Legislator Case Law & Legislation
198/2023 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on standing but partially allows it regarding compensation claims against companies.

Case Number 198/2023
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal regarding the third appellant due to lack of legal standing. However, it partially allowed the appeal concerning the first two appellants, overturning the lower court's decision on compensation amounts. The court ruled that while the third party lacked standing, the first two companies were liable for 5,000 euros each, and the original claim for 20,000 euros was rejected.

Legislator headnote

AI generated

Articles 118(4), 566(1), 577(3), 578 of the Code of Civil Procedure; Legal standing for appeal requires direct and personal injury, which was absent for the third appellant but present for the first two, leading to a partial decision on compensation amounts.

Keywords

AI generated
legal standing appeal direct personal injury compensation moral damage joint and several liability partial appeal decision costs offsetting civil procedure code

Cited Legislation

AI generated
Article 118(4) of the Code of Civil Procedure
Article 566(1) of the Code of Civil Procedure
Article 577(3) of the Code of Civil Procedure
Article 578 of the Code of Civil Procedure
Article 68 of the Code of Civil Procedure
Article 73 of the Code of Civil Procedure
Article 556 of the Code of Civil Procedure
Article 580(3)(a) of the Code of Civil Procedure
Article 179 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Case 617/2015 of the Supreme Court
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 198 / 2023 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 198/2023

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Μαντούβαλο, Μαρία Σιμιτσή - Βετούλα, Αριστείδη Βαγγελάτο και Κωνσταντίνα Νάκου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 8 Φεβρουαρίου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Ο.Π.Α.Π. Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία Ο.Π.Α.Π. Α.Ε., που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου της αρχικώς εναγόμενης εταιρείας με την επωνυμία Ο.Π.Α.Π. Παροχής Υπηρεσιών Α.Ε., και 3) K. Z. του K., κατοίκου Αθηνών, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Σπηλιόπουλο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Γ. Β. του Α., κατοίκου…… Α., 2) Χ. Κ. του Κ., κατοίκου Π. Α., και 3) Α. Δ. του Κ., κατοίκου Ν. Α.. Παραστάθηκαν με την πληρεξούσια δικηγόρο τους Αρετή Καπετανάκου, η οποία κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-10-14 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1081/2016 του ίδιου Δικαστηρίου και 3974/2020 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 15-4-2021 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη τους.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 118 παρ. 4, 566 παρ. 1, 577 παρ. 3 και 578 ΚΠολΔ προκύπτει ότι στην αίτηση αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, ώστε να μπορεί να διαπιστωθεί αν και ποιον λόγο αναίρεσης στοιχειοθετεί η προσβαλλόμενη αιτίαση (ΑΠ 617/2015).

Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 68, 73 και 556 ΚΠολΔ προκύπτει ότι κύρια θετική προϋπόθεση για την άσκηση του ενδίκου μέσου της αναίρεσης αποτελεί και η ύπαρξη εννόμου συμφέροντος στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος. Το έννομο συμφέρον για την άσκηση αναίρεσης πρέπει να υπάρχει τόσο κατά το χρόνο άσκησης όσο και κατά το χρόνο συζήτησης της αναίρεσης και απαιτείται όχι μόνο γενικώς για το παραδεκτό της αίτησης αναίρεσης, αλλά και ειδικώς για κάθε επιμέρους λόγο αυτής.

Ειδικότερα, το έννομο συμφέρον προκύπτει από τη βλάβη που υπέστη ο διάδικος από την προσβαλλόμενη απόφαση, πρέπει δε να είναι άμεσο και ατομικό του διαδίκου, ο οποίος υφίσταται τη βλάβη. Βλάβη υπάρχει όταν απορρίπτονται ολικά ή μερικά οι αιτήσεις του αναιρεσείοντος ή γίνονται ολικά ή μερικά δεκτές έναντι αυτού οι αιτήσεις του αντιδίκου του, υπέρ του οποίου η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει σχετική διάταξη (ΑΠ 319/2022, ΑΠ 1163/2019, ΑΠ 985/2015).

Η συνδρομή του εννόμου συμφέροντος, η οποία ερευνάται και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο κρίνεται από την προσβαλλόμενη απόφαση. Εφόσον δε το έννομο συμφέρον δεν θεμελιώνεται στο δικόγραφο της αναίρεσης, ή δεν προκύπτει από τα στοιχεία της δικογραφίας, ο αντίστοιχος λόγος απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 319/2022, ΑΠ 1163/2019).

Στην προκειμένη περίπτωση, με την από 15-4-2021 και με αριθ. κατ. 2063/245/16-4-2021 αίτηση αναίρεσης, την οποία ασκούν: α) η ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "Οργανισμός Αγώνων Ποδοσφαίρου Α.Ε. ? ΟΠΑΠ Α.Ε." ατομικά και ως υποκατασταθείσα στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της αρχικής διαδίκου, στην πρωτοβάθμια και στη δευτεροβάθμιο δίκη, ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΟΠΑΠ Παροχής Υπηρεσιών ΑΕ", λόγω συγχώνευσης με απορρόφηση της δεύτερης από την πρώτη, κατά τη διάταξη του άρθρου 18 ν. 4601/2019, που έλαβε χώρα την 30-12-2019, δηλαδή μετά τη συζήτηση της υπόθεσης στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση (2-4-2019) και β) ο K.

Z., προσβάλλεται η εκδοθείσα αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών με αριθ. 3974/11-6-2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Από την παραδεκτή (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την προσβαλλόμενη απόφαση το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν τις από 7-10-2016 (με αριθ.

κατ. 4078/7-10- 2016) και από 2-10-2016 (με αριθ. κατ. 4145/12-10-2016) αντίθετες εφέσεις των διαδίκων κατά της με αριθ. 1081/27-5-2016 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που έχει εκδοθεί ερήμην του τρίτου εναγομένου και ήδη τρίτου αναιρεσείοντος και αντιμωλία των λοιπών διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών και με την οποία το πρωτοβάθμιο δικαστήριο είχε απορρίψει την από ……..και με αριθ.

κατ.122230/4150/31-10-2014 αγωγή των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων ως προς τον τρίτο εναγόμενο, ήδη τρίτο αναιρεσίβλητο, ως ουσιαστικά αβάσιμη. Ως προς το διάδικο αυτό, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με την προσβαλλόμενη με αριθ. 3974/2020 απόφασή του επικύρωσε την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου με τις ακόλουθες παραδοχές: "Ως προς τον τρίτο εναγόμενο δεν αποδείχθηκε ότι αυτός είχε την ιδιότητα του νομίμου εκπροσώπου των εναγομένων, κατά το χρόνο κατάρτισης των επίμαχων εικονικών συμβάσεων και επομένως η αγωγή ως προς αυτόν είναι απορριπτέα ως ουσιαστικά αβάσιμη.

Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που δέχθηκε τα ίδια ως άνω ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο και δεν έσφαλε κατά την εκτίμηση των αποδείξεων και ο πέμπτος λόγος έφεσης των εναγόντων είναι απορριπτέος ως αβάσιμος". Ο τρίτος αναιρεσείων, αν και νικήσας, σύμφωνα με τα παραπάνω, διάδικος, άσκησε την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης.

Στο αναιρετήριο όμως δεν περιέχεται συγκεκριμένος λόγος αναίρεσης, από αυτούς που διαλαμβάνονται στο άρθρο 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο να αποδίδεται νομική πλημμέλεια στην προσβαλλόμενη απόφαση ως προς τον τρίτο αναιρεσείοντα, ούτε διαλαμβάνεται ισχυρισμός σχετικά με το έννομο συμφέρον του για την άσκηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης.

Επομένως, σύμφωνα με την προηγηθείσα νομική σκέψη, ως προς τον, ως άνω, τρίτο αναιρεσείοντα (νικήσαντα διάδικο) η ένδικη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, προεχόντως λόγω της αοριστίας της, αλλά και λόγω της μη ύπαρξης εννόμου συμφέροντος του συγκεκριμένου διαδίκου για την άσκηση αυτής.

Ως προς την πρώτη αναιρεσείουσα (υπό τις προαναφερόμενες ιδιότητες της), η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 553, 556, 564 παρ. 3 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Είναι, επομένως, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της.

Η νομική αοριστία της αγωγής, η συνδεόμενη, δηλαδή, με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ελέγχεται ως παραβίαση από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο για την ως προς το επιτρεπτό της περί της νομικής επάρκειας της αγωγής κρίση του αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος προς θεμελίωση του δικαιώματος ή αρκέσθηκε σε λιγότερα. Αντίθετα, η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν αναφέρονται όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη θεμελίωση του αιτήματος της αγωγής, ελέγχεται ως παραβίαση από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Ο εναγόμενος, όμως, όταν η κατ' αυτού αγωγή απορρίφθηκε ως μη νόμιμη δεν έχει έννομο συμφέρον (άρθρο 68 ΚΠολΔ) να ασκήσει αναίρεση από τους προβλεπόμενους στους αριθμούς 1 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγους, ισχυριζόμενος ότι η αγωγή έπρεπε να απορριφθεί ως αόριστη. Τούτο διότι, η απόφαση, με την οποία απορρίπτεται η αγωγή ως μη νόμιμη είναι ευμενέστερη γι' αυτόν (ΑΠ 533/2017).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τους πρώτο και δεύτερο λόγους αναίρεσης, που ερευνώνται ενιαίως, προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι αναιρετικές πλημμέλειες από τους αριθμούς 14 και 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την επίκληση ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο παρέλειψε να ερευνήσει τον περί αοριστίας της από 20-10-2014 αγωγής, ως προς το πρόσωπο του εναγομένου ισχυρισμό, τον οποίο η πρώτη αναιρεσείουσα είχε προβάλει και με λόγο έφεσης και ότι κατά παράβαση του νόμου έκρινε την αγωγή ορισμένη.

Ειδικότερα, ισχυρίζεται ότι η αοριστία της αγωγής συνίσταται στο ότι: α) αν και στην αγωγή εκτίθεται ότι ήταν εικονικές οι συμβάσεις εργασίας που καταρτίσθηκαν με τη δεύτερη εναγομένη και πως πραγματική εργοδότριά τους εξακολουθούσε να είναι η πρώτη εναγομένη, η οποία με σύμβαση δανεισμού τους παραχώρησε στη δεύτερη, οι ενάγοντες ζητούν να αναγνωρισθεί η εις ολόκληρον ενοχή των πρώτης και δεύτερης των εναγομένων για τις επίδικες αξιώσεις και β) αν και οι ενάγοντες επικαλούνται σχετική ακυρότητα των από ……..συμβάσεων εργασίας τους με τη δεύτερη εναγομένη λόγω εικονικότητας, δεν αναφέρουν αν κατά το χρόνο της κατάρτισής τους όλοι οι συμβαλλόμενοι (δηλαδή οι ενάγοντες και οι πρώτη και δεύτερη εναγόμενες) γνώριζαν και ήθελαν να ισχύσουν οι υποκρυπτόμενες συμβάσεις δανεισμού τους από την πρώτη εναγομένη στη δεύτερη, αλλά ούτε και ποια από τις δύο εναγόμενες κατέβαλε το μηνιαίο μισθό τους.

Σχετικά με τους, ως άνω, λόγους αναίρεσης, από την παραδεκτή (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την από …… και με αριθ. κατ. 122230/4150/31-10-2014 αγωγή, την οποία οι ενάγοντες, ήδη αναιρεσίβλητοι, Γ. Β., Χ. Κ. και Α. Δ. άσκησαν κατά της πρώτης εναγομένης - πρώτης αναιρεσείουσας ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "Οργανισμός Προγνωστικών Ποδοσφαίρου ΑΕ ? ΟΠΑΠ ΑΕ", κατά της δεύτερης εναγομένης (που, όπως προεκτέθηκε, ήδη συγχωνεύθηκε με απορρόφηση από την πρώτη εναγομένη ήδη αναιρεσείουσα) και κατά του τρίτου εναγομένου K.

Z. (ως προς τον οποίο η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης κρίθηκε απορριπτέα, ως απαράδεκτη), εξέθεσαν τα ακόλουθα: Ότι οι ενάγοντες προσλήφθηκαν από την πρώτη εναγομένη το έτος 1990, την ……….και το έτος 2007, αντίστοιχα, προκειμένου να παρέχουν τις υπηρεσίες τους ως φύλακας κτιριακών εγκαταστάσεων, ο πρώτος, και ως επιμελητές γενικών καθηκόντων οι λοιποί.

Ότι οι συμβάσεις, δυνάμει των οποίων προσλήφθηκαν και παρείχαν τις υπηρεσίες τους, τυπικά είχαν τη μορφή συμβάσεων εργασίας της μιας ημέρας, ενώ στην πραγματικότητα εργάζονταν σταθερά από την πρόσληψή τους ο μεν πρώτος έως το έτος 1993 με πενθήμερη απασχόληση και από έτος 1994 άλλοτε με πενθήμερη και άλλοτε με τριήμερη απασχόληση, οι δε δεύτερος και τρίτη έως το έτος 2009 με τριήμερη απασχόληση, όλοι δε οι ενάγοντες με πενθήμερη απασχόληση από την πρόσληψή τους από τη δεύτερη εναγομένη, καλύπτοντας πάγιες και διαρκείς ανάγκες της πρώτης εξ αυτών.

Ότι οι συμβάσεις εργασίας τους καταχρηστικά και με σκοπό την καταστρατήγηση των διατάξεων που ρυθμίζουν τις συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου συνάπτονταν από την πρώτη εναγομένη ως διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου μιας ημέρας, στην πραγματικότητα δε αυτοί συνδέονταν με την πρώτη εναγομένη από την πρόσληψή τους μέχρι την …….με απλή σχέση εργασίας αορίστου χρόνου, λόγω έλλειψης του απαιτούμενου έγγραφου τύπου.

Ότι την ……..κατήρτισαν με τη δεύτερη εναγομένη έγγραφη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου. Ότι παρά την υπογραφή της σύμβασης αυτής, συνέχισαν να εκτελούν τα ίδια καθήκοντα και να παρέχουν τις υπηρεσίες τους στην πρώτη εναγομένη, υπό τον έλεγχο και της εποπτεία της οποίας συνέχισαν να τελούν.

Ότι στην πραγματικότητα, με την κατάρτιση των, ως άνω, από ……..συμβάσεων μεταξύ των ιδίων και της δεύτερης εναγομένης, η πρώτη εναγομένη αποσκοπούσε στην καταστρατήγηση των εργασιακών τους δικαιωμάτων, για να μην τους προσλάβει με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου. Ότι οι, ως άνω, από ……….συμβάσεις που κατήρτισαν με τη δεύτερη εναγομένη ήταν εικονικές ως προς το πρόσωπο του εργοδότη, υποκρύπτοντας στην πραγματικότητα έγκυρη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου με την πρώτη εναγομένη και σύμβαση δανεισμού των υπηρεσιών τους από την πρώτη εναγομένη, πραγματική εργοδότριά τους, στη δεύτερη εναγομένη.

Ότι από την ……..συνδέονται στην πραγματικότητα με την πρώτη εναγομένη με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, για την οποία τηρήθηκε ο έγγραφος τύπος. Ότι από την πρόσληψή τους και καθόλη τη διάρκεια της απασχόλησής τους η πρώτη εναγομένη εργοδότριά τους δεν τους αντιμετώπιζε μισθολογικά με τον ίδιο τρόπο, σε σχέση με το τακτικό προσωπικό της, μη εφαρμόζοντας γι' αυτούς τις επιχειρησιακές ΣΣΕ, κατά παράβαση της αρχής της ισότητας και κατά κατάχρηση του δικαιώματος της.

Ότι την …….η δεύτερη εναγομένη έθεσε σε εφαρμογή πρόγραμμα εθελούσιας εξόδου, με το οποίο επιδιωκόταν η συναινετική λύση των συμβάσεων εργασίας για τους υπαλλήλους που είχαν μεταφερθεί από την πρώτη εναγομένη σε αυτήν, με την επίκληση δήθεν ανάγκης περί αναδιοργάνωσης των υπηρεσιών της. Ότι στην πραγματικότητα, το πρόγραμμα εθελούσιας εξόδου υπέκρυπτε καταγγελία της υφιστάμενης σύμβασης εργασίας τους με την πρώτη εναγομένη, καθόσον αφενός μεν εξαναγκάσθηκαν εμμέσως να συμμετάσχουν στο πρόγραμμα και να αποχωρήσουν την ……..από την εργασία τους, δήθεν εθελουσίως, στην πραγματικότητα όμως λόγω των εκτιθέμενων μεθοδεύσεων της πρώτης εναγομένης, δηλαδή λόγω συμπεριφοράς της που συνιστά καταχρηστική άσκηση του δικαιώματός της, αφετέρου δε ουδεμία ανάγκη αναδιοργάνωσης των υπηρεσιών της υπήρχε, αντίθετα η πρώτη εναγομένη επιδίωκε, με την εφαρμογή του προγράμματος εθελούσιας εξόδου, να καταστρατηγήσει τις διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας περί ομαδικών απολύσεων.

Ότι η, κατά τον τρόπο αυτό, καταγγελία των συμβάσεων εργασίας τους είναι άκυρη, διότι δεν τηρήθηκε ο έγγραφος τύπος από την πραγματική εργοδότρια, πρώτη εναγομένη, δεν τους καταβλήθηκε η νόμιμη αποζημίωση απόλυσης, με υπολογισμό και των ετών υπηρεσίας τους από το χρόνο πρόσληψής τους στην πρώτη εναγομένη μέχρι την …….και βάσει των τακτικών αποδοχών που λάμβανε το τακτικό προσωπικό της πρώτης εναγομένης, επιπλέον δε αντίκειται στο νόμο περί ομαδικών απολύσεων και έλαβε χώρα προσχηματικά και κατά κατάχρηση του διευθυντικού δικαιώματος της εργοδότριας.

Ότι μετά την παράνομη καταγγελία της σύμβασης εργασίας τους, η δεύτερη εναγομένη, κατά κατάχρηση του δικαιώματος της, προέβη σε κατάρτιση με τον πρώτο ενάγοντα τρίμηνης σύμβασης εξαρτημένης εργασίας από ……..έως……., η οποία ακολούθως παρατάθηκε έως και το Δεκέμβριο του έτους 2014, με στόχο να απωλέσει αυτός την τρίμηνη αποσβεστική προθεσμία (άρθρο 6 παρ. 1 ν. 3198/1955) προσβολής του κύρους της από ………καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του.

Κατόπιν δε παραδεκτού περιορισμού του συνόλου των καταψηφιστικών αιτημάτων της αγωγής σε αναγνωριστικά, παραίτησής τους από το αγωγικό αίτημα για επιδίκαση μισθών υπερημερίας του χρονικού διαστήματος από το μήνα Μάϊο 2015 έως και το μήνα Δεκέμβριο 2015 και περιορισμού του αγωγικού αιτήματος περί αναγνώρισης ως οφειλόμενων μισθών υπερημερίας, ζήτησαν:

α) να αναγνωρισθεί ότι οι συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, που κατήρτισαν την 21-5-2009 με τη δεύτερη εναγομένη είναι άκυρες, ως εικονικές, β) να αναγνωρισθεί ότι συνδέθηκαν με την πρώτη εναγομένη με απλή σχέση εργασίας αορίστου χρόνου κατά το χρονικό διάστημά από την πρόσληψή τους μέχρι την ……..

και με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου κατά το χρονικό διάστημα από 21-5-2009 έως 31-7-2014, γ) να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της από ………..καταγγελίας των συμβάσεων εργασίας τους, δ) να υποχρεωθεί η πρώτη εναγομένη, άλλως η δεύτερη εναγομένη να αποδέχεται τις υπηρεσίες τους στην ίδια θέση και με τους ίδιους όρους, όπως και πριν από την απόλυσή τους, ε) να αναγνωρισθεί η υποχρέωση των πρώτης και δεύτερης των εναγομένων να τους καταβάλουν, ευθυνόμενες αλληλεγγύως και εις ολόκληρον, για μισθούς υπερημερίας του χρονικού διαστήματος από τον Αύγουστο του έτους 2014 έως και τον Απρίλιο του έτους 2015, πλέον επιδομάτων εορτών και επιδομάτων και αποδοχών αδείας του έτους 2015 τα αναφερόμενα ποσά νομιμοτόκως κατά τις αναφερόμενες στην αγωγή διακρίσεις, στ) να αναγνωρισθεί ότι η από …….τρίμηνη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, που κατήρτισε ο πρώτος ενάγων με τη δεύτερη εναγομένη, είναι της μίας και μόνης εργασιακής σχέσης του, δηλαδή σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου και όχι ορισμένου χρόνου με την πρώτη εναγομένη, άλλως με τη δεύτερη εναγομένη, ζ) επικουρικώς, σε περίπτωση που κριθεί έγκυρη η, διά της εθελουσίας εξόδου, λύση της σύμβασης εργασίας τους, να αναγνωρισθεί η υποχρέωση της πρώτης και της δεύτερης των εναγομένων, ευθυνομένων αλληλεγγύως και εις ολόκληρον, να τους καταβάλουν για συμπληρωματική αποζημίωση, υπολογιζόμενη με βάση το συνολικό χρόνο προϋπηρεσίας τους και τις εφαρμοστέες για το προσωπικό της ΟΠΑΠ Α.Ε.

Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας τα αντίστοιχα ποσά νομιμοτόκως από 1-8-2014, άλλως από την επίδοση της αγωγής, η) να αναγνωρισθεί η υποχρέωση των εναγομένων, ευθυνομένων αλληλεγγύως και εις ολόκληρον να καταβάλουν σε καθένα από αυτούς το ποσό των 20.000 ευρώ για χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστησαν από την εκ μέρους των εναγομένων προσβολή της προσωπικότητάς τους νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής και θ) να επιβληθεί σε βάρος του τρίτου εναγομένου, με την ιδιότητα του προέδρου και διευθύνοντος συμβούλου των πρώτης και δεύτερης των εναγομένων χρηματική ποινή και προσωπική κράτηση για κάθε ημέρα μη συμμόρφωσής του προς το διατακτικό της απόφασης.

Επί της, ως άνω, αγωγής το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, με τη με αριθ. 1081/2016 απόφασή του αποφάνθηκε ως εξής: 1) απέρριψε ως απαράδεκτα τα με στοιχεία στ' και δ' αιτήματα της αγωγής (να αναγνωρισθεί δηλαδή ότι η από ………τρίμηνη σύμβαση εργασίας του πρώτου ενάγοντος ήταν συνέχεια της μιας και μοναδικής εργασιακής του σχέσης με την πρώτη εναγομένη, άλλως με τη δεύτερη εναγομένη και να υποχρεωθεί η πρώτη εναγομένη, άλλως η δεύτερη εναγομένη να αποδέχεται τις υπηρεσίες αυτού στην ίδια θέση και με τους ίδιους όρους, όπως και πριν από την απόλυσή του), ως περιέχοντα ανεπίτρεπτη επικουρική εναγωγή των εναγομένων, καθώς και το συναρτώμενο με τα παραπάνω αιτήματα αίτημα να επιβληθεί σε βάρος του τρίτου εναγομένου, ως προέδρου και διευθύνοντα συμβούλου των πρώτης και δεύτερης των εναγομένων, χρηματική ποινή και προσωπική κράτηση για κάθε ημέρα μη συμμόρφωσής τους στη δικαστική απόφαση, 2) απέρριψε ως μη νόμιμο τον ισχυρισμό των εναγόντων ότι η από …….σύμβαση εργασίας τους υπέκρυπτε (πλην της σύμβασης εργασίας τους με την πρώτη εναγομένη) και σύμβαση δανεισμού των υπηρεσιών τους από την πρώτη εναγομένη στη δεύτερη, 3) απέρριψε ως μη νόμιμο το με στοιχεία ε' αίτημα περί αναγνώρισης της υποχρέωσης της δεύτερης εναγομένης να καταβάλει εις ολόκληρον με την πρώτη εναγομένη μισθούς υπερημερίας στους ενάγοντες, 4) απέρριψε ως μη νόμιμο των ισχυρισμό των εναγόντων ότι η πρώτη εναγομένη δεν τους αντιμετώπιζε μισθολογικά με τον ίδιο τρόπο σε σχέση με το τακτικό της προσωπικό, μη εφαρμόζοντας σε αυτούς τις επιχειρησιακές ΣΣΕ, κατά το μέρος αυτό που στηρίζεται στην αρχή της ίσης μεταχείρισης, με την αιτιολογία ότι η εν λόγω αρχή προϋποθέτει για την εφαρμογή της εκούσια παροχή του εργοδότη και συνεπώς δεν εφαρμόζεται όταν η παροχή επιβάλλεται από διάταξη νόμου ή συλλογική σύμβαση εργασίας, διαιτητική απόφαση ή άλλη κανονιστική πράξη ή δικαστική απόφαση, διότι σε μια τέτοια περίπτωση πρόκειται όχι για εκούσια ή συμβατική, αλλά για από το νόμο ή από δικαστική απόφαση υποχρεωτική παροχή του εργοδότη.

Κατά τα λοιπά, αφού απέρριψε ως μη νόμιμη την ένσταση των πρώτης και δεύτερης των εναγομένων περί καταχρηστικής άσκησης του αγωγικού δικαιώματος, δέχθηκε την αγωγή, κατά το μέρος που την έκρινε παραδεκτή και νόμιμη, ως κατά ένα μέρος ουσιαστικά βάσιμη. Ειδικότερα: α) αναγνώρισε την ακυρότητα λόγω εικονικότητας ως προς το πρόσωπο του εργοδότη των από 21-5-2009 συμβάσεων εργασίας, που καταρτίσθηκαν μεταξύ των εναγόντων και της δεύτερης εναγομένης, β) αναγνώρισε ότι οι ενάγοντες συνδέθηκαν με την πρώτη εναγόμενη με απλή σχέση εργασίας αορίστου χρόνου ο πρώτος από το έτος 1990, ο δεύτερος από 1-11-2007 και η τρίτη από το έτος 2007 έως 20-5-2009, όλοι δε οι ενάγοντες με σύμβαση εξαρτημένης σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου από 21-5-2009 έως 31-7-2014, γ) αναγνώρισε την υποχρέωση των πρώτης και δεύτερης των εναγομένων να καταβάλουν εις ολόκληρον σε κάθε ενάγοντα το ποσό των 5.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστησαν, με την παραδοχή ότι με τις από 21-5-2009 εικονικές ως προς το πρόσωπο του εργοδότη συμβάσεις εργασίας οι πρώτη και δεύτερη των εναγομένων απέβλεπαν στην καταστρατήγηση των εργασιακών δικαιωμάτων των εναγόντωνν δ) αναγνώρισε την υποχρέωση της πρώτης των εναγομένων να καταβάλει στον πρώτο ενάγοντα το ποσό των 6.742,48 ευρώ για συμπλήρωση της παρασχεθείσας αποζημίωσης λόγω συμμετοχής του στο πρόγραμμα εθελούσιας εξόδου.

Κατά της, ως άνω, με αριθ. 1081/2016 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, όπως προεκτέθηκε, οι μεν πρώτη και δεύτερη των εναγομένων άσκησαν την από 7-10-2016 και με αριθ. κατ. 4078/7-10-2016 έφεση, οι δε ενάγοντες άσκησαν την από 2-10-2016 και με αριθ. κατ. 4145/12-10-2016 έφεση, αμφότερες δε τις εφέσεις το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη με αριθ. 3974/2020 απόφαση δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν επικυρώνοντας την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου.

Εφόσον λοιπόν το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, με τη με αριθ. 1081/2016 απόφασή του, απέρριψε ως μη νόμιμο τον ισχυρισμό των εναγόντων ότι οι από 21-5-2009 εικονικές συμβάσεις εργασίας, που κατήρτισαν με τη δεύτερη εναγομένη υπέκρυπταν (πλην της σύμβασης εργασίας τους με την πρώτη εναγομένη) και συμβάσεις δανεισμού των υπηρεσιών τους από την πρώτη εναγομένη στη δεύτερη εναγομένη και ως μη νόμιμο το αίτημα της αγωγής περί καταβολής μισθών υπερημερίας από τη δεύτερη εναγομένη (εις ολόκληρον με την πρώτη εναγομένη) και η, ως άνω, κρίση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου επικυρώθηκε από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, η αναιρεσείουσα δεν έχει έννομο συμφέρον για την άσκηση του υπό στοιχείο α' σκέλους των πρώτου και δεύτερου λόγων αναίρεσης, διότι η απόρριψή τους ως μη νόμιμων (και όχι ως αόριστων) είναι ευμενέστερη γι' αυτήν.

Επομένως, σύμφωνα με τη νομική σκέψη που προεκτέθηκε το υπό το στοιχείο α σκέλος των πρώτου και δεύτερου λόγων αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτο. Εξάλλου, στο σχετικό περί εικονικότητας ισχυρισμό (άρθρο 138 ΑΚ) εμπεριέχεται και το στοιχείο ότι κατά το χρόνο κατάρτισης της εικονικής σύμβασης, όλοι οι συμβαλλόμενοι ήταν εν γνώσει της εικονικότητας (ΑΠ 752/2020, ΑΠ 502/2018).

Ως εκ τούτου δεν ήταν αναγκαία, για την πληρότητα της ένδικης από 20-120-2014 αγωγής η ρητή μνεία της θετικής γνώσης όλων των διαδίκων για την εικονικότητα των από 21-5-2009 συμβάσεων (ΑΠ 319/2022). Επομένως, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, που με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε την αγωγή ως ορισμένη, ορθά ερμήνευσε τις διατάξεις των άρθρων 138 ΑΚ και 216 ΚΠολΔ.

Κατόπιν των παραπάνω, τα αντίθετα υποστηριζόμενα στο, ως άνω, υπό το γράμμα β' σκέλος των πρώτου και δεύτερου λόγων αναίρεσης είναι αβάσιμα.

Σύμφωνα με το άρθρο 61 ΑΚ ενώσεις προσώπων για την επιδίωξη ορισμένου σκοπού, καθώς και σύνολα περιουσίας για την εξυπηρέτηση ορισμένου σκοπού μπορούν να αποκτήσουν ικανότητα δικαίου. Επομένως, νομική προσωπικότητα είναι η ικανότητα δικαίου που απονέμεται από το νόμο σε οργανισμούς που επιδιώκουν ορισμένο σκοπό, οι οποίοι ανάγονται έτσι σε αυτοτελείς φορείς δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, δηλαδή σε νομικά πρόσωπα με χωριστή περιουσία από αυτή των μελών τους, που τους προσδίδει αυθύπαρκτη στο χώρο και συνεχή στο χρόνο οντότητα.

Η περιουσιακή αυτοτέλεια των νομικών προσώπων είναι το βασικότερο στοιχείο της ιδιοσυστασίας τους, που εκφράζεται και με τη διάταξη του άρθρου 70 ΑΚ, σύμφωνα με την οποία οι δικαιοπραξίες που επιχείρησε μέσα στα όρια της εξουσίας του το όργανο διοίκησης του νομικού προσώπου υποχρεώνουν το νομικό πρόσωπο.

Απόρροια της ιδιαίτερης ικανότητας δικαίου των νομικών προσώπων είναι ακριβώς και η ιδιαίτερη ικανότητα ευθύνης τους, δηλαδή αποκλειστικής και χωριστής από την ευθύνη των μελών τους, που σημαίνει ότι υπέγγυα στους δανειστές του νομικού προσώπου είναι μόνον η δική του περιουσία και όχι η περιουσία των μελών του, ενώ και αντιστρόφως η περιουσία του δεν είναι υπέγγυα στους ατομικούς δανειστές των μελών του.

Ωστόσο ο απόλυτος αυτός διαχωρισμός δικαιολογείται όταν εξυπηρετεί τους σκοπούς της χωριστής νομικής προσωπικότητας, διαφορετικά δεν είναι ανεκτός από το δίκαιο και κάμπτεται, είτε ευθέως με βάση σχετική διάταξη νόμου, όπως λ.χ. είναι η διάταξη του άρθρου 83 παρ. 3 του κ.ν. 2190/1920, είτε κατά την καλή πίστη, όπως αυτή αποτυπώνεται στα άρθρα 281, 288 και 200 ΑΚ, όταν, δηλαδή, γίνεται κατάχρηση της αυτοτελούς ύπαρξης του νομικού προσώπου, οπότε καταφάσκεται η άρση της περιουσιακής αυτοτέλειάς του (ΟλΑΠ 2/2013).

Στην προκειμένη περίπτωση από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, κατά την ανάλυση και αξιολόγηση του αποδεικτικού του πορίσματος ότι οι από 21-5-2009 συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου των εναγόντων και ήδη αναιρεσίβλητων συνομολογήθηκαν εικονικά με τη δεύτερη εναγομένη ως εργοδότριά τους και ότι, στην πραγματικότητα, υπέκρυπταν συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου συναφθείσες με την πρώτη εναγομένη και ήδη πρώτη αναιρεσείουσα, παρέθεσε την επιχειρηματική δραστηριότητα και τον τρόπο (κοινής) διοίκησης και στενής συνεργασίας των δύο εναγομένων εταιρειών, ως πραγματικά επιχειρήματα, με τα οποία αιτιολόγησε γιατί πείσθηκε για τη συνδρομή των κρίσιμων ως άνω πραγματικών περιστατικών. Δεν θεμελίωσε, δηλαδή, την απόφαση του στα άρθρα 70 και 281 ΑΚ που αναλύονται στην προηγηθείσα νομική σκέψη, διότι κατά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, δεν εξέφρασε κρίση ότι υφίσταται κατάχρηση της αυτοτελούς ύπαρξης της δεύτερης εναγομένης ανώνυμης εταιρείας και ότι καταφάσκεται η άρση της περιουσιακής αυτοτέλειας αυτής.

Συνεπώς, ο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ τρίτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο η πρώτη αναιρεσείουσα επικαλείται ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο εσφαλμένα ερμήνευσε και εφήρμοσε τα άρθρα 70 και 281 ΑΚ προβαίνοντας σε αυθαίρετη και εσφαλμένη κρίση περί διαρκούς άρσης της αυτοτέλειας των νομικών προσώπων των εναγομένων ανωνύμων εταιρειών, είναι αβάσιμος, καθόσον στηρίζεται επί εσφαλμένης προϋπόθεσης.

Ο Οργανισμός Προγνωστικών Αγώνων Ποδοσφαίρου (ΟΠΑΠ) ιδρύθηκε με το β.δ. 20/29-12-1958 (άρθρα 1, 3 και 5), που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 6 παρ. 2 του ν.δ. 3865/1958, μετατράπηκε με το π.δ. 228/1999 (ΦΕΚ 193) σε ανώνυμη εταιρεία, η οποία, κατά το άρθρο 1 παρ. 1 αυτού, λειτουργεί χάριν του δημοσίου συμφέροντος κατά τους κανόνες της ιδιωτικής οικονομίας, διεπόμενη από τις διατάξεις του ν. 2414/1996 Εκσυγχρονισμός Δημοσίων Επιχειρήσεων και Οργανισμών και άλλες διατάξεις" και του κ.ν. 2190/1920 "Περί ανωνύμων εταιρειών", όπως έχουν τροποποιηθεί και ισχύουν, επιπλέον δε από το άρθρο 5 παρ. 1 του καταστατικού της, που προβλέπει ότι οι μετοχές της εταιρείας θα εκδοθούν στο όνομα του Ελληνικού Δημοσίου, και, συνεπώς, κατά τον επίδικο χρόνο, ανήκε στον ευρύτερο δημόσιο τομέα.

Ο ΟΠΑΠ διέπεται από Εσωτερικό Κανονισμό Οργάνωσης, Διάρθρωσης και Λειτουργίας των Υπηρεσιών του, ο οποίος εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 3 παρ. 10 του α.ν. 127/1967, όπως αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του ν.δ. 391/1974, εγκρίθηκε με τη με αριθμό 2084/1986 απόφαση του Υπουργού Πολιτισμού και δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης (ΦΕΚ Β 770/31-10-1986), και συνεπώς έχει ισχύ νόμου.

Κατά τον ως άνω Κανονισμό, που ίσχυε κατά το χρόνο πρόσληψης των αναιρεσιβλήτων, το προσωπικό του ΟΠΑΠ συνδέεται με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου και διακρίνεται σε τακτικό, έκτακτο και ευκαιριακά απασχολούμενο (άρθρο 13). Τακτικό είναι το προσωπικό που προσλαμβάνεται για την πλήρωση των προβλεπόμενων οργανικών θέσεων (άρθρο 14) και του οποίου η σύμβαση είναι ορισμένου χρόνου (άρθρο 48 παρ. 1α).

Έκτακτο είναι το προσωπικό που προσλαμβάνεται με σύμβαση ορισμένου χρόνου αναλόγως των εκάστοτε παρουσιαζόμενων εποχικών ή έκτακτων αναγκών. Ευκαιριακά απασχολούμενο είναι το προσωπικό που προσλαμβάνεται με σύμβαση μιας ημέρας για τις ανάγκες της καταμέτρησης και διαλογής των δελτίων ή σε παρεμφερείς εργασίες στις ημέρες που διεξάγονται οι διαγωνισμοί του ΠΡΟ-ΠΟ.

Η πρόσληψη του έκτακτου προσωπικού γίνεται από τον Οργανισμό με επιλογή και αξιολόγηση των κατατεθέντων στοιχείων καθενός με απόφαση του Συντονιστή Διευθυντή και οριστικοποιείται με την υπογραφή της σχετικής σύμβασης εργασίας από το ενδιαφερόμενο μέρος (άρθρο 17 παρ. 2 και 3). Η πρόσληψη του ευκαιριακά απασχολούμενου προσωπικού για την κάλυψη των αναγκών του Οργανισμού κατά τις ημέρες διεξαγωγής των διαγωνισμών γίνεται με πάγια απόφαση του Δ.Σ.

και η τελική επιλογή του γίνεται από το Συντονιστή Διευθυντή, χωρίς να χρειάζεται η υπογραφή σύμβασης εργασίας (άρθρο 17 παρ. 4). Εξάλλου, η Οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28.6.1999 (που δημοσιεύθηκε στις 10.7.1999 στην Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και άρχισε να ισχύει από 10.7.2001, με δικαίωμα παράτασης της προθεσμίας για την ενσωμάτωση αυτής στην εσωτερική έννομη τάξη των κρατών ? μελών κατά ένα έτος, του οποίου η Ελλάδα έκανε χρήση), έχει ως σκοπό την αποτροπή της κατάχρησης σύναψης διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου με τη λήψη από τα κράτη ? μέλη, όταν δεν υπάρχουν ισοδύναμα μέτρα για την πρόληψη των καταχρήσεων, συγκεκριμένων μέτρων προσαρμογής (ρήτρα 5 του παραρτήματος αυτής).

Η Οδηγία αυτή ειδικότερα παρέχει στα κράτη ? μέλη ευρεία ευχέρεια επιλογών, μεταξύ περισσοτέρων λύσεων, προκειμένου να αποτρέψουν την καταχρηστική χρησιμοποίηση των διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, χωρίς να επιβάλλει, σε περίπτωση σύναψης τέτοιων συμβάσεων, το χαρακτηρισμό αυτών ως συμβάσεων αορίστου χρόνου, καθόσον τούτο προβλέπεται ως μέτρο δυνητικό (ΔΕΚ C-212/2004).

Η Οδηγία αυτή ενσωματώθηκε στην ελληνική έννομη τάξη με τα π.δ/τα 81/2003 και 164/2004, που ήδη εφαρμόζονται στους εργαζόμενους με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου στον ιδιωτικό και δημόσιο τομέα αντίστοιχα, η ισχύς των οποίων άρχισε από τη δημοσίευση τους στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης την 2.4.2003 και την 19.7.2004 αντίστοιχα.

Μέχρι τότε η διασφάλιση των εργαζομένων από την καταστρατήγηση των δικαιωμάτων τους, διά της προσχηματικής επιλογής της σύμβασης ορισμένου αντί αορίστου χρόνου, αντιμετωπιζόταν στην ημεδαπή έννομη τάξη με το άρθρο 8 παρ. 3 του ν. 2112/1920, σε συνδυασμό με τα άρθρα 281, 671 ΑΚ και 25 παρ. 1 και 3 του Συντάγματος, που εφαρμόζεται σε όλες τις περιπτώσεις συμβάσεων ιδιωτικού δικαίου, ανεξάρτητα αν έχουν συναφθεί στον ιδιωτικό ή δημόσιο τομέα.

Στο ως άνω π.δ. 81/2003, όπως ισχύει μετά την τροποποίηση του με το π.δ. 180/2004 (ΦΕΚ Α 160/23.8.2004), ορίζονται, μεταξύ άλλων, και τα εξής: α) Στο άρθρο 2 παρ. 1 ορίζεται ότι: "Με την επιφύλαξη των οριζόμενων στο άρθρο 2 παρ. 1 του π.δ. 164/2004 (Α 134), το παρόν Προεδρικό Διάταγμα εφαρμόζεται στους εργαζόμενους με σύμβαση ή σχέση εργασίας ορισμένου χρόνου, οι οποίοι απασχολούνται στον ιδιωτικό τομέα, περιλαμβανομένων και των ανωνύμων εταιρειών που είναι εισηγμένες στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών και δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του π.δ. 164/2004, σύμφωνα με το άρθρο 3 περίπτωση γ' αυτού", με το οποίο (άρθρο 3 περ.

γ' του π.δ. 164/2004) ορίζεται ότι "Δημόσιος τομέας" νοείται ο οριοθετούμενος από τις διατάξεις του άρθρου 51 παρ. 1 του ν. 1892/1990 (ΦΕΚ Α 101) ή από άλλες ειδικές διατάξεις, όπως εκάστοτε ισχύουν, αποκλειομένων σε κάθε περίπτωση από αυτόν των ανωνύμων εταιρειών που είναι εισηγμένες στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών, οι οποίες υπάγονται στις ρυθμίσεις του π.δ. 81/2003".

Τέτοια ανώνυμη εταιρεία είναι και η πρώτη αναιρεσείουσα, η οποία, ως εισηγμένη στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών (απόφαση από 11-4-2001 του Δ.Σ. αυτής, ΦΕΚ 2212/2001, τεύχος ΑΕ και ΕΠΕ) και μη εμπίπτουσα στο πεδίο εφαρμογής του π.δ. 164/2004, υπάγεται στις ρυθμίσεις του π.δ. 81/2003. β) Στο άρθρο 5 ορίζεται ότι: Ή χωρίς περιορισμό ανανέωση συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου είναι επιτρεπτή, αν δικαιολογείται από έναν αντικειμενικό λόγο.

Αντικειμενικός λόγος υφίσταται ιδίως: Αν δικαιολογείται από τη μορφή ή το είδος ή τη δραστηριότητα του εργοδότη ή της επιχείρησης, ή από ειδικούς λόγους ή ανάγκες, εφόσον τα στοιχεία αυτά προκύπτουν αμέσως ή εμμέσως από την οικεία σύμβαση, όπως η προσωρινή αναπλήρωση μισθωτού, η εκτέλεση εργασιών παροδικού χαρακτήρα, η προσωρινή σώρευση εργασίας, ή η ορισμένη διάρκεια βρίσκεται σε συνάρτηση με εκπαίδευση ή κατάρτιση, ή γίνεται με σκοπό τη διευκόλυνση μετάβασης του εργαζομένου σε συναφή απασχόληση ή γίνεται για την πραγματοποίηση συγκεκριμένου έργου ή προγράμματος ή συνδέεται με συγκεκριμένο γεγονός [...] (παρ. 1).

Σε περίπτωση που η χρονική διάρκεια των διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου υπερβαίνει συνολικά τα δύο (2) έτη, τεκμαίρεται ότι με αυτές επιδιώκεται η κάλυψη πάγιων και διαρκών αναγκών της επιχείρησης ή εκμετάλλευσης, με συνέπεια τη μετατροπή αυτών σε συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας αορίστου χρόνου.

Αν στο χρονικό διάστημα των δυο (2) ετών ο αριθμός των ανανεώσεων, σύμφωνα με την παράγραφο 4 του παρόντος άρθρου, διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας υπερβαίνει τις τρεις (3), τεκμαίρεται ότι με αυτές επιδιώκεται η κάλυψη πάγιων και διαρκών αναγκών της επιχείρησης ή εκμετάλλευσης με συνέπεια τη μετατροπή των συμβάσεων αυτών σε συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας αορίστου χρόνου.

Το βάρος της ανταπόδειξης σε κάθε περίπτωση φέρει ο εργοδότης, (παρ. 3), "Διαδοχικές" θεωρούνται οι συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας ορισμένου χρόνου που καταρτίζονται μεταξύ του ίδιου εργοδότη και του ίδιου εργαζόμενου, με τους ίδιους ή παρεμφερείς όρους εργασίας και δεν μεσολαβεί μεταξύ τους χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των σαράντα πέντε (45) ημερών, στις οποίες συμπεριλαμβάνονται και οι μη εργάσιμες ημέρες. [...] (παρ. 4).

Οι διατάξεις του παρόντος άρθρου εφαρμόζονται σε συμβάσεις ή ανανεώσεις συμβάσεων ή σχέσεις εργασίας που συνάπτονται μετά τη θέση σε ισχύ του παρόντος διατάγματος (παρ. 5)", και γ) στο άρθρο 8Α παρ. 1, που προστέθηκε με το άρθρο 4 του π.δ 180/2004 (ΦΕΚ Α 160/23.8.2004) ορίζεται ότι: "Στις διαδοχικές συμβάσεις που είναι ενεργές ως την έναρξη ισχύος του παρόντος διατάγματος και έχουν συναφθεί με φορείς που ανήκαν ή ανήκουν στο δημόσιο τομέα, όπως αυτός οριοθετείται από τις διατάξεις του άρθρου 51 παρ. 1 του ν. 1892/1990 (ΦΕΚ Α 101) ή από άλλες ειδικές διατάξεις, όπως εκάστοτε ισχύουν, και οι οποίοι κατά την έναρξη ισχύος του π.δ. 164/2004 ...

ήταν εισηγμένοι στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών με τη μορφή ανώνυμης εταιρείας, έχουν ανάλογη εφαρμογή οι διατάξεις του άρθρου 11 του ως άνω π.δ. 164/2004...". Περαιτέρω, με το π.δ. 164/2004, που άρχισε να ισχύει από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης, στις 19-7-2004 και αφορά τους εργαζόμενους με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου στο δημόσιο τομέα, εξειδικεύθηκαν οι συνθήκες, υπό τις οποίες οι συμβάσεις ή οι σχέσεις εργασίας ορισμένου χρόνου θεωρούνται διαδοχικές και χαρακτηρίζονται ως συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας αορίστου χρόνου, προς επίτευξη του στόχου της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28-6-1999.

Με το άρθρο 5 του εν λόγω π.δ/τος απαγορεύθηκε κατ' αρχήν η κατάρτιση διαδοχικών συμβάσεων ορισμένου χρόνου, η οποία επιτρέπεται κατ' εξαίρεση στις αναφερόμενες εκεί περιπτώσεις και υπό τις στο άρθρο αυτό προϋποθέσεις. Όμως, ενόψει του ότι οι παραπάνω διατάξεις του π.δ. 164/2004 άρχισαν να ισχύουν από τις 19-7-2004, το διάταγμα αυτό έπρεπε να περιλάβει και ρυθμίσεις, που να εξασφαλίζουν οπωσδήποτε από 10-7-2002, που έληξε η προθεσμία προσαρμογής της ελληνικής νομοθεσίας στην ως άνω Οδηγία, την προσαρμογή αυτή.

Προστέθηκαν, λοιπόν, στο εν λόγω π.δ/γμα, οι μεταβατικές διατάξεις του άρθρου 11, που είναι συνταγματικώς ανεκτές ως μεταβατικές διατάξεις τακτοποίησης εκκρεμών εργασιακών σχέσεων του Δημοσίου και των άλλων νομικών προσώπων του δημόσιου τομέα με εργαζόμενους που συνέχισαν, ακόμη και μετά την αναθεώρηση του Συντάγματος του έτους 2001 διά της προσθήκης παραγράφων 7 και 8 στο άρθρο 103, να εργάζονται με διαδοχικές συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, τελούντες εν αγνοία των δικαιωμάτων που θα μπορούσαν να αντλήσουν από την Οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου, δεδομένης της καθυστέρησης προσαρμογής της ελληνικής νομοθεσίας στην εν λόγω Οδηγία.

Οι διατάξεις του άρθρου 11 του π.δ. 164/2004 (που όπως αναφέρθηκε, σύμφωνα με το άρθρο 8 Α του π.δ. 81/2003, που προστέθηκε με το άρθρο 4 του π.δ. 180/2004, τυγχάνουν αναλογικής εφαρμογής στους εργαζόμενους με σύμβαση ή σχέση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, οι οποίοι απασχολούνται σε φορείς του Δημοσίου, που κατά τη έναρξη ισχύος του π.δ. 164/2004 ήσαν εισηγμένοι στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών υπό τη μορφή ανώνυμης εταιρείας, (όπως η πρώτη αναιρεσείουσα), ορίζουν ότι διαδοχικές συμβάσεις κατά την παράγραφο 1 του άρθρου 5 του παρόντος διατάγματος, οι οποίες έχουν συναφθεί πριν την έναρξη της ισχύος του και είναι ενεργές έως την έναρξη ισχύος αυτού, συνιστούν εφεξής σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, εφόσον συντρέχουν οι αναφερόμενες στο άρθρο αυτό προϋποθέσεις, για τη διαπίστωση της συνδρομής των οποίων ο εργαζόμενος υποβάλλει, εντός αποκλειστικής προθεσμίας δύο (2) μηνών από την έναρξη της ισχύος του παρόντος π.δ/τος, αίτηση προς τον οικείο φορέα, στην οποία αναφέρει τα στοιχεία από τα οποία προκύπτει η συνδρομή των προϋποθέσεων αυτών.

Αρμόδιο όργανο να κρίνει αιτιολογημένα εάν συντρέχουν, κατά περίπτωση, οι προϋποθέσεις της προηγούμενης παραγράφου, είναι το οικείο υπηρεσιακό συμβούλιο και ως υπηρεσιακό συμβούλιο για την εφαρμογή του άρθρου 8 Α του π.δ. 81/2003 νοείται το διοικητικό συμβούλιο της εταιρείας (κατά την παράγραφο 2 αυτού). Οι ως άνω κρίσεις του αρμοδίου οργάνου, θετικές ή αρνητικές, διαβιβάζονται αμέσως στο Ανώτατο Συμβούλιο Επιλογής Προσωπικού (Α.Σ.Ε.Π.), το οποίο αποφαίνεται εντός τριών (3) μηνών από τη διαβίβαση σ' αυτό των σχετικών κρίσεων, το Α.Σ.Ε.Π.

δε είναι αρμόδιο να αποφανθεί και επί των κρίσεων των διοικητικών συμβουλίων των κατά περίπτωση ανωνύμων εταιρειών, με τις οποίες κρίνονται οι αιτήσεις των ενδιαφερομένων αναφορικά με τη συνδρομή ή μη των προϋποθέσεων της υπαγωγής τους στη διάταξη αυτή (άρθρο 2 του ν. 3302/2004 ΦΕΚ Α 267/28.12.2004) [ΟλΑΠ 16/2017]. Επισημαίνεται ότι η ανάλογη εφαρμογή (μόνο) της μεταβατικού χαρακτήρα διάταξης του άρθρου 11 του Π.Δ/τος 164/2004 και στο προσωπικό των ανωνύμων εταιρειών του ευρύτερου δημόσιου τομέα που είναι εισηγμένες στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών, κατ' άρθρο 8 Α του π.δ/τος 81/2003 που προστέθηκε με το άρθρο 4 του π.δ/τος 180/2004, αποσκοπούσε στο να παρασχεθεί η δυνατότητα και στο προσωπικό των ως άνω ανωνύμων εταιρειών να ζητήσει με αίτησή του από τον αρμόδιο φορέα απασχόλησης και ειδικότερα το διοικητικό συμβούλιο της ανώνυμης εταιρείας, όπου απασχολείτο, να κινήσει την προβλεπόμενη από τη διάταξη αυτή διαδικασία για τον εφεξής χαρακτηρισμό των διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, οι οποίες ήταν ενεργείς κατά το χρόνο έναρξης του π.δ. 81/2003 (2.4.2003), ως συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας αορίστου χρόνου, εφόσον πληρούνταν οι προϋποθέσεις εφαρμογής της διάταξης αυτής και δεν έθιξε κατά τα λοιπά την εφαρμογή των διατάξεων του π.δ/τος 81/2003, περιλαμβανομένης και εκείνης του άρθρου 5 αυτού, εφόσον, κατά τα ήδη προαναφερθέντα για την μετατροπή των διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου σε συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας αορίστου χρόνου των απασχολουμένων μισθωτών σε ανώνυμες εταιρείες του ευρύτερου δημόσιου τομέα που είναι εισηγμένες στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών [όπως η πρώτη αναιρεσείουσα ανώνυμη εταιρεία] τυγχάνουν εφαρμογής μόνο οι διατάξεις του δ/τος αυτού (π.δ. 81/2003), ενώ οι εταιρείες αυτές δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του π.δ/τος 164/2004 (ΟλΑΠ 16/2017).

Εξ άλλου επί διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου που καταρτίσθηκαν με το Δημόσιο, τους ΟΤΑ ή άλλα νομικά πρόσωπα του ευρύτερου δημόσιου τομέα πριν την έναρξη της ισχύος (18.4.2001) των παρ. 7 και 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος, με τις οποίες απαγορεύθηκε ακόμη και με διάταξη νόμου η μονιμοποίηση του εν λόγω προσωπικού, έστω και εάν αυτό καλύπτει πάγιες και διαρκείς ανάγκες του φορέα απασχόλησης, εφαρμόζεται η διάταξη του άρθρου 8 παρ.3 του Ν. 2112/1920 σε συνδυασμό με τα άρθρα 281, 671 του ΑΚ και 25 παρ. 1 και 3 του Συντάγματος, βάσει των οποίων είναι επιτρεπτός ο χαρακτηρισμός των συμβάσεων ή σχέσεων αυτών από το Δικαστήριο στο πλαίσιο της δικαιοδοτικής του λειτουργίας και κατόπιν εκτίμησης του αποδεικτικού υλικού ως συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας αορίστου χρόνου, παρά την τυχόν απαγόρευση από το νόμο ή τον εσωτερικό κανονισμό του φορέα απασχόλησης που έχει ισχύ νόμου (όπως συμβαίνει στην προκειμένη περίπτωση με τον Εσωτερικό Κανονισμό Οργάνωσης, Διάρθρωσης και Λειτουργίας των Υπηρεσιών της πρώτης αναιρεσείουσας, κατά τα ήδη προαναφερθέντα), καθόσον οι ως άνω συμβάσεις ή σχέσεις είχαν προσλάβει ήδη, κατά το χρόνο που εκτεινόταν η έννομη σχέση και το αντικείμενο της, πριν δηλαδή την έναρξη ισχύος των πιο πάνω συνταγματικών και λοιπών απαγορεύσεων, τον χαρακτήρα ως συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας αορίστου χρόνου, τον οποίο και διατήρησαν έκτοτε μέχρι τη λήξη αυτών (ΟλΑΠ 7/2011).

Ακόμη κατά τη διάταξη του άρθρου 578 του ΚΠολΔ, αν το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης κρίνεται εσφαλμένο, αλλά το διατακτικό της ορθό ο Άρειος Πάγος απορρίπτει την αναίρεση. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, εάν τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ανελέγκτως η προσβαλλόμενη απόφαση υπάγονται σε άλλο κανόνα δικαίου, σε σχέση με τις διατάξεις του νόμου που δέχθηκε ως εφαρμοστέες η προσβαλλόμενη απόφαση, και η υπαγωγή αυτή στον προσήκοντα κανόνα δικαίου απολήγει σε πόρισμα όμοιο προς το διατακτικό της προσβαλλομένης απόφασης, απορρίπτεται ο σχετικός λόγος αναίρεσης, χωρίς ο Άρειος Πάγος ν' αντικαταστήσει τις αιτιολογίες (ΟλΑΠ 30/1998, ΑΠ 218/2021, ΑΠ 390/2017, ΑΠ 60/2011, ΑΠ 1624/2008).

Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 138 ΑΚ, η σύμβαση που συνομολογήθηκε εικονικά είναι άκυρη, εκτός εάν υπό την εικονική δικαιοπραξία καλύπτεται άλλη, οπότε ισχύει αυτή κατά τη θέληση των συμβληθέντων, εφόσον συντρέχουν οι απαιτούμενοι όροι προς σύστασή της. Η εικονικότητα αυτή μπορεί να αναφέρεται και στο πρόσωπο υπέρ του οποίου επέρχονται τα δικαιώματα από την εικονική δικαιοπραξία, όταν συμβάλλεται αντί αυτού άλλο πρόσωπο, με τη συμφωνία όλων των συμβαλλομένων, εικονικών και πραγματικών, ότι τα αποτελέσματα της σύμβασης θα επέλθουν όχι υπέρ του φαινομενικά συμβαλλόμενου, αλλά υπέρ του καλυπτόμενου αληθινού.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 281 ΑΚ η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο οικονομικός ή κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος. Σκοπός της διάταξης αυτής, η οποία είναι ευρύτατου περιεχόμενου, είναι να αποτραπεί η ανήθικη εκμετάλλευση στην ενάσκηση των δικαιωμάτων και η τάση προς αντικοινωνική ενέργεια που υπερβαίνει τα από τη διάταξη αυτή τιθέμενα όρια.

Εκ μόνου, όμως, το γεγονότος ότι το περιεχόμενο του δικαιώματος τούτου είναι ανεπιεικές ή άγει σε επιβλαβή για τον οφειλέτη αποτελέσματα, δεν καθίσταται καταχρηστική η άσκησή του. Ο δανειστής ουδεμία υποχρέωση έχει να παραλείψει την ενάσκηση αυτού εκ του ότι υφίσταται δυσαναλογία μεταξύ της ωφέλειας αυτού και της αξιούμενης αντιπαροχής του αντισυμβαλλομένου.

Η θεμελιώδης αρχή του απαράβατου της σύμβασης απαιτεί την από τον οφειλέτη εκπλήρωση της παροχής στο πλαίσιο του κινδύνου που συμβατικώς ανέλαβε. Για την ευδοκίμηση της εκ μέρους της ως άνω διάταξης παρεχόμενης προστασίας απαιτείται προσθέτως η συνδρομή ιδιαίτερων περιστάσεων, οι οποίες να χαρακτηρίζουν την από το δανειστή άσκηση του δικαιώματος ως υπερβαίνουσα τα εκτεθέντα όρια (ΑΠ 1220/2012).

Επιπλέον, η υπαίτια ζημιογόνος πράξη ή παράλειψη, με την οποία παραβιάζεται η σύμβαση είναι δυνατόν πέραν της αξίωσης από τη σύμβαση, να επιστηρίξει και αξίωση από αδικοπραξία, εφόσον και χωρίς τη συμβατική σχέση διαπραττόμενη, θα ήταν παράνομη, ως αντικειμένη στην επιβαλλόμενη από τη διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ γενική δικαιική αρχή, κατά την οποία όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια υποχρεούται να τον αποζημιώσει (ΟλΑΠ 967/1973, ΑΠ 560/2022, ΑΠ 920/2018, ΑΠ 836/2002).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ. α του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).

Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 367/2020, ΑΠ 1420/2013).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο της ένδικης αίτησης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλημμέλεια, με την επίκληση ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 281 και 932 ΑΚ, δεχόμενο ότι η παράλειψη της πρώτης εναγομένης, ήδη αναιρεσείουσας, να εντάξει τους ενάγοντες, ήδη αναιρεσίβλητους στο μόνιμο προσωπικό της και η μεθόδευση κατάρτισης εικονικών συμβάσεων μεταξύ της θυγατρικής της εταιρίας (δεύτερης εναγομένης) και των εναγόντων ? αναιρεσιβλήτων συνιστά καταχρηστική και παράνομη συμπεριφορά, εξαιτίας της οποίας αυτοί υπέστησαν ηθική βλάβη και δικαιούνται χρηματική ικανοποίηση.

Ως προς το ζήτημα αυτό, επί του οποίου εκτείνεται ο αναιρετικός έλεγχος του, ως άνω, αναιρετικού λόγου, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών δέχθηκε τα εξής, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης: "Οι ενάγοντες προσλήφθηκαν, το έτος 1990 ο πρώτος, την 1-11-1997 ο δεύτερος και το έτος 2007 η τρίτη, με άτυπες συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου της μίας ημέρας από την πρώτη εναγομένη [....].

Από το χρόνο της προσλήψεώς τους παρείχαν τις υπηρεσίες τους στην πρώτη εναγομένη, με διαδοχικές άτυπες συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου της μιας ημέρας, χαρακτηριζόμενοι ως ευκαιριακό προσωπικό, απασχολούμενοι ο πρώτος στη φύλαξη των εγκαταστάσεών της, και οι δεύτερος και τρίτη ως επιμελητές γενικών καθηκόντων μέχρι την 20-5-2009.

Ειδικότερα το ωράριο απασχόλησής τους ήταν από 03.00 έως 14.00, ήτοι οκτάωρο και το αντικείμενο εργασίας του πρώτου ενάγοντος συνίστατο στη φύλαξη των κτιριακών εγκαταστάσεων της πρώτης εναγομένης, αρχικά στον ... και μετά το έτος 1998, στην ..., στη ..., στην ... και κυρίως στην έδρα αμφοτέρων των εναγομένων εταιριών στην ..., ενώ οι δεύτερος και τρίτη των εναγόντων απασχολήθηκαν στην εκτέλεση γενικών καθηκόντων, εντός και εκτός της έδρας της πρώτης εναγομένης, όπως μετάβαση στα λιμάνια, φορτοεκφόρτωση φορτηγών, φωτοτυπίες, τηλέφωνα, διεκπεραιώσεις εγγράφων κλπ..

Οι συμβάσεις των εναγόντων τυπικά είχαν τη μορφή συμβάσεων εργασίας και τυπικά αναφέρονταν σε ευκαιριακή απασχόληση. Στην πραγματικότητα όμως αυτοί από την πρόσληψή τους εργάζονταν σταθερά και αδιάλειπτα, ο μεν πρώτος έως το έτος 1993 με πενθήμερη απασχόληση και από το έτος 1994 άλλοτε με πενθήμερη και άλλοτε με τριήμερη απασχόληση, οι δε δεύτερος και τρίτη έως το 2009 με τριήμερη απασχόληση την εβδομάδα, καλύπτοντας με την εργασία τους πάγιες και διαρκείς ανάγκες της πρώτης εναγομένης, όσον αφορά τη φύλαξη των κτιριακών εγκαταστάσεων της πρώτης εναγομένης ο πρώτος εξ αυτών και οι δεύτερος και τρίτη των εναγόντων στην εκτέλεση γενικών καθηκόντων.

Έτσι οι συμβάσεις τους αυτές καταχρηστικά και με σκοπό καταστρατήγησης των διατάξεων της εργατικής νομοθεσίας σχετικά με τις συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου, συνάπτονταν από την εναγομένη με συμβάσεις μιας ημέρας, δηλαδή ορισμένου χρόνου, ενώ είχαν το χαρακτήρα των συμβάσεων αορίστου χρόνου μερικής απασχόλησης, καθόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις του π.δ. 164/2004, δεδομένου ότι οι ενάγοντες απασχολήθηκαν από την πρώτη εναγομένη με τις προαναφερόμενες ειδικότητες και κατά τους παραπάνω χρόνους ο καθένας, ασκούσαν κανονικά τα καθήκοντα των απασχολούμενων με τις ίδιες ειδικότητες, που περιλαμβάνονταν στο τακτικό προσωπικό της πρώτης εναγομένης, τηρούσαν το ίδιο ημερήσιο ωράριο με τους τελευταίους, τελούσαν δε υπό τις οδηγίες και εντολές των οργάνων της πρώτης εναγομένης, που ασκούσε εποπτεία και καθόριζε τον τόπο, τον τρόπο και το χρόνο της εργασίας τους, ενώ ήταν υποχρεωμένοι να συμμορφώνονται με αυτές και να δέχονται τον έλεγχο και την τήρηση των οδηγιών αλλά και για την επιμελή εκτέλεση της εργασίας τους.

Εξάλλου και η πρώτη εναγομένη αποσκοπούσε όχι απλώς στην κάλυψη πρόσκαιρων αναγκών της, αλλά στην απασχόληση των εναγόντων για την κάλυψη των διαρκών και πάγιων αναγκών της, καθόσον δεν επαρκούσε το μόνιμο τακτικό προσωπικό της. Τούτο καταδεικνύει άλλωστε και το γεγονός ότι οι (άκυρες) συμβάσεις εργασίας των εναγόντων ανανεώθηκαν αναρίθμητες φορές, ενώ ο συνολικός χρόνος της απασχόλησης τους κατά το χρονικό διάστημα από την πρόσληψή τους μέχρι την 20-5-2009 υπερβαίνει τα 19 έτη για τον πρώτο ενάγοντα, τα 11 έτη για το δεύτερο ενάγοντα και τα 2 έτη για την τρίτη ενάγουσα.

Οι προαναφερόμενες άτυπες συμβάσεις εργασίας των εναγόντων, που καταρτίσθηκαν άνευ τήρησης του έγγραφου τύπου, ο οποίος προβλέπεται για τη σύναψη συμβάσεων εργασίας από τον Κανονισμό Λειτουργίας της πρώτης εναγομένης, ήταν άκυρες.

Συνεπώς οι ενάγοντες συνδέονταν με την πρώτη εναγομένη με διαδοχικά ανανεούμενες απλές συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου, κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό, εφαρμοζόμενων στην προκειμένη περίπτωση των διατάξεων των άρθρων 8 παρ. 3 του Ν. 2112/1920, σε συνδυασμό με τα άρθρα 281, 671 (εννοείται ΑΚ), 25 παρ. 1 και 3 του Συντάγματος, εφόσον πρόκειται για (άκυρη μεν) σύμβαση εργασίας, η οποία όμως καταρτίσθηκε πριν από την έναρξη ισχύος της Οδηγίας 1999/70ΕΚ, των παραγράφων 7 και 8 του Συντάγματος και των σχετικών διατάξεων του ΠΔ 164/2004 και είχε προσλάβει πριν από την έναρξη ισχύος των παραπάνω συνταγματικών και άλλων διατάξεων το χαρακτήρα της σύμβασης (άκυρης βέβαια) αορίστου χρόνου, κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό, τον οποίο και διατηρεί και μετά την έναρξης ισχύος των διατάξεων αυτών, ως ενιαία πλέον σύμβαση αορίστου χρόνου [....].

Οι ενάγοντες στις …….κατάρτισαν με τη δεύτερη εναγομένη έγγραφη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου προκειμένου να απασχοληθούν σ' αυτήν με την ειδικότητα του υπαλλήλου γραφείου (παροχή διοικητικής υποστήριξης και εν γένει υπηρεσιών) ο πρώτος ενάγων και με την ειδικότητα των επιμελητών γενικών καθηκόντων οι δεύτερος και τρίτη, έναντι μικτών μηνιαίων αποδοχών ποσού 1.289 ευρώ για τον πρώτο, 1.012 ευρώ για το δεύτερο και 1.020 ευρώ για την τρίτη των εναγόντων, αντίστοιχα, ωστόσο, όμως, συνέχισαν να παρέχουν τις ίδιες υπηρεσίες που παρείχαν μέχρι τότε στην πρώτη εναγομένη με τις παραπάνω διαδοχικές συμβάσεις μιας ημέρας.

Ήτοι αυτοί συνέχισαν να ανήκουν στο προσωπικό της πρώτης εναγομένης και να απασχολούνται με το ίδιο αντικείμενο, απασχολούμενοι στις ίδιες εγκαταστάσεις της επί της …….. ….. …….Αττικής. Επίσης, αυτοί ελάμβαναν οδηγίες και εντολές από τα αρμόδια όργανα της πρώτης εναγομένης, ενώ τελούσαν και υπό τον έλεγχο και εποπτεία των στελεχών εκπροσώπων της, οι οποίοι καθόριζαν και τον τρόπο και το είδος της εργασίας τους, χωρίς ανάμειξη της δεύτερης εναγομένης.

Από τα παραπάνω συνάγεται σαφώς, ότι η δεύτερη εναγομένη (θυγατρική) τελούσε σε εξάρτηση οικονομική και διοικητική από την πρώτη (μητρική), η οποία και ήταν ο πραγματικός εργοδότης των εναγόντων, αφού αυτή ασκούσε συστηματικά τις εργοδοτικές λειτουργίες έναντι αυτών καθώς και το διευθυντικό δικαίωμα, αξιοποιούσε δε την εργασία τους για λογαριασμό της.

Αντίθετα, η δεύτερη εναγομένη, θυγατρική εταιρία, ευρισκόμενη υπό κυριαρχική, οικονομική και διοικητική εξάρτηση από την πρώτη εναγομένη, μητρική εταιρία, κανένα στοιχείο εργοδότριας δεν συγκέντρωνε στο πρόσωπο της, αφού οι ενάγοντες εργάζονταν και μετά την υπογραφή της σύμβασης εργασίας με τη θυγατρική, για τη μητρική εταιρία, υπό τις οδηγίες, εντολές της και προς εξυπηρέτηση των συμφερόντων της, ενώ με τη θυγατρική εταιρία δεν τους συνέδεε παρά μόνο το γεγονός ότι υπέγραψαν με αυτή την από …….έγγραφη σύμβαση, το οποίο όμως από μόνο του δεν αρκεί για να προσδώσει την ιδιότητα του εργοδότη, μετά και τα παραπάνω αποδειχθέντα.

Συνεπώς οι προαναφερόμενες έγγραφες συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, που κατάρτισαν οι ενάγοντες με τη δεύτερη εναγομένη, ήταν εικονικές ως προς το πρόσωπο του εργοδότη, καθόσον πραγματικός εργοδότης, κατά τη βούληση των τυπικά συμβαλλομένων, ήτοι των εναγόντων και της δεύτερης εναγομένης θυγατρικής εταιρίας, όσο και των κατ' ουσίαν συμβαλλομένων, ήτοι των εναγόντων και της πρώτης εναγομένης μητρικής εταιρίας, ήταν η τελευταία, η οποία συγκέντρωνε όλα τα στοιχεία του (εργοδότη).

Συνεπώς οι έγγραφες συμβάσεις των εναγόντων με τη δεύτερη εναγομένη, ως εικονικές ήταν άκυρες, υπέκρυπταν δε ηθελημένες και έγκυρες (λόγω έγγραφου τύπου) συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου των εναγόντων με την πρώτη εναγομένη, η δε κατάρτιση των εικονικών συμβάσεων απέβλεπε στην καταστρατήγηση των εργασιακών δικαιωμάτων των εναγόντων εκ μέρους της πρώτης εναγομένης μητρικής εταιρίας, η οποία τους απασχολούσε και αποκόμιζε όφελος από την εργασία τους.

Η υπογραφή από τους ενάγοντες των εικονικών συμβάσεων εργασίας με τη δεύτερη εναγομένη, έγινε προκειμένου αυτοί να μην απωλέσουν τη θέση τους εργασίας, πράγμα που φοβήθηκαν ότι θα συμβεί και έτσι θα έχαναν τις αναγκαίες για την οικονομική συντήρηση και επιβίωση δική τους και των οικογενειών τους. Συγκεκριμένα, από την άτυπη πρόσληψή τους από την πρώτη εναγομένη μέχρι τις…….., οι ενάγοντες συνδέονταν στην πραγματικότητα, με την πρώτη εναγομένη με απλή σχέση εργασίας αορίστου χρόνου, παρείχαν δε τις υπηρεσίες τους με τις προαναφερόμενες ειδικότητες επί πολλά έτη, κάτω από τις ίδιες συνθήκες εργασίας, ίδια καθήκοντα και φύση εργασίας, όπως το μόνιμο προσωπικό της, ωστόσο εμφανίζονταν ως ευκαιριακά απασχολούμενοι με συμβάσεις μιας ημέρας, με αποτέλεσμα να λαμβάνουν μικρότερες αποδοχές από αυτούς, αφού αμείβονταν με τις προβλεπόμενες από τις ΕΓΣΣΕ, που ήταν κατώτερες αυτών που προβλέπονταν από τις οικείες επιχειρησιακές συλλογικές συμβάσεις για τους εργαζόμενους με τις ίδιες ειδικότητες που περιλαμβάνονταν στο τακτικό προσωπικό της πρώτης εναγομένης.

Η πρώτη εναγομένη προέβη στις παραπάνω ενέργειες, προκειμένου αφενός να συνεχίσει να απασχολεί τους ενάγοντες, την εργασία των οποίων είχε ανάγκη, αφετέρου να αποφύγει αντιδράσεις των μονίμων υπαλλήλων της σε περίπτωση που προέβαινε σε τυπική ένταξή τους (των εναγόντων) στο τακτικό προσωπικό της, λόγω φόβου τους για ενδεχόμενη μείωση των αποδοχών τους, αφού η αύξηση του τακτικού προσωπικού της για την πλήρωση 200 περίπου κενών οργανικών θέσεων μπορεί να οδηγούσε σε αύξηση των μισθολογικών δαπανών της με συνέπεια τη μείωση των αποδοχών τους.

Έτσι η πρώτη εναγομένη επεδίωξε να απορροφηθούν από τη δεύτερη εναγομένη οι ευκαιριακά απασχολούμενοι ενάγοντες, με την κατάρτιση εικονικών συμβάσεων εργασίας με τη δεύτερη εναγομένη θυγατρική της εταιρία και όχι με την ίδια, ώστε να επιτύχει και την καταβολή σ' αυτούς χαμηλότερων αποδοχών, σε σχέση με τους μονίμους υπαλλήλους της, ενόψει ότι η δεύτερη εναγομένη δεν δεσμευόταν από επιχειρησιακές ΣΣΕ [....].

Η παραπάνω συμπεριφορά της πρώτης εναγομένης, ήτοι η μεθόδευση της κατάρτισης των εικονικών συμβάσεων, που δεν συνιστά ενάσκηση του διευθυντικού της δικαιώματος, ως εργοδότριας, αλλά καταχρηστική άσκηση αυτού, αφενός, και η παράλειψή της να εντάξει τους ενάγοντες στο τακτικό προσωπικό της, απασχολώντας αυτούς επί σειρά ετών ως δήθεν ευκαιριακό προσωπικό της μιας ημέρας, υπό συνθήκες πλήρους εργασιακής αβεβαιότητας, υπερβαίνουν τα εκ του άρθρου 281 ΑΚ όρια, που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά και συναλλακτικά ήθη, που ρυθμίζουν τις εργασιακές σχέσεις.

Συνιστά δε η συμπεριφορά της αυτή, αφενός παράνομη πράξη και αφετέρου παράλειψη υποχρέωσής της, αντίστοιχα, από τις οποίες οι ενάγοντες υπέστησαν ηθική βλάβη, καθόσον προσβλήθηκαν στην προσωπικότητα τους, υπό την επαγγελματική έκφανση αυτής, προς αποκατάσταση της οποίας η πρώτη εναγομένη πρέπει να τους καταβάλει το ποσό των 5.000 ευρώ στον καθένα, το οποίο κρίνεται εύλογο [...].

Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που δέχθηκε τα ίδια, ως άνω, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο.[....]" Σύμφωνα με όσα αναφέρονται στην προηγούμενη νομική σκέψη, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με βάση τα, ως άνω, πραγματικά περιστατικά, που αναιρετικώς ανέλεγκτα εκτίμησε ως αποδεδειγμένα, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 57, 59, 281, 914 και 932 ΑΚ ως προς το κρίσιμο ζήτημα της προσβολής της προσωπικότητας των εναγόντων ? αναιρεσιβλήτων και της συναρτώμενης αξίωσής τους για ικανοποίηση της ηθικής τους βλάβης.

Τούτο διότι, μόνη η επιλογή της αναιρεσείουσας κατά τις αναφερόμενες στην προσβαλλόμενη απόφαση χρονικές περιόδους να καταρτίσει με τους ενάγοντες διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου (διάρκειας μιας ημέρας) και να μην τους εντάξει στο τακτικό προσωπικό της δεν συνιστά αδικοπραξία, ούτε επάγεται αυτή καθεαυτή προσβολή της προσωπικότητας των αναιρεσιβλήτων και συνεπώς δεν θεμελιώνεται αξίωση αυτών για καταβολή χρηματικής ικανοποίησης για ηθική βλάβη, εκτός αν συνέτρεχαν επιπροσθέτως και άλλα πραγματικά περιστατικά, που να συνιστούν παράνομη και υπαίτια προσβολή της προσωπικότητας των αναιρεσιβλήτων (ΑΠ 517/2019, ΑΠ 868/2018), τα οποία όμως δεν διαλαμβάνονται στις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης.

Επιπλέον, μόνη η σύναψη μεταξύ της δεύτερης εναγομένης και των εναγόντων ? αναιρεσιβλήτων των από …..συμβάσεων εργασίας αορίστου χρόνου, που, κατά τις παραδοχές της προσβαλλομένης ήταν εικονικές ως προς το πρόσωπο του εργοδότη και υπέκρυπταν τη συμφωνία όλων (φερόμενων και πραγματικά) συμβαλλομένων, αληθής εργοδότρια των αναιρεσιβλήτων να είναι η πρώτη εναγομένη ? αναιρεσείουσα δεν καθιστούν το δικαίωμα της τελευταίας καταχρηστικό, κατά την έννοια του άρθρου 281 ΑΚ, δεδομένου ότι οι ενάγοντες αναιρεσίβλητοι, με τη σύναψη των εν λόγω εικονικών συμβάσεων ανέλαβαν την εκπλήρωση της παροχής της εργασίας τους στην αναιρεσείουσα στο πλαίσιο του κινδύνου που είχαν συμβατικώς αναλάβει.

Επομένως, ο τέταρτος, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚπολΔ αναιρετικός λόγος, με τον οποία υποστηρίζονται τα, ως άνω, είναι βάσιμος.

Κατά το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται: α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση, γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη ή το δεδικασμένο.

Η διάταξη αυτή αποτελεί εκδήλωση της αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της προσβαλλόμενης απόφασης, με βάση τα πραγματικά περιστατικά και του ισχυρισμούς που τέθηκαν υπόψη του δικαστηρίου από τους διαδίκου (ΑΠ 793/2021, ΑΠ 191/2019, ΑΠ 337/2010). Το απαράδεκτο δε αυτό αφορά όλους τους αναιρετικούς λόγους, ενώ για να είναι ορισμένος ο λόγος πρέπει να εκτίθεται στο αναιρετήριο ότι η ακυρότητα προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, ακόμη και αν έπρεπε να ληφθεί υπόψη αυτεπαγγέλτως (319/2022).

Στην προκειμένη περίπτωση, με το πρώτο σκέλος του έκτου λόγου αναίρεσης, από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι, κατά παραβίαση της διάταξης του άρθρου 11 παρ. 2 π.δ. 164/2004, δεν κήρυξε απαράδεκτη την αγωγή των αναιρεσιβλήτων λόγω παρέλευσης άπρακτης της δίμηνης αποκλειστικής προθεσμίας, μέσα στην οποία έπρεπε να υποβάλουν αίτηση προς τον οικείο φορέα, στην οποία να αναφέρουν τα στοιχεία από τα οποία προκύπτει η συνδρομή των προϋποθέσεων που τάσσει η παράγραφος 1 του άρθρου 11 του ίδιου π.δ.

Δεν εκτίθεται όμως στο αναιρετήριο ότι η αναιρεσείουσα πρόβαλε το συγκεκριμένο ισχυρισμό ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ως εναγομένη, και ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, ως εφεσίβλητη ή εκκαλούσα. Κατά συνέπεια το ο έκτος λόγος αναίρεσης, κατά το πρώτο, από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ σκέλος του είναι απορριπτέος προεχόντως, ως απαράδεκτος.

Είναι όμως και αβάσιμος διότι ερείδεται επί εσφαλμένης προϋπόθεσης, καθόσον η, ως άνω, δίμηνη προθεσμία που τάσσει η παρ. 2 του άρθρου 11 π.δ. 164/2004, αφορά τη διοικητική διαδικασία προς το φορέα απασχόλησης, δεν θέτει προθεσμία για άσκηση αγωγής και δεν αποκλείει τη δικαστική αναγνώριση του χαρακτήρα της μεταξύ των μερών έννομης σχέσης, ως σχέσης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου (ΑΠ 319/2022).

Περαιτέρω, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, δεχόμενο, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, κατά την επί της ουσίας ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του, τα πραγματικά περιστατικά ότι οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι, αν και προσλήφθηκαν με άτυπες συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου (μιας ημέρας), εργάζονταν στην εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα σταθερά και αδιάλειπτα ο πρώτος από το έτος 1990, ο δεύτερος από 1-11-1997 και η τρίτη από το έτος 2007, κατ' ορθή εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 8 παρ. 3 ν. 2112/1920 σε συνδυασμό με τα άρθρα 281 και 671 ΑΚ και 25 παρ. 1 και 3 του Συντάγματος και τα άρθρα 2 παρ. 1 και 5 του Π.Δ. 81/2003 κατέληξε στην κρίση ότι αυτοί συνδέονταν με την πρώτη εναγομένη ήδη αναιρεσείουσα με απλές σχέσεις εργασίας αορίστου χρόνου, εφόσον επρόκειτο για άκυρες (λόγω μη τήρησης του έγγραφου τύπου, που απαιτείται από το, Εσωτερικό Κανονισμό Οργάνωσης, Διάρθρωσης και λειτουργίας των υπηρεσιών της αναιρεσείουσας) συμβάσεις εργασίας, οι οποίες καταρτίσθηκαν για τους δύο πρώτους των εναγόντων πριν την έναρξη ισχύος (18-4-2001) των παραγράφων 7 και 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος.

Επιπλέον, το δικαστήριο της ουσίας, δεχόμενο ότι, αν και όλοι οι ενάγοντες-αναιρεσίβλητοι απασχολούντο ανεξαρτήτως χρόνου πρόσληψης εκάστου εξ αυτών, στην πρώτη εναγομένη αναιρεσείουσα ως ευκαιριακό προσωπικό με άτυπες συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου (μιας ημέρας) και εργάσθηκαν με την ίδια ειδικότητα μέχρι την……., στην πραγματικότητα απασχολήθηκαν καλύπτοντας πάγιες και διαρκείς ανάγκες της πρώτης εναγομένης ? αναιρεσείουσας, κατ' ορθή ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 5 π.δ. 81/2003 κατέληξε στην κρίση ότι αυτοί συνδέονταν με την πρώτη εναγομένη αναιρεσείουσα με απλή σχέση (λόγω μη τήρησης του έγγραφου τύπου) εργασίας αορίστου χρόνου.

Τέλος, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με τις παραδοχές ότι οι από …….συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, που συνήψαν οι ενάγοντες-αναιρεσίβλητοι με τη θυγατρική της πρώτης εναγομένης εταιρία, δηλαδή με τη δεύτερη εναγομένη, ήταν εικονικές ως προς το πρόσωπο του εργοδότη, καθόσον πραγματικός εργοδότης, κατά την πραγματική βούληση τόσο των φαινομενικά όσο και των πραγματικά συμβαλλομένων ήταν η πρώτη εναγομένη ? αναιρεσείουσα, η οποία συγκέντρωνε όλα τα στοιχεία (του εργοδότη), με αποτέλεσμα οι επίμαχες έγγραφες συμβάσεις των εναγόντων με τη δεύτερη εναγομένη, ως εικονικές, να είναι άκυρες και να υποκρύπτουν ηθελημένες και έγκυρες συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου των εναγόντων με την πρώτη εναγομένη, που διήρκεσαν μέχρι την……., ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε το άρθρο 138 ΑΚ, σύμφωνα με τις νομικές σκέψεις που προεκτέθηκαν.

Εξάλλου, το δικαστήριο της ουσίας δεν έκρινε το είδος της εργασιακής σχέσης που κατά τις προεκτεθείσες χρονικές περιόδους συνέδεε τους ενάγοντες αναιρεσίβλητους με την πρώτη εναγομένη ? αναιρεσείουσα με βάση το άρθρο 11 π.δ. 164/2004, το οποίο δεν αποκλείει την εφαρμογή του π.δ. 81/2003, αλλά απλώς παρέχει τη δυνατότητα στο προσωπικό που διέπεται από τις διατάξεις του π.δ. 81/2003 να ακολουθήσει την περιγραφόμενη σε αυτό (δηλαδή στο άρθρο 11 του π.δ. 164/2004) διαδικασία.

Μόνη δε η εσφαλμένη αναφορά της προσβαλλόμενης απόφασης στο π.δ. 164/2004 δεν έχει έννομες συνέπειες, εφόσον το δευτεροβάθμιο δικαστήριο κατέληξε σε ορθό διατακτικό (άρθρο 578 ΚΠολΔ). Επομένως, ο έκτος λόγος αναίρεσης, κατά το δεύτερο, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ σκέλος του, με τον οποίο η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των, ως άνω, διατάξεων, ισχυριζόμενη ότι οδήγησε σε εσφαλμένο υπολογισμό του ύψους των νομίμων αποδοχών, που εδικαιούντο οι ενάγοντες ? αναιρεσίβλητοι και σε εσφαλμένο υπολογισμό της οφειλόμενης σε καθένα από αυτούς από το πρόγραμμα εθελούσιας εξόδου παροχής, περαιτέρω δε και σε εσφαλμένη κρίση ότι ο πρώτος ενάγων ? αναιρεσίβλητος δικαιούται για συμπληρωματική παροχή το ποσό των 6.742,48 ευρώ είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.

Κατά τη διάταξη του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και επομένως, ως ουσιώδεις ισχυρισμοί στηρίζουν αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης, ή λόγου έφεσης (ΟλΑΠ 25/2003). Ο λόγος αυτός δεν στοιχειοθετείται όταν ο προταθείς και μη ερευνηθείς από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικός ισχυρισμός, που τείνει σε παρακώλυση ουσιαστικού δικονομικού δικαιώματος (αίτημα ένστασης), δεν άσκησε επιρροή στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 1383/2014).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος αυτού, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και συγκεκριμένα ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη του την πρωτοδίκως προβληθείσα ένστασή της, την οποία επανέφερε προς κρίση με τον έκτο λόγο της έφεσής της περί καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος των αναιρεσιβλήτων, με την οποία ισχυρίσθηκε ότι η άσκηση των επιδίκων αξιώσεων των αναιρεσιβλήτων υπερβαίνει κατάφωρα τον κοινωνικό και οικονομικό σκοπό του δικαιώματος τους, καθόσον αυτοί ουδέποτε πρόβαλαν αξιώσεις για τις πρόσθετες παροχές, τις οποίες ζητούν με την αγωγή τους και συμφώνησαν να συμμετάσχουν στο πρόγραμμα εθελουσίας εξόδου εισπράττοντας σημαντικά ποσά, πολύ μεγαλύτερα από τις αποζημιώσεις που εδικαιούντο σε περίπτωση απόλυσής τους.

Από την παραδεκτή επισκόπηση της από 2-10-2016 έφεσης των εναγόντων - εκκαλούντων ? αναιρεσιβλήτων προκύπτει ότι αυτοί προσέβαλαν τη με αριθ. 1081/2016 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών μόνο κατά το μέρος που απέρριψε το αγωγικό τους αίτημα για αναγνώριση της εθελουσίας εξόδου τους ως άκυρης απόλυσης λόγω καταχρηστικότητας και λόγω καταβολής ελλιπούς αποζημίωσης απόλυσης και το συναρτώμενο με αυτό το αίτημά τους για επιδίκαση μισθών υπερημερίας και επικουρικά, κατά το μέρος που απέρριψε το αίτημά τους για καταβολή συμπληρωματικής αποζημίωσης.

Ως προς τα, ως άνω, εκκληθέντα κεφάλαια το Μονομελές Εφετείο Αθηνών δέχθηκε ότι οι ενάγοντες - εκκαλούντες ? αναιρεσίβλητοι αποδέχθηκαν ανεπιφύλακτα την πρόταση της πρώτης εναγομένης ? αναιρεσείουσας για εθελουσία έξοδο, καταθέτοντας τις σχετικές αιτήσεις στη διεύθυνση προσωπικού της δεύτερης εναγομένης και ότι οι αιτήσεις τους έγιναν δεκτές από την πρώτη εναγομένη ? αναιρεσείουσα και έτσι οι συμβάσεις τους λύθηκαν με συμφωνία των μερών.

Επίσης δέχθηκε ότι, μετά τη λύση της σύμβασης εργασίας τους, την…….., καταβλήθηκαν από την πρώτη εναγομένη ? αναιρεσείουσα ως χρηματικές παροχές, προβλεπόμενες στο πρόγραμμα εθελουσίας εξόδου, στον πρώτο ενάγοντα το ποσό των 39.000 ευρώ, στο δεύτερο ενάγοντα το ποσό των 37.363 ευρώ και στην τρίτη ενάγουσα το ποσό των 31.837 ευρώ.

Τέλος, αφού προέβη στον υπολογισμό της νόμιμης αποζημίωσης απόλυσης που την ……. εδικαιούτο κάθε ενάγων, με βάση τα έτη προϋπηρεσίας του στην πρώτη εναγομένη ? αναιρεσείουσα, την καθόρισε στο ποσό των 45.742,48 ευρώ για τον πρώτο ενάγοντα, στο ποσό των 23.038,88 ευρώ για το δεύτερο ενάγοντα και στο ποσό των 8.868,01 ευρώ για την τρίτη ενάγουσα και κατέληξε στο συμπέρασμα ότι οι δεύτερος και τρίτη ενάγοντες ? αναιρεσίβλητοι έλαβαν υπέρτερες από τη νόμιμη αποζημίωσή τους χρηματικές παροχές και έτσι δεν δικαιούνται κανένα ποσό, ενώ ο πρώτος ενάγων έλαβε κατώτερη της νόμιμης αποζημίωσης και δικαιούται την προκύπτουσα μεταξύ της αποζημίωσης που εδικαιούτο (45.742,48 ευρώ) και της παροχής λόγω εθελούσιας εξόδου που του καταβλήθηκε (39.000 ευρώ), διαφορά, ποσού 6.742,48 ευρώ).

Τη διαφορά αυτή η πρώτη εναγομένη την όφειλε στον πρώτο ενάγοντα με βάση το πρόγραμμα εθελούσιας εξόδου, που προέβλεπε ως παροχές την καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης και επιπροσθέτως ενός κινήτρου απόδοσης. Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, επικύρωσε την εκκαλουμένη απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, με την οποία είχε απορριφθεί ως αβάσιμο κατ' ουσίαν το αίτημα των εναγόντων αναιρεσιβλήτων να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της από ……..καταγγελίας της εργασιακής σχέσης των διαδίκων λόγω καταχρηστικότητας και λόγω καταβολής ελλιπούς αποζημίωσης απόλυσης και το συναρτώμενο με το, ως άνω, αίτημα τους για αναγνώριση της πρώτης εναγομένης ? αναιρεσείουσας να τους καταβάλει μισθούς υπερημερίας και έτσι απέρριψε κατ' ουσίαν την από 2-10-2016 έφεση των εναγόντων-εκκαλούντων ? αναιρεσιβλήτων.

Επομένως, μετά την απόρριψη των, ως άνω σχετικών κονδυλίων, δεν υπήρχε έδαφος περαιτέρω έρευνα από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο της προεκτεθείσας από το άρθρο 281 ΑΚ ένστασης της αναιρεσείουσας, με την οποία επιδιωκόταν η απόρριψη των ιδίων κονδυλίων. Κατόπιν των παραπάνω, δεν ιδρύεται ο σχετικός από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος αυτού.

Εξάλλου, αφού με την προσβαλλόμενη απόφαση απορρίφθηκαν κατ' ουσίαν τα, ως άνω, αγωγικά κονδύλια, των οποίων την απόρριψη επιδίωκε η πρώτη εναγομένη-αναιρεσείουσα με την προβαλλόμενη από το άρθρο 281 ΑΚ ένστασή της, αυτή δεν έχει έννομο συμφέρον να επικαλείται την αναιρετική από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια.

Τέλος, μετά την παραδοχή του τέταρτου λόγου αναίρεσης παρέλκει η έρευνα του πέμπτου λόγου αναίρεσης, κατά το δεύτερο σκέλος αυτού, με τον οποίο η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚπολΔ πλημμέλεια ότι, με την επίκληση ότι το δικαστήριο της ουσίας παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, απορρίπτοντας σιγή (αγνοώντας) την παραδεκτώς προβληθείσα πρωτοδίκως και με λόγο έφεσης ένστασή της περί καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος των εναγόντων-αναιρεσιβλήτων να επιδιώκουν χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.

Κατόπιν των παραπάνω, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη με αριθ. 3974/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, κατά το κεφάλαιο της, με το οποίο αναγνώρισε την υποχρέωση των δύο πρώτων των εναγομένων εταιρειών [η δεύτερη των οποίων στη συνέχεια απορροφήθηκε από την πρώτη εναγομένη - ήδη αναιρεσείουσα] να καταβάλουν, εις ολόκληρο η καθεμία σε κάθε ενάγοντα ? αναιρεσίβλητο το ποσό των 5.000 ευρώ, για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης επικυρώνοντας την απόφαση του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, κατά παραδοχή του τέταρτου αναιρετικού λόγου, απορριπτομένης της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης κατά τα λοιπά.

Ενόψει δε του ότι η υπόθεση δεν χρειάζεται περαιτέρω διευκρίνιση, καθόσον τα γενόμενα δεκτά από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο πραγματικά περιστατικά ως προς την επιδίκαση στους ενάγοντες-αναιρεσιβλήτους χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης είχαν ακριβώς επικαλεσθεί οι ενάγοντες ? αναιρεσίβλητοι για τη νομική θεμελίωση του συγκεκριμένου αγωγικού κεφαλαίου, πρέπει, κατ' εφαρμογή του άρθρου 580 παρ. 3 εδ.

α του ΚΠολΔ, η υπόθεση να κρατηθεί και δικασθεί από το παρόν αναιρετικό τμήμα ως προς το, ως άνω, κεφάλαιο. Στη συνέχεια, πρέπει να γίνει κατά ένα μέρος δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη η από 7-10-2016 έφεση των δύο πρώτων των εναγομένων - εκκαλουσών, κατά παραδοχή του έβδομου λόγου αυτής και να εξαφανισθεί εν μέρει η με αριθ. 1081/2016 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατά το κεφάλαιο και τη διάταξή της, με τα οποία αναγνώρισε την υποχρέωση της πρώτης και δεύτερης των εναγομένων εταιρειών να καταβάλουν σε κάθε ενάγοντα, ευθυνόμενες εις ολόκληρο το ποσό των 5.000 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης και, αφού κρατηθεί η υπόθεση κατά το μέρος αυτό, πρέπει να απορριφθεί η από 20-10-2014 αγωγή ως μη νόμιμη κατά το εν λόγω κεφάλαιο της (δηλαδή κατά το αίτημά της περί επιδίκασης σε κάθε ενάγοντα ποσού 20.000 ευρώ για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης).

Τέλος, τα δικαστικά έξοδα των διαδίκων τόσο για την παρούσα αναιρετική δίκη, όσο και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας πρέπει να συμψηφισθούν στο σύνολό τους, διότι η ερμηνεία των κανόνων δικαίου, που εφαρμόσθηκαν ήταν ιδιαίτερα δυσχερής (άρθρο 179,183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει ως απαράδεκτη την από 15-4-2021 και με αριθ. κατ. 2063/245/16-4-2021 αίτηση αναίρεσης ως προς τον τρίτο αναιρεσείοντα.

Δέχεται την, ως άνω, αίτηση αναίρεσης ως προς την αναιρεσείουσα υπό αμφότερες τις ιδιότητες αυτής κατά ένα μέρος και απορρίπτει αυτήν κατά τα λοιπά.

Αναιρεί, κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος και ειδικότερα κατά το κεφάλαιό της που αφορά την επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης, ποσού πέντε χιλιάδων (5.000) ευρώ σε κάθε ενάγοντα τη με αριθ. 3974/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Κρατεί και δικάζει την υπόθεση κατά το μέρος αυτό.

Δέχεται κατά ένα μέρος ως βάσιμη κατ' ουσίαν την από 7-10-2016 και με αριθ. κατ. 4078/2016 έφεση της πρώτης και της δεύτερης των εναγομένων [ήδη απορροφηθείσας από την πρώτη εναγομένη αναιρεσείουσα]. Εξαφανίζει εν μέρει τη με αριθ. 1081/2016 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ως προς τις δύο πρώτες των εναγομένων εταιρείες κατά το κεφάλαιο αυτό.

Δικάζει την από 20-10-2014 και με αριθ. κατ. 122230/4150/2014 αγωγή, κατά το κεφάλαιό της να αναγνωρισθεί η υποχρέωση των δύο πρώτων εναγομένων εταιρειών να καταβάλουν σε κάθε ενάγοντα - αναιρεσίβλητο, ευθυνόμενες εις ολόκληρο η κάθε μία, το ποσό των 20.000 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.

Απορρίπτει την, ως άνω, αγωγή των εναγόντων αναιρεσιβλήτων κατά των δύο πρώτων των εναγομένων, κατά το προαναφερόμενο κεφάλαιό της.

Συμψηφίζει στο σύνολο τους τα δικαστικά έξοδα των διαδίκων τόσο για την παρούσα αναιρετική δίκη, όσο και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 29 Ιουνίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 8 Φεβρουαρίου 2023.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ