Supreme Court dismisses appeal on guarantor liability and procedural grounds, allowing third-party intervention.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the First Instance Court's decision regarding a guarantor's liability, finding the appeal inadmissible due to vagueness and lack of specific grounds. The court held that the guarantor remained liable for the final closure of the account up to the credit limit, regardless of whether the guarantor personally signed supplementary agreements. Consequently, the third-party intervention was allowed, and the appellant was ordered to pay the intervening party's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 176, 182, 183, 191 of the Code of Civil Procedure; A guarantor's liability extends to the final closure of the account up to the credit limit, and an appeal must be specific to be admissible.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 198 / 2022 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 198/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αλτάνα Κοκκοβού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αγγελική Τζαβάρα, Θωμά Γκατζογιάννη, Χρήστο Τζανερρίκο και Βασίλειο Μαχαίρα - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 27 Ιανουαρίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Γ. Λ. του Θ., κατοίκου … , ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χρήστο Πάπαρη, που ανακάλεσε την από 30/12/2019 δήλωση για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, παραστάθηκε στο ακροατήριο και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "A. B. Α. Τ. Ε.", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.
Της προσθέτως παρεμβαίνουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "Θ. Α. - Α. Ε. Δ. Α. Α. Δ. Κ. Π." και το διακριτικό τίτλο "T. A. F. S.", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ευστράτιο Ευστρατιάδη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16/9/2013 ανακοπή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Καβάλας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 60/2014 μη οριστική και 13/2016 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και η 170/2018 του Μονομελούς Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 12/12/2018 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 576 παρ.2 Κ.Πολ.Δ, αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση για συζήτηση δεν επιδόθηκε καθόλου ή δεν επιδόθηκε νόμιμα ή εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Στην προκειμένη περίπτωση, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από την οικεία σειρά του πινακίου, δεν εμφανίστηκε στο ακροατήριο η αναιρεσίβλητη, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο. Από την με αριθμό 10296 Δ' /7-5-2019 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Εφετείου Αθηνών Γιαννούλας Βιέννα, που προσκομίζει και επικαλείται ο αναιρεσείων, αποδεικνύεται ότι ακριβές αντίγραφο της ένδικης, από 12-12-2018 και με αριθμό κατάθεσης 92/2018, αίτησης αναίρεσης, επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στην αναιρεσίβλητη εταιρεία, με κλήση να παραστεί στη δικάσιμο που σημειώνεται στην αρχή της παρούσας απόφασης. Επομένως, αφού η αναιρεσίβλητη δεν παραστάθηκε, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία της.
ΙΙ. Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθμό 170/2018 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θράκης, που εκδόθηκε κατά την τακτική διαδικασία, αντιμωλία των διαδίικων. Με την απόφαση αυτή έγνε δεκτή η από 9-3-2017 και με αριθμό κατάθεσης 43/2017 έφεση της αναιρεσίβλητης τραπεζικής εταιρείας, κατά της με αριθμό 13/2016 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καβάλας, η οποία είχε δεχθεί την από 16-9-2013 και με αριθμό κατάθεσης 64/2013 ανακοπή του αναιρεσείοντος και είχε ακυρώσει την ανακοπτομένη με αριθμό 521/2013 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καβάλας, η έκδοση της οποίας βασίστηκε σε συμβάσεις με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό, το χρεωστικό κατάλοιπο των οποίων εγγυήθηκε ο αναιρεσείων. Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, αφού εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση και δίκασε την ανακοπή, την απέρριψε στην ουσία της και επικύρωσε την παραπάνω διαταγή πληρωμής. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 Κ.Πολ.Δ), είναι, συνεπώς, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ.1 Κ.Πολ.Δ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς τους λόγους της (άρθρ. 577 παρ.3 Κ.Πολ.Δ).
ΙΙΙ. Κατά το άρθρο 80 του Κ.Πολ.Δ, αν σε δίκη που εκκρεμεί μεταξύ άλλων τρίτος έχει έννομο συμφέρον να νικήσει κάποιος διάδικος, έχει δικαίωμα, έως την έκδοση αμετάκλητης απόφασης, να ασκήσει πρόσθετη παρέμβαση για να υποστηρίξει το διάδικο αυτό. Σύμφωνα δε με τη διάταξη του άρθρου 83 Κ.Πολ.Δ, αν η ισχύς της απόφασης στην κύρια δίκη εκτείνεται και στις έννομες σχέσης εκείνου που άσκησε πρόσθετη παρέμβαση προς τον αντίδικό του, εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 76 μέχρι 78.
Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι αποφασιστικό κριτήριο για το χαρακτηρισμό της πρόσθετης παρέμβασης ως αυτοτελούς είναι η επέκταση της ισχύος της απόφασης, δηλαδή των υποκειμενικών ορίων του δεδικασμένου, της εκτελεστότητας και της διαπλαστικής ενέργειας αυτής στις έννομες σχέσεις του τρίτου προς τον αντίδικο του.
Ως αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση πρέπει να θεωρηθεί και εκείνη την οποία ασκεί αυτός που έγινε διάδοχος του διαδίκου όσο διαρκούσε η δίκη ή μετά το πέρας αυτής (άρθρο 225 παρ.2 Κ.Πολ.Δ), αφού το δεδικασμένο από τη δίκη ισχύει υπέρ και κατά αυτού κατά το άρθρο 325 αριθ.2 Κ.Πολ.Δ (ΑΠ 1564/2017, ΑΠ 1731/2011, ΑΠ 331/2007). Στην προκειμένη περίπτωση η παρεμβαίνουσα ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "Θ.
Α. - Α. Ε. Δ. Α. Α. Δ. Κ. Π.", με την από 30-12-2019 και με αριθμό κατάθεσης 1/7-1-2020 αυτοτελή πρόσθετη παρέμβασή της επικαλείται έννομο συμφέρον, συνιστάμενο στο γεγονός ότι έχει αδειοδοτηθεί από την Τράπεζα της Ελλάδος ως εταιρεία διαχείρισης απαιτήσεων σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν.4354/2015, ως ήδη ισχύει. Ειδικότερα, ότι κατά τη διάρκεια της εκκρεμοδικίας στα δικαστήρια της ουσίας, η αναιρεσίβλητη Τράπεζα, τις απαιτήσεις της που απορρέουν από την επίδικη διαταγή πληρωμής, μεταβίβασε, δυνάμει της από 30-6-2017 σύμβασης πώλησης και εκχώρησης απαιτήσεων και της με την ίδια ημερομηνία διορθωτικής πράξης αυτής, στην αλλοδαπή εταιρεία με την επωνυμία "A.
S. S.A.", που εδρεύει στο … και η οποία, δυνάμει της από 30-7-2017 σύμβασης διαχείρισης απαιτήσεων, ανέθεσε τη διαχείριση της ένδικης απαίτησης στην παρεμβαίνουσα, που νομιμοποιείται στην παρούσα δίκη ως μη δικαιούχος διάδικος, σύμφωνα με τη διάταξη της παρ.2 του άρθρου 2 του Ν.4354/2015. Η παρέμβαση ασκήθηκε παραδεκτά κατ' άρθρο 81 παρ.1 Κ.Πολ.Δ, αφού επιδόθηκε σε όλους τους διαδίκους και το έννομο συμφέρον της παρεμβαίνουσας προκύπτει από τις παραπάνω, από 30-6-2017 και 30-7-2017 συμβάσεις, πώλησης και εκχώρησης απαιτήσεων και ανάθεσης διαχείρησης απαιτήσεων, που προσκομίζει και επικαλείται.
Επομένως, πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω. IV. Κατά τη διάταξη του άρθρου 436 ΑΚ "η ενοχή αποσβήνεται αν με σύμβαση αντικατασταθεί, με το σκοπό κατάργησης, με νέα ενοχή (ανανέωση) που περιλαμβάνει είτε τα ίδια πρόσωπα είτε άλλο οφειλέτη είτε άλλο δανειστή". Η δημιουργούμενη, δηλαδή, με τη σύμβαση ανανέωσης νέα ενοχή διαφοροποιείται της πρώτης από την ύπαρξη κάποιου νέου στοιχείου, που μπορεί να αφορά το αντικείμενο, την αιτία ή τα υποκείμενα.
Για το κύρος της σύμβασης ανανέωσης ενοχής απαραίτητος όρος, είναι να υπάρχει σκοπός ανανέωσης, σκοπός δηλαδή των συμβαλλόμενων μερών για κατάργηση της υφιστάμενης ενοχής και αντικατάστασής της με τη συνιστώμενη νέα ενοχή. Ο σκοπός αυτός δεν εικάζεται, αλλά ούτε είναι ανάγκη να δηλώνεται ρητώς στη σύμβαση, αφού αρκεί να συνάγεται και σιωπηρώς, όμως κατά τρόπο σαφή, πρέπει δεν να γίνεται επίκλησή του και να αποδεικνύεται από τον επικαλούμενο αυτόν.
Από τη θέση δε σε ισχύ της νέας ενοχής αυτομάτως επέρχεται απόσβεση της παλαιάς ενοχής και δεν μπορεί να προβληθούν δικαιώματα ή ενστάσεις από την παλαιά ενοχή (ΑΠ 845/2019, ΑΠ 1424/2017, ΑΠ 1285/2017, ΑΠ 1399/2015, ΑΠ 1728/2014). Περαιτέρω, με τις διατάξεις του Ν. 2322/1995, ως ίσχυαν κατά τον επίδικο χρόνο της κρινόμενης υπόθεσης, πριν τα άρθρα 1 έως 12 αυτού καταργηθούν με το άρθρο 106 του Ν.4549/2018, ρυθμίστηκαν η διαδικασία, οι προϋποθέσεις και οι όροι χορήγησης δανείων με την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου.
Κατ' εξουσιοδότηση του νόμου αυτού (2322/1995) εκδόθηκε η με αριθμό 2/18872/0025/19-4-2006 απόφαση του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών (Φ.Ε.Κ. Β' 579/9-5-2006), η οποία ορίζει τα εξής: "..Παρέχεται η εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου για τη ρύθμιση των μέχρι 30.6.2006 ληξιπρόθεσμων και μη οφειλών που προέρχονται από δάνεια που έχουν χορηγηθεί για πάγιες εγκαταστάσεις και κεφάλαια κίνησης σε βιοτεχνικές, βιομηχανικές, μεταλλευτικές, κτηνοτροφικές επιχειρήσεις βιομηχανικού τύπου, ξενοδοχειακές, αλιευτικές και ναυτιλιακές επιχειρήσεις που είναι εγκατεστημένες και λειτουργούν, ανεξάρτητα από την έδρα της επιχείρησης, στο Νομό … σε ένα νέο δάνειο, συμπεριλαμβανομένων και των τόκων του πρώτου εξαμήνου 2006, το οποίο θα εξοφληθεί σε ίσες εξαμηνιαίες χρεολυτικές ή τοκοχρεολυτικές δόσεις, με πρώτη καταβλητέα δόση την 31.12.2006 και τελευταία την 31.12.2016.
Επιτόκιο ρύθμισης των οφειλών, ορίστηκε το εκάστοτε επιτόκιο των εντόκων γραμματίων του Ελληνικού Δημοσίου (Ε.Γ.Ε.Δ) δωδεκάμηνης διάρκειας της τελευταίας έκδοσης (το επιτόκιο των Ε.Γ.Ε.Δ. είναι κυμαινόμενο -2,68% η τελευταία έκδοση) πριν από την έναρξη της περιόδου εκτοκισμού, προσαυξημενου κατά 70% πλέον εισφοράς του ν.128/1975 (0,60%).
Σε περίπτωση μη καταβολής δύο συνεχόμενων δόσεων με τους αναλογούντες τόκους ή δύο τοκοχρεολυτικών δόσεων που προκύπτουν από την ανωτέρω ρύθμιση θα καθίσταται ολόκληρο το ποσό των ρυθμιζόμενων οφειλών ληξιπρόθεσμο και απαιτητό". Με την ίδια απόφαση καθορίστηκαν οι όροι και οι προϋποθέσεις για την παροχή της εγγύησης του Ελληνικού Δημοσίου, μεταξύ των οποίων η σύνταξη μελέτης βιωσιμότητας από την εταιρεία, το ύψος της εγγύησης του Δημοσίου, που δεν μπορούσε να υπερβαίνει το σύνολο των υφιστάμενων μέχρι 30-6-2006 ληξιπρόθεσμων και μη οφειλών από δάνεια για πάγιες εγκαταστάσεις και κεφάλαια κίνησης προς πιστωτικά ιδρύματα και το 80% των συνολικών εγγυημένων από το Ελληνικό Δημόσιο, κατά τα ανωτέρω, οφειλών των εταιρειών προς αυτά.
Ακόμη τέθηκε η 31-12-2006 ως τελευταία ημερομηνία υποβολής αιτήσεων για την υπαγωγή των εταιρειών στην ως άνω ρύθμιση. Στην δε ως άνω σύνταξη μελέτης βιωσιμότητας από την εταιρεία πρέπει να περιλαμβάνονται, μεταξύ άλλων και "οι υφιστάμενες εξασφαλίσεις, οι τυχόν προτεινόμενες αναδιορθώσεις των υφιστάμενων εξασφαλίσεων που καλύπτουν τις ρυθμιζόμενες οφειλές, καθώς και οι νέες προτεινόμενες εμπράγματες εξασφαλίσεις για τις ρυθμιζόμενες οφειλές".
Στη συνέχεια, εκδόθηκε, μεταξύ άλλων αποφάσεων και η με αριθμό 2/19298/0025/30-6-2009 απόφαση του Υφυπουργού Οικονομίας και Οικονομικών (Φ.Ε.Κ. Β' 1298/30-6-2009), η οποία ορίζει τα εξής: "..Παρέχεται η εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου, σε ποσοστό 80% για τη ρύθμιση των μέχρι 30.6.2009 εγγυημένων από το Ελληνικό Δημόσιο, δυνάμει των υπ' αριθμ. 2/18872/0025/19.4.2006, 2/64063/0025/1.9.2008 και 2/88686/0025/31.12.2008 αποφάσεων του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών, ληξιπρόθεσμων και μη οφειλών που προέρχονται από δάνεια που έχουν χορηγηθεί για πάγιες εγκαταστάσεις και κεφάλαια κίνησης σε βιοτεχνικές, βιομηχανικές, μεταλλευτικές, κτηνοτροφικές επιχειρήσεις βιομηχανικού τύπου και ξενοδοχειακές επιχειρήσεις που είναι εγκατεστημένες και λειτουργούν στο Νομό …, σε ένα ενιαίο με το τρέχον δάνειο, συμπεριλαμβανομένου και του 80% των οφειλόμενων τόκων από 1.1.2008 έως 30.6.2009.
Το νέο αυτό δάνειο θα εξοφληθεί σε ίσες εξαμηνιαίες χρεολυτικές ή τοκοχρεολυτικές δόσεις, με πρώτη καταβλητέα δόση την 31.12.2010 και τελευταία την 31.12.2018. Λόγω της παρεχόμενης εγγύησης καταβάλλεται στο Ελληνικό Δημόσιο εξαμηνιαία και μέχρι τη λήξη του δανείου από εκάστοτε δανειολήπτη προμήθεια ασφαλείας σε ποσοστό 0,4% επί του ανεξόφλητου κάθε φορά υπολοίπου του δανείου.
Η πρώτη καταβολή γίνεται με την υπογραφή της νέας δανειακής σύμβασης. Οι επιχειρήσεις, με την υπογραφή της δανειακής σύμβασης, υποχρεούνται να καταβάλουν το 20% των οφειλόμενων τόκων που αντιστοιχούν στο χρονικό διάστημα από 1.1.2008 έως 30.6.2009, καθώς και την ανωτέρω προμήθεια ασφαλείας σε ποσοστό 0,4%. Ποσοστό 20% των τόκων του χρονικού διαστήματος από1.7.2009 έως 31.12.2009, μαζί με προμήθεια ασφαλείας σε ποσοστό 0,4%, βαρύνει τις επιχειρήσεις και καταβάλλεται την 31.12.2009, ενώ το υπόλοιπο των τόκων κεφαλοποιείται την 31.12.2009.
Ποσοστό 20% των τόκων του χρονικού διαστήματος από 1.1.2010 έως 30.6.2010, μαζί με προμήθεια ασφαλείας σε ποσοστό 0,4% βαρύνει τις επιχειρήσεις και καταβάλλεται την 30.6.2010, ενώ το υπόλοιπο των τόκων κεφαλαιοποιείται την 30.6.2010. Ως επιτόκιο ορίζεται το εκάστοτε επιτόκιο της αγοράς για την κατηγορία της δανειοδότησης για την οποία παρέχεται η εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου.
Οι διατάξεις της υπ' αριθμ. 15075/Β.657/5.4.2006 (ΦΕΚ Β' 447/12.4.2006) απόφασης του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών εξακολουθούν να ισχύουν...". Με την ίδια απόφαση καθορίστηκαν οι όροι και οι προϋποθέσεις για την παροχή της εγγύησης του Ελληνικού Δημοσίου, μεταξύ των οποίων η υποβολή αίτησης των ενδιαφερομένων επιχειρήσεων στα πιστωτικά ιδρύματα, για την υπαγωγή τους στις διατάξεις της απόφασης, την 30-9-2009, η καταβολή του 20% των τόκων που αντιστοιχούν στο χρονικό διάστημα από 1-1-2008 έως 30-6-2009 και η παραμονή σε ισχύ των ασφαλίσεων που είχαν ήδη ληφθει.
Από το περιεχόμενο των δύο παραπάνω Υπουργικών Αποφάσεων καθίσταται σαφές, ότι η αίτηση των ενδιαφερομένων επιχειρήσεων να υπαχθούν στις ευνοϊκές ρυθμίσεις τους, για τη ρύθμιση των ληξιπρόθεσμων και μη οφειλών τους από δάνεια και η τυχόν αποδοχή των αιτήσεών τους αυτων από τα πιστωτικά ιδρύματα, δεν επάγεται ως έννομη συνέπεια την ανανέωση της ενοχής κατ' άρθρ. 436 ΑΚ.
Τούτο δεν συνάγεται από τη διατύπωση της πρώτης με αριθμό 2/18872/0025/19-4-2006, απόφασης περί ρύθμισης των οφειλών "σε ένα νέο δάνειο", αφού αφορά ρύθμιση των μέχρι 30-6-2006 ληξιπρόθεσμων και μη οφειλών, με διατήρηση των υφιστάμενων εξασφαλίσεων για τις "ρυθμιζόμενες οφειλές". Δεν πρόκειται, δηλαδή, για αντικατάσταση της παλαιάς ενοχής με νέα, με το σκοπό κατάργησης της παλαιάς (ανανέωση), αλλά για ρυθμίσεις ικανοποίησης (εξόφλησης) της αυτής ενοχής, με την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου.
Ούτε εξάλλου προκύπτει ανανεωτικός σκοπός από το περιεχόμενοτης δεύτερης, με αριθμό 2/19298/0025/30-6-2009 Υπουργικής Απόφασης, καθόσον και αυτή ρυθμίζει οφειλές προς πιστωτικά ιδρύματα μέχρι 30-6-2009 "σε ένα ενιαίο με το τρέχον δάνειο", με απαραίτητη προϋπόθεση την καταβολή του 20% των τόκων που αντιστοιχούν στο χρονικό διάστημα από 1-1-2008 έως 30-6-2009 και με παραμονή σε ισχύ των εξασφαλίσεων που είχαν ήδη ληφθεί, για τις ρυθμιζόμενες ληξιπρόθεσμες και μη οφειλές.
Δεν νοείται, δηλαδή, ανανέωση ενοχής, με ενότητα παλαιάς και νέας "σε ένα ενιαίο με το τρέχον δάνειο" και με παραμονή σε ισχύ των εξασφαλίσεων (προσωπικών και εμπραγμάτων) για ενοχή που καταργήθηκε, προκειμένου να αντικατασταθεί με νέα. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.1 Κ.Πολ.Δ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.
Με τον λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμου βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.
Τούτο συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ.
ΑΠ 2/2019, Ολ. ΑΠ 6/2019, Ολ. ΑΠ 7/2006). Ο λόγος αυτός αναίρεσης καθιδρύεται και στην περίπτωση ιδιωτικής σύμβασης του άρθρου 361 ΑΚ, που περιέχεται σε έγγραφο, όταν οι συμβαλλόμενοι προβαίνουν σε διαφορετική ερμηνεία της δικαιοπραξίας. Ειδικότερα, οι γενικοί ερμηνευτικοί κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση που υφίσταται κενό στη σύμβαση και γενικά στη δικαιοπραξία ή γεννιέται αμφιβολία για την έννοια της δήλωσης βούλησης.
Οι διατάξεις των άρθρων αυτών παραβιάζονται στην περίπτωση κατά την οποία το δικαστήριο της ουσίας, παρά τη διαπίστωση, ακόμα και έμμεσα, κενού ή αμφιβολίας για την έννοια της δικαιοπραξίας, είτε παραλείπει να προσφύγει σ' αυτές προς εξεύρεση της αληθινής βούλησης των δικαιοπρακτούντων, ή δεν παραθέτει στην απόφασή του τα πραγματικά στοιχεία από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή των διατάξεων αυτών, είτε προβαίνει σε κακή εφαρμογή τους (ΑΠ 208/2019, ΑΠ 60/2019, ΑΠ 497/2019).
Στην κρινόμενη περίπτωση, το Εφετείο απέρριψε τους δυο πρώτους λόγους της από 16-9-2013 ανακοπής του αναιρεσείοντος, διαλαμβάνοντας στην προσβαλλόμενη απόφασή του τις ακόλουθες παραδοχές: "...Με το πρώτο σκέλος του πρώτου λόγου ανακοπής του, ο ανακόπτων ισχυρίζεται ότι, η υπ' αριθμ. … σύμβαση κατήργησε την υπ' αριθμ.
… σύμβαση πίστωσης με ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό και των πρόσθετων αυτής πράξεων, την τήρηση των όρων των οποίων εγγυήθηκε ο ανακόπτων. Από την παραδεκτή επισκόπηση του κειμένου της υπ' αριθμ. … σύμβασης και συγκεκριμένα, στη σελίδα 3 αυτής, περίπου στο μέσον, όπου ρητά αναφέρεται: ".... Προς διευκόλυνση του οφειλέτη, η ανωτέρω αναφερόμενη κατά την 30-6-2009 οφειλή του απορρέουσα από τις παραπάνω αναφερόμενες με αριθμούς … συμβάσεις πίστωσης με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό και το ως άνω από 15-6-2007 πρόσθετο σύμφωνο ρύθμισης οφειλών εξ αυτών σύμφωνα με την υπ' αριθ. 2/18872/0025/19-4-2007 απόφαση του ΥΠ.ΟΙ.Ο όπως τροποποιήθηκε και ισχύει, ανερχόμενη στις 30-6-2009 μετά του 80% των οφειλόμενων τόκων από 01.07.2008 έως 30.6.2009 στο ποσό των ευρώ τριών εκατομμυρίων εβδομήντα επτά χιλιάδων επτακοσίων ενενήντα έξι και πενήντα δύο (€ 3.077.796,52) ρυθμίζεται σύμφωνα με την παραπάνω υπ' αριθ. 2/19298/0025/30-6-2009 απόφαση του ΥΠ.ΟΙ.Ο σε συνδυασμό με τις με Α.Π. 2/66906/0025, 2/ικ1785/0025, 2/26500/0025 και 2/92473/0025 εγκρίσεις της 25ης Διεύθυνσης Κιν.
Κεφ. Εγγυήσεων της Γενικής Διεύθυνσης Θησαυροφυλακίου και Προϋπολογισμού του Υπουργείου Οικονομίας και Οικονομικών, σε ένα ενιαίο με το τρέχον δάνειο ποσού ευρώ τριών εκατομμυρίων εβδομήντα επτά χιλιάδων επτακοσίων ενενήντα έξι και πενήντα δύο (€ 3.077.796,52), με την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου σε ποσοστό 80%, με τους παρακάτω όρους και συμφωνίες", σαφώς συνάγεται το αντίθετο.
Την παραπάνω κρίση επιβεβαιώνει και στη σελίδα 6, ο όρος 13 της εν λόγω (υπ' αριθμ. …) σύμβασης ρύθμισης οφειλής: "Ο "οφειλέτης" σε όλη την διάρκεια της παρούσας σύμβασης και μέχρι την ολοσχερή εξόφληση της ρυθμιζόμενης οφειλής έχει την υποχρέωση πλέον των άλλων να τηρεί τους όρους και τις προϋποθέσεις της με αρ.
Πρωτ. 2/19298/0025/30-6-2009 (ΦΕΚ Β Ι 298/30-6-2009) απόφασης ΥΠ.ΟΙ.Ο και των με α.π. 2/66906/0025 2/οικ.1785/0025, 2/26500/0025, 2/92473/0025 εγκρίσεων της 25ης Διεύθυνσης Κιν.Κεφ. Εγγυήσεων, Δανείων και Αξιών του ΥΠ.ΟΙ.Ο., καθώς και των υπ' αρ. 2/18872/0025/19-4-2006, 2/56179/0025/7-11-2006, 2/64063/0025/1-9-2008 και 2/88685/0025/31-12-2008 αποφάσεων ΥΠ.ΟΙ.Ο. όπως τροποποιήθηκαν και ισχύουν....".
Ομοίως, και ο όρος 28 ορίζει ρητά: "Η παρούσα σύμβαση είναι ενιαία με το τρέχον ήδη ρυθμισμένο σύμφωνα με την υπ' αριθ. 2/19605/19.4.2006 απόφαση του ΥΠ.ΟΙ.Ο, όπως τροποποιήθηκε και ισχύει, δάνειο, κατά τα αναφερόμενα στην υπ' αριθ. 2/19298/0025/30-6-2009 απόφαση του ΥΠ.ΟΙ.Ο". Επίσης, τόσο η υπ' αριθμ. 2/19298/0025 απόφαση του Υφυπουργού Οικονομικών, όσο και το υπ' αριθμ. 2/69008/0025/13-10-2009 έγγραφο της 25ης Διεύθυνσης ΓΛΚ, ενισχύουν την άποψη περί ενιαίου χαρακτήρα του δανείου, όπου αναφέρεται, μεταξύ άλλων: "....
παρέχεται η εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου, σε ποσοστό 80% για την ρύθμιση των μέχρι 30-6-2009 εγγυημένων από το Ελληνικό Δημόσιο, δυνάμει των υπ' αρ. 2/18872/0025/19-4-2006, 2/64063/0025/1-9-2008 και 2/88685/0025/31-12-2008 αποφάσεων του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών, ληξιπρόθεσμων και μη οφειλών που προέρχονται από δάνεια που έχουν χορηγηθεί για πάγιες εγκαταστάσεις και κεφάλαια κίνησης σε βιοτεχνικές, βιομηχανικές, μεταλλευτικές, κτηνοτροφικές επιχειρήσεις βιομηχανικού τύπου και ξενοδοχειακές επιχειρήσεις που είναι εγκατεστημένες και λειτουργούν στο Νομό …, σε ένα ενιαίο με το τρέχον δάνειο, συμπεριλαμβανομένου και του 80% των οφειλόμενων τόκων από 1-1-2008 έως 30-6-2009".
Στο 2/66906/0025/12.12.2006 έγγραφο της 25ης Διεύθυνσης Κιν. Κεφ. Εγγυήσεων Δανείων και Αξιών, η οποία ενέκρινε την παροχή εγγύησης του Ελληνικού Δημοσίου σε ποσοστό 80% αναφέρεται: "1. Προς την A. B. ποσού 3.138.508,39 € με διατήρηση των υφιστάμενων προσωπικών εξασφαλίσεων και με τον όρο εγγραφής ισόποσης προσημείωσης υποθήκης επί του συνόλου της ως άνω οφειλής", όπου υπολαμβάνει την εν λόγω έγκριση παροχή εγγύησης, τόσο της αρχικής υπέρ της τράπεζας προς εξασφάλιση της απαίτησής της από την υπ' αριθμ. 465/2000 σύμβαση, όσο και της εμπράγματης εξασφάλισης υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου.
Τέλος, στη σελίδα 3, με τον όρο 2α της σύμβασης με αριθμ. ..., ορίστηκε ότι, προϋπόθεση διατήρησης της ρύθμισης ήταν η διατήρηση των υφιστάμενων εμπράγματων και ενοχικών εξασφαλίσεων, όπως αναφέρονται στον όρο 16 της σύμβασης, στον δε όρο 16 αυτής (σελίδα 7) αναφέρεται ότι: "Η παρούσα ρύθμιση γίνεται με την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου σε ποσοστό 80% σύμφωνα με τα οριζόμενα στη με αρ.
πρωτ. 2/19298/0025/30-6-2009 απόφαση του ΥΠ.ΟΙ.Ο (ΦΕΚ Β' Ι 298/30-6-2009) και τις Α.Π. 2/66906/0025, 2/οικ.1785/0025, 2/26500/0025 και 2/92473/0025 εγκρίσεις της 25ης Διεύθυνσης Κιν.Κεφ. Εγγυήσεων, Δανείων και Αξιών του ΥΠ.ΟΙ.Ο., καθώς και τις υπ' αρ. 2/18872/0025/19-4-2006, 2/56179/0025/7-11-2006, 2/64063/0025/1-9-2008 και 2/88685/0025/31-12-2008 αποφάσεις του ΥΠ.ΟΙ.Ο., όπως τροποποιήθηκαν και ισχύουν, οι οποίες αποτελούν αναπόσπαστο μέρος της παρούσας σύμβασης και ενιαίο με αυτήν σώμα και τους όρους των οποίων αποδέχονται ανεπιφύλακτα ο "οφειλέτης" και οι "εγγυητές".
Ρητά συμφωνείται ότι οι υφιστάμενες εγγυήσεις και εξασφαλίσεις υπέρ της Τράπεζας σε ασφάλεια των ρυθμιζόμενων με την παρούσα ανωτέρω αναφερομένων οφειλών διατηρούνται υπέρ αυτής, δηλαδή εξακολουθεί να ισχύει: α.η προσωπική εγγύηση των Χ. Λ. του Θ., Θ. Λ. του Χ., Γ. Λ. του Θ. και της ομόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία "Θ.
Λ. Και Σια Ο.Ε." που παρασχέθηκε σε ασφάλεια της υπ' αρ. ... σύμβασης πίστωσης ανοικτού (αλληλόχρεου) λογαριασμού, των υπ' αριθμ. 465/1/19-12-2000, 465/2/10-4-2001, 465/3/20-6-2001, 465/4/5-5-2004, 465/5/8-8-2005 πρόσθετων πράξεων μεταβολής ύψους πιστώσεως με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό αυτής και του από 15-6-2007 πρόσθετου συμφώνου ρύθμισης οφειλών, β.η ανωτέρω αναφερόμενη υποθήκη ποσού ευρώ δύο εκατομμυρίων οκτακοσίων είκοσι πέντε χιλιάδων τετρακοσίων τριάντα οκτώ ευρώ και είκοσι (€ 2.825.438,20), ασφαλίζουσα την υπ' αριθμ. ...
σύμβαση πίστωσης με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό, τις υπ' αριθμ. 465/1/19-12-2000, 465/2/10-4-2001, 465/3/20-6-2001, 465/4/5-5-2004, 465/5/8-8-2005 πρόσθετες πράξεις μεταβολής ύψους πιστώσεως με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό αυτής και το από 15-6-2007 πρόσθετο σύμφωνο αυτής περί ρύθμισης οφειλών, που ενεγράφη δυνάμει της με αριθμό ... πράξης συμβολαιογράφου Παναγιώτας Πάπαρη επί α) ενός αγροτεμαχίου έκτασης 20.854 τ.μ.
που βρίσκεται στην περιοχή του αγροκτήματος Αγιάσματος του Δήμου Κεραμωτής του Νομού Καβάλας και επί του βουστασίου που βρίσκεται επ' αυτού συνολικού εμβαδού 1.443,20 τ.μ ιδιοκτησίας της πιστούχου και β) επί ενός αγροτεμαχίου έκτασης 4.000,00 τ.μ. που βρίσκεται στην περιοχή αγροκτήματος Πηγών του Δήμου Κεραμωτής του Νομού Καβάλας και επι του συσκευαστηρίου που βρίσκεται επ' αυτού συνολικού εμβαδού 2.250,00 τ.μ.
ιδιοκτησίας της εγγυήτριας ομορρύθμου εταιρίας με την επωνυμία "ΛΕΠΙΔΑΣ ΘΕΟΦΙΛΟΣ ΚΑΙ ΣΙΑ ΟΕ" που μεταγράφηκε στο κτηματολογικό γραφείο Χρυσουπόλεως την 12-6-2007 (κωδικός Κ.Γ. 419 και 420). Ρητά συμφωνείται ότι οι ανωτέρω εξασφαλίσεις παραμένουν ισχυρές και θα εξασφαλίζουν την απαίτηση για το σύνολο της οφειλής όπως αυτή προκύπτει στην παρούσα σύμβαση και εφόσον απαιτηθεί από τις αρμόδιες Διευθύνσεις και Υπηρεσίες του ΥΠ.ΟΙ.Ο /ή από την "Τράπεζα", ο οφειλέτης και οι εγγυητές αναλαμβάνουν την υποχρέωση να συμπράξουν όταν και όπου απαιτείται για την επίτευξη της κατ' άρθρο 1313 ΑΚ σημείωσης για τη μεταβολή των όρων των ενυπόθηκων απαιτήσεων στην οικεία στήλη του βιβλίου υποθηκών".
Επομένως, εσφαλμένα ισχυρίζεται ο ανακόπτων (με το πρώτο σκέλος του πρώτου λόγου της κρινόμενης ανακοπής του), ότι η αιτία της οφειλής, για την οποία εκδόθηκε η ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής είναι μόνον η υπ' αριθμ. ... σύμβαση, αφού σαφώς προέκυψε ότι, δεν καταργήθηκαν οι προηγούμενες συμβάσεις πίστωσης και πρόσθετες πράξεις, αλλά ενσωματώθηκαν στη νέα σύμβαση ρύθμισης της οφειλής που προερχόταν από τις ίδιες αυτές συμβάσεις, πολλώ δε μάλλον κι εφόσον είναι διάφορος ο νομικός χαρακτηρισμός τον οποίον προσδίδουν τα μέρη στη σύμβαση, αφού αυτός ανήκει κυριαρχικά στο δικαστήριο.
Άλλωστε, δεν αποκλείεται ο συνδυασμός τραπεζικής πίστωσης ή χορήγησης δανείου οποιασδήποτε μορφής και αλληλόχρεου λογαριασμού (ΕφΠειρ. 57/2010 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ). Κατά συνέπεια, απορριπτέος, ως αβάσιμος στην ουσία του, κρίνεται ο ανωτέρω λόγος ανακοπής, αφού προέκυψε ότι, η προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής εκδόθηκε για απαίτηση απορρέουσα από την υπ' αριθμ. ...
δανειακή σύμβαση, με την οποία ρυθμίστηκε η οφειλή από την υπ' αριθμ. 465/2000 σύμβαση πίστωσης με ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό, με συγκεκριμένους όρους, που έθεσε το Ελληνικό Δημόσιο, προκειμένου να παράσχει την εγγύησή του για τη ρύθμιση με ευνοϊκούς για τον δανειολήπτη όρους από την προγενέστερη (υπ' αριθμ. 465/2000) σύμβαση αλληλόχρεου λογαριασμού.
Με το δεύτερο σκέλος του πρώτου λόγου ανακοπής του, ο ανακόπτων ισχυρίζεται ότι, είναι νοθευμένη η υπ' αριθμ. ... σύμβαση ως προς την τεθείσα υπογραφή του με την ιδιότητα του εγγυητή, καθώς και ότι, σε κάθε περίπτωση, έχει απαλλαγεί από την προσωπική του εγγύηση, την 03.09.2009, με την έκδοση της "εγκριτικής απόφασης της απαλλαγής της προσωπικής του εγγύησης".
Λογικά, θα πρέπει να σημειωθεί ότι, με την κρισιολογούμενη ανακοπή του δεν αμφισβητεί την υπογραφή των πρόσθετων πράξεων αύξησης του πιστωτικού ορίου (αντίθετα, εκεί "επικαλείται και προσκομίζει" όλες τις συμβάσεις και τις πρόσθετες πράξεις μεταβολής ύψους πιστώσεως, καθώς και το από 15.06.2007 πρόσθετο σύμφωνο, προκειμένου,με την "απλή παραβολή της υπογραφής του σε αυτές", να αποδειχθεί η πλαστότητα της υπογραφής του στη με αριθμό ...
σύμβαση ρύθμισης οφειλών), πράγμα που έκανε το πρώτον ενώπιον της πραγματογνώμονα - γραφολόγου, ώστε προβαλλόμενος ο σχετικός ισχυρισμός εκ των υστέρων, δεν ασκεί έννομη επιρροή (πολλώ δε μάλλον κι εφόσον ουδόλως θίγεται στην ένδικη ανακοπή η κατάρτιση του από 15.06.2007 πρόσθετου συμφώνου). Σε κάθε περίπτωση, αλυσιτελώς προβάλλεται ο παραπάνω ισχυρισμός, καθόσον ουδεμία επιρροή θα είχε στην έκταση της ευθύνης του απέναντι στην καθ' ης η ανακοπή Τράπεζα, η ενδεχόμενη μη υπογραφή από αυτόν της υπ' αριθμ. ...
σύμβασης, και τούτο διότι, ο ανακόπτων εγγυήθηκε με την υπογραφή του την τήρηση των όρων της αρχικής υπ' αριθμ. 465/2000 σύμβασης πίστωσης με ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό (αλλά και των πρόσθετων πράξεων αυτής), με αποτέλεσμα η εγγύησή του να καλύπτει και όλες τις συμπληρωματικές συμβάσεις της πρώτης, όπως ακριβώς και η υπ' αριθμ. ...
σύμβαση ρύθμισης οφειλής, σύμφωνα με τα όσα αναλυτικά στη μείζονα σκέψη της παρούσας έχουν εκτεθεί, καθόσον ουδέποτε ελευθερώθηκε της εγγύησης αυτής, αφού δεν τηρήθηκαν οι όροι της απαλλαγής που τέθηκαν από την 25η Διεύθυνση ΓΛΚ.
Με τον δεύτερο λόγο της ανακοπής του, που αποτελεί επανάληψη του δεύτερου σκέλους του πρώτου λόγου αυτής, ισχυρίζεται ότι, η φερόμενη ως δική του υπογραφή στην υπ' αριθμ. ... σύμβαση δεν τέθηκε από τον ίδιο, προτείνει ένσταση πλαστότητας (της υπογραφής του), ενώ παράλληλα κατονομάζει ως πλαστογράφο τον αδελφό του, Χρήστο Λεπίδα του Θ., προτείνοντας παραδεκτά τα σχετικά αποδεικτικά μέσα για την απόδειξη των ισχυρισμών του.
Εν προκειμένω, αλυσιτελώς προβάλλεται ο παραπάνω ισχυρισμός του, καθόσον δεν θα επηρέαζε την έκταση της ευθύνης του απέναντι στην καθ' ης η ανακοπή Τράπεζα, η ενδεχόμενη μη υπογραφή από αυτόν της υπ' αριθμ. ... σύμβασης, ως παραπάνω ήδη αναφέρθηκε, προς αποφυγήν άσκοπων επαναλήψεων, παρότι, η ειδική δικαστική γραφολόγος Παρασκευή Φλούδα, μετά την διενέργεια γραφολογικής εξέτασης, αναφορικά με την γνησιότητα της υπογραφής του ως εγγυητή στην εν λόγω σύμβαση, αποφαίνεται ρητά με την από 17.03.2014 έκθεσή της, ότι το ίδιο πρόσωπο που υπογράφει ως Γεώργιος Λεπίδας σε όλες τις προηγούμενες συμβάσεις (αρχική σύμβαση πίστωσης, μεταγενέστερες πρόσθετες πράξεις μεταβολής ύψους πιστώσεως και πρόσθετα σύμφωνα) υπογράφει και την υπ' αριθμ. ...
σύμβαση ρύθμισης οφειλής, "....διότι διαπιστώθηκαν και εντοπίσθηκαν ομοιότητες σε γραφολογικά χαρακτηριστικά - γνωρίσματα, ομοιότητες στον ατομικό υπογραφικό αυτοματισμό και στην ποιότητα της υπογραφικής κίνησης κατά την σύγκριση αυτών με τα δείγματα υπογραφών του συγκριτικού υλικού", η δε ορισθείσα από το Δικαστήριο, δυνάμει της υπ' αριθμ. 60/2014 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καβάλας ειδική δικαστική γραφολόγος Ευθυμία Μάντιου, είναι κατηγορηματική ότι: "η υπογραφή που υπάρχει στις σελίδες της υπ' αριθμ. ...
σύμβασης και φέρεται ως ανήκουσα στον ανακόπτοντα, ΔΕΝ ΑΝΗΚΕΙ ΣΤΟΝ ΙΔΙΟ ΗΤΟΙ ΓΕΩΡΓΙΟ ΛΕΠΙΔΑ ΑΛΛΑ ΣΤΟΝ ΧΡΗΣΤΟ ΛΕΠΙΔΑ του Θ.". Με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση παραβίαση των ουσιαστικών διατάξεων της με αριθμό 2/18872/0025/19-4-2006 απόφασης του Υφυπουργού Οικονομίας και Οικονομικών, της με αριθμό 2/19298/0025/30-06-2019 απόφασης του Υφυπουργού Οικονομίας και Οικονομικών, ως και των άρθρων 419 επ., 200, 288 Α.Κ., καθώς και του άρθρου 436, κατ' ορθήν εκτίμηση, του ίδιου Κώδικα, δια της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής τους.
Ειδικότερα, με το πρώτο σκέλος του λόγου αυτού, διατείνεται ότι το Εφετείο εσφαλμένα ήχθη σε απόρριψη των δύο πρώτων λόγων της ανακοπής του, με την πραδοχή πως με τις παραπάνω Υπουργικές Αποφάσεις προβλέφθηκε η σύναψη νέων συμβάσεων, με τις οποίες απλώς θα ρυθμίζονταν οι οφειλές από τις προϋφιστάμενες δανειακές συμβάσεις, χωρίς να ανανεώνονται κατ' άρθρ. 436 ΑΚ, με αποτέλεσμα να δεχθεί συνακολούθως ότι με την με αριθμό 70/30-12-2009 σύμβαση δεν συμφωνήθηκε η απόσβεση της ενοχής από την αρχική, με αριθμό ...
σύμβαση δανείου και τις πρόσθετες αυτής πράξεις. Σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν, όμως, στις νομικές σκέψεις της παρούσας απόφασης, με τις παραπάνω δύο Υπουργικές αποφάσεις δεν προβλέφθηκε η ανανέωση δανειακών συμβάσεων, που είχαν συνάψει οι επιχειρήσεις με τα πιστωτικά ιδρύματα, με σκοπό κατάργησης των παλαιών συμβάσεων, αλλά μόνο η ρύθμιση των οφειλών που απορρέουν από τις υφιστάμενες δανειακές συμβάσεις, με ευνοϊκούς όρους και με την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου.
Επομένως, το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις Υπουργικές αυτές Αποφάσεις και ορθά δεν εφάρμοσε τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 419 και 436 ΑΚ, οι οποίες δεν ήσαν εφαρμοστέες, αφού δεν συνέτρεχε αποσβεστικός λόγος ενοχής με δόση αντί καταβολής (419 ΑΚ) ούτε με ανανέωση (436 ΑΚ) και ο αναιρετικός αυτός λόγος ως προς το πρώτο σκέλος του είναι αβάσιμος.
Με το δεύτερο σκέλος του ίδιου λόγου ο αναιρεσείων επικαλείται πλημμέλεια, συνιστάμενη στην εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ουσιαστικών διατάξεων των άρθρων 200 κιαι 288 ΑΚ, ισχυριζόμενος ότι το Εφετείο, με το να δεχθεί πως η με αριθμό 70/30-12-2009 σύμβαση με την αναιρεσίβλητη δεν συνιστά ανανέωση των προηγούμενων δανειακών συμβάσεων, οι οποίες αντικαταστάθηκαν από αυτήν και έτσι καταργήθηκαν, προέβη σε εσφαλμένη ερμηνεία του περιεχομένου της σύμβασης αυτής, παραβιάζοντας έτσι τις πιο πάνω ουσιαστικές διατάξεις.
Με τις προεκτεθείσες παραδοχές του, όμως, το Εφετείο, έκρινε ότι σαφώς με την αριθ. ... σύμβαση δεν καταργήθηκαν οι προηγούμενες δανειακές συμβάσεις, αλλά ενσωματώθηικαν στη νέα αυτή σύμβαση ρύθμισης της οφειλής, χωρίς να χρειαστεί να καταφύγει σε ερμηνεία των δικαιοπρακτικών δηλώσεων των μερών, ούτε να διαπιστώνει, έστω με έμμεσο τρόπο, κάποιο κενό ή αμφιβολία στην έννοια της δικαιοπραξίας, ώστε να χρειάζεται να αναζητήσει την αληθινή βούληση των δικαιοπρακτούντων, καταφεύγοντας στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ.
Άρα, ορθά δεν εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 200 ΑΚ, αφού δεν ήταν εφαρμοστέα, ούτε και αυτήν του άρθρου 288 ΑΚ, που ορίζει ότι ο οφειλέτης έχει υποχρέωση να εκπληρώσει την παροχή όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη, διότι συνέπεια εφαρμογής της τελευταίας αυτής διάταξης είναι η αναπροσαρμογή της παροχής (Ολ.ΑΠ927/1982, ΑΠ 524/2008).
Επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης είναι και ως προς το δεύτερο σκέλος του , αβάσιμος. V. Ο αναιρετικός λόγος από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ καθιδρύεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. "Πράγματα" δε, θεωρούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως θεμελιώνουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος καθώς και οι κύριοι ή πρόσθετοι λόγοι έφεσης, που αφορούν αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς και όχι οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής ή μη έχοντα αυτοτέλεια επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή την εκτίμηση των αποδείξεων (Ολ.
ΑΠ 3/1997, ΑΠ 1/2019, ΑΠ 933/2018).
Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.19 Κ.Πολ.Δ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης, η οποία στοιχειοθετεί τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναίρεσης, συντρέχει όταν στο αιτιολογικό της απόφασης, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στην συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος αλλά δεν εφαρμόστηκε (Ολ. ΑΠ 2/2019, Ολ. ΑΠ 25/2004, ΑΠ 275/2018).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 281 ΑΚ, η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικώς, όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου, που προηγήθηκε ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε, κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε, χωρίς κατά νόμο να εμποδίσουν τη γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή την μεταγενέστερη άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, αφού τείνει στην ανατροπή καταστάσεως, που δημιουργήθηκε υπό ορισμένες ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για πολύ καιρό, με επακόλουθο να συνεπάγεται επαχθείς συνέπειες για τον υπόχρεο.
Απαιτείται δηλαδή, για να χαρακτηρισθεί καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος, να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο, από την συμπεριφορά του δικαιούχου, σε συνάρτηση και με εκείνη του υπόχρεου και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση, ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του. Απαιτείται ακόμη οι πράξεις του υπόχρεου και η υπ' αυτού δημιουργηθείσα κατάσταση, επαγόμενη ιδιαιτέρως επαχθείς για τον υπόχρεο επιπτώσεις, να τελούν σε αιτιώδη σύνδεσμο με την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου.
Μόνη η μακροχρόνια αδράνεια του δικαιούχου και όταν ακόμη δημιούργησε την εύλογη πεποίθηση στον υπόχρεο ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται αυτό να ασκηθεί, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική την μεταγενέστερη άσκηση αυτού, αλλά απαιτείται να συντρέχουν, προσθέτως, ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες, κυρίως, από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και του υπόχρεου, ενόψει των οποίων και της αδράνειας του δικαιούχου, η επακολουθούσα άσκηση του δικαιώματος, τείνουσα στην ανατροπή της διαμορφωθείσας καταστάσεως υπό τις ανωτέρω ειδικές συνθήκες και διατηρηθείσας για αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα, να εξέρχεται των υπό της ανωτέρω διατάξεως διαγραφομένων ορίων.
Η ειρημένη δε αδράνεια του δικαιούχου, που δεν είναι απαραίτητο να προκαλεί αφόρητες ή δυσβάστακτες για τον υπόχρεο συνέπειες, αρκεί και η επέλευση δυσμενών απλώς για τα συμφέροντά του επιπτώσεων, πρέπει να υφίσταται επί μακρό χρονικό διάστημα, πλην ελάσσονα του δια την παραγραφή του δικαιώματος υπό του νόμου προβλεπομένου, από τότε που ο δικαιούχος μπορούσε να ασκήσει το δικαίωμά του (Ολ.
ΑΠ 17/1995, ΑΠ 480/2019, ΑΠ 1465/2018, ΑΠ 776/2018).
Με το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης ο αναιρεσείων μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση για σφάλματα από τους αριθμούς 8, 19 και 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. Ειδικότερα, με το πρώτο σκέλος του λόγου αυτού, από τον αριθ. 8, διατείνεται ότι η απόφαση αυτή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και συγκεκριμένα δεν έλαβε υπόψη την ένσταση καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος της αναιρεσίβλητης, που ζήτησε την έκδοση της επίδικης διαταγής πληρωμής σε βάρος του, καθόσον την ένσταση αυτή, θεμελιούμενη στο άρθρο 281 ΑΚ, είχε προτείνει με τον τρίτο λόγο της ανακοπής του, ενώ η προσβαλλόμενη απόφαση απέρριψε παρόμοια ένσταση που είχε προτείνει με τον έβδομο λόγο της ανακοπής, στηριζόμενη όμως σε διαφορετικά πραγματικά γεγονότα.
Από το δικόγραφο της από 16-9-2013 ανακοπής, που παραδεκτά επισκοπείται για την έρευνα του αναιρετικού λόγου (άρθρο 561 παρ.2 Κ.Πολ.Δ), προκύπτει ότι ο αναιρεσείων - ανακόπτων πρότεινε με τον τρίτο λόγο αυτής τον ισχυρισμό ότι η προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής εκδόθηκε κατά κατάχρηση δικαιώματος της αναιρεσίβλητης, διότι από την 3-9-2009, οπότε εκδόθηκε η εγκριτική απόφαση της αρμόδιας 25ης Διεύθυνσης Κίνησης Κεφαλαίων, εγγυήσεων, δανείων και αξιών του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους, με την οποία εγκρίθηκε η άρση της προσωπικής εγγύησης του αναιρεσείοντος, με αντικατάσταση αυτού από τρίτο φερέγγυο πρόσωπο, έχει απαλλαγεί από την εγγυητική του ευθύνη, κάτι που με τη συμπεριφορά της αναγνώριζε πλήρως η αναιρεσείουσα, κατά τα εκτιθέμενα αναλυτικά στην ανακοπή.
Το Εφετείο, απέρριψε στην ουσία του τον τρίτο λόγο της ανακοπής, με τις ακόλουθες πραγματικές παραδοχές "... Με τον τρίτο λόγο της ανακοπής του, ο ανακόπτων επαναλαμβάνει τον ήδη προβληθέντα με τον πρώτο λόγο ανακοπής ισχυρισμό του, ότι είχε ήδη απαλλαγεί από την προσωπική του εγγύηση με το από 03.09.2009 έγγραφο της 25ης Δ/σης ΓΛΚ.
Όπως, όμως, προεκτέθηκε, αυτό δεν αποδείχθηκε αληθές, καθόσον ουδέποτε απαλλάχθηκε από την εγγυητική του ευθύνη, το δε από 03.09.2009 έγγραφο της 25ης Δ/σης ΓΛΚ, το οποίο παραδεκτά επισκοπείται για την εκτίμηση του λόγου ανακοπής, περιείχε, τους όρους που έπρεπε να τηρηθούν, προκειμένου αυτός να απαλλαγεί από την προσωπική του εγγύηση, οι οποίοι, ωστόσο, δεν τηρήθηκαν, ενώ ο ισχυρισμός ότι κρίθηκε ότι η απαίτηση της δανείστριας ήταν επαρκώς εξασφαλισμένη και αρκούσε η ανάληψη της μέχρι τότε δικής του ευθύνης από τους υπόλοιπους εγγυητές, ουδόλως προέκυψε βάσιμος, πολλώ δε μάλλον κι εφόσον ευχερώς συνάγεται ότι, λόγος που τέθηκαν οι συγκεκριμένοι όροι για την απαλλαγή του ανακόπτοντα από την εγγυητική του ευθύνη ήταν μόνον η εξασφάλιση του Ελληνικού Δημοσίου ως εγγυητή και σε καμία περίπτωση η διασφάλιση των οικονομικών συμφερόντων της τράπεζας.
Ειδικότερα, το Ελληνικό Δημόσιο με την υπ' αριθμ. 2/66906/0025/12.12.2006 έγκρισή του, ζητούσε την διατήρηση των υφιστάμενων προσωπικών εξασφαλίσεων, έθετε, όμως, ως όρο την εγγραφή ισόποσης προσημείωσης υποθήκης επί του συνόλου της οφειλής υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου. Περαιτέρω, σε ότι αφορά την προσημείωση υποθήκης ποσού 343.360,23 ευρώ επί ακινήτου συνιδιοκτησίας του ανακόπτοντος στην Ξάνθη, αφενός ουδέποτε δέχθηκε η τράπεζα την άρση της, αφετέρου η αρμόδια 25η Διεύθυνση ΓΛΚ με το υπ' αριθμ. 2/56914/0025/20.09.2007 έγγραφό της απαντώντας σε σχετικό ερώτημα, ρητά αποφάνθηκεότι η άρση της προσημείωσης αυτής είναι δυνατή "μόνον κατόπιν συναίνεσης της Τράπεζας Αττικής, λαμβάνοντας υπόψη ότι δεν έχει συντελεστεί υποκατάσταση του Ελληνικού Δημοσίου στα δικαιώματα της εν λόγω πιστώτριας τράπεζας".
Άλλωστε, η επικαλούμενη υποθήκη ποσού 2.825.438,20 ευρώ, εγγράφηκε υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου, προκειμένου να χορηγηθεί από αυτό η εγγύηση κατά ποσοστό 80% υπέρ της πιστούχου, και όχι υπέρ της τράπεζας. Οι δε εμπράγματες εξασφαλίσεις της τελευταίας για την απαίτηση από την 465/2000 σύμβαση πίστωσης και τις πρόσθετες συμβάσεις αυτής, είναι οι παρακάτω:
Α) η προσημείωση υποθήκης ποσού 343.360,23 ευρώ, η οποία εγγράφηκε επί ακινήτου συνιδιοκτησίας του Χρήστου Λεπίδα και του ανακόπτοντα στην Ξάνθη, Β) η σωρευτική προσημείωση ποσού 250.000 ευρώ που εγγράφηκε επί ακινήτων των οφειλετών, δυνάμει της υπ' αριθμ. 13/2012 απόφασης του Μον. Πρ. Καβάλας και ειδικότερα επί των κάτωθι ακινήτων:
επί του δεύτερου ακινήτου (βουστασίου) που είχε υποθηκευθεί από το Ελληνικό Δημόσιο για το ποσό των 2.825.438,20 ευρώ, έκτασης 1.443,20 τ.μ. στο Άγιασμα Νέστου επί του πρώτου ακινήτου που είχε υποθηκευθεί από το Ελληνικό Δημόσιο για το ποσό των 2.825.438,20 ευρώ, έκτασης 4.000 τ.μ. στις Μουριές Πηγών Νέστου, επί κατοικίας ιδιοκτησίας του Χρήστου Λεπίδα στην οδό Ε.Ζάππα στην Καβάλα, επί της οποίας υφίσταντο προγενέστερα βάρη, επί ενός αγρού έκτασης 10.431 τ.μ.
στο Άγιασμα Καβάλας, επί ενός αγρού έκτασης 15.259 τ.μ., επί αγρού έκτασης 41.056 τ.μ. στο Άγιασμα Καβάλας, όπου υφίσταται ήδη προσημείωση υποθήκης ποσού 200.000 ευρώ υπέρ της Άλφα Τράπεζας, ώστε, όπως προκύπτει, ουδόλως εξασφαλισμένη ήταν η απαίτηση της καθ' ης η ανακοπή. Άλλωστε, απαραίτητη προϋπόθεση της κατάπτωσης της εγγύησης του Ελληνικού Δημοσίου, και συνακόλουθα της είσπραξης της απαίτησης της καθ' ης, στο ποσοστό του 80%, είναι, κατά νόμο, η προηγούμενη προσπάθεια είσπραξης της απαίτησης από τους οφειλέτες...".
Από τις πιο πάνω ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, αναμφίβολα προκύπτει ότι, αφού ο αναιρεσείων τον τρίτο λόγο της ανακοπής του, που περιέχει την ένσταση του άρθρ. 281 ΑΚ, στηρίζει στο πρωταρχικό γεγονός της απαλλαγής του από την εγγυητική του ευθύνη και η απόφαση αυτή έκρινε πως ουδέποτε επήλθε τέτοια απαλλαγή και απέρριψε το λόγο αυτό της ανακοπής, έλαβε υπόψη της και απέρριψε την, με βάση την ως άνω επικαλούμενη απαλλαγή, ένσταση του αναιρεσείοντος.
Άρα, ο λόγος αναίρεσης ως προς το πρώτο σκέλος του είναι αβάσιμος. Εξάλλου, το Εφετείο με σαφή και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, που καθιστά εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ήχθη στο αποδεικτικό πόρισμα ότι ο αναιρεσείων δεν έχει απαλλαγεί από την εγγυητική του ευθύνη και δεν αποστέρησε, έτσι, την απόφασή του από τη νόμιμη βάση της.
Ακόμη οι παραδοχές του αυτές περί μη απαλλαγής του αναιρεσείοντος από την ευθύνη του, την οποία στον τρίτο λόγο ανακοπής θέτει ο ίδιος ως προϋπόθεση της θεμελίωσης της ένστασης του 281 ΑΚ, δεν δικαιολογούν την εφαρμογή της τελευταίας αυτής διάταξης, την οποία ορθά δεν εφάρμοσε. Επομένως, ο παρών δεύτερος λόγος αναίρεσης, ως προς τα σκέλη του δεύτερο και τρίτο, από τους αριθ. 19 και 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, είναι αβάσιμος.
Με το λόγο δε αυτό ο αναιρεσείων επιχειρεί, με το πρόσχημα του αναιρετικού ελέγχου, να πλήξει την ανέλεγκτη επί της ουσίας κρίση του Εφετείου (άρθρ. 561 παρ.1 Κ.Πολ.Δ).
Με τον τρίτο και τελευταίο λόγο της αίτησης αναίρεσης, από τον αριθ.19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, ο αναιρεσείων βάλει κατά της απόφασης του Εφετείου, αιτιώμενος ότι με ασαφείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες απέρριψε τους λοιπούς λόγους της ανακοπής του. Ειδικότερα, ότι απέρριψε τον τέταρτο λόγο, με τον οποίο προσέβαλε την ανακοπτομένη διαταγή πληρωμής, διότι αυτή εκδόθηκε χωρίς να πληρούνται οι προϋποθέσεις των άρθρων 626 παρ.1 και 2 και 630 στ.δ' Κ.Πολ.Δ, καθώς αναφέρει εσφαλμένη αιτία πληρωμής, τον πέμπτο λόγο, ότι η επίδικη σύμβαση δανείου και οι πρόσθετες πράξεις της είναι αντίθετη με τις ισχύουσες Υπουργικές αποφάσεις και με κοινοτικούς κανόνες δικαίου, τον έκτο λόγο, ότι η επίδικη απαίτηση είναι μη εκκαθαρισμένη διότι περιλαμβάνει τόκους υπολογισμένους με έτος 360 ημερών και, τέλος, ότι απέρριψε τον έβδομο λόγο της ανακοπής, ότι δεν υπήρξε λόγος καταγγελίας της σύμβασης και επιδίκασης της απαίτησης, με συνέπεια να μην συντρέχει το έννομο συμφέρον της αναιρεσίβλητης προς έκδοση της διαταγής πληρωμής.
Από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει, ότι αυτή απέρριψε τον ως άνω πέμπτο λόγο της ανακοπής ως αόριστο, αλλά και ως νομικά αβάσιμο. Διέλαβε δε, στη συνέχεια, στον ελλάσσονα συλλογισμό της, ως προκύψαντα από τις αποδείξεις τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά που παρατίθενται στο αναιρετήριο και στις οποίες παραδοχές στηρίζει ο αναιρεσείων τον τρίτο λόγο της ένδικης αίτησης: "...
δυνάμει της με αριθμό 465/18.04.2000 σύμβασης πίστωσης με ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό που υπεγράφη στην Καβάλα μεταξύ της ομόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία "ΧΡΗΣΤΟΣ ΛΕΠΙΔΑΣ ΚΑΙ ΣΙΑ ΟΕ", που εδρεύει στο Αγίασμα Νέστου και της Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "A. B. ΑΝΩΝΥΜΗ ΤΡΑΠΕΖΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, χορηγήθηκε στην πιστούχο πίστωση μέχρι του ποσού των 250.000.000 δραχμών, η οποία αυξήθηκε διαδοχικά δυνάμει των με αριθμούς ...
και 465/1/19-12-2000, 465/2/10-4-2001, 465/3/20-6-2001, 465/4/5-5-2004, και 465/5/8-8-2005 πρόσθετων πράξεων μεταβολής του ύψους της πίστωσης και ανήλθε τελικώς στο ποσό των 4.500.000 ευρώ. Την ανωτέρω σύμβαση πίστωσης και τις πρόσθετες πράξεις αυτής, καθώς και τα πρόσθετα σύμφωνα (15.06.2007, 25.09.2008 και 05.01.2009) υπέγραψε ως εγγυτής ο ανακόπτων, Γεώργιος Λεπίδας, του Θ., αδελφός του νομίμου εκπροσώπου της πιστούχου εταιρίας, προς εξυπηρέτηση της τελευταίας, ενεχόμενος ως αυτοφειλέτης για την εμπρόθεσμη εξόφληση του καταλοίπου του ανοιχτού λογαριασμού κατά κεφάλαιο, τόκους και έξοδα, παραιτούμενος της ενστάσεως διζήσεως και των ενστάσεων των άρθρων 853 επ.
ΑΚ. Με τη με αριθμό 2/18872/0025/19.04.2006 απόφαση του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών, που δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ Β/579/2006, παρέχεται η εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου σε ποσοστό 80% για τη ρύθμιση των μέχρι την 30.06.2006 ληξιπρόθεσμων και μη οφειλών που προέρχονται από δάνεια που έχουν χορηγηθεί για κεφάλαιο κίνησης σε επιχειρήσεις του Νομού Καβάλας σε ένα δάνειο, το οποίο θα εξοφληθεί σε ίσες εξαμηνιαίες χρεολυτικές ή τοκοχρεολυτικές δόσεις με την πρώτη καταβλητέα την 31.12.2006 και την τελευταία την31.12.2016.
Κατόπιν της από 20.11.2006 αίτησης της πιστούχου εταιρίας προς την 25η Διεύθυνση Κίνησης Κεφαλαίων του Γ.Λ.Κ., εκδόθηκε η με Α.Π. 2/66906/0025/12.12.2006 απάντηση, βάσει της οποίας εγκρίθηκε η παροχή εγγύησης του Ελληνικού Δημοσίου σε ποσοστό 80% των υφιστάμενων την 30.06.2006 οφειλών της εν λόγω πιστούχου προς την καθ' ης η ανακοπή τράπεζα, ύψους 3.138.508,39 ευρώ, με διατήρηση των υφισταμένων προσωπικών εξασφαλίσεων και με τον όρο εγγραφής ισόποσης προσημείωσης υποθήκης επί του συνόλου της οφειλής.
Μετά την ανωτέρω έγκριση, ο νόμιμος εκπρόσωπος της πιστούχου εταιρίας ζήτησε από την καθ' ης η ανακοπή την απαλλαγή από την εγγυητική ευθύνη του αδελφού του και ήδη ανακόπτοντος, ο οποίος συμβλήθηκε ως εγγυητής, συγκύριος κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου ενός ακινήτου στην Ξάνθη, επί του οποίου καθ' ης ενέγραψε προσημείωση υποθήκης, για το ποσό των 343.360,23 ευρώ, δυνάμει της με αριθμό 708/2000 απόφασης του Μον.Πρ.
Καβάλας, για την εξασφάλιση της απαίτησής της από την προαναφερόμενη σύμβαση πίστωσης. Δεδομένου, ωστόσο, ότι βάσει της ανωτέρω εγκριτικής απάντησης της αρμόδιας 25ης Διεύθυνσης Κίνησης Κεφαλαίων του Γ.Λ.Κ., η εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου παρεχόταν υπό τον όρο διατήρησης των προσωπικών εξασφαλίσεων, συμφωνήθηκε μεταξύ της πιστούχου και της καθ' ης, αφενός η παροχή εγγύησης, αφετέρου η πληρωμή του ποσού που αντιστοιχούσε στην αξία του ποσοστού εξ αδιαιρέτου του ανακόπτοντος επί του προσημειωμένου ακινήτου στην Ξάνθη.
Ακολούθως, την ανωτέρω μείωση του οφειλομένου ποσού της πίστωσης, μέσω της καταβολής αυτής, ενέκρινε η αρμόδια Διεύθυνση Κίνησης Κεφαλαίων του Γ.Λ.Κ., με το από 11.01.2007 έγγραφό της προς την πιστούχο εταιρία, το οποίο κοινοποιήθηκε και στην καθ' ης η ανακοπή τράπεζα. Στη συνέχεια, η πιστούχος εταιρία κατέβαλε το ποσό των 313.070,19 ευρώ, πρότεινε δε την παροχή εγγύησης από την εταιρία "ΛΕΠΙΔΑΣ ΘΕΟΦΙΛΟΣ ΚΑΙ ΣΙΑ ΟΕ", η οποία εκπροσωπούνταν, μεταξύ άλλων, και από τον πατέρα του ανακόπτοντος Θεόφιλο Λεπίδα, και υπεγράφη, την 13.06.2007, "σύμβαση εγγύησης", με την οποία η ως άνω ομόρρυθμη εταιρία εγγυήθηκε μέχρι του ποσού των 4.500.000 ευρώ, την εξόφληση κάθε καταλοίπου από την σύμβαση πίστωσης και τις πρόσθετες πράξεις, ενεχόμενη ως αυτοφειλέτρια και παραιτούμενη από τις ενστάσεις διζήσεως κλπ.
Την 15.06.2007, υπεγράφη στην Καβάλα, μεταξύ της πιστούχου, της καθ' ης και των εγγυητών, μεταξύ των οποίων και του ανακόπτοντος, το πρόσθετο σύμφωνο της αρχικής σύμβασης πίστωσης με ανοιχτό λογαριασμό, με το οποίο οι συμβαλλόμενοι ρύθμισαν το υπόλοιπο της οφειλής της πιστούχου, ανερχόμενο την 30.06.2006 στο ποσό των 3.138.508,39 ευρώ, και κατόπιν καταβολής του ποσού των 313.070,19 ευρώ, σε 2.825.438,20 ευρώ, ως εκεί αναγράφεται.
Ειδικότερα, το υπόλοιπο αυτό κεφαλαιοποιήθηκε και μεταφέρθηκε στο με αριθμό 140014869901101 λογαριασμό εξυπηρέτησης, που άνοιξε για το σκοπό αυτό και συμφωνήθηκε η αποπληρωμή του σε 18 εξαμηνιαίες δόσεις, από τις οποίες η πρώτη καταβλητέα την 30.06.2008 και η τελευταία την 03.12.2016, με την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου, σε ποσοστό 80% της οφειλής και με την εγγραφή ισόποσης υποθήκης υπέρ του τελευταίου σε δύο αγροτεμάχια ιδιοκτησίας της πιστούχου και της εγγυήτριας (ομόρρυθμης εταιρίας).
Με τον όρο 10 ορίσθηκε ότι "η παρούσα ρύθμιση αποτελεί διευκόλυνση για την Πιστούχο και τους Εγγυητές και σε καμία περίπτωση δεν θεωρείται εξόφληση, απόσβεση ή ανανέωση του χρέους. Με την παρούσα δε οι συμβαλλόμενοι παρέχουν την ρητή συγκατάθεσή τους για την διατήρηση ισχυρών ασφαλειών και εγγυήσεων προς εξασφάλιση της Τράπεζας".
Ενώ ο όρος 15 προέβλεπε: "Κατά τα λοιπά εξακολουθεί να ισχύει η με αριθμό 465/18-04-2000 σύμβαση πίστωσης με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό όπως έχει τροποποιηθεί μέχρι σήμερα της οποίας το παρόν πρόσθετο σύμφωνο είναι αναπόσπαστο μέρος και αποτελεί με αυτήν ενιαίο σώμα". Μετά την υπογραφή του ανωτέρω συμφώνου, η πιστούχος εταιρία ζήτησε, την 19.06.2007, από την αρμόδια Διεύθυνση του Γ.Λ.Κ., την άρση της προσημείωσης υποθήκης επί του ακινήτου ιδιοκτησίας του ανακόπτοντος κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου.
Εκείνη, με την από 20.9.2007 απάντησή της, διευκρίνισε ότι η άρση της προσημείωσης υποθήκης εξαρτάται από την καθ' ης η ανακοπή, προς εξασφάλιση απαίτησης της οποίας και ενεγράφη η προσημείωση σε βάρος του ως άνω ακινήτου. Ακολούθως, την 25.09.2008 και την 05.01.2009 υπεγράφησαν από τα ίδια ως άνω συμβαλλόμενα μέρη δύο πρόσθετα σύμφωνα, με τα οποία τροποποιήθηκε το από 15.06.2007 πρόσθετο σύμφωνο, ως προς το χρόνο της πρώτης καταβλητέας δόσης του δανείου, που μεταφέρθηκε την 31.12.2008 και εν συνεχεία την 30.06.2009.
Περαιτέρω, την 30.07.2009, η πιστούχος εταιρία απέστειλε νέα επιστολή προς την αρμόδια διεύθυνση του Γ.Λ.Κ., ζητώντας την έγκριση της άρσης της προσωπικής εγγύησης του ανακόπτοντος και έλαβε την από 03.09.2009 απάντηση, με την οποία εγκρίθηκε μεν η άρση της προσωπικής εγγύησης του Γεωργίου Λεπίδα, υπό τον όρο, όμως, αντικατάστασής του από τρίτο πρόσωπο ή με ανάληψη της εγγυητικής ευθύνης από τους λοιπούς εγγυητές.
Παράλληλα, είχε ήδη δημοσιευθεί η νέα απόφαση του Υπουργού Οικονομίας (στο ΦΕΚ Β1298/2009), με την οποία τροποποιούνταν οι όροι της προηγούμενης απόφασης (με αριθμό 2/18872/0025/19.04.2006) και παρεχόταν η εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου σε ποσοστό 80% για τη ρύθμιση των μέχρι 30.06.2009 εγγυημένων από το Ελληνικό Δημόσιο οφειλών σε ένα ενιαίο με το τρέχον δάνειο εξοφλητέο σε ίσες εξαμηνιαίες δόσεις με πρώτη καταβλητέα την 31.12.2010 και τελευταία την 31.12.2018.
Η πιστούχος εταιρία κατόπιν αίτησής της, έλαβε, την 22.12.2009, την έγκριση της αρμόδιας διεύθυνσης, οπότε την 31.12.2009 η καθ' ης τράπεζα κάλεσε την πιστούχο εταιρία για την υπογραφή της νέας σύμβασης. Σύμφωνα με την κατάθεση του μάρτυρα του ανακόπτοντος, Λεπίδα Χρήστου του Θ., αδελφού αυτού, κατά την υπογραφή της νέας σύμβασης ζητήθηκε η υπογραφή τόσο του ίδιου, ως νόμιμου εκπροσώπου της πιστούχου, όσο και του πατέρα του, ως εκπροσώπου της εγγυήτριας ομόρρυθμης εταιρίας, αλλά και για "τυπικούς λόγους", η υπογραφή του ανακόπτοντος.
Από κανένα από τα προσκομιζόμενα από τους διαδίκους στοιχεία, δεν προέκυψε (ούτε άλλωστε επικαλέστηκε κάτι τέτοιο ο ανακόπτων) ότι, μετά την 03.09.2009 - ημερομηνία κατά την οποία εγκρίθηκε υπό όρους η άρση της εγγύησης του ανακόπτοντος - επήλθε αντικατάσταση του ανακόπτοντος εγγυητή από τρίτο πρόσωπο (φερέγγυο, χωρίς δυσμενή στοιχεία στο σύστημα Τειρεσίας), ούτε ότι ανέλαβαν οι λοιποί εγγυητές την εγγυητική του ευθύνη, όπως αναφερόταν στην σχετική απάντηση της αρμόδιας διεύθυνσης, η οποία σαφώς το έθεσε ως προϋπόθεση για την απαλλαγή του από την ευθύνη.
Δηλαδή, αντίθετα με τα όσα δέχθηκε η εκκαλούμενη, δεν αποδείχθηκε ότι, τηρήθηκαν οι προϋποθέσεις άρσης της εγγύησής του, ώστε να απαλλαγεί ο ανακόπτων, ενώ σαφέστατη είναι η διάκριση των όρων "έγκριση άρσης της εγγύησης" και "άρση της εγγύησης", ώστε η υπογραφή της επίμαχης με αρ. 70/31.12.2009 σύμβασης δεν αποδεικνύει, αλλά ούτε και συνδέεται με την άρση της προσωπικής εγγύησης του ανακόπτοντα, η οποία θα επερχόταν ακριβώς με την πλήρωση των όρων της αρμόδιας 25ης Διεύθυνσης του Γ.Λ.Κ., κατά παραδοχή σχετικού (τρίτου) λόγου έφεσης.
Εξάλλου, προέκυψε βάσιμα ότι, οι συζητήσεις μεταξύ της καθ' ης και της πιστούχου για την αντικατάσταση του ανακόπτοντος - εγγυητή, είχαν ξεκινήσει ήδη από το έτος 2006, όταν εκδόθηκε η πρώτη υπουργική απόφαση περί ρύθμισης οφειλών με την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου (με αρ. 2/18872/0025/19.04.2006), οπότε και η πιστούχος ζήτησε την απαλλαγή του ανακόπτοντος, καταβάλλοντος το ποσό των 313.070,19 ευρώ και ζητώντας από την ομόρρυθμη εταιρία "ΛΕΠΙΔΑΣ ΘΕΟΦΙΛΟΣ ΚΑΙ ΣΙΑ Ο.Ε." να εγγυηθεί υπέρ αυτής, σε αντικατάσταση του ανακόπτοντος, όπως και έγινε κατά τα προαναφερόμενα, γεγονός το οποίο δεν αμφισβητείται από τα διάδικα μέρη.
Με την τελευταία με αρ. 70/31.12.2009 σύμβαση συμφωνήθηκε μεταξύ της καθ' ης η ανακοπή, της πιστούχου και των εγγυητών, ότι το οφειλόμενο την 30.06.2009 ποσό των 3.077.796,52 ευρώ, που εμφανιζόταν στον με αριθμό 140014869901101 λογαριασμό εξυπηρέτησης, που είχε ανοίξει κατά τη ρύθμιση της οφειλής, δυνάμει της πρώτης υπουργικής απόφασης, ρυθμίζεται σε ένα νέο ενιαίο με το τρέχο δάνειο, με την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου σε ποσοστό 80%, εξοφλητέο σε 17 ισόποσες εξαμηνιαίες διαδοχικές τοκοχρεολυτικές δόσεις, η πρώτη των οποίων θα είναι καταβλητέα την 31.12.2010 και η τελευταία την 31.12.2018 και ότι σε περίπτωση καθυστέρησης οποιασδήποτε δόσης, η τράπεζα θα δικαιούται καταστήσει το κατάλοιπο αμέσως ληξιπρόθεσμο και απαιτητό.
Συμφωνήθηκε επίσης ότι διατηρούνται οι προσωπικές εγγυήσεις, καθώς και η υποθήκη υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου. Από τα ανωτέρω , ωστόσο, ουδόλως συνάγεται ότι η σύμβαση που υπεγράφη την 15.06.2007 αποτελούσε νέα σύμβαση τοκοχρεολυτικού δανείου, εξοφλητέου σε ισόποσες αυτοτελείς δόσεις, με διαφορετικό επιτόκιο, όπως εσφαλμένα δέχθηκε η εκκαλούμενη απόφαση, η οποία λανθασμένα ερμήνευσε τις προαναφερόμενες υπουργικές αποφάσεις κλπ, αναφέροντας ότι "...
το γράμμα των υπουργικών αποφάσεων που αναφέρονται σε "νέο δάνειο", καθώς και από το περιεχόμενο της ίδιας σύμβασης που επαναλαμβάνει τις υφιστάμενες προσωπικές εγγυήσεις και εμπράγματες εξασφαλίσεις, αναφέροντας χαρακτηριστικά ότι ισχύουν και στην περίπτωση που η ρύθμιση θεωρηθεί ότι ενέχει το χαρακτήρα ανανέωσης.
Άλλωστε, ως προαναφέρθηκε, με το από 15.06.2007 "πρόσθετο σύμφωνο της με αριθμό 465/18.04.2000 σύμβασης πίστωσης με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό", όπως πληροφορείται, οι συμβαλλόμενοι πράγματι ρύθμισαν το υπόλοιπο της οφειλής της πιστούχου, το οποίο κεφαλαιοποιήθηκε και μεταφέρθηκε σε λογαριασμό εξυπηρέτησης, συμφωνήθηκε η αποπληρωμή του με δόσεις, με την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου, σε ποσοστό 80% της οφειλής και με την εγγραφή υποθήκης υπέρ του τελευταίου σε δύο αγροτεμάχια ιδιοκτησίας της πιστούχου και της εγγυήτριας ομόρρυθμης εταιρίας, ορίσθηκε ειδικά ότι "δεν θεωρείται εξόφληση, απόσβεση ή ανανέωση χρέους" και ότι εξακολουθεί να ισχύει η αρχική ("με αριθμό 465/18.04.2000") σύμβαση πίστωσης με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό όπως έχει τροποποιηθεί, καθώς και ότι "...
το παρόν πρόσθετο σύμφωνο είναι αναπόσπαστο μέρος και αποτελεί με αυτήν ενιαίο σώμα". Με την υπογραφή του ανωτέρω συμφώνου, η πιστούχος εταιρία ζήτησε, την 19.06.2007, από την αρμόδια Διεύθυνση του Γ.Λ.Κ., την άρση της προσημείωσης υποθήκης επί του ακινήτου ιδιοκτησίας του ανακόπτοντος κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου, η οποία την 20.09.2007 διευκρίνισε ότι η άρση της προσημείωσης υποθήκης "είναι δυνατή μόνο κατόπιν συναίνεσης της Τράπεζας....".
Επομένως, κατά τα παραπάνω, αν μη τι άλλο, προφανές καθίσταται ότι, με τη με αριθμό ... σύμβαση, δεν καταργήθηκε η προηγούμενη σύμβαση πίστωσης με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό με τις πρόσθετες αυτής πράξεις, αλλά ρυθμίστηκε η οφειλή σε "ένα ενιαίο με το τρέχον δάνειο" που δεν αντικατέστησε το παλαιό, δημιουργώντας νέες υποχρεώσεις σε βάρος των συμβαλλομένων, αντίθετα, ως και προηγούμενα ήδη αναφέρθηκε, κατά τον όρο 13 της υπ' αριθμ. ...
σύμβσης ρύθμισης οφειλής: Ο "οφειλέτης" σε όλη τη διάρκεια της παρούσας σύμβασης και μέχρι την ολοσχερή εξόφληση της ρυθμιζόμενης οφειλής έχει την υποχρέωση πλέον των άλλων να τηρεί τους όρους και τις προϋποθέσεις της με αρ. πρωτ. 2/1298/0025/30-06-2009 (ΦΕΚ Β Ι 298/30-06-2009) απόφασης ΥΠ.ΟΙ.Ο και των με α.π. 2/66906/0025, 2/οικ.1785/0025, 2/26500/0025, 2/92743/0025 εγκρίσεων της 25ης Διεύθυνσης Κιν.
Κεφ. Εγγυήσεων, Δανείων και Αξιών του ΥΠ.ΟΙ.Ο., όπως τροποποιήθηκαν και ισχύουν....", ενώ με τον όρο 2α της σύμβασης (με αριθμ. ...), ορίστηκε ότι, προϋπόθεση διατήρησης της ρύθμισης ήταν η διατήρηση των υφισταμένων εμπράγματων και ενοχικών εξασφαλίσεων, όπως αναφέρονται στον όρο 16 της σύμβασης, ήτοι "...σύμφωνα με τα οριζόμενα στη με αρ.
πρωτ. 2/19298/0025/30-6-2009 απόφαση του ΥΠ.ΟΙ.Ο (ΦΕΚ Β-Ι 298/30-06-2009) και τις .... εγκρίσεις της 25ης Διεύθυνσης Κιν.Κεφ. Εγγυήσεων, Δανείων και Αξιών του ΥΠ.ΟΙ.Ο., όπως τροποποιήθηκαν και ισχύουν, οι οποίες αποτελούν αναπόσπαστο μέρος της παρούσας σύμβασης και ενιαίο με αυτήν σώμα και τους όρους των οποίων αποδέχονται ανεπιφύλακτα ο "οφειλέτης" και οι "εγγυητές".
Ρητά συμφωνείται ότι οι υφιστάμενες εγγυήσεις και εξασφαλίσεις υπέρ της Τράπεζας σε ασφάλεια των ρυθμιζόμενων με τη παρούσα ανωτέρω αναφερόμενων οφειλών διατηρούνται υπέρ αυτής, δηλαδή εξακολουθεί να ισχύει: α. η προσωπική εγγύηση του Χ. Λ. του Θ., Θ. Λ. του Χ., Γεώργιου Λεπίδα του Θ. και της ομόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία "Θ.
Λ. ΚΑΙ ΣΙΑ Ο.Ε.", που παρασχέθηκε σε ασφάλεια της υπ' αρ. ... σύμβασης πίστωσης ανοικτού (αλληλόχρεου) λογαριασμού, των υπ' αριθμ. ... πρόσθετων πράξεων μεταβολής ύψους πιστώσεως με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό αυτής και του από 15-6-2007 πρόσθετου συμφώνου ρύθμισης, β. η ανωτέρω αναφερόμενη υποθήκη ποσού ευρώ δύο εκατομμυρίων οκτακοσίων είκοσι πέντε χιλιάδων τετρακοσίων τριάντα οκτώ ευρώ και είκοσι (€ 2.825.438,20), ασφαλίζουσα την αρ. ...
σύμβαση πίστωσης ανοικτού (αλληλόχρεου) λογαριασμού, τις υπ' αριθμ. ... πρόσθετες πράξεις μεταβολής ύψους πιστώσεως με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό αυτής και το από 15-6-2007 πρόσθετο σύμφωνο αυτής περί ρύθμισης οφειλών, που ενεγράφη δυνάμει της με αριθμό ... πράξης συμβολαιογράφου Παναγιώτας Πάπαρη επί ....
Ρητά συμφωνείται ότι οι ανωτέρω εξασφαλίσεις παραμένουν ισχυρές και θα εξασφαλίζουν την απαίτηση για το σύνολο της οφειλής όπως αυτή προκύπτει στη παρούσα σύμβαση....".
Συνεπώς καθίσταται πλέον σαφές ότι, δεν καταργήθηκαν οι προηγούμενες συμβάσεις πίστωσης και πρόσθετες πράξεις, αλλά ενσωματώθηκαν στη νέα σύμβαση ρύθμισης της οφειλής (υπ' αριθμ. ... σύμβαση), η οποία προερχόταν από τις ίδιες αυτές συμβάσεις. Κατά συνέπεια, δεκτός στην ουσία του τυγχάνει ο πρώτος λόγος έφεσης της εκκαλούσας - καθ' ης η ανακοπή τράπεζας, καθόσον εσφαλμένα η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ότι με την "ανανέωση" της οφειλής που επήλθε με την με αριθμό ...
σύμβαση, αποσβέσθηκε η παλαιά οφειλή από το προηγούμενο δάνειο, στο οποίο είχε συμβληθεί ο ανακόπτων. Ομοίως, θα πρέπει να γίνει δεκτός ως ουσία βάσιμος και ο δεύτερος λόγος της υπό κρίση έφεσης, περί αντιφατικής αιτιολογίας της εκκαλούμενης, για το λόγο ότι, αφενός δέχθηκε ότι η με αριθμό ... ενιαίο δάνειο με την από 30.06.2007 σύμβαση, αφετέρου αποφάνθηκε ότι, με τη νέα σύμβαση αποσβέστηκε η παλαιά οφειλή από το προηγούμενο δάνειο.
Και τούτο, διότι, δεν αντέχει στην κοινή λογική, η αποδοχή του ότι με την από 15.06.2007 σύμβαση ρυθμίστηκε η αποπληρωμή της οφειλής που προέκυψε από την σύμβαση πίστωσης (γεγονός που συνεπάγεται ότι, δεν αποσβέστηκε η οφειλή από την προγενέστερη δανειακή σύμβαση) και παράλληλα ο χαρακτηρισμός αυτής (της από 15.06.2007 σύμβασης) ως νέας σύμβασης, που επέφερε την απόσβεση της προγενέστερης οφειλής.
Περαιτέρω, αναφορικά με τον ισχυρισμό της ανακοπής περί του ότι, ο αδελφός του ανακόπτοντος, Χ. Λ., έθεσε κατά απομίμηση την υπογραφή του τελευταίου στη με αριθμό ... (τελευταία) σύμβαση, χωρίς η καθ' ης τράπεζα, η οποία τελούσε σε γνώση, να ενημερώσει σχετικά προς τούτο τον ανακόπτοντα, αλυσιτελώς προβάλλεται εν προκειμένω, καθόσον δεν ασκεί έννομη επιρροή για την ελευθέρωση της εγγυητικής ευθύνης του.
Ειδικότερα, ουδεμία επιρροή θα είχε στην έκταση της ευθύνης του ανακόπτοντα ως εγγυητή η ενδεχόμενη μη υπογραφή της με αριθμό ... σύμβασης από τον ίδιο - πολύ περισσότερο αφού με την ένδικη ανακοπή συνομολόγησε ότι έθεσε την υπογραφή του και επί των πρόσθετων πράξεων αύξησης του πιστωτικού ορίου - αφού κατά νόμο ο εγγυητής ευθύνεται για το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού μέχρι το ύψος του ποσού της πίστωσης για το οποίο εγγυήθηκε, ακόμη και για κονδύλια που προέρχονται από άλλη σύμβαση, αρκεί να είναι συμπληρωματική, εφόσον και αυτές τις εγγυήθηκε, δηλαδή, αποδέχθηκε να ευθύνεται για καταβολή μεγαλύτερου κάθε φορά χρεωστικού υπολοίπου σε βάρος του πρωτοφειλέτη, που προέρχεται από τη λειτουργία της σύμβασης, ενώ δεν είναι αναγκαίο να έχει συμβληθεί ως εγγυητής και στη συμπληρωματική σύμβαση.
Επομένως, εσφαλμένα το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε ότι ο ανακόπτων απαλλάχθηκε από την ευθύνη του ως εγγυητή, καθόσον ουδόλως υπέγραψε ο ίδιος τη με αριθμό ... (τελευταία) σύμβαση, αλλά ο αδελφός του, Χ. Λ., του Θ....". Ο παραπάνω τρίτος λόγος της αίτησης αναίρεσης τυγχάνει πρωτίστως απαράδεκτος, ένεκα της αοριστίας του, διότι ο αναιρεσείων, που δεν επικαλείται παντελή έλλειψη αιτιολογιών, αλλά επιγραμματικά ασάφεια και ανεπάρκεια αυτών, δεν εξειδικεύει στο αναιρετήριο σε τι συνίσταται η ασάφεια και ανεπάρκεια, δηλαδή δεν αναφέρει ποιά επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται στην απόφαση, αναγκαία για την επάρκεια της αιτιολογίας (Ολ.
ΑΠ 20/2005, ΑΠ 69/2016, ΑΠ 1454/2014, ΑΠ 748/203, ΑΠ 1221/2012, ΑΠ 1401/2010). Σε κάθε δε περίπτωση είναι και αβάσιμος, διότι στις ως άνω ουσιαστικές παραδοχές της η προσβαλλόμενη απόφαση διέλαβε σαφείς και επαρκείς αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ευθύνη του αναιρεσείοντος, ως εγγυητή, στις επίδικες δανειακές συμβάσεις, οι οφειλές από τις οποίες ρυθμίστηκαν με την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου.
Κατ' ακολουθίαν των παραπάνω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, δεκτής καθισταμένης, έτσι, της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, που επιδιώκει την απόρριψή της. Επίσης πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του παραβόλου που κατατέθηκε για την άσκηση της αναίρεσης (άρθρο 495 παρ.3 Κ.Πολ.Δ) και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα της προσθέτως παρεμβαίνουσας, που κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματός της (άρθρα 176, 182 παρ.1, 183, 191 παρ.2 Κ.Πολ.Δ). -
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Δέχεται την από 30-12-2019 αυτοτελή πρόσθετη παρέμβαση της εταιρείας με την επωνυμία "Θ. Α. - Α. Ε. Δ. Α. Α. Δ. Κ. Π.".
Απορρίπτει την από 12-12-2018 αίτηση του Γεωργίου Λεπίδα, για αναίρεση της με αριθμό 170/2018 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θράκης. Διατάσσει να εισαχθεί στο δημόσιο ταμείο το παράβολο που κατατέθηκε για την άσκηση της αναίρεσης.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της προσθέτως παρεμβαίνουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων, επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Ιουνίου 2020.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ (Και ταύτης αποχωρησάσης από την Υπηρεσία, ο αρχαιότερος της συνθέσεως Αρεοπαγίτης και ήδη Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου) ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 7 Φεβρουαρίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ