέρω σαφής και κατηγορηματική είναι η κατάθεση της παθούσας, η οποία ανέφερε ότι στην άνω αίτηση οι κατηγορούμενοι, εν αγνοία της, είχαν αναγράψει το ΑΦΜ της, το οποίο γνώριζαν καθόσον κατά το παρελθόν εργάσθηκε στην επιχείρηση τυροκομείου που αυτοί διατηρούν, ενώ είχαν λάβει και φωτοαντίγραφο του δελτίου αστυνομικής ταυτότητας της, και τον αριθμό αυτού ανέγραψαν στην άνω αίτηση.

Αντίθετα, ανέγραψαν επί της άνω αιτήσεως τον αριθμό τηλεφώνου της δεύτερης κατηγορουμένης, γεγονός που καταδεικνύει ότι είναι συναυτουργός της άνω πράξεως. Επίσης, η Σ. Γ. , αρνήθηκε κατηγορηματικά ότι υπήρξε συμφωνία με τους κατηγορουμένους να συμβληθεί η ίδια στην άνω σύμβαση επειδή δεν είχαν σχετική δυνατότητα οι ίδιοι, όπως και ότι έλαβε από τους κατηγορούμενους δια καταβολής στην ανιψιά της, χρηματικό ποσό προς εξόφληση του λογαριασμού που περιήλθε σε αυτήν ως οφειλέτιδος στα πλαίσια της άνω σύμβασης.

Οι ως άνω παραδοχές, δεν αναιρούνται από την ένορκη κατάθεση του μάρτυρος υπερασπίσεως που δεν επιβεβαίωσε τους αρνητικούς της κατηγορίας ισχυρισμούς των κατηγορουμένων και δεν είχε ιδία αντίληψη επ'αυτών, ισχυριζόμενος ότι δεν γνωρίζει πραγματικά περιστατικά σχετικά με τη συγκεκριμένη υπόθεση. Κατ' ακολουθίαν αυτών, πρέπει οι κατηγορούμενοι να κηρυχθούν ένοχοι της αποδιδόμενης σε αυτούς πράξεως.".

Ακολούθως, το Δικαστήριο της ουσίας κήρυξε ενόχους τους αναιρεσείοντες του ότι : "Στο Μίστρο Ευβοίας, το μήνα Φεβρουάριο του έτους 2018 και σε ημέρα που δεν κατέστη δυνατόν να διακριβωθεί ακριβέστερα, ενεργώντας από κοινού και κατόπιν συναπόφασης, με πρόθεση κατήρτισαν εξ υπαρχής πλαστό έγγραφο, με σκοπό να παραπλανήσουν με τη χρήση του άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες. Συγκεκριμένα, στον ανωτέρω τόπο και χρόνο, κατήρτισαν εξ υπαρχής ως προς το σημείο υπογραφής - την από 21-2-2018 αίτηση-σύμβαση προμήθειας ηλεκτρικής ενέργειας χαμηλής τάσης προς την ανώνυμη εταιρία υπό την επωνυμία "ΉΡΩΝ ΘΕΡΜΟΗΛΕΚΤΡΙΚΗ Α.Ε.", θέτοντας σε αυτή τυχαία υπογραφή στο όνομα της εγκαλούσας Σ. Γ. , χωρίς συναίνεση της τελευταίας με σκοπό να παραπλανήσουν με τη χρήση αυτής ότι συμβαλλόμενη καταναλωτής εκ της συμβάσεως παροχής ηλεκτρικής ενέργειας είναι η εγκαλούσα, Σ. Γ. , το περιεχόμενο δε του εν λόγω εγγράφου έχει ως ακολούθως : (ενσωματώνεται φωτοτυπία της παραπάνω αίτησης). Δηλαδή για γεγονός που μπορούσε να έχει και είχε έννομες συνέπειες και το οποίο ήταν εν γνώσει των κατηγορουμένων αναληθές, καθότι το ανωτέρω έγγραφο ουδέποτε εξεδόθη από την εγκαλούσα, η οποία ουδέποτε επιθυμούσε τη σύναψη της αντίστοιχης συμβάσεως".

Με αυτά που δέχθηκε το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση, κατά παραδεκτή αλληλοσυμπλήρωση σκεπτικού και διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2020), την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του ένδικου εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκαν οι αναιρεσείοντες, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις εφαρμοσθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, ήτοι εν προκειμένω του άρθρου 1 και 20 Ν. 4139/2013 τις οποίες διατάξεις ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου με ελλιπή ή αντιφατική αιτιολογία, στερώντας την απόφαση του από νόμιμη βάση, ενώ δεν υπερέβη θετικά την εξουσία του, χειροτερεύοντας τη θέση των κατηγορουμένων.

Ειδικότερα, με πληρότητα και σαφήνεια διαλαμβάνονται στην απόφαση: α) ότι οι κατηγορούμενοι, ηθελημένα και από κοινού, κατήρτισαν εξ αρχής πλαστή αίτηση - σύμβαση προμήθειας ηλεκτρικής ενέργειας χαμηλής τάσης προς την εταιρία "ΗΡΩΝ ΘΕΡΜΟΗΛΕΚΤΡΙΚΗ Α.Ε." με απομίμηση της γραφής και υπογραφής της εγκαλούσας Σ.

Γ. , θέτοντας ως χρονολογία την 21-2-2018 και β) ότι με την κατάρτιση της πλαστής αυτής αίτησης οι αναιρεσείοντες αποσκοπούσαν να παραπλανήσουν τους υπαλλήλους της ως άνω εταιρείας ότι η εγκαλούσα επιθυμούσε την κατάρτιση σύμβασης παροχής ηλεκτρικής ενέργειας, γεγονός το οποίο μπορούσε να έχει έννομες συνέπειες, αφού πιστοποιούσε ότι η εγκαλούσα ήταν καταναλωτής της ηλεκτρικής ενέργειας και επομένως υπόχρεη στην καταβολή του τιμήματος.

Περαιτέρω παρατίθενται τα ειδικότερα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την προσήκουσα συνεκτίμηση των εισφερθέντων αποδεικτικών μέσων και οι συλλογισμοί, βάσει των οποίων το Δικαστήριο οδηγήθηκε στο σχηματισμό της ανωτέρω κρίσης του (ΟλΑΠ 1/2018), ήτοι ότι: 1) οι κατηγορούμενοι ανέγραψαν τον ΑΦΜ και τον αριθμό δελτίου ταυτότητας της εγκαλούσας, στα οποία είχαν πρόσβαση, διότι κατά το παρελθόν εργάσθηκε στο τυροκομείο που διατηρούν, 2) ανέγραψαν επί της άνω αιτήσεως τον αριθμό τηλεφώνου της δεύτερης κατηγορουμένης, γεγονός που καταδεικνύει τη συναυτουργική συμμετοχή της στην τέλεση της πράξεως για την οποία καταδικάστηκε και 3) η εγκαλούσα ουδέποτε συμφώνησε με τους κατηγορουμένους να συμβληθεί η ίδια στην άνω σύμβαση, ούτε έλαβε από τους κατηγορούμενους χρηματικό ποσό προς εξόφληση του λογαριασμού που περιήλθε σε αυτήν ως οφειλέτιδα.

Ενόψει των ανωτέρω εκτεθέντων ουδεμία ασάφεια, λογικό κενό ή ελλιπής ή αντιφατική αιτιολογία, καθώς και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων των άρθρων 216 παρ.1 εδ. α' και 45 ΠΚ υφίσταται στην προσβαλλόμενη απόφαση και οι περί του αντιθέτου αιτιάσεις των αναιρεσειόντων, με τους πρώτο και τρίτο λόγους της αιτήσεως αναιρέσεως, είναι αβάσιμοι, όπως και η προβαλλομένη (με τον τρίτο λόγο) ειδικότερη αιτίαση ότι στο αδίκημα της πλαστογραφίας δεν νοείται συναυτουργία, αφού, όπως εκτίθεται στη 2η νομική σκέψη της παρούσης, αρκεί για τη στοιχειοθέτηση του ως άνω εγκλήματος να αναφέρεται ότι από κοινού έθεσαν εν αγνοία και κατ' απομίμηση του φερομένου ως υπογράφοντος το πλαστό έγγραφο την υπογραφή του, χωρίς ειδικότερη εξειδίκευση για τον κάθε ένα συναυτουργό των ενεργειών του για την πραγμάτωση της πράξεως.

Επίσης η (με τον δεύτερο λόγο) προβαλλομενη αιτίαση των αναιρεσειόντων περί ελλιπούς αιτιολογήσεως του άμεσου δόλου αυτών είναι αβάσιμη, διότι εκτίθεται στο σκεπτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως (σελ. 30) ότι οι αναιρεσείοντες, οι οποίοι από κοινού κατάρτισαν τη επίμαχη πλαστή αίτηση - σύμβαση προμήθειας ηλεκτρικής ενέργειας "έπραξαν δε αυτό με σκοπό να παραπλανήσουν με τη χρήση του ότι η συμβαλλόμενη καταναλωτής εκ της συμβάσεως παροχής ηλεκτρικής ενέργειας είναι η εγκαλούσα Σ.

Γ. , δηλαδή για γεγονός που μπορούσε να έχει και έννομες συνέπειες και το οποίο ήταν εν γνώσει των κατηγορουμένων αναληθές". Ήτοι παρατίθεται εν προκειμένω, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη 3η νομική σκέψη, ο σκοπός του υπαιτίου να παραπλανήσει με τη χρήση του πλαστού εγγράφου άλλον για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, και κατά συνέπεια, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω (και μη υπάρχοντος άλλου αναιρετικού λόγου προς εξέταση) πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα, κατ' άρθρον 578 παρ. 1 ΚΠοινΔ, κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 21-10-2025 (αρ. πρωτ. Εισαγγελίας ΑΠ ...2025) αίτηση των Γ. Τ. του Β. και M. C. του T. για αναίρεση της υπ' αρ. 189/2025 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Εύβοιας.

Επιβάλλει εις βάρος εκάστου αναιρεσείοντος τα δικαστικά έξοδα της παρούσης δίκης, που ανέρχονται στο ποσό των οκτακοσίων (800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Φεβρουαρίου 2026.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 11 Φεβρουαρίου 2026.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ