Legislator Case Law & Legislation
198/2020 AI generated

198/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 198/2020
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Δεκεμβρίου 2019, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

198/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Σε κάθε, όμως, περίπτωση, με την ίδια ως άνω κύρωση, απαιτείται κοινοποίηση του δικογράφου και στον Υπουργό των Οικονομικών. Εξάλλου, κατά το άρθρο 5 του "Κώδικος Νόμων περί δικών του Δημοσίου" (Διάταγμα 26.6/10.7.1944), "μόνον αι προς τον Υπουργόν Οικονομικών κατά τας διατάξεις του από 24/28 Μαρτίου 1 867 ν.ΡλΡ' γενόμεναι κοινοποιήσεις οποιουδήποτε δικογράφου επί δικών του Δημοσίου παράγουσι εννόμους συνεπείας.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 198 / 2020 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 198/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Κοντό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Κανελλόπουλο - Εισηγητή, Μαρία Βασδέκη, Κωνσταντίνα Μαυρικοπούλου και Αικατερίνη Κρυσταλλίδου - Μωρέση, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Δεκεμβρίου 2019, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, νομίμως εκπροσωπουμένου από τον Υπουργό Οικονομικών που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα και εν προκειμένω από τον Προϊστάμενο της Κτηματικής Υπηρεσίας Ν. Θεσσαλονίκης. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιό του Αναστάσιο Ράλλη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Της αναιρεσιβλήτου: ομόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία "... Ο.Ε.", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Κατερινόπουλο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις με αριθμούς κατάθεσης 46947/2000 και 45851/2003 ανακοπές της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 8421/2004 του ίδιου Δικαστηρίου και 1742/2007 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 9-8-2010 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Θεόδωρος Κανελλόπουλος ανέγνωσε την από 13-11-2017 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του παρόντος δικαστηρίου, Αρεοπαγίτη Κυριάκου Οικονόμου, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτή η από 9-8-2010 αίτηση αναιρέσεως, κατά τον μοναδικό αυτής λόγο. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 126 παρ. 1 εδ. ε' ΚΠολΔ, η επίδοση για το Δημόσιο γίνεται σε εκείνους που το εκπροσωπούν σύμφωνα με το νόμο. Κατά το άρθρο 85 παρ. 1 του ΚΕΔΕ (ν.δ/γμα 356/1974), επί δικών του νομοθετήματος αυτού το Δημόσιο εκπροσωπεί ο διευθυντής του δημόσιου ταμείου, κατά του οποίου στρέφεται και κοινοποιείται κάθε δικόγραφο με ποινή απαραδέκτου.

Σε κάθε, όμως, περίπτωση, με την ίδια ως άνω κύρωση, απαιτείται κοινοποίηση του δικογράφου και στον Υπουργό των Οικονομικών. Εξάλλου, κατά το άρθρο 5 του "Κώδικος Νόμων περί δικών του Δημοσίου" (Διάταγμα 26.6/10.7.1944), "μόνον αι προς τον Υπουργόν Οικονομικών κατά τας διατάξεις του από 24/28 Μαρτίου 1 867 ν.ΡλΡ' γενόμεναι κοινοποιήσεις οποιουδήποτε δικογράφου επί δικών του Δημοσίου παράγουσι εννόμους συνεπείας.

Η διάταξις εφαρμόζεται και όταν το Δημόσιον εκπροσωπείται δικαστικώς εκ μέρους των διευθυντών ταμείων ή οικονομικών εφόρων ή τελωνών ή ετέρου οποιουδήποτε κρατικού οργάνου, της προς τον Υπουργό Οικονομικών επιδόσεως απαιτουμένης και τότε ως προσθέτου τοιαύτης, επί συνεπεία ακυρότητος αυτεπαγγέλτως εξεταζομένης".

Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι, για να είναι έγκυρη η επίδοση προς το Δημόσιο του σχετικού δικογράφου, πρέπει να γίνει, με ποινή απαραδέκτου στις δίκες του ΚΕΔΕ, ακυρότητας δε στις λοιπές, τόσον στον Υπουργό Οικονομικών, όσο και στο αρμόδιο όργανο και τούτο για μεγαλύτερη εξασφάλιση των συμφερόντων του Δημοσίου.

Σε αντίθετη περίπτωση, δηλαδή αν δεν επιδοθεί το δικόγραφο και στον Υπουργό Οικονομικών, η επίδοση δεν έχει ολοκληρωθεί και δεν παράγει έννομες συνέπειες, με αποτέλεσμα, ανεξαρτήτως βλάβης του Δημοσίου, να επέρχεται απαράδεκτο ή ακυρότητα, η οποία εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο. Περαιτέρω, κατά τις παραγράφους 1 και 2 του άρθρου 115 του από 11/12-11-1929 δ/τος "περί διοικήσεως δημοσίων κτημάτων", το οποίο εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 2 του ν. 2466/1929 και αντικαταστάθηκε με το άρθρο 5 του ν. 5895/ 1933, όπως περαιτέρω τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε με τα άρθρα 20 α.ν. 1540/1938, 19 α.ν. 1919/1939, 2 α.ν. 1925/1951 και 5 παρ. 4 του α.ν. 263/1968, σε βάρος εκείνων που χωρίς συμβατική σχέση καρπώνονται ή κάνουν χρήση δημοσίων κτημάτων, βεβαιώνεται με πρωτόκολλο αποζημίωση για το χρονικό διάστημα που έκαναν χρήση.

Η αποζημίωση ορίζεται, κατά κρίση αγαθού ανδρός, με πρωτόκολλο, το οποίο κοινοποιείται σε αυτόν που καρπώνεται ή χρησιμοποιεί το ακίνητο. Εκείνος εις βάρος του οποίου εκδόθηκε το πρωτόκολλο αποζημίωσης δικαιούται να ασκήσει ανακοπή εντός μηνός από της κοινοποιήσεως σ' αυτόν του πρωτοκόλλου, ενώπιον του Ειρηνοδίκη ή του Προέδρου Πρωτοδικών, αναλόγως του ποσού της αποζημίωσης, οι οποίοι, κρίνοντας εκ των ενόντων, ακυρώνουν ή επικυρώνουν το πρωτόκολλο ή περιορίζουν την αποζημίωση.

Από τις συνδυασμένες διατάξεις του από 11/12-1-1929 διατάγματος και ιδιαίτερα του άρθρου 115 αυτού, όπως ισχύει μετά τις τροποποιήσεις του με το του β.δ. 619/1965 και των άρθρων 2,5 παρ.3 και 9παρ.1 του π.δ. 551/1988 "Οργανισμός Νομαρχιών (Οργάνωση Οικονομικών Υπηρεσιών) προκύπτει ότι το ανωτέρω πρωτόκολλο εκδίδεται, κατ' αρχάς, από τον κατά τόπο αρμόδιο οικονομικό έφορο, στον οποίο και κοινοποιείται επί ποινή ακυρότητας η ασκούμενη κατά του πρωτοκόλλου ανακοπή και ο οποίος εξαιρετικώς στην περίπτωση αυτή εκπροσωπεί το δημόσιο, χωρίς να απαιτείται κοινοποίηση στον Υπουργό των Οικονομικών (άρθρο 5 παρ.4 Α.Ν. 263/1968).

Μετά, όμως, το π.δ. 551/1988 και την έναρξη λειτουργίας των Κτηματικών Υπηρεσιών των Νομαρχιών, οι αρμοδιότητες των οικονομικών εφοριών σχετικά με την επιμέλεια της διαχείρισης και την προστασία της δημόσιας περιουσίας περιήλθαν στις Κτηματικές Υπηρεσίες και συνεπώς ο "αρμόδιος οικονομικός έφορος" για την κοινοποίηση της ανακοπής και την εκπροσώπηση του Δημοσίου είναι πλέον ο προϊστάμενος της Κτηματικής Υπηρεσίας που εξέδωσε το πρωτόκολλο.

Επομένως, από τις παραπάνω διατάξεις σαφώς προκύπτει, ότι σε περίπτωση εκδόσεως από τον προϊστάμενο της Κτηματικής Υπηρεσίας πρωτοκόλλου καθορισμού αποζημιώσεως αυθαίρετης χρήσεως δημοσίου κτήματος, η κατά του πρωτοκόλλου ασκουμένη ανακοπή επιδίδεται με ποινή ακυρότητας στον προϊστάμενο της Κτηματικής Υπηρεσίας, ο οποίος εξέδωσε το πρωτόκολλο και ο οποίος εξαιρετικώς στην περίπτωση αυτή εκπροσωπεί το Δημόσιο και δεν απαιτείται κοινοποίηση στον Υπουργό των Οικονομικών (ΑΠ 1622/2014, ΑΠ 1541/2004), δεδομένου ότι η προαναφερόμενη πάγια διάταξη του άρθρου 5 του Κώδικος των Νόμων περί δικών του Δημοσίου (ν.δ.

της 26.6/10-7-1944), εξακολουθεί μεν να ισχύει, πλην όμως έχει σιωπηρώς καταργηθεί στην εξεταζόμενη περίπτωση από την ειδικώς ρυθμίζουσα το θέμα μεταγενέστερη και ως εκ τούτου επικρατέστερη ανωτέρω διάταξη του άρθρου 5 παρ.4 του α.ν. 263/1968 (Ολ.ΑΠ 1222/1975, ΑΠ 1312/2011, ΑΠ 1650/2010). Κατά συνέπεια, λαμβανομένου υπόψη ότι οι επιδόσεις προς το Δημόσιο ρυθμίζονται από το νόμο δεσμευτικά και ότι η προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 5 παρ.4 του Α.Ν. 263/1968 ως ειδική κατισχύει τυχόν αντίθετων γενικών διατάξεων, η επίδοση της ανωτέρω ανακοπής μόνον στον Υπουργό Οικονομικών και όχι στον προϊστάμενο της Κτηματικής Υπηρεσίας, που έχει ειδικώς οριζόμενη αρμοδιότητα για την παραλαβή του εν λόγω δικογράφου, είναι άκυρη, ανεξαρτήτως βλάβης του Δημοσίου, και δεν παράγει έννομες συνέπειες.

Τέλος, κατά το άρθρο 559 αριθμ. 14 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός αναφέρεται σε ακυρότητες, εκπτώσεις και απαράδεκτα από το δικονομικό δίκαιο και μόνο, ήτοι εκείνες τις ακυρότητες (δικονομικές), κατά την έννοια των άρθρων 159 - 161 ΚΠολΔ, που αποτελούν νόμιμες κυρώσεις, οι οποίες απαγγέλλονται για παράβαση διατάξεων που ρυθμίζουν τη διαδικασία και κυρίως τον τύπο των διαδικαστικών πράξεων (ΑΠ 869/2017, ΑΠ 315/2013).

Στην προκειμένη περίπτωση, το αναιρεσείον, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση του δικογράφου της από 15-6-2004 εφέσεώς του, προέβαλε με τον πρώτο λόγο αυτής, ότι η από 28-12-2003 ανακοπή της αναιρεσίβλητης δεν επιδόθηκε στην Προϊσταμένη της Κτηματικής Υπηρεσίας Θεσσαλονίκης εντός τριακονθημέρου προθεσμίας από την κοινοποίηση σ' αυτήν του πρωτοκόλλου και, ως εκ τούτου, έπρεπε να απορριφθεί ως απαράδεκτη λόγω εκπρόθεσμης άσκησής της.

Το εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, απέρριψε τον ανωτέρω λόγο εφέσεως, διαλαμβάνοντας, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα εξής: "... Από τις προσκομιζόμενες και επικαλούμενες υπ' αριθ. .../30-11-2003 και .../30-12-2003 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Σ. Ρ. προκύπτει ότι η από 28/12/2003 ανακοπή επιδόθηκε εμπρόθεσμα στο Ελληνικό Δημόσιο και στον ΕΟΤ αντίστοιχα, ο δε πρώτος (1ος) λόγος της από 15/6/2004 έφεσης του Ελληνικού Δημοσίου ότι δεν επιδόθηκε αυτή ιδιαιτέρως στην Προϊσταμένη της Κτηματικής Υπηρεσίας Θεσσαλονίκης είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος, αφού η επίδοση στο ιεραρχικά ανώτερο αυτής όργανο του Δημοσίου (Υπουργό) υπερκαλύπτει την υποχρέωση επιδόσεως και σ' αυτήν του εν λόγω δικογράφου, σύμφωνα με διάταξη του άρθρου 11 Ν.Δ. 26-6/44 περί κώδικος των νόμων περί του Δημοσίου".

Έτσι που έκρινε το Εφετείο, το οποίο απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμο τον πρώτο λόγο της έφεσης του αναιρεσείοντος, θεωρώντας έγκυρη την επίδοση της από 28-12-2003 ανακοπής κατά του υπ' αριθμ. 16/2003 πρωτοκόλλου, μολονότι αυτή δεν έγινε στην Προϊσταμένη της αρμόδιας Κτηματικής Υπηρεσίας Θεσσαλονίκης εντός της τριακονθήμερης προθεσμίας από την κοινοποίηση αυτού στην αναιρεσίβλητη, αλλά σε αναρμόδιο για την παραλαβή του δικογράφου "ιεραρχικά ανώτερο αυτής όργανο (Υπουργό)", και ακολούθως δέχθηκε ότι ορθά το πρωτοβάθμιο δικαστήριο έκρινε ως παραδεκτώς ασκηθείσα την ανακοπή, παρά το νόμο δεν κήρυξε ακυρότητα της επίδοσης και συνακόλουθα της ως άνω ανακοπής.

Επομένως, ο μοναδικός, κατ' εκτίμηση από τον αρ. 14 (και όχι τον αρ.1) του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως είναι βάσιμος και πρέπει κατά το μέρος αυτό η προσβαλλόμενη απόφαση να αναιρεθεί. Κατά τη διάταξη του 580 παρ. 3 ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 12 του ν. 4052/2012, προκύπτει ότι αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιονδήποτε άλλο λόγο, εκτός από εκείνους που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2, μπορεί να κρατήσει την υπόθεση και να ασχοληθεί με την εκδίκασή της, ιδίως αν κατά την κρίση του δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση.

Στην προκείμενη περίπτωση, εφόσον κατά τα προεκτεθέντα η από 28-12-2003 ανακοπή της αναιρεσίβλητης κατά του υπ' αριθμ. 16/2003 πρωτοκόλλου καθορισμού αποζημίωσης ασκήθηκε απαραδέκτως, καθόσον το εν λόγω δικόγραφο δεν επιδόθηκε εντός μηνός από της κοινοποιήσεως σ' αυτήν του ως άνω πρωτοκόλλου, στον Προϊστάμενο της αρμόδιας Κτηματικής Υπηρεσίας Θεσσαλονίκης, ο οποίος εξαιρετικώς στην περίπτωση αυτή εκπροσωπεί το δημόσιο, η υπόθεση δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση και γι' αυτό πρέπει, κατά το αναιρούμενο μέρος, να κρατηθεί και να δικασθεί από το παρόν δικαστήριο.

Στη συνέχεια, πρέπει να γίνει δεκτή κατ' ουσίαν η από 15-6-2004 έφεση του αναιρεσείοντος, κατά παραδοχή και στην έκταση όμως του πρώτου λόγου εφέσεως, να εξαφανιστεί η εκκαλούμενη υπ' αριθμ. 8421/2004 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, καθό μέρος δέχθηκε την πιο πάνω, από 28-12-2003, ανακοπή της αναιρεσίβλητης κατά του υπ' αριθμ. 16/2003 πρωτοκόλλου καθορισμού αποζημίωσης αυθαίρετης χρήσης δημοσίου κτήματος της Προϊσταμένης της Κτηματικής Υπηρεσίας Θεσσαλονίκης, ακολούθως δε, δικάζοντας την υπόθεση κατά το ως άνω μέρος κατ' ουσίαν, πρέπει να απορριφθεί η εν λόγω ανακοπή ως απαράδεκτη.

Τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος - καθού η ανακοπή πρέπει να επιβληθούν σε βάρος της αναιρεσίβλητης - ανακόπτουσας λόγω της ήττας της (άρθρο 176 και 183 ΚΠολΔ), μειωμένα όμως σύμφωνα με το άρθρο 22 του ν.3693/1957, κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί εν μέρει την 1742/2007 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης και συγκεκριμένα ως προς την από 15-6-2004 έφεση του αναιρεσείοντος και μόνον ως προς το κεφάλαιο που αφορά την από 28-12-2003 ανακοπή της αναιρεσίβλητης.

Κρατεί την υπόθεση κατά το μέρος αυτό.

Δέχεται κατ' ουσίαν την από 15-6-2004 έφεση του αναιρεσείοντος.

Εξαφανίζει την υπ' αριθμ. 8421/2004 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης μόνον καθό μέρος δέχθηκε την από 28-12-2003 (αρ. εκθ. καταθ. 45851/2003) ανακοπή της αναιρεσίβλητης κατά του υπ' αριθμ. 16/2003 πρωτοκόλλου καθορισμού αποζημίωσης αυθαίρετης χρήσης δημοσίου κτήματος της Προϊσταμένης της Κτηματικής Υπηρεσίας Θεσσαλονίκης.

Απορρίπτει την ως άνω από 28-12-2003 ανακοπή.

Και Επιβάλλει τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος σε βάρος της αναιρεσίβλητης, που ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 11 Φεβρουαρίου 2020.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 20 Φεβρουαρίου 2020.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ