198/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΗ ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5/1/2009 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 11579/2012 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 675/2014 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 28/8/2014 αίτησή του.
Legislator headnote
AI generated198/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. (ΑΠ 179, 495/2013, ΑΠ 2119/2014, ΑΠ 632/15).
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 198 / 2017 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 198/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Πέππα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεράσιμου Φουρλάνου), Γεώργιο Λέκκα, Αθανάσιο Καγκάνη, Ιωάννη Μπαλιτσάρη και Αγγελική Τζαβάρα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 19 Δεκεμβρίου 2016, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Μαριέττα Βλαχοπάνου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Μ. συζύγου Α. Τ., κατοίκου ..., 2) Χ. Δ. χήρας Α., κατοίκου ..., οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Θεοδώρα Πέτρου και κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5/1/2009 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 11579/2012 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 675/2014 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 28/8/2014 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αθανάσιος Καγκάνης ανέγνωσε την από 22/2/2016 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων της αναίρεσης. Η πληρεξούσια των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι, ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).
Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξ άλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. (ΑΠ 179, 495/2013, ΑΠ 2119/2014, ΑΠ 632/15).
Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 33 παρ. 1 του ν. 2971/2001 προκύπτει ότι, το, από τις διατάξεις του ν. 653/1997 (αρθρ. 1 παρ. 1 και 3) προβλεπόμενο, τεκμήριο ωφελείας των παρόδιων ιδιοκτητών, είναι μαχητό (ΑΠ 733/2012, ΑΠ 1333/13, ΑΠ 197/2012) και κρίνεται, μετά την κήρυξη της απαλλοτρίωσης, από το αρμόδιο για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης Εφετείο κατά την ειδική διαδικασία του άρθρου αυτού με το οποίο ορίζονται περαιτέρω και τα ακόλουθα "Ο εικαζόμενος ιδιοκτήτης ή ο αξιών δικαιώματα επί του απαλλοτριωμένου, εφόσον θεωρεί ότι δεν υφίσταται το τεκμήριο της ωφέλειας, μπορεί με αίτηση του να ζητήσει από το φορέα του έργου τη διόρθωση του κτηματολογικού πίνακα κήρυξης της απαλλοτρίωσης, η υποβολή δε της αίτησης δεν αναστέλλει τις διαδικασίες της απαλλοτρίωσης (παρ. 2).
Η αίτηση υποβάλλεται εντός ανατρεπτικής προθεσμίας δύο (2) μηνών από την έκδοση της απόφασης περί προσωρινού ή απευθείας οριστικού προσδιορισμού της αποζημίωσης και παραπέμπεται μετά τη λήξη της προθεσμίας προς εξέταση σε Τριμελή Επιτροπή (παρ.3). 4. Η Επιτροπή συγκαλείται από τον Πρόεδρο αυτής και μετά από αυτοψία και έλεγχο των στοιχείων προβαίνει, το αργότερο εντός τριών (3) μηνών, στη σύνταξη έκθεσης σχετικά με την ωφέλεια ή μη του ακινήτου λόγω του έργου, αιτιολογώντας πλήρως τους λόγους και συνδέοντάς τους ιδία με τη δυνατότητα πρόσβασης του ακινήτου στο έργο ή τα έργα που περιλαμβάνονται στη ζώνη απαλλοτρίωσης, τη δημιουργία επιπτώσεων στις χρήσεις του ακινήτου και την κατά τις ισχύουσες διατάξεις αρτιότητα και οικοδομησιμότητά του. 5 6.
Η αίτηση του ιδιώτη μαζί με την έκθεση της επιτροπής αποστέλλονται από την αρχή, που κήρυξε την αναγκαστική απαλλοτρίωση, στο κατά την παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου δικαστήριο..., το οποίο οφείλει να εκδώσει οριστική απόφαση μέσα σε τριάντα (30) ημέρες από την τελευταία συζήτηση της υπόθεσης...(παρ.6)..." (ΑΠ 1333/2013).
Με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης προβάλλεται από το αναιρεσείον η, από το άρθρο 559 αρ.19 ΚΠολΔ, αιτίαση με την επίκληση ότι, κατ'εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των, ουσιαστικού δικαίου, διατάξεων των άρθρων 1 ν.653/97 και 33 παρ.1 ν.2971/2001, η προσβαλλομένη απόφαση έκανε δεκτή, ως και ουσιαστικά βάσιμη, την κατ'αυτού από τους αναιρεσιβλήτους ασκηθείσα και επί των ως άνω διατάξεων θεμελιωθείσα ένδικη αγωγή [περί αναγνωρίσεως μη συνδρομής, για την περιγραφομένη σ'αυτήν (αγωγή) απαλλοτρίωση, του από τις παραπάνω διατάξεις προβλεπομένου τεκμηρίου ωφελείας και καταβολής της οφειλομένης αποζημιώσεως] δεχθείσα, με ελλιπείς αιτιολογίες της ελάσσονος προτάσεως του νομικού της συλλογισμού, που αναφέρεται στο πραγματικό των εφαρμοσθέντων ως άνω κανόνων δικαίου, την κατάφαση συνδρομής των, κατά τις παραπάνω διατάξεις, απαιτουμένων για την επικαλούμενη ανατροπή προϋποθέσεων, παρόλο που τα, ως αποδειχθέντα, γενόμενα δεκτά πραγματικά περιστατικά απέκλειαν την κρίση αυτή, επιβάλλοντα την απόρριψή της (αγωγής) ως ουσιαστικά αβασίμου.
Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή (αρθ.561 παρ.2 ΚΠολΔ) επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι αυτή, μετ'εκτίμηση των προσκομισθεισών από τους διαδίκους αποδείξεων, δέχθηκε, αναφορικά με τα κρίσιμα για την έκβαση της δίκης ως άνω ζητήματα, τα ακόλουθα: "Με την 1100783/6218ΠΕ/0010/1 6.3.1995 ΚΥΑ Οικονομικών και ΠΕ.ΧΩ.ΔΕ. (ΦΕΚ τεύχος Δ196/4.4.1995), απαλλοτριώθηκε αναγκαστικά, με δαπάνες του εναγόμενου και των παρόδιων ιδιοκτησιών, για λόγους δημόσιας ωφέλειας, και, ειδικότερα, για την διάνοιξη της Εγνατίας οδού, στο τμήμα Δερβένι - Νυμφόπετρα, υποτμήμα ΠΙ Δερβένι - Ανάληψη, ΧΘ 4+435-ΧΘ, 14-906,41, έκταση συνολικού εμβαδού 1.050.093 τ.μ., που βρίσκεται στην κτηματική περιοχή του Δήμου Λαγκαδά και των πρώην Κοινοτήτων Περιβολακίου, Καβαλαρίου, Κολχικό και Δήμου Λαγκαδά Νομού Θεσσαλονίκης, και απεικονίζεται στα με αριθμ.
ΟΡ-Κ1 /Νοέμβριος 1992, ΟΡ-Κ-2/Νοέμβριος 1992 και ΟΡ-Κ3Μάρτιος/1992 κτηματολογικά διαγράμματα και στους αντίστοιχους κτηματολογικούς πίνακες της Δ/12 Δ/νσης Τμήμα Δ' του ΠΕΧΩΔΕ, που συνέταξε ο Δ. Κ. και θεώρησε, στις 8.4.1994, ο Δ/ντής της άνω Δ/νσης Κ. Δ., όπως αναμορφώθηκαν, μετά την από 8.12.1998 έκθεση κτηματογράφησης και της Α' από 4.2.2002 διορθωτικής αυτής του Α.
Κ., αγρονόμου τοπογράφου μηχανικού, υπαλλήλου Δ/νσης Δημοσίων Έργων της Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας. Μεταξύ των απαλλοτριουμένων ακινήτων περιλαμβάνεται τμήμα του με αριθμ. ΚΠ …, εμβαδού 3.131 τ.μ., που αποτελεί αγρό της κτηματικής περιφέρειας του Ειρηνοδικείου Λαγκαδά, Β' κατηγορίας, με αριθμό τεμαχίου … αρχικής έκτασης 8.160 τ.μ..
Το ακίνητο αυτό ανήκει στην πρώτη ενάγουσα, (αναιρεσείουσα) κατά ψιλή συγκυριότητα 1/2 εξ αδιαιρέτου, λόγω γονικής παροχής από την δεύτερη ενάγουσα (αναιρεσείουσα) μητέρα της, δυνάμει του με αριθμ. .../14.1.1986 συμβολαίου γονικής παροχής της συμβ/φου … Ε. Ζ. - Π., που μεταγράφηκε νόμιμα, και στην δεύτερη ενάγουσα, ως παρακρατήσασα την επικαρπία του ποσοστού αυτού.
Στην τελευταία το ακίνητο αυτό είχε περιέλθει με τη με αριθμ. .../27.6.1984 δήλωση αποδοχής κληρονομίας της ιδίας ως άνω συμβ/φου, που μεταγράφηκε νόμιμα. Με τη με αριθμ. 8388/1998 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης καθορίστηκε η προσωρινή τιμή μονάδας αποζημίωσης του ανωτέρω ΚΠ … στο ποσό των 3.500 δρχ.
ανά τ.μ., ενώ με τη με αριθμό 1067/2003 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης καθορίστηκε η οριστική τιμή αυτού στο ποσό των 11,74 ευρώ ανά τ.μ..
Συνεπώς, κατά το χρόνο καθορισμού της τιμής μονάδας αποζημίωσης (προσωρινής και οριστικής) του ΚΠ …, η πρώτη ενάγουσα είναι ψιλή κυρία, κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου, και η δεύτερη ενάγουσα είναι επικαρπώτρια αυτού, κατά το ίδιο ποσοστό. Η όλη απαλλοτριωθείσα, εκτός σχεδίου, έκταση αρχίζει λίγο μετά τον κόμβο Δ., σε απόσταση 13 χιλιομέτρων από το κέντρο της … και βρίσκεται στην κτηματική περιοχή Π..
Η νόμιμη ανοικοδόμηση της περιοχής με οικήματα και κατασκευές διαφόρων χρήσεων, από οικίες μέχρι βαφεία, στηρίχθηκε και στηρίζεται στα διάφορα διατάγματα δόμησης εκτός σχεδίου. Για τη δόμηση εκτός σχεδίου στην περιοχή ισχύει το Π.Δ/γμα 24.5.1985 (ΦΕΚ 270 Δ'), σε ορισμένα άρθρα του το Π.Δ/γμα 6.10.1978 (ΦΕΚ 538 Δ' 17.10.1978), όπως για ξενοδοχεία, τουριστικές εγκαταστάσεις, σε συνδυασμό με το Π.Δ/γμα 3.9.1993 (ΦΕΚ 394 Δ78.9.1993) για τον τρόπο έκδοσης οικοδομικών αδειών.
Η διανοιγείσα οδός ΕΓΝΑΤΙΑ χαρακτηρίζεται οδός ταχείας κυκλοφορίας, είναι κλειστός αυτοκινητόδρομος, μονής κατεύθυνσης με 2 και 3 λωρίδες κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση, είναι περιφραγμένη καθ' όλο το μήκος αυτής με δικτυωτό συρματόπλεγμα με τσιμεντοπασσάλους και, επιπλέον, έχουν τοποθετηθεί προστατευτικά στηθαία ύψους 0,70 μέτρων, και υπερυψωμένη κατά 6 μέτρα, περίπου, από την ένδικη ιδιοκτησία.
Το ΚΠ … βρίσκεται επί της δεξιάς πλευράς της Εγνατίας οδού, με κατεύθυνση προς Καβάλα. Η είσοδος στην Εγνατία οδό, για το ανωτέρω ΚΠ, γίνεται μέσω της προσέγγισης του Α/Κ Λαγκαδά, διανύοντας απόσταση ... km, μέσω αγροτικού δρόμου, της 1 1ης επαρχιακής οδού και της κοινοτικής οδού Π. - Λαγκαδά. Παράλληλα η περιοχή επιβαρύνεται με κονιορτό και θόρυβο κίνησης και βαρέων οχημάτων.
Από το αρχικό ακίνητο απαλλοτριώθηκαν 3.131 τ.μ. και απέμεινε εκτός απαλλοτρίωσης έκταση 5.038 τ.μ., με στοιχεία .... Έκταση 2.400 τ.μ. θεωρήθηκε ως αυταποζημιούμενη. Πριν την απαλλοτρίωση το αγροτεμάχιο είχε πρόσωπο επί της 11ης επαρχιακής οδού Θεσσαλονίκης - Λαγκαδά και δεξιά απ' αυτό υπήρχε ο αγροτικός δρόμος προς ..., μετά την απαλλοτρίωση έχει πρόσωπο στον ίδιο αγροτικό δρόμο και μικρότερο πρόσωπο στην άνω επαρχιακή.
Μέσα στο απόμειναν τμήμα υπήρχε βιοτεχνία. Λόγω εφαρμογής της απαγορευτικής απόστασης των 40 μ. από το όριο της απαλλοτρίωσης δεν επιτρέπεται η τοποθέτηση κτίσματος. Ενόψει των προαναφερθέντων και όλων των ως άνω λοιπών χαρακτηριστικών της διανοιγείσας οδού για το ως άνω ΚΠ δεν συντρέχει το τεκμήριο ωφέλειας, όπως αποφαίνεται και η, επικαλούμενη και προσκομιζόμενη από το εναγόμενο, από 15.5.2007 τεχνική έκθεση του αγρονόμου τοπογράφου μηχανικού Α.
Κ..
Συνεπώς, για το ΚΠ … ακίνητο το εναγόμενο είναι υπόχρεο καταβολής αποζημίωσης ποσού 14.088,00 ευρώ {(2.400,00 Χ 11,74 ευρώ=28.176,00 ευρώ ) = 28.176,00 /2}= ευρώ, από κοινού στην πρώτη και δεύτερη των εναγόντων, ως ψιλή κυρία και επικαρπώτρια, αντίστοιχα. Ακόμη, επειδή δεν συντρέχει το τεκμήριο ωφέλειας από το έργο και την απαλλοτρίωση, η ιδιοκτησία ΚΠ … δεν υποχρεούται να αποζημιώσει τους παρόδιους ιδιοκτησίες, και ειδικότερα το ΚΠ ...2 για 119,00 τ.μ.
και δικαιούται να λάβει από το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο το ποσό που του αφαίρεσε ως οφειλόμενη αποζημίωση, από 698,53 ευρώ {(119,00 Χ 11,74)= 1.397,06/2}, και, συνεπώς, το εναγόμενο πρέπει να καταβάλει στην πρώτη και δεύτερη των εναγόντων το συνολικό ποσό των 14.786,53 ευρώ". Έτσι που έκρινε το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφαση δεν υπέπεσε στην επικαλουμένη από το αναιρεσείον πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ, καθόσον προέβη σε ορθή ερμηνεία και εφαρμογή των προαναφερθεισών διατάξεων αναφορικά με το κρίσιμο για την έκβαση της δίκης ως άνω ζήτημα, της καταφάσεως, δηλαδή, των, κατά τις εν λόγω διατάξεις απαιτουμένων προϋποθέσεων ανατροπής του τεκμηρίου ωφελείας, δεχθείσα, με πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες της ελάσσονος προτάσεως του νομικού της συλλογισμού, που αναφέρεται στο πραγματικό των εφαρμοσθέντων ως άνω κανόνων δικαίου, τη συνδρομή αυτών (προϋποθέσεων) με τις υποστηριζούσες την παραδοχή αυτή ορθές αιτιολογίες:
α)της επιβαρύνσεως της επιδίκου εκτάσεως, στην οποία αφορά το τεκμήριο ωφελείας, "με κονιορτό και θόρυβο κίνησης βαρέων οχημάτων" β)της, κατά 6 μέτρα υψομετρικής διαφοράς μεταξύ της διανοιγείσας ΕΓΝΑΤΙΑ οδού και της επιδίκου εκτάσεως, η οποία (υψομετρική διαφορά) καθιστά αδύνατη την άμεση πρόσβαση σ'αυτήν (ΕΓΝΑΤΙΑ) αλλά "μέσω της προσέγγισης του Α/Κ Λαγκαδά, διανύοντας απόσταση ...
Km και μέσω αγροτικής οδού, της 11η επαρχιακής οδού και της κοινοτικής οδού Περιβολακίου - Λαγκαδά γ)της μειώσεως της προσόψεως της επιδίκου εκτάσεως προς την ως άνω επαρχική οδό και δ)της αδυναμίας ανοικοδομήσεως επ'αυτής (επιδίκου εκτάσεως)" οι οποίες (αιτιολογίες) δικαιολογούν το αποδεικτικό πόρισμα, κατά την έννοια της ορθής υπαγωγής των ανελέγκτως γενομένων δεκτών ως αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών στο πραγματικό των ερμηνευθέντων και εφαρμοσθέντων ως άνω κανόνων δικαίου και καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο με αποτέλεσμα να μην ευρίσκουν έρεισμα εφαρμογής οι προβαλλόμενες από το αρθ.559 αρ.19 ΚΠολΔ αιτιάσεις, οι οποίες, για το λόγο αυτό, κρίνονται απορριπτέες ως αβάσιμες.
Από τη διάταξη του άρθ. 559 αρ 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, λόγος αναιρέσεως για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμόστηκε ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόστηκε ενώ δεν έπρεπε καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία του κανόνα δικαίου, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περιπτώσεως (Ολ.
ΑΠ 10/2011, ΑΠ 191/2013, ΑΠ 486, 568/2013). Προς εξεύρεση της παραβιάσεως ελέγχεται ο δικανικός συλλογισμός που διατυπώνεται, έστω και ατελώς, και συγκροτείται από τη μείζονα πρόταση (νομική διάταξη), την ελάσσονα πρόταση (πραγματικές παραδοχές) και το συμπέρασμα. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών "περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση και τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε άτι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών στη διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται. (ΑΠ 609/2013, ΑΠ 495/2013, ΑΠ 1060/2014).
Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1 ν.653/1997, 33 παρ.1, 37 ν. 2971/2001 και 10 παρ.1 ν.2882/2001 προκύπτει ότι, η αγωγή του παροδίου ιδιοκτήτη αφενός για την αναγνώριση της μη συνδρομής του, από την πρώτη απ' αυτές (διατάξεις) προβλεπομένου, τεκμηρίου ωφελείας και αφετέρου για την καταβολή της ανάλογης αποζημίωσης, στηρίζεται σε αυτοτελή νομική βάση και ειδικότερα στις διατάξεις των άρθρων 17 του Συντάγματος και 1 του Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ και δικάζεται κατά την τακτική διαδικασία από το καθύλην πολιτικό δικαστήριο, της ασκούμενης μ' αυτήν αξιώσεως υποκείμενης όχι στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 90 παρ.1 ν.2362/95 αλλά στην οριζομένη από τη διάταξη του άρθρου 10 παρ.1 ν.1882/2001, όπως αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 126 παρ.4 ν.4070/2012 και ισχύει, σύμφωνα με το αρθρ.146 παρ.7 ν.4070/2012 και για τις συντελεσμένες κατά την έναρξη ισχύος αυτού (ν.4070/2012), απαλλοτριώσεις, όπως η ένδικη, δεκαετή (παραγραφή), η οποία αρχίζει από την κατάληψη του απαλλοτριωθέντος ή από την συντέλεση της απαλλοτριώσεως (ΑΠ 197/2012, ΑΠ 792/2010) και διακόπτεται, κατά τη ρητή πρόβλεψη της παρ.2 του ως άνω άρθρου 10 ν.2882/2001, με την ενέργεια πράξεων του δικαιούχου της αποζημίωσης που αποβλέπουν είτε σε δικαστική ή διοικητική αναγνώριση είτε στην είσπραξη μέρους ή του συνόλου της αποζημίωσης είτε, τέλος, στον οριστικό προσδιορισμό αυτής.
Με το δεύτερο λόγο της αναίρεσης προβάλλεται από το αναιρεσείον η, από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ, αιτίαση με την επίκληση ότι, κατ'εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των, ουσιαστικού δικαίου, διατάξεων των άρθρων 10 ν.2882/2001, όπως αντικαταστάθηκε με την παρ.4 του άρθρου 126 ν.4070/2012, και 90 ν.2362/95 η προσβαλλόμενη απόφαση απέρριψε την προς απόκρουση της ένδικης αγωγής των αναιρεσιβλήτων νομίμως προταθείσα απ'αυτό (αναιρεσείον) ένσταση παραγραφής της ασκουμένης αγωγικής αξιώσεως των τελευταίων, υπό την επίκληση παρόδου της προβλεπομένης από την παραπάνω διάταξη του άρθρου 90 παρ.1 ν.2362/1995 πενταετίας από την κατ'έτος 1999 (2 Φεβρουαρίου) συντέλεση της απαλλοτρίωσης μέχρι και την έγερση της ενδίκου αγωγής (30.1.2009), δεχθείσα, εσφαλμένως κατά την προβαλλόμενη αιτίαση, αφενός ότι η ένδικη αγωγική αξίωση υπάγεται, όχι στον επικαλουμένη απ'αυτό πενταετή παραγραφή αλλά, στην προβλεπομένη από τη διάταξη του άρθρου 10 παρ.1 ν.2882/2001, όπως ισχύει μετά την αντικατάσταση με το άρθρο 126 παρ.4 ν.4070/12, δεκαετή (παραγραφή) και αφετέρου διακοπή της τελευταίας (παραγραφής) την 7.2.2006 με την εκ μέρους του αναιρεσιβλήτου υποβολή προς το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων της υπό την ίδια ημεροχρονολογία αιτήσεως για την είσπραξη "του συνόλου της αποζημιώσεως".
Ο λόγος αυτός κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος αφού, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, α)η ένδικη αγωγική αξίωση δεν υπάγεται στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 90 ν.2362/95, όπως εσφαλμένως επικαλείται το αναιρεσείον (βλ. και πρακτικά πρωτοβάθμιας δίκης) αλλά στη δεκαετή του άρθρου 10 ν.2882/2001 όπως ορθώς δέχθηκε η προσβαλλομένη απόφαση και β)η εκ μέρους των αναιρεσιβλήτων υποβολή προς το ΤΠΔ, την 7.2.2006, της υπό την ίδια ημεροχρονολογία, αιτήσεως προς είσπραξη του συνόλου της αποζημιώσεως, την οποία δεν αμφισβητεί το αναιρεσείον, αποτελεί διακοπτικό γεγονός της παραγραφής και για την ένδικη αγωγική αξίωση, της εισπράξεως δηλαδή της αποζημιώσεως που αναλογεί στη έκταση για την οποία δεν συντρέχει το κατά τα άνω τεκμήριο ωφελείας, αφού η τελευταία (αποζημίωση) αποτελεί μέρος της οφειλομένης αποζημιώσεως για τη συνολικώς απαλλοτριωθείσα έκταση, στην οποία συμπεριλαμβάνεται και η επίδικη, για την οποία αναγνωρίστηκε το τεκμήριο ωφελείας, την είσπραξη "του συνόλου της οποίας" ζήτησαν, κατά τη ρητή παραδοχή της προσβαλλομένης απόφασης, οι αναιρεσίβλητες με την παραπάνω αίτηση, διακόψαντες, κατά τον τρόπο αυτό, σύμφωνα με τη ρητή πρόβλεψη της διατάξεως του άρθρου 10 παρ.2 β ν.1882/2001, την κατά τα άνω δεκαετή παραγραφή, η οποία και δεν είχε συμπληρωθεί μέχρι και την 30.1.2009 οπότε έλαβε χώρα η επίδοση προς το αναιρεσείον της κρινομένης αγωγής (7.2.2006/30.1.2009).
Κατά το άρθρο 17 παρ.2 του Συντάγματος κανένας δεν στερείται την ιδιοκτησία του παρά μόνο για δημόσια ωφέλεια και πάντοτε αφού προηγηθεί πλήρης αποζημίωση, που να ανταποκρίνεται στην αξία την οποία είχε το απαλλοτριούμενο κατά το χρόνο της συζήτησης στο δικαστήριο" και στην παρ.4 εδάφιο τελευταίο, ότι "η αποζημίωση δεν υπόκειται ως αποζημίωση σε κανένα φόρο, κράτηση ή τέλος".
Η τελευταία αυτή διάταξη αποσκοπεί στο να αποτρέψει κάθε επιβάρυνση του δικαιούχου της αποζημίωσης, ώστε αυτή να μη φαλκιδευθεί και να περιέλθει στο δικαιούχο ακέραιη. Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις του άρθρου 18 παρ.4 του N.2882/2001, όπως το πρώτο εδάφιο της αντικαταστάθηκε με το άρθρο 130 παρ.1 του Ν.4070/2012 (ΦΕΚ Α' 82/10.04.2012) και το τρίτο εδάφιο αυτής αντικαταστάθηκε με την παρ.2 του ιδίου ως άνω άρθρου, και το οποίο, κατά την παρ.9 του άρθρου 146 του ιδίου νόμου εφαρμόζεται και στις εκκρεμείς κατά την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού απαλλοτριώσεις: "Η δικαστική δαπάνη, μαζί με τη νόμιμη, κατά την έννοια της παρ. 1 του άρθρου 92 τoυ Κώδικα Δικηγόρων, όπως αντικαταστάθηκε με την παρ.6 του άρθρου 5 του ν.3919/2011 (Α'32), αμοιβή των πληρεξουσίων δικηγόρων, βαρύνει τον υπόχρεο προς αποζημίωση, επιδικάζεται από το δικαστήριο με την ίδια απόφαση, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά από τον νόμο αυτόν και παρακατατίθεται στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων (ΤΠΔ) υπέρ του οικείου Δικηγορικού Συλλόγου....".
Ενόψει δε της ως άνω συνταγματικής αρχής, ότι η αποζημίωση πρέπει να είναι πλήρης, το ποσό αυτής πρέπει να περιέρχεται στο δικαιούχο ακέραιο. Μέρος δε αυτής αποτελούν και τα δικαστικά έξοδα, αφού ο καθού η απαλλοτρίωση αναγκαίως υποβάλλεται σ' αυτά για να επιτύχει τον καθορισμό της αποζημίωσης που δικαιούται να λάβει. Άρα αυτά, στα οποία περιλαμβάνεται και η αμοιβή του πληρεξουσίου δικηγόρου του (άρθρο 189 ΚΠολΔ) αποτελούν παρακολούθημα της αποζημίωσης, προσαυξάνουν το ποσό της και βαρύνουν, όπως εκείνη, τον υπόχρεο στην καταβολή της. συνεπώς, πρέπει να επιδικάζονται σε βάρος του υπόχρεου και να περιέρχονται στο δικαιούχο της αποζημίωσης. Η δικηγορική αμοιβή του πληρεξουσίου δικηγόρου του δικαιούχου της αποζημίωσης, που πρέπει να επιδικαστεί και να περιέλθει σ' αυτόν, συνίσταται στο ποσό που προκύπτει κατ' εφαρμογή των οικείων διατάξεων του Κώδικα Δικηγόρων (αρθρ. 100 επ) γιατί αυτό αποτελεί τη νόμιμη αμοιβή, άρα τη δαπάνη στην οποία αναγκαίως αυτός υποβάλλεται. Για το λόγο αυτό κατά τον καθορισμό της δικηγορικής αμοιβής δεν λαμβάνεται υπόψη τυχόν ιδιαίτερη με το δικηγόρο συμφωνία (εργολαβία δίκης) και αφ' ετέρου, το ποσό αυτής δεν υπόκειται σε συμψηφισμό, ούτε σε μείωση ή περιορισμό κατά το άρθρο 22 του ν. 3693/1957, αφού έτσι ο δικαιούχος θα επιβαρυνόταν με τη διαφορά, με αποτέλεσμα, τη φαλκίδευση του ποσού της αποζημίωσης. (ΑΠ 2120/14, 315/2013).
Με τον τρίτο λόγο της αναίρεσης προβάλλεται από το αναιρεσείον η, από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ, αιτίαση με την επίκληση ότι, κατ'εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των, ουσιαστικού δικαίου, διατάξεων των άρθρων 18 παρ.4 ν.2882/2001, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 130 παρ.2 ν.4070/12, 58 επ. κωδ. Δικηγόρων και 22 ν.3693/1957, η προσβαλλομένη απόφαση προσδιόρισε την, σε βάρος του επιβληθείσα, δικαστική δαπάνη επί της ενδίκου, περί ανατροπής του τεκμηρίου ωφελείας και καταβολής της προσδιορισθείσας αρμοδίως αποζημιώσεως, αγωγής των αναιρεσιβλήτων, με βάση τις σχετικές διατάξεις του Κώδικα Δικηγόρων, κατ'αποκλεισμό της προβλέπουσας την επιδίκαση μειωμένης δικαστικής δαπάνης στον αντίδικο του Δημοσίου νικώντα διάδικο διατάξεως του άρθρου 22 ν.3693/1957. Ο λόγος αυτός κρίνεται απορριπτέος, ως αβάσιμος, αφού, κατά τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, επί της ενδίκου υποθέσεως δεν τυγχάνει εφαρμογής η προβλέπουσα την επιδίκαση μειωμένης δικαστικής δαπάνης διάταξη του άρθρου 22 ν.3693/1957, ενόψει του ότι αυτή (υπόθεση) αφορά σε επιδίκαση οφειλομένης, λόγω απαλλοτριώσεως, αποζημιώσεως, η επί της οποίας εφαρμογή θα οδηγούσε, εκ των πραγμάτων, με την επιδίκαση μειωμένης δικαστικής δαπάνης, στην από την παραπάνω συνταγματική επιταγή (17Σ) απαγορευμένη φαλκίδευση της επιδικαζομένης αποζημιώσεως (ΑΠ 2120/14, ΑΠ 315/13 αντιθ. 1333/13).
Κατ' ακολουθίαν όλων των ως άνω αναφερθέντων και ενόψει της μη προβολής άλλου αναιρετικού λόγου προ έρευνα, πρέπει ν' απορριφθεί στο σύνολό της η ένδικη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικαστεί το αναιρεσείον στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 28-8-14 και με αριθμ. καταθ. 179/2014 αίτηση αναιρέσεως της 675/2014 τελεσιδίκου αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Θεσ/νίκης.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων από δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) Ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 23 Ιανουαρίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 1η Φεβρουαρίου 2017.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ